Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ηλεκτρονικό βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ηλεκτρονικό βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 3


Τον συνάντησε ξανά στο παλαιοβιβλιοπωλείο. Τις τελευταίες μέρες πήγαιναν κι οι δυο συχνά εκεί ελπίζοντας να πετύχει ο ένας τον άλλο.

“Σε σκεφτόμουνα” τού είπε μόλις τον είδε.
Κι εκείνος, τρέμοντας σχεδόν απ’ την ταραχή κατάφερε να ψελλίσει: “Κι εγώ”. 
“Πάμε μια βόλτα;” Την ακολούθησε. Διέσχισαν σιωπηλοί το Μοναστηράκι, έφτασαν στο Θησείο, ανηφόρισαν για την Ακρόπολη.
“Από πότε ζεις την εποχή στην κόλαση;” τον ρωτάει ξαφνικά.
“Εγώ…” Τα έχει χαμένα. Τον κοιτά διαπεραστικά και μετά στρέφει το βλέμμα της αλλού, βλέπει ένα μικρό βράχο, πηγαίνει και κάθεται.
“Έλα, κάτσε δίπλα μου”. Πηγαίνει. Του δίνει το χέρι. “Μαρία”.
“Κώστας”.
“Μίλα μου”. Αμήχανη σιωπή. “Καλά, θα μιλήσω εγώ”. Της γνέφει καταφατικά με το κεφάλι. Καθώς κάθεται δίπλα της, νιώθει μια φλόγα να φουντώνει μέσα του. Τού μιλάει, τού λέει για τη ζωή της, κι εκείνος την ακούει προσεκτικά, ρουφά την κάθε λέξη, την κάθε ανάσα της την κάνει δική του. Η Μαρία τού λέει τα πάντα - δεν έχει τίποτα να κρύψει άλλωστε - κι ο Κώστας τα έχει όλο και περισσότερο χαμένα. Άφοβο φαίνεται τούτο το κορίτσι και τον τρομάζει. “…Αυτή είναι η Μαρία” καταλήγει το μονόλογό της. Και πάλι δεν της μιλάει. Την κοιτάει σιωπηλός. “Γεια χαρά”. Σηκώνεται. Φεύγει. Κι εκείνος ένα με το βράχο παραμένει εκεί, παρατηρώντας την για μια ακόμη φορά να πετάει. Να χάνεται. Μέσα του νυχτώνει.

“Δε με ξέρω. Δε με ξέρω καθόλου. Δε με καταλαβαίνω. Πότε επιτέλους θα ησυχάσω; Πότε επιτέλους θα πω ότι είμαι ευτυχισμένη; Τι ζητώ; Τι χρειάζομαι, λοιπόν; Αφού, τίποτα δε με ικανοποιεί. Ό,τι κι αν κάνω σκέφτομαι κάτι άλλο, όπου κι αν είμαι είμαι κάπου αλλού. Ο χρόνος με πνίγει. Μοιάζει να μου κόβει τα φτερά. Αλλά, ποια φτερά; Για να πετάξω πού; Αφού ζω εν πλήρη σύγχυση. Πολλές φορές νιώθω πως δεν υπάρχω στ’ αλήθεια, ότι είμαι το αποκύημα της φαντασίας κάποιου συγγραφέα. Θεέ μου, πότε θα πάψω να παλεύω με τον εαυτό μου; Πότε θα χαράξω στ’ αλήθεια τη δική μου πορεία; Ως πότε θα θέλω να αλλάζω, να αλλάζω την κάθε στιγμή;
Παράξενα νιώθω, παράξενα πολύ. Και δεν μπορώ να μιλήσω σε κανέναν γι’ αυτό. Πώς να πω στον πατέρα ότι η σχολή την οποία η ίδια έχω διαλέξει δε μου αρέσει πια, δε με γεμίζει; Πώς να εξηγήσω σ’ αυτόν και στη μάνα ότι η αγάπη τους για μένα έχει καταντήσει ένα μαρτύριο; Πώς να πω στις φίλες ότι τώρα προτιμώ να είμαι μόνη παρά μ’ αυτές; Πώς να εξηγήσω σε όλους ότι η παραμονή σε μια δουλειά, σ’ ένα τόπο, αντιστοιχεί με σιωπηλό θάνατο για μένα; Πώς να τα πω, πώς να τα εκφράσω όλ’ αυτά;
Ο Κώστας; Αν και δεν επιδιώκω να τον συναντήσω είμαι σίγουρη ότι όποτε το θελήσω θα τον δω. Και θα τον κατακτήσω. Αυτό δεν είναι δα και τόσο δύσκολο. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δε θα τον βαρεθώ κι αυτόν ή πως δε θα τον τρομάξω και θα φύγει. Είμαι σίγουρη ότι είναι ποιητής, κι ένας μεγάλος μοναχικός, αλλά, είναι τάχατες ο ποιητής μου; Δεν ξέρω. Θα μάθω…”

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 1


Ανάμεσα στα πολλά και διάφορα με τα οποία καταπιάνομαι αυτές τις μέρες είναι και η ετοιμασία κάποιων ηλεκτρονικών εκδώσεων με το έργο της Μαρίας Πολυδούρη, στην οποία είχα αφιερώσει μια τεράστια σε όγκο σελίδα στο παρελθόν, σελίδα που χάθηκε στα αχανή μονοπάτια του διαδικτύου. Ψάχνοντας χθες στα αρχεία μου ανακάλυψα μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή της ποιήτριας, την οποία άρχισα να γράφω πριν από δέκα και βάλε χρόνια και που δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ. Στόχος μου ήταν να δώσω μια νέα ζωή στην ποιήτρια, τοποθετώντας τα έργα και τις ημέρες της στο σήμερα. Ίσως κάποτε στο μέλλον να το καταφέρω. Αυτό είναι το πρώτο απόσπασμα. Θα ακολουθήσουν μερικά ακόμη αύριο και την ερχόμενη βδομάδα και στη συνέχεια δωρεάν ηλεκτρονικές εκδόσεις των γραπτών της.

ΠΕΡΑΣΕ ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΞΥΠΝΙΑ! Ξύπνια και σκεφτική. Ήθελε να φύγει. Να πάει μακριά, στη μεγάλη πόλη. Να αφήσει πίσω της όλα όσα την κρατούσαν σκλαβωμένη. Οι γονείς της, την καταλάβαιναν. Μια από εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις γονιών που δεν ήθελαν να σταθούν εμπόδιο στα όνειρα των παιδιών τους. Κι η Μαρία τους εκτιμούσε γι’ αυτό, και τους αγαπούσε. Αλλά, όσο έντονη κι αν ήταν η αγάπη αυτή, κάποτε της γίνονταν βραχνάς, ένιωθε να πνίγεται μέσα της. Ένα λεύτερο πουλί, ένα ξωτικό, ένα πνεύμα που δε χωρούσε μέσα σε όρια και συμβάσεις, ήταν η Μαρία. Έπρεπε να πετάξει. Και πετούσε συχνά, μέσα απ’ τα όνειρα και τους στίχους της. Απολάμβανε, όμως, μονάχα ανάσες ελευθερίας. Έπρεπε να φύγει.
Για μια νύχτα ακόμη, λοιπόν, ξύπνια. Με τα μαύρα μάτια της που βγάζουν σπίθες να κοιτά προς το κλειστό παράθυρο, που αφήνει λίγο φως να τρυπώνει μέσ’ απ’ τις τρίλλιες. “Σαν τρίλλιες που σβήνουν” σκέφτεται.
Έχει μόλις πατήσει τα δεκαοκτώ και νιώθει δυνατή και σίγουρη για τον εαυτό της, ξέρει πως η ζωή της τώρα αρχίζει, πως ο κόσμος όλος είναι εκεί έξω και την περιμένει. Ο χρόνος, ο χρόνος δουλεύει για κείνην, κι ας της φαίνεται που και που ακίνητος, μαρμαρωμένος, στη μικρή νωχελική της πόλη.
Τον έρωτα; δεν τον έζησε ακόμη. Πολύ ξενέρωτοι τής φαίνονται οι συμμαθητές της. Εκείνη δεν ψάχνει για ένα συνηθισμένο έρωτα, για κάτι απ’ τα ίδια που ζητούν απεγνωσμένα οι γύρω της, ζητά ένα ιδανικό, κάποιο ίνδαλμα, το απόλυτο. Κι ας διακηρύττουν όλοι, με κάθε τρόπο ότι δεν υπάρχουν πια ιδανικά, πως χάθηκαν τα ινδάλματα. Όχι, αυτή δεν ανήκει στη σύγχρονη ιλλουστρασιόν κοινωνία μας, δεν παίρνει μέρος σ’ αυτή την κωμωδία. Αυτή ζει μέσα της, μες στο μυαλό της που ξεχειλίζει από ιδέες κι όνειρα, που φαντάζουν αλλοτινά.
“Θα τα βρεις σκούρα, Μαρία, αν συνεχίσεις να πηγαίνεις μ’ αυτά τα μυαλά” της λέει συχνά πυκνά ο πατέρας της, κι ας νιώθει κατά βάθος περήφανος για την κόρη του. Πρώτη σε όλα η Μαρία, σε ό,τι κάνει: στο σχολείο όπου αριστεύει, στο χορό, στη ζωγραφική, στο τραγούδι, γράφει και στίχους. Δάσκαλος ο ίδιος, θέλει να ελπίζει ότι η Μαρία θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αλλά εκείνη δεν είναι για τέτοια. Απ’ τα δεκατρία της δήλωνε καλλιτέχνις. Σκάρωνε ιστοριούλες και στιχάκια, έφτιαχνε και ζωγραφιές. Ήταν και επαναστάτις. Μεγάλη επαναστάτις. Συνέτασσε πού και πού μερικές παθιασμένες διακηρύξεις για το ένα ή το άλλο θέμα, και τις μοίραζε στις φίλες της και στους καθηγητές. Οι τελευταίοι άλλοτε τις διάβαζαν μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο κι άλλοτε οργίζονταν, αφού συχνά πυκνά στρέφονταν εναντίον τους. Κάποιος απ’ αυτούς, μάλιστα, επισκέφθηκε μια μέρα το δάσκαλο και του είπε να προσέχει τη μικρή γιατί είναι διαόλου κάλτσα, κι αν της αφήσει ελεύθερα τα χαλινάρια θα αφηνιάσει. “Δε σηκώνει γκέμια η Μαρία” του απάντησε εκείνος σκεφτικός.
Τα αγόρια, τη φοβούνται. Είναι η μόνη κοπελιά που δεν τολμούν να πειράξουν, να κοροϊδέψουν, να ειρωνευτούν. Τα μάτια της. Τα μάτια της που μοιάζουν να τους διαπερνούν σαν πύρινα βέλη κάθε φορά που συναντούνται με τα δικά τους, τούς κάνουν να τα χάνουν. Κάποιος τόλμησε κάποια φορά να την προσεγγίσει ερωτικά, αλλά αμέσως μετά έφυγε τρομαγμένος. “Τι έχεις εσύ να μου προσφέρεις;” τον ρώτησε. Παρ’ όλα αυτά είναι αγαπητή σε όλους. Όσο κι αν εκπέμπει σε διαφορετικές συχνότητες, η ενέργεια και η χαρά που μεταδίδει στους γύρω της, όπου κι αν βρίσκεται, την κάνουν αντικείμενο σιωπηλής λατρείας. Κάποια απ’ τα κορίτσια τη ζηλεύουν, αλλά δεν την εχθρεύονται. Η Μαρία καταφέρνει και βγάζει το καλύτερο απ’ τον καθένα, κι είναι μέγιστο χάρισμα αυτό.
“Είμαι απ’ άλλο πλανήτη” σκέφτεται και χαμογελά σιωπηλά, καθώς ξημερώνει άλλη μια μέρα. Ήρθε το καλοκαιράκι και άρχισαν οι εξετάσεις. Θέλει να περάσει στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Ερεθιστικό φαντάζει το κάλεσμα της μεγάλης πόλης στη φαντασία της. Θα πετύχει τους στόχους της; Θα τους πετύχει! Αλλά…
…Αλλά πολλές φορές έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται: “Είναι στ’ αλήθεια αυτό που θέλω;” Αυτό θέλει; Η Αθήνα μοιάζει, προς το παρόν, στα μάτια της σαν η ιδανική λύση. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δε θα μεταμορφωθεί κι αυτή σ’ ένα νέο κλουβί, σε μια νέα σκλαβιά.
“Θα ήθελα να ήμουνα πουλί…”. Ίσως οι φτερούγες της ψυχής να μην είναι αρκετές για κείνην. Αλλά, ο καιρός γρήγορα περνά, οι εξετάσεις τελειώνουν, πλήρης επιτυχία, η Αθήνα την περιμένει.
Περπατά μόνη της στο μόλο, προς τον αγαπημένο της φάρο, που συντρόφεψε πολλές φορές τη μοναξιά της. Εκεί πηγαίνει πάντα, αργά το βράδυ, όταν θέλει να καταπνίξει τη θλίψη που φουντώνει μέσα της. Κάθεται σ’ ένα τοιχάκι και κοιτά τη γενέθλια πόλη. Την αποχαιρετά με το βλέμμα, καθώς τα κύματα χαϊδεύουν σα μωρό τα βράχια από πίσω της. “Αύριο, αύριο θα ξημερώσει η καινούρια μέρα, η νέα ζωή, αλλά, θα βρω τάχατες τον πρίγκιπά μου;” Το φεγγάρι χαράζει το μονοπάτι του στο ανθισμένο λιβάδι των κυμάτων. Σε λίγο θα κινήσει να βρει τους φίλους. Θα τους αποχαιρετήσει. Σαν τελειωτικός της φαίνεται, από τώρα, αυτός ο αποχαιρετισμός. Είναι σίγουρη ότι δε θα τους ξαναδεί. Θ’ αφήσει πίσω την παλιά της ζωή και ό,τι την αποτελεί. “Δε γυρίζω σελίδα. Σκίζω την παλιά και γράφω νέα”.
Θλιμμένα χαμόγελα κι ατέλειωτες σιωπές το σκηνικό. Θα τους λείψει τελικά το τρελοκόριτσο, κι ας μην τολμά κανείς να τ’ ομολογήσει. Ή σχεδόν κανείς. Μονάχα η Βάσω, η καλή της φιλενάδα, μονάχα αυτή δακρύζει και μονολογεί: “Θα μου φύγεις καρδιά μου, θα μου φύγεις!” “Αχ καλό μου φιλαράκι, αχ και να με καταλάβαινες”, σκέφτετ’ εκείνη. Αλλά, δεν την καταλάβαινε ούτε κι αυτή, κι ας της γέμισε τα σχολικά τετράδια με σκιτσάκια και στίχους. “Το πιο όμορφο λουλούδι της ψυχής μου” την αποκαλούσε, κι όμως ξέρει πως κι αυτό το λουλούδι το αποχαιρετά οριστικά. Δεν είναι καιρός για δάκρυα θλίψης, αλλά χαράς. Αυτή δεν ακούει τις μπαλάντες του αποχωρισμού, αλλά τους ύμνους της ζωής. Περνά η ώρα με θλίψη, γέλια, αναμνήσεις, ξημερώνει. Το τελευταίο φραπέ στο λιμανάκι. Μαύρο πικρό, σαν και τη ζωή που αφήνει πίσω της, σκέφτεται, κι ας είχε κι αυτή τις όμορφες στιγμές της. Μαύροι κύκλοι κλείνουν μέσα τους λίγα ζευγάρια υγρά μάτια. Αγκαλιάζει και φιλάει την καθεμιά και τον καθένα τους ξεχωριστά, σαν διαφορετικές στιγμές του χρόνου της εκεί. Τους χαμογελά και το πρόσωπό της λάμπει σαν ήλιος που ξεπροβάλλει θριαμβευτής πίσω απ’ τα απρόσιτα βουνά, μέσα απ’ τα σκοτεινά σύννεφα. Γίνεται όλη φως και χαρίζοντας τους μια τελευταία αχτίδα αποχωρεί, κινώντας να βρει το πεπρωμένο της…


Συνεχίζεται

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα eBook

Η Μάγια είναι ένα μοναχικό κορίτσι που ζει σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται αλλά είναι η Λευκωσία. Ο Νικόλας ζει στην ίδια πόλη. Η τύχη θα οδηγήσει τους δυο τους  μια βραδιά σ’ ένα κήπο ερημικό κι αμέσως θα συναντήσει ο ένας στον άλλο την αδελφή ψυχή του. Ο έρωτας ανάμεσά τους θα φουντώσει από τη μια στιγμή στην άλλη, και θα είναι ένας έρωτας σχεδόν ονειρικός, αλλά -το μεγάλο Αλλά- θα τον καταδικάσουν στον αφανισμό τα πείσματα και οι εμμονές τους.
     Τώρα ζουν κι οι δυο μοναχοί αναθυμούμενοι τα παλιά, σε διαφορετικές πλέον πόλεις, και προσπαθούν να μετρήσουν τα λάθη τους και τα σωστά, να ξεφύγουν από το παρελθόν και να χαράξουν πορεία για μια νέα ζωή. Ο ένας, στα Χανιά, ζει τον πρώτο ίσως της ψυχής του χειμώνα. Περιφέρεται στους δρόμους της νύχτας μοναχός, πίνει ρακή και κόκκινο κρασί σε μέρη ήσυχα, σκέφτεται την πτώση του και νιώθει σίγουρος ότι ο αγαπημένος τόπος θα τον αναστήσει ξανά. Η άλλη, στη Λευκωσία, για μήνες παραπαίει ανάμεσα στην απόγνωση και την αποθυμιά και νιώθει σίγουρη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά δεν είναι. Και τώρα πρέπει να βρει τη δύναμη ν’ αλλάξει ζωή και να προχωρήσει προς το αύριο, έχοντας δίπλα της έναν αναπάντεχο συνοδοιπόρο και μέσα της μια μελλοντική υπόσχεση.
     Αυτή όμως δεν είναι μοναχά η ιστορία του Νικόλα και της Μάγιας. Ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζουν σ’ αυτήν και δύο δευτερεύοντες αρχικά, αλλά πιο σημαντικοί όσο περνά η αφήγηση χαρακτήρες: Η Αριάδνη, φίλη του πρώτου, η γυναίκα που τον ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα, και η Νάζια, μια από τις «Γυναίκες της συγνώμης», που κάποιοι απ’ τους αναγνώστες θα θυμούνται απ’ το ομώνυμο βιβλίο. Για μια ακόμη φορά οι ήρωες περιπλανούνται από τόμο σε τόμο, από τόπο σε τόπο, κάνουν νέους φίλους και γνωρίζουν νέες συγκινήσεις, καθώς ο τροχός της μοίρας εξακολουθεί να γυρίζει.
     Το «Σ’ αγαπώ απελπισμένα» είναι μια από εκείνες τις ιστορίες που κτίζουν κόσμους και γκρεμίζουν βεβαιότητες ή και αντίστροφα. Στο επίκεντρό της, όπως και στα άλλα βιβλία του συγγραφέα, είναι οι άνθρωποι. Αυτοί που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί που συναντάμε κάθε πρωί στο δρόμο μας ή και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Άνθρωποι που βρίσκουν την αγάπη και τη χάνουν, μα οι οποίοι δεν τα παρατάνε. Η ζωή, μοιάζουν να θέλουν να μας πουν, είναι ένας αγώνας. Κι αυτοί είναι αποφασισμένοι με κάθε μέσο να τον κερδίσουν.

Αποσπάσματα: Κεφάλαιο 1, Κεφάλαιο 2, Κεφάλαιο Β' 1, Κεφάλαιο Β' 2

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Τα μπλουζ της Μίρας eBook

Αυτή είναι η ιστορία του Δημήτρη και της Μίρας. Εκείνος, ένας φοιτητής που επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, τα Χανιά, και εξαιτίας ενός στοιχήματος γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του. Εκείνη, μια τυραννισμένη ψυχή που κουβαλά πολλά βάρη στην πλάτη της, μια νεαρή πρόσφυγας από την πρώην Γιουγκοσλαβία, που θα συναντήσει στο πρόσωπό του την πρώτη αληθινή ψυχή – κάποιον που είναι ικανός να την κάνει να αρχίσει να ονειρεύεται ξανά.
     Ο έρωτάς τους θα ανθίσει μέσα στο καταχείμωνο και θα είναι ένας έρωτας ρομαντικός, μοντέρνος και παλιομοδίτικος την ίδια ώρα. Θα γίνουν ο ένας για τον άλλο φίλος και παρηγορητής, δάσκαλος και μαθητής. Ο Δημήτρης, μέσα από τη σχέση αυτή θα αντιληφθεί πόσο τυχερός υπήρξε στ’ αλήθεια στη ζωή του, ενώ η Μίρα χάρη σ’ αυτή θα μάθει να χαμογελά και πάλι.
     Ο δρόμος τους ωστόσο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η Μίρα κρύβει πίσω της ένα σκληρό παρελθόν που δεν παύει ποτέ να την πληγώνει, αλλά και ένα γλυκό μυστικό που της δίνει ζωή. Χωρίς να το επιθυμεί αυτό το παρελθόν θα αναδυθεί απ’ τα σκοτάδια του για να στοιχειώσει τα όνειρά της. Ο νέος πόλεμος στην πατρίδα της, οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ, θα της μαυρίσουν την ψυχή και θα γεννήσουν μέσα της νέους φόβους. Και τότε θ’ αποφασίσει να επιστρέψει εκεί που άρχισαν όλα. Εκεί που έχασε κάτι ξεχωριστό κι απέκτησε κάτι πολύτιμο: στο Βελιγράδι. Συνοδοιπόρος της σ’ αυτό το ταξίδι θα είναι ο Δημήτρης, ο άνθρωπός της.
     «Τα μπλουζ της Μίρας» είναι μια ιστορία για την αγάπη, που ανθίζει κάτω κι από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, αλλά και για την απώλεια. Για την ελπίδα και την απελπισία. Για τους ανθρώπους που ξέρουν ν’ αγαπούν αληθινά και να χαρίζουν της ζωής τους το περίσσευμα στο άλλο τους μισό. Για το σκοτάδι που πέφτει απειλητικό, αλλά και για το φως που αναβλύζει απροσδόκητα. Αλλά είναι και ένα οδοιπορικό. Στα Χανιά, στη Θεσσαλονίκη, στο Βελιγράδι και στο Σαράγεβο. Στους τόπους των ψυχών…

Μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ

Διαβάστε αποσπάσματα:  Κεφάλαιο 1, Τρεις, Ημερολόγια VI, Το λάθος πάθος


Υ.Γ. Το βιβλίο αυτό πρωτοκυκλοφόρησε το 2003 από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Το έγραψα από την αρχή κάνοντας αρκετές προσθήκες και αλλαγές. Ο πρωτότυπος τίτλος ήταν: Μίρα, το λουλούδι του πολέμου. Ήταν μια απ' αυτές τις ιστορίες που με "κυνηγούσαν' για χρόνια και έπρεπε να της αποδώσω δικαιοσύνη.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Εβδομάδα eBook

Εβδομάδα αφιερωμένη στα ηλεκτρονικά μου βιβλία θα είναι αυτή. Αρχίζοντας από αύριο και μέχρι την Παρασκευή θα παρουσιάσω τα βιβλία που διαθέτω προς πώληση ή και δωρεάν από το Lulu, τα οποία μπορείτε να δείτε δίπλα. Ήδη έχω κάνει αναφορά στο "Δυο φωνές και μια σιωπή". Τις επόμενες ημέρες θα σας δώσω τις περιλήψεις και θα κάνω παραπομπές σε συνδέσμους για πέντε ακόμη βιβλία, τα οποία έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει εξ' ολοκλήρου εδώ. Τρία από αυτά, εκείνα τα οποία διατίθενται προς την εξωφρενική τιμή των 3.50 ευρώ, έχουν γραφτεί ξανά από την αρχή. Αυτά που διαθέτω δωρεάν δε θέλησα να τα "αγγίξω" πάλι, αφού έρχονται από άλλες εποχές, λίγο πιο αθώες, αλλά και πιο πλούσιες σε φαντασία και συναισθήματα. Καλό μήνα σας εύχομαι...

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Γιατί e-book…

Όπως θα παρατηρήσατε δίπλα έχω μόλις κυκλοφορήσει το πρώτο μου e-book. Η αλήθεια είναι ότι το σκεφτόμουνα εδώ και καιρό αλλά δεν το έπαιρνα απόφαση να προχωρήσω στην ηλεκτρονική έκδοση κάποιου από τα βιβλία μου, απλά και μόνο επειδή δηλώνω φανατικός οπαδός του έντυπου λόγου. Ωστόσο, καθώς αλλάζουν οι καιροί οφείλουμε ν’ αλλάζουμε κι εμείς, δοκιμάζοντας τις νέες εναλλακτικές επιλογές. Επιλογές που σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία συμφέρουν το συγγραφέα, και σε ό,τι αφορά το οικονομικό τον αναγνώστη, αλλά και το συγγραφέα.
     Πρώτα στα του συγγραφέα. Η ηλεκτρονική έκδοση του προσφέρει τη δυνατότητα να εκδώσει από μόνος το βιβλίο του, επιλέγοντας ο ίδιος τίτλο και εξώφυλλο, που να τον εκφράζουν, αλλά ορίζοντας και την τιμή πώλησης που φτάνει μέχρι και το 25% της κανονικής. Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» διατίθεται για 3.50 ευρώ μόνο σε μορφή pdf. Παραδέχομαι ότι η συγκεκριμένη πρακτική κάνει λίγο πιο δύσκολη τη ζωή του συγγραφέα αφού πρέπει να διορθώνει ξανά και ξανά το κείμενό του, μέχρι να φτάσει στην… άπιαστη τελειότητα, αλλά από την άλλη τον προστατεύει κι από πολλά βάσανα, όπως: α) Την μακροχρόνια αναμονή για την απάντηση των εκδοτών, που πολλές φορές ποτέ δεν έρχεται. β) Την αναμονή της έκδοσης, που συνήθως καθυστερεί. γ) Τις αλλαγές που θα γίνουν στο κείμενό του, τις οποίες ουσιαστικά δε γουστάρει, αλλά είναι αναγκασμένος να αποδεχτεί, και δ) Την άγνοιά του για τις πραγματικές πωλήσεις των βιβλίων του, αλλά και τον εκνευρισμό για την ασυνήθιστα ψηλή τιμή τους.
     Σε ό,τι αφορά τον αναγνώστη, όπως και να το κάνουμε, τα πράγματα είναι απλά: άλλο είναι το να πληρώνεις 3-4 ευρώ για ένα βιβλίο, κι άλλο από 12 μέχρι και 30 ευρώ.
     Όταν αποφάσισα να κυκλοφορήσω e-book καταρχήν επικοινώνησα με δύο ελληνικά ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Το ένα συνεργαζόταν μόνο με εκδότες, και το άλλο ζητούσε ποσοστό, χρονιαία συνδρομή κτλ. Προσθέστε στα πιο πάνω και το εξωφρενικό ποσό του ΦΠΑ, 23%, και η τιμή πώλησης θα έφτανε στα 9-10 ευρώ. Η τιμή του δηλαδή θα ήταν ψηλότερη από αυτήν που πληρώνουν οι ξένοι για να αγοράσουν ένα χαρτόδετο βιβλίο.
     Μ’ αυτά κι αυτά, έγινα αμερικανάκι. Το βιβλίο διατίθεται από το Lulu

Αύριο θα αναρτήσω την περίληψη του βιβλίου και ένα απόσπασμα. Στο μεταξύ κάθε σχόλιο, ακόμη και αρνητικό, είναι ευπρόσδεκτο.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

"Κίνδυνος" το ηλεκτρονικό βιβλίο;

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη σχετικά με το μέλλον του ηλεκτρονικού και έντυπου βιβλίου, δημοσιεύθηκε σήμερα στο Βήμα και θέλησα να μάθω και τη δική σας γνώμη για το θέμα. Πιστεύετε ότι το ηλεκτρονικό, ή ψηφιακό αν προτιμάτε, βιβλίο μπορεί κάποια μέρα να απειλήσει την κυριαρχία του έντυπου; Η ταπεινή μου άποψη είναι πώς, όχι, δεν μπορεί, αλλά ίσως να κάνω και λάθος. Πάντως, μέχρι τώρα, όλες οι Κασσάνδρες που προέβλεπαν το θάνατο του βιβλίου διαψεύσθησαν.