Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Μνήμες της μέθης

1

Με ρίχνει το ποτό.
Μ’ ανεβάζει.
Μου δίνει χαρά.
Με κάνει παρανοϊκό...

2

Το κρασί είναι η κατάρα μου.
Το κρασί είναι η κατάρα μου και η σωτηρία.
Το κρασί μου προκαλεί κατάθλιψη.
Το κρασί με κάνει και κλαίω.

3

Θέλω ν’ αυτοκτονήσω στον ύπνο μου.
Θέλω ν’ αυτοκτονήσω χωρίς να το θέλω, χωρίς να πονέσω.
Θέλω ν’ αυτοκτονήσω, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

4

Τρομακτικό  μοιάζει το δωμάτιο, σαν το μέσα μου.
Φωνάζω Βοήθεια, δεν ακούει κανείς.
Οι τοίχοι κλίνουν και με κλείνουν και με κλείνουν.

5

Θυμάμαι το χθες και πονώ και ματώνω.
Θυμάμαι το χθες και μεθυσμένα παραπατώ.
Η ζωή μου όλη τώρα μια τραμπάλα στον παραλογισμό.

6

Έγινα αλκοολικός από ανάγκη ή από βλακεία;

7

Τα όνειρά μου, μόνο αυτά αξίζουν, κι ας είναι ασπρόμαυρα.
Η ζωή μου μια φάρσα, ένα τίποτα, που ανυπομονώ να φτάσει στο τέλος του.
Τρεκλίζω εκλιπαρώντας το θάνατο.

8

Έγινα μοναχικός, πολύ.
Έγινα οξύθυμος, πολύ.
Νιώθω στο πετσί μου την αδικία και καταρρέω.
Ποια αδικία όμως;

9

Κάθε νύχτα περπατώ.
Κάθε νύχτα περπατώ και οργίζομαι.
Κάθε νύχτα περπατώ και παρακαλώ να μην ξημερώσει η επομένη μέρα.
Πάντα ξημερώνει.

10

Είμαι καλός ηθοποιός!
Χειρίζομαι την τρέλα και τον εθισμό μου με άριστες υποκριτικές ικανότητες.
Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι είμαι αλκοολικός εκτός από τον εαυτό μου.
Κανείς δεν ασχολείται μαζί μου εκτός από τον εαυτό μου.

11

Λες να με ακούει κανείς τώρα, καθώς πέφτω με πάταγο;

12

Χθες το βράδυ έσπασα το καθρεφτάκι ενός αυτοκινήτου στο δρόμο.
Δε μου έφταιξε σε τίποτα, αλλά να...
Εκείνο βρήκα μπροστά μου, εκείνο έσπασα.

13

Αιμορραγεί η σιωπή.
Αιμορραγεί λέξεις.
Θέλω να μιλήσω, μα δεν έχω φωνή.

14

Το μίσος φουντώνει μέσα μου.
Το μίσος και η καταφρόνια.
Για τους άλλους.
Θέλω να σκοτώσω κάποιον, αλλά δεν μπορώ.
Δεν έχω τη δύναμη.

15

Μου αρέσει αυτή η πτώση, αυτή η βύθιση στα σκοτάδια της μέθης.
Μου αρέσει αυτός ο πόνος, είναι ο μόνος που μου ανήκει.
Μου αρέσει που δεν είμαι εγώ, αφού ο εαυτός μου καθόλου δε μου γεμίζει το μάτι.

16

Μίρα... Χριστίνα... Μίρα... Χριστίνα...
Γιατί με εγκαταλείψατε;
Γιατί τώρα που σας χρειάζομαι δεν είστε εδώ;
Γιατί;

17

Φοβάμαι όλο και πιο πολύ το σκοτάδι.
Στο σκοτάδι οι φόβοι μου ζωντανεύουν.
Τα λάθη μου μοιάζουν τερατώδη.
Στο σκοτάδι... Στο σκοτάδι... Στο σκοτάδι ψάχνω τη σκιά μου!

18

Κοιμάμαι λίγο, ξυπνάω πολύ.
Δε ζω τις μέρες, τις διεκπεραιώνω.
Φοβάμαι το σκοτάδι, τρέμω το φως.

19

Πότε ήταν η τελευταία φορά που μέθυσα από χαρά;
Μου λείπουν, όλα μου λείπουν, όλα τα άπιαστα.
Χριστίνα...

20

Σε είδα ψες, σε είδα με κάποιον άλλο.
Προχώρησες, με άφησες κι εσύ.
Μου μαύρισες την ψυχή.
Πήγα κι έπεσα μέσα στη θάλασσα για να πνιγώ.
Μετά κολύμπησα στην ακτή.
Κι ύστερα, ήρθα σπίτι και πνίγηκα στη ρακή.
Γέμιζα για ώρες το μέσα μου, άδειαζα για ώρες το είναι μου.
Και όπως πάντα, κατάφερα το τίποτα.

21

Μου πάει τελικά αυτή η πτώση.
Μου πάει ετούτη η τρέλα.
Μου πάει η παρακμή.
Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου.

22

Δε μιλώ πια με κανένα.
Δεν έχω τίποτα να πω.
Δεν τους αντέχω...
Τον εαυτό μου δεν αντέχω.
Δεν έχω κανένα με τον οποίο να μπορώ να μιλήσω.

23

Ξάπλωνα στο κρεβάτι κι έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα.
Ξάπλωνα στο κρεβάτι κι έριχνα χαστούκια στον εαυτό μου, τον πονούσα.
Ξάπλωνα στο κρεβάτι και μου φώναζα: «Σήκω, Σήκω, Σήκω!» μα δεν μπορούσα.
Οι δυνάμεις μου μ’ εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά.
Όπως κι εγώ εκείνες.

24

Κάποιος με κτύπησε άγρια ψες.
Δε θυμάμαι το γιατί.
Θυμάμαι μόνο τους μώλωπες, επειδή τους βλέπω.
Μαυρισμένο μάτι, πρησμένα ούλα, πληγωμένα πλευρά.
Τ’ απομεινάρια της μάχης.
Α, ναι, θυμάμαι και μια υπόσχεση:
«Θα σ’ εκδικηθώ!» του είπα.
Το μόνο που δεν ξέρω ποιος ήταν.

25

Άρχισα να μπερδεύω τον ξύπνιο με τον ύπνο.
Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω.
Όλη μέρα κοιμάμαι όρθιος, όλη νύχτα ξαγρυπνώ ξαπλωμένος.
Βλέπω όνειρα; Ή, μήπως, εκείνα με βλέπουν;

26

Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Μα, ποιος είναι ο δρόμος της επιστροφής;

27

Θα γίνω ζητιάνος της αγάπης.
Θα γίνω ζητιάνος του οίκτου.
Θα πάω στη Χριστίνα για να της ζητήσω βοήθεια.
Για να της ζητήσω αγάπη.
Θα πάω στη Χριστίνα...

28

Δε θα πάω στη Χριστίνα.
Όχι, δε θα πάω στη Χριστίνα.
Δε μου αξίζει η συμπόνια της.
Δε μου αξίζει η αγάπη της.
Μόνος θα σωθώ.
Μόνος...

29

Λίγο-λίγο, μειώνω το κρασί.
Λίγο-λίγο, μειώνω το ποτό.
Λίγο-λίγο, μειώνω το σκοτάδι.
Τρέμω, επιθυμώ, παθιάζομαι, φοβάμαι.
Λίγο-λίγο...

30

Μια αφορμή ψάχνω, ένα στήριγμα.
Κάπου να ακουμπήσω για να σηκωθώ ξανά.
Μπορώ να το κάνω, αλλά δεν μπορώ.
Το κορμί συνήθισε αλλιώς.
Πρέπει να το δαμάσω.

31

Νύχτες άγρυπνες, μέρες νυσταλέες.
Επιτέλους, κάτι μοιάζει να αλλάζει.
Τα όνειρά μου άρχισαν σιγά-σιγά να γίνονται πολύχρωμα.
Άρχισα να βγαίνω στο φως!

32

Λίγο απέχει η λύτρωση, λίγο η σωτηρία.
Το ξέρω, το νιώθω.
Πού να τις αναζητήσω όμως;
Πού να τις βρω;

33

Πρέπει να σκοτώσω τη μοναξιά.
Να τη σκοτώσω, πρέπει.
Χρειάζομαι φίλους, πολλούς – πού είσαι Καπετάνιε;
Χρειάζομαι αγάπη!
Να δώσω και να πάρω.
Χρειάζομαι να βγω απ’ τους δρόμους της σιωπής.
Χρειάζομαι ένα σύννεφο χαράς.
Χρειάζομαι να γίνω και πάλι εγώ.
Χρειάζομαι...
Πολλά χρειάζομαι.
Χρειάζομαι ζωή!
Γι’ αυτό...
Αντίο σκοτάδι.
Τώρα πια δε σε φοβάμαι.
Αντίο κατάθλιψη.
Τώρα πια δε θα μου μαυρίζεις το είναι.
Αντίο κρασί...
Α, όχι εσένα δε θα σ’ αποχαιρετήσω. Μου αρέσεις, πολύ! Απλά από δω και μπρος δε θα με πίνεις εσύ. Εγώ θα σε πίνω.
Αντίο... αντίο μου!
Καλωσόρισες νέα ζωή...

Απόσπασμα από το βιβλίο "Οι γυναίκες της συγνώμης"

Η ζωγραφιά είναι της Έλενας Σιούφτα
Δημοσίευση σχολίου