Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 2

Θέλει να του γράψει. Να του γράψει και να του ζητήσει να γυρίσει πίσω. Έτσι, απλά! Αλλά, δε θα το κάνει. Γιατί αν το κάνει, ίσως εκείνος σπεύσει να εκπληρώσει την επιθυμία της, κι αυτό δεν το θέλει η Μάγια. Όχι, δεν το θέλει. Της πήρε πολλή χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα της απουσίας του. Θα της πάρει άλλο τόσο ν’ αλλάξει τη ζωή της.
«Τι είναι τέσσερις μήνες; Τίποτα!» σκέφτεται. Μα, οι τέσσερις μήνες που πέρασαν από τότε που έφυγε ήταν οδυνηροί, οι τέσσερις που θα ακολουθήσουν θα είναι επίσης, αλλά είναι σίγουρη πως η ζωή της θα πάρει μια αποφασιστική στροφή προς το καλύτερο.
«Τι να κάνει, άραγε; Πώς να είναι;» συλλαμβάνει πού και πού τον εαυτό της να αναρωτιέται. Θα ήθελε να τον πάρει τηλέφωνο μόνο και μόνο για να μάθει τα νέα του, ν’ ακούσει τη φωνή του. Το μόνο που εκείνος δεν έχει κινητό. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, έχει, όπως έμαθε, υπολογιστή. Το μόνο που δεν έχει λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Αντί αυτού του αρέσει να γράφει μακροσκελή γράμματα. Μα, σε πια εποχή ζει, επιτέλους;
«Στη δική του εποχή ζει ο Νικόλας. Όχι στη δική μου, όχι στη δική τους. Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησα τόσο, επειδή δε θυμίζει σε τίποτα τους άλλους ανθρώπους!»
Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησε τόσο, αλλά ίσως και γι’ αυτό να πρέπει να τον ξεχάσει, όσο μπορεί να τον ξεχάσει. Ήταν ο άνθρωπός της. Κάποιος άλλος πρέπει και μπορεί κάποτε να πάρει τη θέση του. Όχι πως το επιδιώκει. Απλά τον τελευταίο καιρό έχει πάψει να παριστάνει την ερημίτισσα. Άρχισε να βγαίνει λίγο έξω, να γνωρίζει -όχι πολλή- κόσμο, να μαζεύει σταγόνες ζωής. Μόνο αυτό. Δεν ψάχνει κάτι, δεν ψάχνει κανένα, όχι τώρα, όχι ακόμη. Ο έρωτας μπορεί να περιμένει.
Στη δουλειά τα πάει καλά, αλλά δύσκολα τα βγάζει πέρα. Η τηλεόραση της πρόσφερε πολύ χρήμα, πολλές ανέσεις, τώρα πρέπει να συνηθίσει να ζει με λιγότερα. Κανένα πρόβλημα! Πού και πού μόνο, όταν στενεύουν λίγο τα πράγματα, κάνει καμιά διαφήμιση για το ραδιόφωνο, ενώ της έχουν προτείνει και μια εκπομπή. Το σκέφτεται. Δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα. Θα συμπληρώνει το εισόδημά της, χωρίς να ξοδεύεται ψυχικά. Αν ήταν εκεί ο Νικόλας θα την υποστήριζε σίγουρα σε μια τέτοια απόφαση.
Αλλά, δεν είναι! Κι έτσι τώρα δεν έχει κανένα με τον οποίο να μιλήσει γι’ αυτά που την απασχολούν, ή, μάλλον, σχεδόν κανένα. Κάθε τόσο συναντά την Αριάδνη, την παλιά φίλη του καλού της, και μ’ αυτή συζητά τα πάντα. Ακούγεται τρελό, αλλά την εμπιστεύεται. Νιώθει σίγουρη πως ό,τι κι αν της πει, δε θα το ακούσει ποτέ κανείς άλλος απ’ τα χείλη της, ούτε καν ο Νικόλας. Κάηκε η Αριάδνη, κάηκε κι αυτή, πολλές φορές, κι έμαθε. Έμαθε να διαβάζει τους ανθρώπους και να εκτιμά απεριόριστα τη φιλία. Παλιά, της εκμυστηρεύτηκε, ήταν αλλιώς. Πίστευε πολύ τους ανθρώπους, αγαπούσε πολύ και πληγωνόταν πολύ. Είδε κι έπαθε μέχρι να καταλάβει μια μέρα ξαφνικά ότι για κάποια πράγματα δεν αξίζει καθόλου να ξοδεύεται κανείς. Σ’ αυτήν πρωτοείπε, λοιπόν, το μυστικό της, και είναι σίγουρη πως το κράτησε. Αλλιώς ο Νικόλας θα της κτυπούσε εδώ και καιρό την πόρτα.
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να αλλάζει η Μάγια, να γίνεται όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο κοντινή κι απόμακρη απ’ τους ανθρώπους, ν’ αγκαλιάζει τη μοναξιά της, να την αγκαλιάζει και την κάνει δημιουργία. Η αυτοπεποίθησή της πήρε ημέρα με την ημέρα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ. Άρχισε να ζωγραφίζει και πάλι, κι οι πίνακές της δε θυμίζουν πια εφιάλτες. Γράφει στίχους και τα τραγούδια της δε μιλάνε πια για τη λύπη και το χωρισμό. Βγάζει και φωτογραφίες, αιχμαλωτίζει στο βλέμμα και στο χαρτί την ομορφιά της φύσης, που της έχει λείψει τόσο από την ημέρα που έφυγε εκείνος.
«Α, ρε Μάγια!» κοιτά τον εαυτό της στον καθρέφτη, κάθε τόσο, και λίγο χαμογελά, «Α, ρε Μάγια, πόσο άλλαξες, πόσο όμορφα αλλάζεις!»
«Ομορφαίνεις τον κόσμο, καλή μου, με την παρουσία σου!» της είπε κάποτε η Αριάδνη, που ποτέ, είτε καλά, είτε κακά, δε μασάει τα λόγια της. «Έτσι ωραία που μεταμορφώνεσαι εσύ, κοίτα να μεταμορφώσεις και τους γύρω σου. Έχεις ιδέα, βρε κουτό, πόση θετική ενέργεια εκπέμπεις; Σχεδόν βλέπω την αύρα σου. Για δες το πρόσωπό σου πόσο λάμπει, κι ας ραγίζει το βλέμμα. Για δες πως αυτό που σου συμβαίνει σε λούζει στο φως. Να μην κλαις για τίποτα, καλή μου, για τίποτα και για κανένα. Μόνο από χαρά, μόνο απ’ τα γέλια...»
Ποια χαρά; Ποια γέλια; Όσο καλύτερα κι αν νιώθει τώρα, της είναι ακόμη αδύνατον να βουτήξει βαθιά στα νερά της ζωής εκεί έξω. Κάνει ένα-ένα, σιγά-σιγά, τα βήματα που θα τη βγάλουν οριστικά από την απομόνωση. Μπορεί να ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, αλλά τους χρειάζεται. Δεν μπορεί να ζει πια μόνο με τα φαντάσματά της, τα βαρέθηκε πολύ. Είναι αυτάρκης, αλλά δεν είναι. Διχασμένη προσωπικότητα είναι. Όπως κανείς. Όπως όλοι.
Το μόνο της πρόβλημα, το μόνο πραγματικά μεγάλο της πρόβλημα, είναι οι γονείς της. Οι γονείς της κι οι πρώην φίλοι. Αυτοί που την οδήγησαν στην καταστροφή. Όλο της τηλεφωνούν για το ένα και το άλλο, όλο την πιέζουν να κάνει αυτό που οι ίδιοι θεωρούν σωστό. Κι όλοι, μα όλοι, ξέρουν τι είναι καλύτερο για τον εαυτό της, εκτός από την ίδια. Κάθε φορά που τους συναντά, κάθε φορά που τους ακούει -όχι δεν τους μιλά, δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να πετά λόγια στον αέρα- φουντώνει μέσα της μια επιθυμία άγρια, μια επιθυμία να τους πει να πάνε όλοι στο διάολο, κι αυτοί και οι ιδέες τους, αλλά δεν το κάνει. Τους ακούει μόνο, λίγο χαμογελαστά λίγο θλιμμένα, και κοιτάει στο υπερπέραν. Όχι, αυτό δε θα τους περάσει, σκέφτεται. Δε θα τους περάσει. Αρκετά τη σκότωσαν. Τα λάθη της από δω κι εμπρός θα είναι δικά της. Είτε τους αρέσει, είτε όχι.
Πού και πού τα βάζει ακόμη με τον εαυτό της η Μάγια, με την παθητικότητά της, με τη δειλία της. Αν και δεν είναι ακριβώς δειλή, απλά, παρόλα τα βάσανά της, παρόλ’ αυτά που έζησε και έπαθε, η καρδιά της ξεχειλίζει από καλοσύνη. Έτσι, όσο κι αν την πλήγωσαν οι άλλοι, ποτέ δε θα έκανε κάτι για να τους το ανταποδώσει. Θα μπορούσε να τους αποφύγει, ωστόσο, αλλά ούτε κι αυτό το κάνει.
Αξιολύπητο! Έτσι νιώθει κάποτε τον εαυτό της, αλλά και τι μ’ αυτό;
Ένα μικρό αγκάθι, ωστόσο, της χαρακώνει την ψυχή: ο θάνατος της Μαρίας. Θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο γι’ αυτόν. Επειδή δεν προσπάθησε, δεν προσπάθησε να τη σώσει. Όχι πως θα μπορούσε, αλλά τουλάχιστον θα ήταν εκεί. Δε θα πέθαινε μόνη κι αβοήθητη.
Πηγαίνει κάθε βδομάδα στον τάφο της, πάντα κάποιο πρωινό καθημερινής που δεν βρίσκεται κανείς άλλος στο νεκροταφείο, πηγαίνει και κάθεται εκεί μπροστά του και της μιλά. Της λέει τα νέα της, λες και είναι ζωντανή, λες και μπορεί να την ακούσει, της μιλά για τον Νικόλα που δε δίνει στην ίδια σημεία ζωής, για τα θολά μα ζωντανά της όνειρα για το μέλλον και της ζητά να τη συγχωρέσει, κι ας μην ήταν ποτέ στ’ αλήθεια φίλες. «Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά!» ψιθυρίζει πάνω από το νοτισμένο χώμα, το οποίο πήραν να στολίζουν κάποια αγριολούλουδα.

Είναι άνοιξη. Η γη πρασίνισε. Τα χελιδόνια πήραν να επιστρέφουν. Ένα ποτάμι λείπει μόνο για να της ζωγραφίσει με χρώματα ευωδιαστά της ζωής της το τοπίο, ετούτο το πρωινό. Ένα ποτάμι! Μα, που να βρεθεί τέτοιο σ’ ετούτη την άχρωμη πόλη;
Μπαίνει στο αυτοκίνητο, βάζει ένα σι ντι με τραγούδια από το Πράσινο Ακρωτήρι να παίζει και κινά για τα βουνά. Το κινητό κλειστό, η ψυχή ανοιχτή. το ποτάμι, το μακρινό μονοπάτι της φύσης, κι ο αγαπημένος της καταρράκτης την περιμένουν. Επιστροφή στην αρχή. Στο αύριο...

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου