Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 1

Λένε πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πάντα γρήγορα τελειώνουν. Ή κι ότι πολλές φορές δεν προλαβαίνουν καν να αρχίσουν. Κι έχουν δίκιο. Απόλυτο! Αφού και των δικών τους ζωών οι καλύτερες στιγμές, οι λίγες που χάρηκαν, έφτασαν πριν από όχι πολλή καιρό, σ’ ένα απότομο -μα όχι αναπάντεχο- τέλος. Σ’ ένα τέλος απότομο, αλλά στην πορεία καλά σχεδιασμένο. από τους άλλους. Από εκείνους τους άλλους, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο μοιάζουν πάντα να ξέρουν -ή που νομίζουν πώς ξέρουν, τέλος πάντων- τι είναι καλύτερο για μας, ποιος άνθρωπος και ποια ζωή μας ταιριάζει. Όχι πως αφήνει τον εαυτό της απ’ έξω, κάθε άλλο. Κι εκείνη έφταιξε, ή, μάλλον, εκείνη έφταιξε περισσότερο απ’ τον καθένα. Εκείνη κι οι φοβίες της. Εκείνη κι οι δολερές της ανασφάλειες. Εκείνη, που τώρα τα βάζει αμείλικτα, μ’ οργή κι ένα δάκρυ, με τον εαυτό της: «Τον έχασα... Τον έχασα ακριβώς επειδή ήταν αυτό που πάντοτε ζητούσα, αυτό που πάντοτε ποθούσα. ένας άνθρωπος αληθινός. τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος.»
Τώρα, κάθεται μοναχή σ’ ένα καναπέ ανέραστο κι απολαμβάνει με νοσταλγία πικρή την ανάμνησή του. κάθεται και θρηνεί την απουσία του. κάθεται και με αμείλικτο πείσμα αυτομαστιγώνεται, αυτοτιμωρείται. Βουλιάζει στις σκιές, που τώρα καλύπτουν την άλλοτε κοινή τους ζωή και ψάχνει απεγνωσμένα το νήμα, εκείνο που κάποτε τόσο στέρεα τους ένωνε, μήπως και μπορέσει να τον φέρει πίσω.
Αλλά, γιατί να γυρίσει; Έφυγε επειδή δεν ήταν πια αυτή. έτσι της είπε: Φεύγω επειδή δεν είσαι πια εσύ! Κι είχε δίκιο. Το ξέρει. Και τότε το ήξερε, αλλά να, δεν το παραδεχόταν, δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Έτσι τον άφησε να φύγει. Δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, για να τον σταματήσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη τον αγαπούσε με μια αγάπη τυφλή, μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη, τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Φοβότανε τη δύναμη, την εξουσία που είχε πάνω της, το πως μπορούσε -έτσι απλά- να διαβάζει μ’ ένα βλέμμα την ψυχή της ως τα τρίσβαθά της, τον τρόπο με τον οποίο μάντευε τα πιο κρυφά της μυστικά. Πάντα, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις και τα μάτια της, ή μάλλον τις σκέψεις στα μάτια της, και να προβλέπει τις αντιδράσεις της, όλες! Έμπαινε λες μες στο μυαλό της και σαν τετράδιο το φυλλομετρούσε, καταλάβαινε τα πάντα, όλα τα έβλεπε, και αν και σπάνια έκανε λάθος, εκείνη υποστήριζε πώς έκανε πάντα, αναγκάζοντάς τον ξανά και ξανά, μισοτρυφερά και μισοειρωνικά να χαμογελάσει. Ξέρετε τι τρομακτικό πράγμα είναι να εισβάλλει κάποιος ορμητικά στο μέσα σου και να σε κάνει να νιώθεις ευανάγνωστο σαν παιδικό βιβλίο; Έτσι την έκανε να νιώθει, δίχως άμυνες, ευανάγνωστη! Φυσικά δεν το έκανε σκόπιμα -πάντα, έλεγε, μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στα μάτια των ανθρώπων- αλλά εκείνη και πάλι την τρόμαζε.
Όταν συνέβαινε κάτι κακό, και συνέβαινε συχνά, έτρεχε και κρυβότανε βαθιά στην αγκαλιά του, για να ξορκίσει τους φόβους της, για να νιώσει καλύτερα και να ξεπεράσει αυτό που την απασχολούσε. Αλλά, το λιμάνι της ήταν κι η ανησυχία της καθώς, όσο βρισκόταν εκείνος στη ζωή της δεν ένιωθε ούτε στιγμή πώς ήταν μόνη, ακόμη ούτε και μέσα στο μυαλό της. Σα να κρυβόταν πίσω από τις σκέψεις της, κι άλλοτε τις διαμόρφωνε, ή, τις περισσότερες φορές απλά τις παρατηρούσε. Τρελό δεν ακούγεται; Αλλά, κι εκείνη τώρα τρελή νιώθει. τρελή επειδή τον έδιωξε. Μα, τον έδιωξε επειδή την τρέλαινε, αλλά και γιατί βαρέθηκε. Βαρέθηκε τη δύναμη που είχε πάνω στη ζωή της. Βαρέθηκε τη σιωπηλή του αυταρέσκεια – που φρόντιζε να μη δείχνει, την οποία, όμως, εκείνη ξεκάθαρα διέκρινε. Βαρέθηκε το γεγονός ότι είχε σχεδόν πάντα δίκιο, αλλά και το θάρρος του να παραδέχεται τα λάθη του όταν είχε άδικο. Βαρέθηκε την απόλυτα εκνευριστική του ηρεμία, την απερίγραπτη γαλήνη του. Βαρέθηκε τη μοναδική του ικανότητα να κατευθύνει τις σκέψεις των άλλων και τον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του. Όλα τα βαρέθηκε, κι ακόμη περισσότερα. Όλα τα βαρέθηκε και τώρα όλα βασανιστικά της λείπουν.
Της λείπουν οι στιγμές που περνούσανε μαζί προτού ραγίσει το γυαλί, το τρυφερό χαμόγελο και τα γιομάτα κατανόηση βλέμματά του, το ισοπεδωτικό του χιούμορ και ο τρόπος με τον οποίο κάποια όμορφα βράδια, καλοκαιρινά, ζωγράφιζε στο μέσα της έναν παράλληλο, παραμυθένιο κόσμο. Της λείπουν ακόμη και τα ελαττώματά του – ναι, ακόμη κι αυτά, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, του εαυτού της.
Τώρα; Τώρα βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά της. Πήρε τη μοτοσικλέτα και το σακίδιό του, λίγα βιβλία και τη φωτογραφική του μηχανή, ανέβηκε σ’ ένα καράβι κι έφυγε για την Κρήτη. Τον έχασε, αλλά δε χαθήκανε, ακριβώς όπως της είχε υποσχεθεί. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ!» της είπε αντί για αντίο, τη θλιβερή εκείνη μέρα κι έφυγε. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ,» της είπε και τον πίστεψε, αφού αυτός πάντοτε εννοούσε αυτά που έλεγε και πάντοτε έλεγε αυτά που εννοούσε. Έφυγε, λοιπόν, μακριά, αλλά ποτέ από κοντά της, καθώς τον συναντά συχνά-πυκνά στα γράμματα που της στέλνει απ’ την αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά. στα γράμματα όπου με τρυφερότητα πολλή και οδυνηρό ρεαλισμό αναπολεί το χθες τους. Τον συναντά στις αναμνήσεις της, που αναβιώνουν μέσα απ’ αυτά, που παίρνουν ζωή και τη στοιχειώνουν. Τον συναντά στους δρόμους της άχαρης πόλης, που τώρα κάθε βράδυ διασχίζει μοναχή ακούγοντας μουσική. Τον συναντά στην καθημερινή μισερή και μίζερη ύπαρξή της. Τον συναντά και τον μισεί. Τον μισεί επειδή στα γράμματά του δεν της κλαίγεται, επειδή δεν της ζητά να σμίξουν και πάλι των ζωών τους τις μοναξιές. Τον μισεί επειδή μετά τη φουρτούνα που πέρασαν αυτός μοιάζει να είναι απόλυτα ήρεμος, γαλήνιος όσο παίρνει, ενώ εκείνη παραδέρνει ακόμη στης καταιγίδας τα κύματα. Τον μισεί επειδή δεν αναλύει τα πράγματα, δεν απολογείται, δεν ψάχνει δικαιολογίες. Και τον μισεί και γι’ αυτά ακόμη τα γράμματά του, που καταντάνε εκνευριστικά -νοητικές μαχαιριές- καθώς της έχουν καταντήσει τη ζωή χώρο αναμονής. Τον μισεί και τον αγαπά. Τον αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε ποτέ αγαπήσει όσο ήτανε μαζί. Αγαπά την ιδέα και μόνο της παρουσίας του, κάπου εκεί έξω. Τον αγαπά για όλ’ αυτά που της έχει χαρίσει και για όσα της πήρε. Τον αγαπά και μισεί τον εαυτό της και τον αγαπά... Παραληρεί!
Παραληρεί καθώς ένας παραλογισμός έχει καταντήσει η ζωή της όλη. Τίποτα πια δεν της αρέσει. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ζει μες στις αναμνήσεις, τρέφεται απ’ αυτές, κι ελπίζει σ’ ένα αύριο, το οποίο εκείνη η ίδια τόσο επιδέξια και με απαράμιλλη οργή, με τα ίδια της τα χέρια στραγγάλισε. Τον θέλει να γυρίσει πίσω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο θέλω στη ζωή της. Τον θέλει να γυρίσει πίσω, για να πιάσουνε ξανά μαζί το κομμένο νήμα, το μαγικό. Το νήμα στο οποίο κεντήσανε νύχτες έρωτα και μέρες σιωπής. Το νήμα που αν και σε νάρκη ποτέ δεν κόπηκε – που διατηρείται ακόμη ζωντανό μέσα από την ιστορία τους, την οποία πήρε εκείνος να αφηγείται, κομμάτι το κομμάτι, λεπτό το λεπτό, μέσα από τα γράμματά του.
Με τούτα τα γράμματα αγκαλιά γλυκά κοιμάται, μ’ αυτά πικρά ξυπνά, κι ας μην το λέει σε κανέναν. Σε ποιον να το πει, άλλωστε; Αφού τώρα πια δεν έχει φίλους ή έστω κάποιον για να μιλήσει τέλος πάντων, αφού πραγματικούς φίλους δεν είχε στ’ αλήθεια ποτέ – αν και άργησε πολύ να το αντιληφθεί αυτό. Εκείνοι που άλλοτε θεωρούσε φίλους ήταν οι ίδιοι εκείνοι που την πρόδωσαν. Εκείνοι που την ακολούθησαν με ψεύτικα χαμόγελα στην άνοδο, δεν την ακολούθησαν μ’ αληθινά στην πτώση. Ερωτεύτηκαν φευγαλέα την εικόνα της και μόνο, εκείνη που έβλεπαν, που τους έδινε αξία. Αγάπησαν τη διασημότητά της, το περιτύλιγμα που ποτέ δε θέλησε, μα που εκείνοι κάποτε την έπεισαν πώς ακριβώς αυτό ζητούσε. Ναι, αγάπησαν το περιτύλιγμά της και όχι την ίδια, γι’ αυτό τους παράτησε.
Ο Νικόλας, μονάχα αυτός, την αγάπησε βαθιά και άδολα, γι’ αυτά που έκρυβε πίσω από τα λόγια και τις σιωπές της, στης ψυχής το μεγάλο μπαούλο. Κι ας ήταν όμορφη πολύ, κι ας είναι όμορφη πολύ ακόμη. Εκείνος έβλεπε τη σοκολάτα, κι όχι το χαρτί που την κάλυπτε.
Ω, δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό της για τα λάθη του -είναι σίγουρη γι’ αυτό- για τα λάθη που την έσπρωξαν να χάσει ό,τι ένιωσε ποτέ πιο πολύ δικό της.
Το μόνο που της απομένει τώρα πια είναι η εξιλέωση, η εξόφληση των γραμματίων από το παρελθόν, μήπως και μπορέσει και βαδίσει με βήματα πιο σίγουρα, πιο σταθερά, στα μονοπάτια του μέλλοντος, μήπως και προσχωρήσει στο αύριο. Κι άλλο τρόπο δεν έχει για να το κάνει αυτό από το να καθίσει και να γράψει με το δικό της ιδιαίτερο, φτωχό και άτεχνο τρόπο αυτή την ιστορία, την ιστορία τους, μια ιστορία συναισθημάτων. Θα κλέψει στιγμές από τα γράμματά του, θα ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της, και θα προσπαθήσει να αναστήσει μια εποχή, που στα μάτια της τώρα φαντάζει μακρινή σαν την αιωνιότητα, κοντινή σαν την ίδια της την αναπνοή.
Θα τα καταφέρει άραγε; Δεν ξέρει. Έτσι κι αλλιώς πιστεύει πώς αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ν’ αδειάσει το μέσα της, να ξεφορτωθεί το ψυχικό βάρος που κουβαλεί με περίσσιο κόπο, μήπως και ξαποστάσει, μήπως κι αναγεννηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο Νικόλας.
«Σ’ αγαπώ απελπισμένα!» της είχε πει κάποτε, κι εκείνη γέλασε. Γέλασε κι αυτός. Και να που σήμερα τον αγαπά κι εκείνη το ίδιο, απελπισμένα, και δίχως ελπίδα – αν και δε βγαίνει νόημα απ’ αυτό το τελευταίο.
Αλλά, αρκετά για κείνη. Έφτασε πια η ώρα να πάρει ο Νικόλας το λόγο, εκείνος που τόσο αγάπησε, και να μας ταξιδέψει με τη μηχανή του χρόνου στης πικρής ζωής τους το γλυκό χθες...

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου