Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 1

Στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Πάλι. Εδώ και χρόνια το ίδιο πρόβλημα – από τότε που μπήκε στο Σώμα δηλαδή. Το αστυνομικό. Τα δοκίμασε όλα. Τσάι βασιλικό, βότανα Withana Somnifera, βαλεριάνα, βάλιουμ, αλλά τίποτα. Σκέφτεσαι πολύ, του είπε ο γιατρός και τον φόρτωσε με ζάναξ. Αυτά βοηθάνε, αλλά όχι πολύ. Με μισό χαπάκι κοιμάται μισού ανθρώπου ύπνο, αλλά και πάλι ξυπνάει. Με το παραμικρό. Ακούει την ανάσα της γυναίκας του ανάλαφρη δίπλα του. Στρέφεται προς το μέρος της, αλλά μόλις που τη διακρίνει στο κρεβάτι. Θέλει να την αγγίξει μα δεν το κάνει για να μην την ξυπνήσει. Κοιτάει το ταβάνι. Δεν το βλέπει. Διάβολε, σκέφτεται, κουράστηκα. Κουράστηκε. Ο λίγος ύπνος, οι πολλές ώρες της δουλειάς, η αδυναμία του να γαληνέψει. Πάντα είναι ανήσυχος. Λες και ο κόσμος θα σταματήσει να γυρίζει χωρίς αυτόν. Το τηλέφωνο χτυπάει -ο κακός μπελάς, όπως το αποκαλεί η γυναίκα του- και βιάζεται να το απαντήσει. Απ’ το τμήμα καλούν.
     «Ποιος;»
     «Φάγανε τον ψηλό…»
     Κατεβάζει το ακουστικό. Ο ψηλός. Ο Κωνσταντίνου.  Ποτέ του δεν τον συμπάθησε, αλλά δε χάρηκε που πέθανε κιόλας. Ανάβει το πορτατίφ κι η γυναίκα του πάει να ανακαθίσει στο κρεβάτι, αλλά ξαπλώνει ξανά. Κάτι μοιάζει να μουρμουρίζει. Της χαϊδεύει τα κοντά κυμματιστά καστανά της μαλλιά και της λέει να κοιμηθεί. Αυτός πρέπει να φύγει. Του απαντάει κάτι ακατάληπτο. Τη βλέπει και χαμογελά. Η Γεωργία. Με τα χρονάκια της και τα παχάκια της και την αμίλητη περηφάνια για την οικογένειά της. Όταν την παντρεύτηκε ήτανε μια μορφονιά. Και τώρα όμορφη είναι, αλλά διαφορετικά. Στα πενήντα της μοιάζει να βγάζει ακόμη μια παιδικότητα. Ενθουσιάζεται εύκολα, γελάει πολύ, κλαίει κάθε τόσο δίχως λόγο. Τουλάχιστον δίχως λόγο που να μπορεί ο ίδιος να καταλάβει. Δακρύζει για τις επιτυχίες των παιδιών τους στα θρανία, παρακολουθώντας σαπουνόπερες και σαχλά σώου, πολλές φορές για τον πόνο των άλλων. Μεγάλη ψυχή με σχεδόν μόνιμα βρεγμένους τους καφέ καθρέφτες-μάτια της. Παραμένει για λίγο ακίνητος να την παρατηρεί, ασυναίσθητα χαμογελά και σηκώνεται απ’ το κρεβάτι. Πηγαίνει στο μπάνιο. Κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Χρειάζεται επειγόντως ξύρισμα μα δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του λέει τίποτα. Είναι παλιοσειράς. Τον σέβονται οι παλαιότεροι κι οι συνομήλικοί του, τον περιφρονούν οι περισσότεροι απ’ τους νεώτερους, αλλά αυτό δεν τον πειράζει, αφού τους περιφρονεί κι ο ίδιος.
     «Α, ρε Πέτρο», λέει στο είδωλό του στον καθρέφτη, «πότε θα τα παρατήσεις επιτέλους;»
     Πότε; Αυτό τον ρωτάει κι η γυναίκα του συχνά κι απάντηση δεν παίρνει, μόνο της χαμογελά. Να τα παρατήσεις ή να πάρεις προαγωγή, του λέει εκείνη. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλει να τα παρατήσει, αλλά ούτε να προαχθεί τον ενδιαφέρει, κι ας περνάει αμείλικτα ο χρόνος. Στα πενήντα πέντε του πια, δεν μπορεί να προσφέρει και πολλά, αλλά πάντα προσφέρει ουσιαστικά. Πηγαίνει εκεί όπου δεν μπορούνε να πάνε οι άλλοι, έχει μάτια και αυτιά παντού και το μισογερασμένο του μυαλό εξακολουθεί να τρέχει με χίλια. Οι άλλοι ψάχνουν, αυτός βρίσκει. Γι’ αυτό κι έχει το ακαταλόγιστο. Γι’ αυτό τον ανέχονται ακόμη.
     Α, ρε Πέτρο! Πέτρος Ιωάννου, αυτό είναι το όνομά του, οι πολλοί τον ξέρουν απλά σαν χοντρό, αλλά κάποιοι για πλάκα τον αποκαλούν Κρυφό. Και γι’ αυτά που κάνει, αλλά και γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεται. Πέτρος Κρυφός, σαν όνομα συγγραφέα ακούγεται αυτό, σκέφτεται και χαμογελά. Πλένει το πρόσωπό του. Η τριών ημερών γενειάδα, τα κοντά γκρίζα μαλλιά του και οι ρυτίδες στα μάγουλα του χαρακώνουν τις παλάμες. Δείχνει μεγαλύτερος από την ηλικία του, αλλά το πρασινωπό του βλέμμα μοιάζει να ξεχειλίζει από νεανική ορμή. Επιστρέφει με βήματα βαριά προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει αθόρυβα τη ντουλάπα. Ως συνήθως δεν του παίρνει και πολλή ώρα να ντυθεί. Αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του και το φοράει. Ένα τζιν παντελόνι κι ένα ριγωτό κοντό πουκάμισο είναι σήμερα η στολή του. Αν μη τι άλλο τονίζουν τα πάχη του. Η κανονική του στολή δεν έχει ιδέα που βρίσκεται πια. Κάπου θα την καταχώνιασε η Γεωργία, που έτσι κι αλλιώς την απεχθανόταν. Ήταν περήφανη για τον άντρα της τον αστυνομικό, αλλά δεν ήθελε να βλέπουν οι γειτόνισσες τον μπάτσο να μπαίνει στο σπίτι της. Παράξενη γυναίκα. Την ημέρα που της είπε ότι δε θα χρειαζόταν να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς ξανά μόνο που δεν πέταξε απ’ τη χαρά της. Σα να έφυγε από πάνω τους το στίγμα.
     Βγαίνει έξω. Μόλις που γλυκοχαράζει. Πέντε σχεδόν το πρωί μιας μέρας στις αρχές του Ιούνη, που δεν προβλέπεται ιδιαίτερα ζεστή. Κάποια πουλιά που βρήκαν καταφύγιο στο προάστιο της Λευκωσίας όπου ζει, τη Λακατάμια, τον καλημερίζουν. Προσπαθεί να τα διακρίνει στα δέντρα, αλλά δεν μπορεί. Αλλά και να τα έβλεπε τι θα καταλάβαινε; Αφού δεν μπορεί να τα ονοματίσει. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, με όλα τα πράγματα και όλους τους ανθρώπους. Πες του ονόματα δέκα πουλιών, δέκα δέντρων, δέκα λουλουδιών, δέκα ανθρώπων και θα τα ξεχάσει αμέσως. Πες του ένα μυστικό ή κάποια λεπτομέρεια απ’ τη ζωή σου και θα τα θυμάται για πάντα. Επιλεκτική μνήμη, λέει, θυμάται μόνο τα σημαντικά. Διασχίζει την αυλή. Ανοίγει την καγκελόπορτα και μπαίνει στο λευκό του σκαραβαίο. Το πρώτο του αμάξι. Δεν τον πρόδωσε ποτέ, κι αυτός με τη σειρά του δε λέει να το παρατήσει με τίποτα. Έχουν αναπτύξει μια σχέση ζωής. Βάζει το κλειδί στη μίζα, το γυρίζει και παίρνει μπρος με την πρώτη. Τώρα είναι η ώρα της αναμονής μέχρι να ζεσταθεί η μηχανή. Ένα λευκό φορτηγάκι περνά με ταχύτητα από δίπλα του. Βρίζει τον οδηγό μέσα από τα δόντια του. Είναι κατοικημένη περιοχή μαλάκα, του φωνάζει άηχα. Ευτυχώς, σκέφτεται, που δε δούλεψα ποτέ στην τροχαία, αφού αν το έκανε πολύ πιθανόν να έχανε γρήγορα τη δουλειά του ή να κατέληγε και στη φυλακή. Το μόνο πράγμα που τον εκνευρίζει, εκτός από τους πολιτικούς και τους παπάδες φυσικά, είναι ο τρόπος που οδηγούν οι κύπριοι στο δρόμο. Παντελώς αδιάφοροι για τους άλλους, αγνοώντας συστηματικά τα σήματα της τροχαίας, μεθυσμένοι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον συγκράτησε με το ζόρι η γυναίκα του ή με τη βία οι συνάδελφοί του από το να κατέβει απ’ τ’ αμάξι και να πλακώσει κάποιον στο ξύλο.
     Ευτυχώς αυτή την ώρα δεν έχει κίνηση προς το κέντρο. Τα λιγοστά αμάξια που συναντάει στο δρόμο έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Επαγγελματίες που μόλις σχόλασαν ή και που μόλις αρχίζουν δουλειά έξω απ’ την πόλη. Κάποιοι ξενύχτηδες επίσης.
     Ποιος να τον έφαγε και γιατί; αναρωτιέται καθώς είναι ακινητοποιημένος σε ένα σταυροδρόμι σχεδόν έρημο, στα φώτα Γαβριηλίδη, κοντά στο κέντρο της πόλης, όπου έφτασε σ’ ελάχιστα λεπτά. Δεν του φαίνονταν από κείνους τους τύπους που δημιουργεί εχθρούς ο Κωνσταντίνου. Αλλά, από την άλλη, ποιος ξέρει τι μυστικά έκρυβε. Συνήθως τους μπάτσους τους τρώνε τα τσιράκια των αφεντικών του υπόκοσμου. Γι’ αυτό τον κάλεσαν μάλλον. Το φανάρι γίνεται πράσινο. Βάζει μπρος, προχωράει λίγα μέτρα και σταματάει και πάλι στο επόμενο κόκκινο, στη Θεμιστοκλή Δέρβη. Σκέφτεται τον νεκρό συνάδελφό του, σχεδόν χωρίς συναίσθημα. Αποστασιοποιείται. Πράσινο. Ξεκινάει. Κόκκινο και πάλι. Γωνία Θεμιστοκλή Δέρβη και Ευαγόρου. Υπάρχει περισσότερη κίνηση εδώ. Πρωινοί διανομείς, θαμώνες των καμπαρέ και της πλατείας, πελάτες νυχτερινών κέντρων που έπρεπε να κλείσουν πριν από μια-μιάμιση ώρα. Τα κόκκινα φανάρια τον κατατρέχουν, δίχως να τον καταπιέζουν, μέχρι που φτάνει στην Πύλη Πάφου.
     Καθώς οι άλλοι του χαρίζουν νυσταγμένες καλημέρες, αυτός σε πλήρη διαύγεια κατευθύνεται προς το γραφείο του διευθυντή. Το τμήμα, απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας, μοιάζει σαν παραφωνία στον κόσμο του σήμερα. Συρτάρια και γραφεία στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, χαρτολόι, μούχλα, μια επιμελής εγκατάλειψη. Σταματάει μπροστά από τη μηχανή του καφέ, ρίχνει τον οβολό του και παίρνει αντί αυτού ένα μικρό χάρτινο ποτήρι με κάτι που θυμίζει νεσκαφέ. Για την ώρα του κάνει. Αργότερα θα πάει στο καφενείο για τον μερακλίδικό του – πολύ αργότερα μάλλον. Ανοίγει την πόρτα του διευθυντή και μπαίνει μέσα χωρίς να χτυπήσει πρώτα.
     «Καλώστον χοντρό».
     Κάθεται σε μια μαύρη δερμάτινη καρέκλα, που είδε καλύτερες ημέρες, απέναντί του. Με γκρίζα μαλλιά, ψηλός και λεπτός και με μάτια διαπεραστικά, ο μάστορας διαθέτει μια επιβλητική παρουσία. Πάντα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Μιλούσαν στα ίσια και δεν άφηναν περιθώρια για παρεξηγήσεις. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που ο Σωτηρίου τον κάλυψε και τον στήριξε σε κάποιες από τις ανορθόδοξες έρευνές του. Ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους άλλους: στην μικρή, την Ντίνα, στα είκοσι εφτά της, με μαύρα ίσια μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου, προς το ψηλό, και με μελιά μάτια – ωραία γυναίκα, τον Κακογιάννη, όνομα και πράμα, χοντρό, ψηλό, φαλακρό, με διπλοσάγονο και δυο μικρά γαλάζια μάτια που μοιάζουν να κρύβονται ανάμεσα στα μάγουλα και το μέτωπό του, και τον οποίο παρά τα είκοσι χρόνια γνωριμίας του στάθηκε αδύνατο ποτέ να συμπαθήσει, και τον Αργυρίου, ένα σαραντάχρονο μικροκαμωμένο ρεμάλι, με ψιλοκουρεμένα καστανά μαλλιά κι ένα βλέμμα σκοτεινό κι αξεδιάλυτο, υπολογιστικό και θυμωμένο την ίδια ώρα.
     «Ακούω».
     «Τον βρήκε η γυναίκα του νεκρό στο σαλόνι του σπιτιού τους στις τέσσερις το πρωί. Είχε ένα χτύπημα στο κεφάλι -μάλλον από κηροπήγιο- και καρφωμένο στο στήθος ένα στιλέτο μ’ ένα σημείωμα. Η βάρδια του είχε τελειώσει τα μεσάνυχτα, οπότε…»
     «Τι έλεγε;»
     «Το σημείωμα; Ανίκανος!»
     Ανίκανος. Το στριφογυρνάει στο μυαλό του. Η γυναίκα του αποκλείεται να το έκανε – την αθωώνει αμέσως. Κι ο διευθυντής συμπληρώνει τη σκέψη του.
     «Δεν νομίζω να τον σκότωσε αυτή. Ήταν σε σοκ, δεν παρίστανε τη σοκαρισμένη. Πρέπει να βρούμε τις απαντήσεις όσο πιο σύντομα μπορούμε, γιατί όπου να ’σαι θ’ αρχίσουν να χτυπάνε τα τηλέφωνα και…»
     «Θα πάμε στο σπίτι του με την Ντίνα».
     Δεν του άρεσε να έχει συνέταιρο, αλλά πάντα τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας τις διερευνούσαν δυο-δυο ή τρεις-τρεις μαζί. Περισσότερα μάτια, περισσότερα μυαλά, όλο και κάτι θα ανακάλυπταν. Εξάλλου η Ντίνα του άρεσε. Δούλεψαν κι άλλες υποθέσεις μαζί και κρυφά τη θαύμαζε. Ήταν νέα, ξύπνια, κι έμοιαζε να νοιάζεται γι’ αυτό που κάνει. Αυτή ήταν που τον έπεισε να πάρει κινητό τηλέφωνο -ήταν ο τελευταίος που το έκανε, και με κάποια χρόνια καθυστέρηση- αυτή ξεφορτωνόταν τα έγγραφα που μαζεύονταν κάθε τόσο στοίβες στο γραφείο του, αυτή ήταν που τον έβαζε σε τάξη. Αν έβρισκε και κάνα γκόμενο; σκέφτονταν εκείνος κάθε τόσο και χαμογελούσε, αλλά τώρα τελευταία δεν έβρισκε. Τους τρόμαζε τους άντρες. Όμορφη, ξύπνια και αστυνομικός. Φοβερός συνδυασμός.
     Συνήνεσε ο Σωτηρίου.
     «Αργυρίου. Κακογιάννη. Ξεθάψτε τις τελευταίες του υποθέσεις μήπως και βρείτε κάτι εκεί. Και κάντε μια προσπάθεια να ανακαλύψετε τι έκανε από την ώρα που σχόλασε, μέχρι που βρέθηκε νεκρός στο σπίτι».
     «Τα σαΐνια μας;» ρώτησε ο Ιωάννου – σαΐνια, έτσι αποκαλούσε τους κύπριους συλλέκτες στοιχείων από χώρους εγκλημάτων. CSI’ s της κακιάς ώρα τους χαρακτήριζαν κάποιοι άλλοι, αλλά αυτός τους σεβόταν. Όσο και να μην καταλάβαινε τα περισσότερα απ’ αυτά που έκαναν, πολλές φορές αυτοί ήταν που έκλειναν τις υποθέσεις. Κάπου κάπου έπιανε τον εαυτό του να τους λυπάται. Πάνε χαμένοι εδώ μέσα, σκεφτόταν.
     «Είναι ήδη εκεί. Ίσως και να τελειώσουν μέχρι να φτάσετε, αν και δεν το νομίζω. Βλέπετε…»
     «Ναι. Ξέρω…» Στράφηκε προς την Ντίνα. «Πάμε;» Δεν ήπιε ούτε μια γουλιά από το νερουλιαστό καφέ του.
     Όταν βγήκαν έξω είχε ξημερώσει πια για τα καλά. Και μάλλον έπεσε έξω. Η μέρα τώρα προμηνυόταν ζεστή. Η γυναίκα, λες και μάντεψε τη σκέψη του τού είπε:
     «Πάμε με το δικό μου αυτοκίνητο. Δεν έχω καμία διάθεση να ψηθώ μέσα στη σαρακάκα σου στο δρόμο της επιστροφής».
     Συμφώνησε σιωπηλά. Το αμάξι της ήταν ένα μικρό Χόντα, διακριτικά γκρίζο, αγορασμένο δεύτερο χέρι από την Ιαπωνία. Κάθισε αβίαστα στη θέση του συνοδηγού κι άνοιξε το παραθύρι. Ήτανε πολύ νωρίς ακόμη για κλιματισμό και δεν ήταν πολλά τα πράγματα που του άρεσαν τόσο όσο η πρωινή δροσιά.
     «Θέλω καφέ», της είπε προτού προλάβουν καν να βγουν από την πύλη, έτσι μόλις που πρόλαβε να στρίψει δεξιά με προορισμό την Πλατεία Σολωμού. Εκεί όπου βρισκόταν το αγαπημένο του καφενεδάκι. Είχε ήδη μαζευτεί κόσμος εκεί. Ξένοι εργάτες, κάποιοι ηλικιωμένοι, λίγοι μαθητές. Το περίπτερο στη γωνία άλλαζε τους πελάτες της νύχτας μ’ αυτούς της μέρας.
     «Δεν έχουμε χρόνο για κυπριακό. Θα σου πάρω ένα φραπέ και θα φύγουμε αμέσως. Μείνε εδώ», τον πρόσταξε και βιάστηκε να κατεβεί.
     Δεν έφερε αντίρρηση. Χαμογέλασε. Σαν παιδί της τον είχε και σαν πατέρα της. τον ήξερε τόσο καλά. Γι’ αυτό και δεν τον ρώτησε άλλωστε για τη δοσολογία. Μαύρο με ολίγη. Ο γιατρός του είπε να κόψει εντελώς τη ζάχαρη, αλλά όσο κι αν προσπαθεί δεν το μπορεί. Τη μείωσε ωστόσο, από τα δύο κουταλάκια στο μισό. Πώς να δουλέψει το μυαλό χωρίς ζάχαρη; Πώς; Και τον καφέ τον μείωσε. Κάποτε έπινε εφτά οκτώ την ημέρα. Τώρα ένα φραπέ κι ένας κυπριακός του φτάνει. Γερνάει.
     Ακούει την πόρτα ν’ ανοίγει ξαφνικά και βγαίνει απ’ τις σκέψεις του. Δυο πλαστικά ποτήρια προσγειώνονται στα χέρια του. Βάζει το δικό της στην υποδοχή, κάτω από το ραδιόφωνο, και φέρνει το δικό του στα χείλη. Εκείνη δε θα πιει γουλιά μέχρι να φτάσουνε στον προορισμό τους, αφού δεν επιβάλλει τους νόμους μοναχά, αλλά τους εφαρμόζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

υ.γ. Το πρώτο μου αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα δημοσιεύσω μόνο τέσσερα κεφάλαια από αυτό.
Δημοσίευση σχολίου