Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 1

Πρέπει να την ξεπεράσει. Και να προχωρήσει. Αυτό πρέπει να κάνει. Κι ας του λείπει. Αφόρητα. Αποπνιχτικά.
Ώρες-ώρες νιώθει να τρελαίνεται. Ακούει φωνές που μοιάζουν πολύ στη δική της, με ανοικτά τα μάτια τα βράδια, βλέπει διάφανες οπτασίες που φέρουν τη μορφή της, να διασχίζουν νωχελικά το κενό του μοναχικού του δωματίου. Αλλά, πολεμά. Τους πολεμά τους δαίμονές του. Και θα τους νικήσει. Ακόμη μία φορά.
Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς την κάθε ώρα του, την κάθε του στιγμή μέσα στις αναμνήσεις, να ερωτοτροπεί με την τρέλα. Όμως αυτός, προς το παρόν, δεν έχει άλλη επιλογή. Νιώθει σπασμένος, ηττημένος, αλλά αποφασισμένος για τη φυγή προς τα μπρος.
Ζωγραφίζει... Ζωγραφίζει την εικόνα της μέσα του. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη φωτογραφία της στο φορητό υπολογιστή, που μόλις αγόρασε, να κοιτά με θλιμμένο, λες, βλέμμα το κενό. Της χαϊδεύει νοητικά τα μαλλιά, της ζεσταίνει μ’ ένα αδιόρατο φιλί το μάγουλο. Πόσο τη θέλει! Πόσο δε θέλει πια να την έχει!
Αλήθειες πικρές τον ζώνουν από παντού, του χαρακώνουν από άκρη σ’ άκρη την ψυχή, συνεχώς του δείχνουν το σκοτάδι. Κι αυτός προσπαθεί να τις πνίξει, να πάρει ένα σφουγγάρι και να τις σβήσει. Πίνει χάπια για να κοιμηθεί, οινόπνευμα για να ξεχάσει. Κοιμάται λίγο. Ξεχνάει ακόμη λιγότερο.
Μα, δε θέλει να στρέψει το χρόνο πίσω. Να το σπρώξει, να πάει μπροστά, αυτό θέλει. Κι ας ξέρει. Ξέρει ότι πάντα, ή σχεδόν πάντα, αυτό που πιο πολύ θέλουμε να γίνει, αυτό που βιάζουμε να συμβεί, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιείται. Όταν ψάχνει κανείς, δε βρίσκει.
Προσπαθεί σκληρά, πολύ, να αφήσει και πάλι τον εαυτό του ελεύθερο, να ξεφύγει από τη σκιά της, να ξεφύγει από τη μαγεία της Μάγιας, της γλυκιάς του ψευδαίσθησης, της υπόσχεσης που δεν έμελλε να βγει αληθινή.
Κάθε στίχος τραγουδιού τη θυμίζει, κάθε ανάγνωση βιβλίου τη ζωντανεύει. Κι αυτός δίχως τα τραγούδια και τα βιβλία δεν μπορεί. Πώς να μπορέσει μακριά της;
Τα μάτια του έχουν ξεσυνηθίσει πια τη θέα των ανθρώπων. Έχουν γίνει μια σπηλιά που εκεί μέσα βρίσκεται πια βαθιά χωμένος. Τα μαλλιά του μάκρυναν πολύ, στο πρόσωπό του κάνει κατάληψη μια, τόπους-τόπους γκρίζα, αγριωπή γενειάδα. Γερνάει επιτυχώς.
Πάνε τέσσερις μήνες από τότε που έφυγε. Τέσσερις μήνες που είναι απόλυτα μόνος και δεν μπορεί ούτε μια στιγμή να τη ξεχάσει. Τέσσερις μήνες που δεν έχει μιλήσει στ’ αλήθεια σε κανένα.
Μόνο όταν πνίγεται πολύ, όταν δεν μπορεί πια να ανασάνει από τον πόνο και τη μοναξιά, μόνο τότε επιτρέπει στον εαυτό του να βγει έξω στο φως της νύχτας, να αναμιχθεί για λίγο με τις φυλές των ανθρώπων, να μυριστεί τα χνώτα τους, να μοιραστεί -σχεδόν απαρατήρητος- μαζί τους κάποιες στιγμές.
Δεν ξέρει κανένα, δεν τον ξέρει κανείς. Κι αυτό είναι θάνατος, κι αυτό είναι σωτηρία.
Πάντα στους ίδιους δρόμους τριγυρνά, πάντα στα ίδια μέρη πάει. Εκεί, που κάποιο χειμώνα, που τώρα φαντάζει στα μάτια του απέραντα μακρινός, γνώρισε μια αγάπη μεγάλη. Κι εκεί που την έχασε.
Πίνει πολύ, μεθάει αργά, με σύστημα. Ποτέ δε ξεφεύγει. Πάντα έχει τον έλεγχο του εαυτού του. Παρατηρεί με προσοχή τους ανθρώπους, αλλά τώρα πια δεν τους βλέπει. Δεν τους βλέπει όπως παλιά, όπως τότε που ήταν ο εαυτός του – που κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα μπλοκάκι σημειώσεων και σκάρωνε στο πι και φι για τον καθένα τους μια ιστορία. Δεν μπορεί να γράψει πια. Στέρεψε. Εκείνα τα δύο γράμματα στην αγαπημένη, εκείνα ήταν τα τελευταία του γραπτά. Τώρα γράφει απουσίες.

Αλλά, δεν περνά τόσο απαρατήρητος όσο πιστεύει, ή όσο θέλει να πιστεύει. Ένα ζευγάρι μάτια τον παρακολουθεί στενά κάθε φορά που πηγαίνει στο αγαπημένο του ήσυχο και ημιφωτισμένο μπαράκι. Το πρόσωπο που φωτίζουν γεύτηκε το δικό του μερίδιο στον πόνο, πέρασε πολλά, έχασε πολλά, αγάπησε λίγο, αγαπήθηκε λίγο, έχασε πολύ.
Τον ξέρει, τον ξέρει καλά αυτό τον άνθρωπο η Νάζια, τον αναγνωρίζει, σα μέσα από ένα όνειρο, σαν κάποιο που της μοιάζει πολύ. Καταλαβαίνει τη μοναξιά του, διαβάζει την απόγνωση στο βλέμμα του, νιώθει τον πόνο του και την απέλπιδα προσπάθειά του να κρατηθεί από τη ζωή. Εδώ και τέσσερις μήνες βρίσκεται εκεί. Πηγαίνει μέρα παρά μέρα, κάθεται στην πιο απόμακρη και σκοτεινή πλευρά του μπαρ και πίνει σιγά-σιγά, αμίλητα, τα ποτά του. Σαν έκπτωτος άγγελος και σαν κλοσάρ της αγάπης.
Κάτι την σπρώχνει να τον πλησιάσει, να του μιλήσει, να τον ακούσει, ακριβώς όπως έκανε παλιά ένας άλλος άγνωστος για κείνη, κάποιος που την έσωσε. Αλλά, πώς να το κάνει αυτό; Πώς; Μοιάζει τόσο απρόσιτος, που λίγο την τρομάζει. Όχι, δεν είναι κακός άνθρωπος, από δαύτους γνώρισε πολλούς, αυτό το καταλαβαίνει, αλλά, να, σα να μη θέλει να βγει από τη μοναξιά του, σα να τρέφει τον πόνο του εθελοντικά, πεισματικά. Και, σα να μη βλέπει τους άλλους ανθρώπους. Τα μάτια του λες και κοιτάν μόνο προς τα μέσα.
Μια φορά μόνο προσπάθησε να τον πλησιάσει, αλλά όχι πολύ, μια φορά που είδε τα μάτια του σχεδόν να αιμορραγούν από τον πόνο. Πέρασε από πίσω του αλαφροπατώντας σαν αερικό και του ψιθύρισε στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! κι απομακρύνθηκε. Όταν γύρισε σε λίγο το βλέμμα της προς τα κει, της φάνηκε ελαφρά έκπληκτος και μετά κάπου απογοητευμένος, λες και του είχε μιλήσει κάποιο φάντασμα.
Από τότε, τίποτα. Δεν προσπάθησε ξανά να βρεθεί κοντά του, κι ούτε καν να του ρίξει κάποιο βλέμμα στα φανερά. Σκέφτηκε ότι όσο δεν το αποφάσιζε ο ίδιος να βγει απ’ το ματωμένο του κλουβί, κανείς δε θα μπορούσε να τον βοηθήσει.
Μα, να που απόψε... Απόψε της φαντάζει κάπως διαφορετικός. Λίγο πιο ζωντανός. Κι ας μη φαίνεται να το καταλαβαίνει. Μια μικρή σπίθα, τοσοδούλα, πάει να του φωτίσει το βλέμμα, αν και η θλίψη εξακολουθεί να του χαράζει το πρόσωπο.
«Βγαίνει στο φως!» σκέφτεται μ’ ένα κρυφό χαμόγελο η Νάζια. «Επιτέλους, βγαίνει στο φως...»
Κι η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς συμβαίνει. Για πρώτη φορά από τη μέρα που πάτησε το πόδι του στα Χανιά νιώθει κάπως διαφορετικά. Το μέσα του ελαφρά χαμογελά. Και δεν ξέρει καν το γιατί. Αλλά, δε χρειάζεται να το ξέρει κιόλας. Απλά, η αρρώστια πάντα έρχεται γρήγορα κι οδυνηρά, κι η γιατρειά αργά κι αβίαστα.
Θέλει! Θέλει να χαμογελάσει πλατιά στη ζωή εδώ και τώρα, αλλά δεν μπορεί. Είναι ακόμη νωρίς. Μα, έγινε η αρχή. Το νιώθει μέσα του, του το λένε τα σωθικά του.
Ξαφνικά νιώθει μια σκιά δίπλα του, από πάνω του. Ανασηκώνει το βλέμμα. Βλέπει δυο φωτισμένα μάτια να τον παρατηρούν, ένα χέρι να του προτείνει ένα σφηνάκι ρακή. Το παίρνει. Κρατά κι εκείνη ένα. Τα τσουγκρίζουν.
«Στο αύριο!» εύχεται εκείνη και του χαμογελά, παίρνει τα άδεια ποτηράκια και νωχελικά απομακρύνεται.
Εκείνος παραμένει εκεί, στη θέση του, ακίνητος, για λίγο σαστισμένος. Σύντομα, όμως, βγαίνει απ’ το τριπάκι του, σηκώνεται σιγά-σιγά και φεύγει.
Σε λίγα λεπτά βρίσκεται στο δωματιάκι του, ξαπλωμένος σ’ ένα παλιό κρεβάτι που τρίζει. Φοβάται πως από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστούν τα φαντάσματά του, αλλά δεν το κάνουν. Γαληνεύει.
«Στο αύριο!» σκέφτεται και σύντομα αποκοιμιέται. Βλέπει όνειρα πολύχρωμα που δεν καταλαβαίνει.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου