Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 1


Ανάμεσα στα πολλά και διάφορα με τα οποία καταπιάνομαι αυτές τις μέρες είναι και η ετοιμασία κάποιων ηλεκτρονικών εκδώσεων με το έργο της Μαρίας Πολυδούρη, στην οποία είχα αφιερώσει μια τεράστια σε όγκο σελίδα στο παρελθόν, σελίδα που χάθηκε στα αχανή μονοπάτια του διαδικτύου. Ψάχνοντας χθες στα αρχεία μου ανακάλυψα μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή της ποιήτριας, την οποία άρχισα να γράφω πριν από δέκα και βάλε χρόνια και που δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ. Στόχος μου ήταν να δώσω μια νέα ζωή στην ποιήτρια, τοποθετώντας τα έργα και τις ημέρες της στο σήμερα. Ίσως κάποτε στο μέλλον να το καταφέρω. Αυτό είναι το πρώτο απόσπασμα. Θα ακολουθήσουν μερικά ακόμη αύριο και την ερχόμενη βδομάδα και στη συνέχεια δωρεάν ηλεκτρονικές εκδόσεις των γραπτών της.

ΠΕΡΑΣΕ ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΞΥΠΝΙΑ! Ξύπνια και σκεφτική. Ήθελε να φύγει. Να πάει μακριά, στη μεγάλη πόλη. Να αφήσει πίσω της όλα όσα την κρατούσαν σκλαβωμένη. Οι γονείς της, την καταλάβαιναν. Μια από εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις γονιών που δεν ήθελαν να σταθούν εμπόδιο στα όνειρα των παιδιών τους. Κι η Μαρία τους εκτιμούσε γι’ αυτό, και τους αγαπούσε. Αλλά, όσο έντονη κι αν ήταν η αγάπη αυτή, κάποτε της γίνονταν βραχνάς, ένιωθε να πνίγεται μέσα της. Ένα λεύτερο πουλί, ένα ξωτικό, ένα πνεύμα που δε χωρούσε μέσα σε όρια και συμβάσεις, ήταν η Μαρία. Έπρεπε να πετάξει. Και πετούσε συχνά, μέσα απ’ τα όνειρα και τους στίχους της. Απολάμβανε, όμως, μονάχα ανάσες ελευθερίας. Έπρεπε να φύγει.
Για μια νύχτα ακόμη, λοιπόν, ξύπνια. Με τα μαύρα μάτια της που βγάζουν σπίθες να κοιτά προς το κλειστό παράθυρο, που αφήνει λίγο φως να τρυπώνει μέσ’ απ’ τις τρίλλιες. “Σαν τρίλλιες που σβήνουν” σκέφτεται.
Έχει μόλις πατήσει τα δεκαοκτώ και νιώθει δυνατή και σίγουρη για τον εαυτό της, ξέρει πως η ζωή της τώρα αρχίζει, πως ο κόσμος όλος είναι εκεί έξω και την περιμένει. Ο χρόνος, ο χρόνος δουλεύει για κείνην, κι ας της φαίνεται που και που ακίνητος, μαρμαρωμένος, στη μικρή νωχελική της πόλη.
Τον έρωτα; δεν τον έζησε ακόμη. Πολύ ξενέρωτοι τής φαίνονται οι συμμαθητές της. Εκείνη δεν ψάχνει για ένα συνηθισμένο έρωτα, για κάτι απ’ τα ίδια που ζητούν απεγνωσμένα οι γύρω της, ζητά ένα ιδανικό, κάποιο ίνδαλμα, το απόλυτο. Κι ας διακηρύττουν όλοι, με κάθε τρόπο ότι δεν υπάρχουν πια ιδανικά, πως χάθηκαν τα ινδάλματα. Όχι, αυτή δεν ανήκει στη σύγχρονη ιλλουστρασιόν κοινωνία μας, δεν παίρνει μέρος σ’ αυτή την κωμωδία. Αυτή ζει μέσα της, μες στο μυαλό της που ξεχειλίζει από ιδέες κι όνειρα, που φαντάζουν αλλοτινά.
“Θα τα βρεις σκούρα, Μαρία, αν συνεχίσεις να πηγαίνεις μ’ αυτά τα μυαλά” της λέει συχνά πυκνά ο πατέρας της, κι ας νιώθει κατά βάθος περήφανος για την κόρη του. Πρώτη σε όλα η Μαρία, σε ό,τι κάνει: στο σχολείο όπου αριστεύει, στο χορό, στη ζωγραφική, στο τραγούδι, γράφει και στίχους. Δάσκαλος ο ίδιος, θέλει να ελπίζει ότι η Μαρία θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αλλά εκείνη δεν είναι για τέτοια. Απ’ τα δεκατρία της δήλωνε καλλιτέχνις. Σκάρωνε ιστοριούλες και στιχάκια, έφτιαχνε και ζωγραφιές. Ήταν και επαναστάτις. Μεγάλη επαναστάτις. Συνέτασσε πού και πού μερικές παθιασμένες διακηρύξεις για το ένα ή το άλλο θέμα, και τις μοίραζε στις φίλες της και στους καθηγητές. Οι τελευταίοι άλλοτε τις διάβαζαν μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο κι άλλοτε οργίζονταν, αφού συχνά πυκνά στρέφονταν εναντίον τους. Κάποιος απ’ αυτούς, μάλιστα, επισκέφθηκε μια μέρα το δάσκαλο και του είπε να προσέχει τη μικρή γιατί είναι διαόλου κάλτσα, κι αν της αφήσει ελεύθερα τα χαλινάρια θα αφηνιάσει. “Δε σηκώνει γκέμια η Μαρία” του απάντησε εκείνος σκεφτικός.
Τα αγόρια, τη φοβούνται. Είναι η μόνη κοπελιά που δεν τολμούν να πειράξουν, να κοροϊδέψουν, να ειρωνευτούν. Τα μάτια της. Τα μάτια της που μοιάζουν να τους διαπερνούν σαν πύρινα βέλη κάθε φορά που συναντούνται με τα δικά τους, τούς κάνουν να τα χάνουν. Κάποιος τόλμησε κάποια φορά να την προσεγγίσει ερωτικά, αλλά αμέσως μετά έφυγε τρομαγμένος. “Τι έχεις εσύ να μου προσφέρεις;” τον ρώτησε. Παρ’ όλα αυτά είναι αγαπητή σε όλους. Όσο κι αν εκπέμπει σε διαφορετικές συχνότητες, η ενέργεια και η χαρά που μεταδίδει στους γύρω της, όπου κι αν βρίσκεται, την κάνουν αντικείμενο σιωπηλής λατρείας. Κάποια απ’ τα κορίτσια τη ζηλεύουν, αλλά δεν την εχθρεύονται. Η Μαρία καταφέρνει και βγάζει το καλύτερο απ’ τον καθένα, κι είναι μέγιστο χάρισμα αυτό.
“Είμαι απ’ άλλο πλανήτη” σκέφτεται και χαμογελά σιωπηλά, καθώς ξημερώνει άλλη μια μέρα. Ήρθε το καλοκαιράκι και άρχισαν οι εξετάσεις. Θέλει να περάσει στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Ερεθιστικό φαντάζει το κάλεσμα της μεγάλης πόλης στη φαντασία της. Θα πετύχει τους στόχους της; Θα τους πετύχει! Αλλά…
…Αλλά πολλές φορές έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται: “Είναι στ’ αλήθεια αυτό που θέλω;” Αυτό θέλει; Η Αθήνα μοιάζει, προς το παρόν, στα μάτια της σαν η ιδανική λύση. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δε θα μεταμορφωθεί κι αυτή σ’ ένα νέο κλουβί, σε μια νέα σκλαβιά.
“Θα ήθελα να ήμουνα πουλί…”. Ίσως οι φτερούγες της ψυχής να μην είναι αρκετές για κείνην. Αλλά, ο καιρός γρήγορα περνά, οι εξετάσεις τελειώνουν, πλήρης επιτυχία, η Αθήνα την περιμένει.
Περπατά μόνη της στο μόλο, προς τον αγαπημένο της φάρο, που συντρόφεψε πολλές φορές τη μοναξιά της. Εκεί πηγαίνει πάντα, αργά το βράδυ, όταν θέλει να καταπνίξει τη θλίψη που φουντώνει μέσα της. Κάθεται σ’ ένα τοιχάκι και κοιτά τη γενέθλια πόλη. Την αποχαιρετά με το βλέμμα, καθώς τα κύματα χαϊδεύουν σα μωρό τα βράχια από πίσω της. “Αύριο, αύριο θα ξημερώσει η καινούρια μέρα, η νέα ζωή, αλλά, θα βρω τάχατες τον πρίγκιπά μου;” Το φεγγάρι χαράζει το μονοπάτι του στο ανθισμένο λιβάδι των κυμάτων. Σε λίγο θα κινήσει να βρει τους φίλους. Θα τους αποχαιρετήσει. Σαν τελειωτικός της φαίνεται, από τώρα, αυτός ο αποχαιρετισμός. Είναι σίγουρη ότι δε θα τους ξαναδεί. Θ’ αφήσει πίσω την παλιά της ζωή και ό,τι την αποτελεί. “Δε γυρίζω σελίδα. Σκίζω την παλιά και γράφω νέα”.
Θλιμμένα χαμόγελα κι ατέλειωτες σιωπές το σκηνικό. Θα τους λείψει τελικά το τρελοκόριτσο, κι ας μην τολμά κανείς να τ’ ομολογήσει. Ή σχεδόν κανείς. Μονάχα η Βάσω, η καλή της φιλενάδα, μονάχα αυτή δακρύζει και μονολογεί: “Θα μου φύγεις καρδιά μου, θα μου φύγεις!” “Αχ καλό μου φιλαράκι, αχ και να με καταλάβαινες”, σκέφτετ’ εκείνη. Αλλά, δεν την καταλάβαινε ούτε κι αυτή, κι ας της γέμισε τα σχολικά τετράδια με σκιτσάκια και στίχους. “Το πιο όμορφο λουλούδι της ψυχής μου” την αποκαλούσε, κι όμως ξέρει πως κι αυτό το λουλούδι το αποχαιρετά οριστικά. Δεν είναι καιρός για δάκρυα θλίψης, αλλά χαράς. Αυτή δεν ακούει τις μπαλάντες του αποχωρισμού, αλλά τους ύμνους της ζωής. Περνά η ώρα με θλίψη, γέλια, αναμνήσεις, ξημερώνει. Το τελευταίο φραπέ στο λιμανάκι. Μαύρο πικρό, σαν και τη ζωή που αφήνει πίσω της, σκέφτεται, κι ας είχε κι αυτή τις όμορφες στιγμές της. Μαύροι κύκλοι κλείνουν μέσα τους λίγα ζευγάρια υγρά μάτια. Αγκαλιάζει και φιλάει την καθεμιά και τον καθένα τους ξεχωριστά, σαν διαφορετικές στιγμές του χρόνου της εκεί. Τους χαμογελά και το πρόσωπό της λάμπει σαν ήλιος που ξεπροβάλλει θριαμβευτής πίσω απ’ τα απρόσιτα βουνά, μέσα απ’ τα σκοτεινά σύννεφα. Γίνεται όλη φως και χαρίζοντας τους μια τελευταία αχτίδα αποχωρεί, κινώντας να βρει το πεπρωμένο της…


Συνεχίζεται

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει και που όλα, ή μάλλον όλοι, τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
     Παράξενο, έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. Επιτέλους, είμαι ελεύθερος, σκέφτηκε.
     Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου, θα τον παρακαλούσε, βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι.
     Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν, σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα.
     Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο αφού, τα είχε χαμένα ο καημένος, όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. Πρέπει να κάνω κάτι, σκεφτόταν πού και πού, πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς; Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
     Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. Σε αποκαλούν τρελό, του είπε, εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό… Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
     Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος, αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή. Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
     Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών, τους απαντούσε.
     Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. Φτάνω στο τέλος, σκεφτόταν, απόψε θα πεθάνω κι εγώ. Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
     Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
     Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Μια περσινή ιστορία σε νέα προβολή


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Αναζητώντας τη χαμένη άνοιξη

«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι αυτές τις μέρες;» αναρωτιέται η Ελπίδα. Γιατί; Μα δε ρωτά, αφού ξέρει την απάντηση. Αφού και πέρυσι και πρόπερσι το ίδιο πράγμα συνέβαινε: όλοι ήταν λυπημένοι. Όλοι οι μεγάλοι. Όχι τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Επειδή πλησίαζε το Πάσχα κι αυτά είχαν διακοπές. Αλλά…
«Το Πάσχα δεν είναι όπως παλιά…» γκρίνιαζε η γιαγιά της, Ελπίδα με τ’ όνομα κι αυτή. Κάθε χρόνο γκρίνιαζε. Και κάθε χρόνο η μικρή Ελπίδα τη ρωτούσε το γιατί. Αλλά όχι φέτος. Αφού ήξερε. Το Πάσχα δεν είναι πια όπως παλιά επειδή χάθηκε η άνοιξη και μαζί της χάθηκε και η γοητεία του Επιτάφιου.
«Τα παλιά χρόνια, κόρη μου, έμπαινες στην εκκλησιά και μοσχοβολούσε ο τόπος, χαιρόταν η ψυχή σου. Τώρα πας και μαραίνεται η καρδιά σου. Τα λουλούδια έχασαν τη μυρωδιά τους, την κάσα του Χριστούλη μας τη ραντίζουν με χημικά, αντί με την ομορφιά της φύσης. Δες τα χωράφια μας. Ξέραναν. Όλα πια τα φτιάχνουν στα εργοστάσια. Κανείς δε νοιάζεται…»
Έκλαιγε η γιαγιά, και μαζί της έκλαιγε και η Ελπίδα, κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά το γιατί. Αυτή πάντα έτσι τα θυμότανε τα χωράφια, ξερά. Τα δέντρα πορτοκαλοκίτρινα. Τον ουρανό γκρίζο. Αλλά λουλούδια υπήρχαν. Αφού τα έβλεπε παντού. Στα μαγαζιά, στα εστιατόρια, στους βοτανικούς κήπους, που τα έκρυβαν κάτω από το θόλο τους. Το μόνο που δε μύριζαν. Όμως, τι σημασία έχει αυτό; Αφού ποτέ δε μύριζαν. Αν μύριζαν θα… Θα ήταν πιο ωραία άραγε; Ίσως! Για να το λέει η γιαγιά.
Ουφ, σκέφτεται, και πάλι ουφ. Δεν μπορεί να βλέπει την αγαπημένη της γιαγιά να είναι τόσο λυπημένη. Καλά, κι ο παππούς είναι λυπημένος, αλλά αυτός προσπαθεί να μη το δείχνει, κι ας το καταλαβαίνει αυτή. Όλα τα καταλαβαίνει αυτή. Είναι έξυπνη. Και διαβάζει, ή μάλλον ακούει και βλέπει. Ακούει και βλέπει βιβλία. Παλιά τα διάβαζαν, τα πολύ παλιά χρόνια, όπως έμαθε στο σχολείο, αλλά τώρα όλα πια τα παρακολουθούν. Τα παρατηρούν και μαθαίνουν. Και ναι, ο κόσμος τον καιρό που ήταν νέα η γιαγιά έδειχνε πιο ωραίος. Αλλά πρέπει να ήταν βαρετός. Βα-ρε-τόόόός. Αφού… Αφού… Πώς όμως ήταν, λένε, πιο ευτυχισμένοι; Πώς ζούσαν χωρίς τα ρομποτάκια που τους βοηθάνε όλους με τις δουλειές στην πόλη και τις αυτόματες νταντάδες, που ξέρουν και τα κάνουν όλα; Παράξενο!
«Μη σκοτίζεσαι μ’ αυτά που λέει η γιαγιά σου, κόρη μου», της λέει ο παππούς και στρίβει το μουστάκι του χαμογελώντας. Πάντα χαμογελά αυτός, όταν τον βλέπει. Γιατί άμα δεν τον βλέπει, κι αυτός λυπημένος είναι. Άμα νομίζει πώς δεν τον βλέπει. Τότε τα μάτια του γυαλίζουν και αρχίζουν να τρέχουν.
Πρέπει να κάνει κάτι. Δεν μπορεί να τους βλέπει τόσο λυπημένους. Τους αγαπά πολύ-πολύ. Ίσως πιο πολύ κι από τη μαμά και τον μπαμπά, αφού αυτούς δεν τους βλέπει και τόσο συχνά. Όλο δουλεύουν και δουλεύουν. Και την αφήνουν μόνη με την επαναφορτιζόμενη νταντά.
«Τι είναι η άνοιξη;» ρωτά τον παππού.
«Η άνοιξη, κόρη μου. Αχ, η άνοιξη…». Σιωπά για λίγο. Σα να προσπαθεί να θυμηθεί πώς ήταν, και θυμάται. «Η άνοιξη ήταν η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Τότε γεμίζαν τα χωράφια, οι αγροί, κι οι γλάστρες με λουλούδια. Πρασίνιζε όλη η φύση. Έρχονταν τα χελιδόνια και έκτιζαν τις φωλιές τους στα σπίτια μας. Έβγαινες μια βόλτα το πρωί ή το δειλινό, χαιρόσουν τη δροσιά και νόμιζες ότι ήσουν στον παράδεισο. Τόσο όμορφα ήταν όλα. Και το Πάσχα, όταν μάζευαν τα κορίτσια τα λουλούδια και στόλιζαν τον Επιτάφιο, τότε ήταν σαν να γίνονταν η Δευτέρα Παρουσία. Λες κι ο Χριστός κατέβαινε στη γη, έστω και για λίγο, για να τη χαρεί μαζί μας. Χάθηκε η άνοιξη, χάθηκαν όλα…» Χαμογέλασε λυπημένα. «Αλλά κι οι άλλες εποχές όμορφες ήταν. Το καλοκαίρι μας τραγουδούσαν τα τζιτζίκια, τρώγαμε φρέσκα φρούτα, είχαμε για λίγο καιρό αναπαμό απ’ τις δουλειές. Και το φθινόπωρο, φυσούσε το αεράκι, άλλαζε ο καιρός και φορεσιά τα δέντρα. Το χειμώνα έβρεχε παντού και στα βουνά έριχνε χιόνι. Ενώ τώρα…».
Ενώ τώρα όλα μοιάζουν ίδια. Πάντα ο ίδιος κιτρινιάρης ουρανός, ο ντυμένος με τη σκόνη, καθόλου βροχή, ιδέα από χιόνι, τα δέντρα ξερά και τα λουλούδια σαν πλαστικά, σκέφτεται η Ελπίδα μα δεν το λέει. Ωστόσο ρωτάει: «Δηλαδή όλες οι εποχές ήταν ωραίες;»
«Ναι, κόρη μου, μα σαν την άνοιξη άλλη καμιά…»
Πρέπει να τη βρει. Οπωσδήποτε. Αν μη τι άλλο για να δει πως μοιάζει. Αλλά πού να τη ψάξει; Μάλλον κανείς δεν ξέρει. Αν ήξεραν θα πήγαιναν να τη βρουν. Δε θα πήγαιναν; Θα πήγαιναν. Εκτός κι αν δεν μπορούνε. Επειδή γέρασαν. Ναι. Ναι, γι’ αυτό! Θα ρωτήσει τον παππού κι αυτός θα της πει. Και αύριο πρωί-πρωί θα πάει να τη βρει. Μεγάλη Πέμπτη αύριο. Αν τα καταφέρει μόλις και θα προλάβουν να στολίσουν τον επιτάφιο, και όπως λέει κι η γιαγιά, η εκκλησιά θα μοσχομυρίζει.
«Πού είναι η άνοιξη, παππού;» ρωτά σοβαρά και με μια λάμψη στο βλέμμα.
«Δεν ξέρω πια. Πάνε χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που την είδα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ξέρεις εσύ. Εμένα είδανε πολλά τα μάτια μου, γέμισαν σκιές, μα τα δικά σου λάμπουν. Αν τα κλείσεις για καμπόση ώρα σίγουρα θα μπορέσεις να τη δεις».
Τι να κάνει λοιπόν η Ελπίδα μας; Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Και περίμενε. Και περίμενε κι άλλο. Και περίμενε για λίγο ακόμη. Μα η κυρά άνοιξη δεν έλεγε να φανεί. Βαρέθηκε. Μα πείσμωσε. «Θα σε δω», ψιθύριζε ξανά και ξανά στον εαυτό της, «θα σε δω άγνωστη δεσποινίδα». Της άρεσε αυτή η λέξη: δε-σποι-νί-δα, αφού της θύμιζε μια νέα όμορφη γυναίκα, να σαν κι εκείνη, αλλά όχι μόνο δέκα χρονών, πιο μεγάλη. Ίσως δεκαπέντε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως η δεσποινίδα δεν ήθελε να τη δει κανείς, κι έτσι δεν της φανερώθηκε.
Ήταν πολύ λυπημένη εκείνη τη νύχτα. Πιο λυπημένη κι απ’ τη γιαγιά. Της μιλούσαν και δεν απαντούσε. Της έβαζαν φαγητό στο πιάτο και δεν έτρωγε. Της χάιδευαν τα μαλλιά και δε χαιρόταν. Προσπαθούσαν να της πουν παραμύθια, ιστορίες απ’ τα παλιά, μα έκλεινε τ’ αυτιά. Τελικά της είπαν να πάει για ύπνο και υπάκουσε.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της, που έμοιαζε με σοφίτα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, φόρεσε τις πολύχρωμες πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με μάτια ορθάνοικτα την κουβέρτα του ουρανού, την οποία ποτέ της δεν είδε να στολίζουν τ’ άστρα. Μονάχα ένα χλωμό φεγγάρι, με πόρους από σκόνη, έκανε εκεί πού και πού την εμφάνισή του.
Τίποτα δεν είναι όμορφο, σκεφτόταν η Ελπίδα. Μόνο οι πιτζάμες μου έχουν χρώματα. Τίποτα άλλο.
Ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο κι ανασηκώθηκε λίγο απ’ το κρεβάτι. Τι να δει; Μια γάτα! Τίποτα ασυνήθιστό δηλαδή. Και όμως. Αυτή η γάτα δεν έμοιαζε με άλλη καμία. Όλες τώρα πια ήταν άσπρες ή μαύρες. Ενώ αυτή… Ενώ αυτή, ήταν ντυμένη με όλα τα χρώματα της πιτζάμας της. Με όλα. Θα μιλούσαμε για τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά, βλέπετε, εκείνη δεν είχε δει ποτέ κάποιο στη μικρή ζωή της.
Ταράχτηκε το κορίτσι, αλλά όχι πολύ. Μίλησε στη γάτα.
«Έλα εδώ», την παρακάλεσε, κι αυτή υπάκουσε. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο κρεβάτι, κι έτσι, απρόσκλητη, πήγε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Μα τι ωραία που ήταν! Μα πόσο τρυφερά την ένιωθε! Μα τι όμορφα που μύριζε! Σαν την άνοιξη. Ναι, σαν την άνοιξη, κι ας μην την είχε μυρίσει ποτέ της.
Τα μάτια της σιγά-σιγά άρχισαν να κουράζονται, να μισοκλείνουν, να ανοίγουν ξαφνικά και να κλείνουν και πάλι, καθώς προσευχόταν: «Θεούλη μου, στείλε μου την άνοιξη… Στείλε μου την άνοιξη…». Αποκοιμήθηκε. Κι έμοιαζε σα μια ζωγραφιά. Με τις πιτζαμούλες της, με τα μελένια της μαλλιά να φωτίζουν το πρόσωπο, μ’ εκείνο το χαμόγελο που της χάρισε η γάτα σταθερά ζωγραφισμένο στα χείλη, με το δωμάτιό της και το ανοιχτό παράθυρο, που θύμιζε εικόνα ενός παλιού παραμυθιού.
Έτσι τη βρήκε όταν την επισκέφθηκε η άνοιξη στο όνειρό της. Και τι παράξενο όνειρο ήταν αυτό! Έβλεπε λέει τον εαυτό της να κοιμάται, και την άνοιξη να στέκεται από πάνω της και να την παρατηρεί. Κι ύστερα να κάθεται δίπλα της στο κρεβάτι και να της χαϊδεύει τα μαλλιά σκεφτική. Ναι, σκεφτική. Σκεφτόταν και χαμογελούσε.
«Τι σκέφτεσαι κυρά άνοιξη;» ήθελε να τη ρωτήσει, αλλά δεν έβγαινε η φωνή της. Ίσως να έμεινε άφωνη από την ομορφιά της, αφού ακριβώς όπως την περίμενε ήταν: όμορφη νέα γυναίκα, με μαύρα μακριά κυματιστά μαλλιά, πράσινα μάτια κι ένα γαλανό φουστάνι που έμοιαζε υφασμένο από τους αγγέλους, τόσο ωραίο ήταν.
Πόση ώρα κράτησε το όνειρο, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει, αφού μόνο η άνοιξη θα μπορούσε να κρατήσει χρόνο. Στο τέλος του όμως, η Ελπίδα την είδε να σκύβει στο αυτί της και να της ψιθυρίζει κάτι. Τι όμως; Τι; Μόλις της το είπε, το ξέχασε. Δεν πρόλαβε καν να ξυπνήσει και να το γράψει. Δεν μπόρεσε να ξυπνήσει. Ουφ και πάλι ουφ.
Ύστερα από λίγη ή πολλή ώρα -ποιος ξέρει;- ένιωσε κάτι να αναδεύεται στα πόδια της και ξύπνησε. Ήταν η γάτα. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον αυτή δεν ήταν όνειρο, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Και μετά τρόμαξε. Τρόμαξε αφού η γάτα της μίλησε.
«Μην ξεχάσεις τα λόγια της άνοιξης», της είπε και πήδηξε κάτω απ’ το κρεβάτι κι έξω απ’ το παράθυρο και χάθηκε. Πετάχτηκε απ’ τα στρώματα το κορίτσι κι έτρεξε να την προλάβει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κοιτάζοντας τον ουρανό διέκρινε στην άκρη του ορίζοντα τα πρώτα σημάδια μιας καινούριας γκρίζας μέρας. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τα λόγια της άνοιξης. Και κάθισε αμέσως και τα έγραψε. Κι ύστερα ντύθηκε στο άψε σβήσε, πήρε κάτι από ένα κουτάκι, κατέβηκε κάτω, κρυφοκοίταξε στην κάμαρα του παππού και της γιαγιάς, που έμοιαζαν να κοιμούνται βαθιά, και βγήκε αθόρυβα έξω. Και άρχισε να τρέχει.
Όλο έτρεχε, και έτρεχε, και έτρεχε η Ελπίδα, χωρίς σταματημό. Έπρεπε να πάει εκεί που της είπε η άνοιξη, έπρεπε να προσφέρει το μικρό της, μα υπερπολύτιμο δώρο, θυσία στο βωμό της αιώνιας ομορφιάς. Πού και πού ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα πόδια της να κουράζονται, μα δεν το έβαζε κάτω. Είχε μια αποστολή αυτή. Ήταν η Ελπίδα κι έπρεπε να φέρει στον κόσμο ελπίδα. Αν δεν τα κατάφερνε ποιος ξέρει πότε θα δινόταν και πάλι σε κάποιον η ευκαιρία να το κάνει αυτό; Όχι, έπρεπε να τα καταφέρει. Το χρωστούσε στη γιαγιά και στον παππού, το χρωστούσε στην άνοιξη.
Ο ίδιος νωχελικός ήλιος, ο μόνιμος σωτήρας και δυνάστης της κάθε μέρας, είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ξεπροβάλλει πάνω απ’ το βουνό, όταν ξέπνοη σχεδόν έφτασε στη μαγική πηγή, την οποία της είχε υποδείξει η μεγάλη κυρά. Σωριάστηκε στο χώμα δίπλα της, έβγαλε απ’ την τσέπη το κουτάκι που είχε πάρει απ’ το σπίτι, και από κει μέσα, το σταυρουδάκι που της χάρισε όταν ήταν πολύ μικρή η γιαγιά: το πιο πολύτιμο απόκτημά της.
Το βούτηξε τρεις φορές στο γλυφό νερό και το έβγαλε ξανά επαναλαμβάνοντας αυτά τα λόγια: «Για σένα Χριστούλη μου, για τον Επιτάφιό σου. Για σένα κυρά άνοιξη, για τη ζωή που μας χαρίζεις». Στο τέλος το άφησε να γλιστρήσει απ’ τα χέρια της και να χαθεί στα βάθη της μικρής πηγής. Λίγο λυπήθηκε που το έχασε, αλλά πιο πολύ χάρηκε, αφού κράτησε την υπόσχεσή της. Και αν και είχε πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της, ήταν σίγουρη ότι τώρα πια όλα θα πήγαιναν μια χαρά.
Σηκώθηκε από χάμω και δίχως να σταματήσει στιγμή για να καθαρίσει τις ακαθαρσίες απ’ τα ρούχα της, άρχισε να τρέχει. Έτρεχε σαν τρελή, σαν κυνηγημένη, ακόμη πιο γρήγορα κι από πριν, αφού ο χρόνος γοργοκυλούσε, κι αυτή είχε να κάνει κάτι ακόμη προτού ο κόσμος ξυπνήσει.
Μπήκε φουριόζα στο σπίτι, ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το δωμάτιό της και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Τα δάχτυλά της άρχισαν να χορεύουν στα πλήκτρα. Έμπαινε σε όλες τις σελίδες στο ίντερνετ, όπου προλάβαινε, όπου μπορούσε και μετέφερε τα χαρμόσυνα νέα: «Η άνοιξη σήμερα επιστρέφει», έγραφε, «μαζί και οι άλλες εποχές. Αν δεν σταματήσουμε να κάνουμε ξανά τα ίδια και τα ίδια, να καταστρέφουμε τη φύση, θα φύγουν και πάλι, μα αυτή τη φορά για τα καλά».
Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν μηνύματα από παντού. Πλημμύρισε ο ιστός. Άλλοι την κορόιδευαν, ενώ άλλοι, πιο αισιόδοξοι, και με μεγαλύτερη καρδιά την πίστευαν κι αναμετέδιδαν αυτά που έγραφε.
Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι όλος ο κόσμος πια μιλούσε για το παράξενο εκείνο μήνυμα που τάραξε τα νερά της αιώνιας απάθειας των ανθρώπων, χαρίζοντας αλλού εκνευρισμό κι αλλού ελπίδα. Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι, ο μόνιμα γκρίζος ουρανός άρχισε να πλημμυρίζει με σύννεφα και η σχεδόν παντοτινά ψηλή θερμοκρασία να πέφτει. Ο ήλιος κρύφτηκε. Τους ουρανούς άρχισαν να ξεσκίζουν οι αστραπές και να δονούν οι βροντές. Και λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε να βρέχει.
Ήταν μια βροχή απαλή, σαν τραγούδι. Για δυο ώρες έπεφτε και δρόσιζε τη γη, άνοιγε τους πόρους της, την αναζωογονούσε. Και σαν σταμάτησε, όταν διαλύθηκαν τα σύννεφα, οι άνθρωποι είδαν για πρώτη φορά, μετά από χρόνια πολλά, να ξεπροβάλλει από πίσω τους το γαλάζιο τ’ ουρανού, ενώ ένιωσαν σχεδόν τη φύση να ανασταίνεται κάτω από τα πόδια τους, ν’ αποκτάει και πάλι ζωή. Πρώτα είδαν το χορτάρι, πράσινο σαν όνειρο, να κάνει την εμφάνισή του στους αγρούς, κι ύστερα είδαν τα φύλλα να ξεγλιστρούν λες μες απ’ τους κορμούς και να στολίζουν τα δέντρα. Τελευταία έκαναν την εμφάνισή τους τα λουλούδια, που κρυμμένα καθώς ήταν για τόσο καιρό μέσα σε κάποια σπόρια, έμοιαζαν να περιμένουν πώς και πώς τη στιγμή να ανθίσουν. Σαν τραγούδι έμοιαζε όλη η πλάση.
Εκείνη η νύχτα, της Μεγάλης Πέμπτης, η κανονικά τόσο λυπημένη, ήταν η πιο ευτυχισμένη στη μικρή ζωή της Ελπίδας, αλλά και όλων των ανθρώπων. Και το επόμενο πρωί, της Μεγάλης Παρασκευής, ήταν απλά μαγικό. Όλοι ξεχυθήκαν στα χωράφια για να μαζέψουν λουλούδια κάθε λογής και κορίτσια όμορφα σαν την άνοιξη, βάλθηκαν να στολίσουν με δάχτυλα επιδέξια και χαρά μεγάλη τους Επιτάφιους σε όλη τη γη.
Το ευλογημένο έτος 2040, η Ανάσταση ήρθε πρόωρα, για ν’ αλλάξει τις ζωές όλων των ανθρώπων, για να τους θυμίσει τις αξίες τους, για να τους προειδοποιήσει.
Η Ελπίδα δε μίλησε ποτέ σε κανένα, γι’ αυτά που προηγήθησαν της Ανάστασης. Εξάλλου αυτή δεν έκανε τίποτα. Ο Χριστούλης και η άνοιξη τα έκαναν όλα. Κάποια φορά μάλιστα που η γιαγιά τη ρώτησε τι απέγινε το σταυρουδάκι της, της είπε πως το έχασε. Κι εκείνη αντί να νευριάσει και να της βάλει τις φωνές, απλά χαμογέλασε. Λέτε να ήξερε; Ήξερε δεν ήξερε, δεν έχει σημασία. Φτάνει που επέστρεψε η άνοιξη, και που με την άφιξή της οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να εκτιμούν της καλής καρδιάς τα δώρα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Ατιτλοφόρητο


Απ' τα ωραία της ζωής ή, αν προτιμάτε, απ' τα τερτίπια της συγγραφής. Όταν άρχισα να γράφω το πιο κάτω το φανταζόμουνα σα μια ιστορία-οδηγό, χιλίων πεντακοσίων λέξεων το πολύ, την οποία θα ξαναέγραφα και θα ανέπτυσσα περισσότερο αργότερα. Αλλά να που αυτή αποφάσισε να πάρει τα πράγματα στο χέρι της και απ' το πουθενά πάει να μου προκύψει μυθιστόρημα ή τουλάχιστον νουβέλα. Πρόκειται για μια απλή αφήγηση για τα προφανή μα ακατανόητα της ζωής. Ένα απόσπασμα:

Τ’ όνομά μου είναι Χοπ, ή ίσως και Χόουπ -ανάλογα με την προφορά- και θέλω να προσφέρω ακριβώς αυτό που λέει, ελπίδα δηλαδή. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Πώς να είναι άλλωστε, αφού πού και πού νιώθω ακόμη κι εγώ η ίδια απελπισμένη! Ωστόσο προσπαθώ, κάνω ό,τι μπορώ, κι ας είμαι τόσο μόνη. Όχι ακριβώς μόνη, αλλά μόνη. Αυτά που κάνω είναι η ζωή μου, δίχως αυτά δεν έχω ζωή. Δεν έχω ζωή.
Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη, μ’ ένα πατέρα που ήταν σχεδόν πάντα απόν και μια μητέρα που μόνο φαινομενικά ζούσε εκεί. Είχαμε λεφτά με την ουρά, αφού η μητέρα μου καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια κι ο πατέρας μου ήταν ένας αδίστακτος άνθρωπος, που κανένα εμπόδιο δεν μπορούσε να σταθεί στο δρόμο του προς την κορυφή. Όταν λέμε κορυφή βλέπε, το χρήμα και τη φήμη. Το πρώτο το απέκτησε σχετικά εύκολα, με ένα γάμο, το δεύτερο, λίγο πιο δύσκολα, πατώντας επί πτωμάτων. Στην αρχή ήταν απλά ένα μικρό στέλεχος μιας μεγάλης επιχείρησης, αλλά σαν άτομο χωρίς πολλούς ενδοιασμούς και άγνοια της λέξης ενοχή, πήρε σιγά-σιγά ν’ ανεβαίνει τα σκαλοπάτια προς την κορυφή που ονειρευόταν. Διαθέτοντας ένα λαμπρό μυαλό και μια καρδιά από πέτρα, κατόρθωσε σε λίγα μόλις χρόνια να γίνει συνέταιρος σ’ εκείνη την πρώτη του δουλειά, και -αφού έφτιαξε το όνομά του- να την παρατήσει και να φύγει γι’ άλλα. Με το χρήμα της μάνας μου, αλλά και με τις δικές του πλέον οικονομίες, δημιούργησε μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών, που όπως έλεγε τον έβαλε στον χάρτη. Σιγά-σιγά το όνομά του άρχισε να αναφέρεται όλο και πιο συχνά στα οικονομικά ένθετα των εφημερίδων και τα περιοδικά, κι εκείνος πήρε να εμφανίζεται σαν ειδικός στα τηλεοπτικά πάνελ, να δίνει συνεντεύξεις, να οργανώνει δεξιώσεις για πολιτικούς και επιχειρηματίες, να καταξιώνεται.
Πού ήμουνα εγώ όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Κλεισμένη στο χρυσό κλουβί μου, φυσικά. Πρώτα παρέα με τις γκουβερνάντες, ύστερα με τις νηπιαγωγούς και τους δασκάλους στα καλύτερα σχολεία, και μετά σπουδάζοντας -άβουλο πλάσμα όπως ήμουνα- διοίκηση επιχειρήσεων σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Είχα ένα όνειρο να πραγματοποιήσω βλέπετε, το όνειρο του πατέρα μου. Όσο για τη μάνα μου, το είπα και πιο πάνω, ήταν σα μια σκιά στη ζωή μου, μια γυναίκα ουσιαστικά άγνωστη, που απλά έτυχε να με γεννήσει.
Τη θυμάμαι τώρα και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω, όχι με ζεστασιά, αλλά ειρωνικά. Πόσο διαφορετικές είμαστε! Σχεδόν από άλλο πλανήτη. Εκείνη ήτανε πάντοτε κομψή, καλοντυμένη, στολισμένη με χρυσαφικά και διαμάντια, βαμμένη μέρα-νύχτα στην εντέλεια, και με εξεζητημένες κομμώσεις, που σύμφωνα μ’ ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό δημιουργούσαν μόδα. Κι είχε κι εκείνο το παγωμένο πράσινο βλέμμα, που πάντα έλαμπε, αλλά στο οποίο ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς ένα ίχνος αγάπης, συμπάθειας έστω. Εγώ; Εγώ, τώρα μοιάζω σαν αλητάκι. Απλά ένα αλητάκι κάποιας ηλικίας. Φοράω πάντα τζιν και φανελάκι ή φαρδιά πολύχρωμα ρούχα, σαντάλια αγορασμένα από τα παζάρια των φτωχών και τα μαλλιά μου είναι σχεδόν πάντα ατημέλητα, λες και μόλις ξύπνησα. Όσο για τα μάτια μου αυτά είναι μελένια – σαν και το μέλι που στάζει η ψυχή μου λέει μία φίλη, αφού δεν μπορεί να δει τα σκοτάδια που κρύβω μέσα μου.
Όπως και νάχει, έζησα για πολλά χρόνια μέσα σ’ αυτό το τεράστιο ψέμα που θεωρούσα φυσιολογική ζωή. Τα μάτια μου ήτανε, βλέπετε, κλειστά. Δεν έβλεπαν τις σκληρές αλήθειες αυτού του κόσμου, παρά μόνο το περίτεχνο περιτύλιγμά του, αυτό που εμφύτεψαν μέσα μου οι γονείς.
Τώρα όταν σκέφτομαι τον εαυτό μου του τότε νιώθω μέσα μου να βράζω, να οργίζομαι. Πώς μπορούσα να είμαι τόσο τυφλή; Πώς μπορούσα να μη βλέπω; Ίσως να έφταιγε το ότι απλά έτσι έμαθα. Είμαστε αυτοί που μας κάνουν οι άλλοι, μέχρι να γίνουμε -αν συμβεί ποτέ αυτό- ο εαυτός μας. Κι εγώ ήμουνα ένα όμορφο ανέμελο κορίτσι, με άφθονο χρήμα στην τσέπη, ακριβά ρούχα, πανάκριβο πολυτελές αμάξι και φίλους καλογυαλισμένους, προϊόντα κι αυτοί οικογενειών σαν και τη δικιά μου, φαινομενικά τέλειων, στην ουσία δυσλειτουργικών.
Θυμάμαι τα πάρτι μας, τις δίχως όρια και τέλος υπερβολές μας, τις βολικές αλήθειες και τις ανέφελες ζωές μας. Βγάζαμε τη γλώσσα στην πραγματικότητα. Κι αυτή, κάποιους από εμάς αποφάσισε να τους τιμωρήσει, δείχνοντάς τους μια όψη της πραγματικής ζωής. Ανάμεσά τους ήμουν κι εγώ.
Όλα άρχισαν από τον καιρό που ήμουν μικρή, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα να μεγαλώσω. Ναι, πάντα παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, τις λυκοφιλίες, την υψηλή κοινωνία, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στον κύκλο μας, χαρίζοντάς μας περιοδικές στιγμές ικανοποίησης και γεμίζοντας τις τσέπες των εμπόρων και των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Ήταν τότε που βούλιαζα ανατέλλοντας που τον γνώρισα.
Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού έμοιαζε να μην ανήκει εκεί...

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Μου αρέσει να γελάω δυνατά

Τ’ όνομά μου είναι Νούι και είμαι πολύ-πολύ θυμωμένη. Φυσικά θα μπορούσαν να με λένε Κα, Ντα, Νουν, Μα, Γκάι ή κάποια άλλη συντομογραφία. Έτσι κι αλλιώς όλα τα ονόματά μας, αυτά που λέμε δηλαδή, συντομογραφίες είναι, αφού τα κανονικά είναι σιδηρόδρομοι, κι άντε να καταφέρει ένας ξένος να πει την αδελφή μου Καεκοκάνχα. Μπορεί; Δεν μπορεί; Πάντως θα ήθελα να με λένε Γκάι, αφού έτσι νιώθω πολλές φορές, κοτόπουλο δηλαδή. Αστείο όνομα, το ξέρω, αλλά και σοβαρό.
Ζω στην Τσιανγκ Μάι μαζί με τις τρεις αδελφές μου, αν και δεν είμαι από δω. Από την Τσιανγκ Ράι είμαι. Από ένα χωριό έξω από την Τσιανγκ Ράι δηλαδή. Ήρθα εδώ για να δουλέψω, όπως και οι αδελφές μου, μαζί μ’ αυτές κιόλας. Τη μια ήμουνα σε μια φάρμα στο χωριό με τις αγελάδες, τα χωράφια με το ρύζι, και τα μικρότερα αδέλφια μου και την επόμενη βρέθηκα στην πόλη να σερβίρω σ’ ένα μπαρ μπύρες σε μεθυσμένους, αλλά πού και πού ευγενικούς τουρίστες. Πού και πού.
Πιο πάνω είπα ότι είμαι πολύ θυμωμένη. Ε, μ’ αυτούς είμαι θυμωμένη. Με τους τουρίστες. Που έρχονται εδώ και μας αντιμετωπίζουν σαν αξιοθέατα, που μας φωτογραφίζουν χωρίς να μας ρωτάνε, που ξοδεύουνε χιλιάρικα σε ποτό και δεν μας αφήνουν ούτε ένα μπατ φιλοδώρημα, που μας κοιτάνε αφ’ υψηλού. Να συνεχίσω;
Ωστόσο, μου αρέσει η ζωή στην πόλη. Εδώ όλο και κάτι μαθαίνεις. Μαζεύω λόγια και εικόνες από παντού, μαθαίνω να γράφω και να μιλώ καλύτερα. Μόνο το δημοτικό τέλειωσα αφού δεν είχα κι άλλη επιλογή, κι έτσι τώρα αντιμετωπίζω τα όσα ζω εδώ σαν το σχολείο μου. Μαθαίνω σιγά-σιγά όλο και περισσότερες λέξεις στ’ αγγλικά, βλέπω ταινίες -κάτι που ήταν αδύνατο στο χωριό μου αφού δεν είχαμε ηλεκτρισμό, οπότε ούτε και τηλεόραση- διαβάζω περιοδικά και πού και πού, όταν πέφτουν αναδουλειές κάθομαι μοναχή και τραγουδάω παλιούς σκοπούς.
Φαντάζομαι πόσο φτωχή θα φαντάζει η ζωή μου στα μάτια σας. Η αλήθεια όμως είναι ότι δε ζηλεύω τη δική σας. Τουλάχιστον αν είναι έτσι όπως ακούω να την περιγράφουν αυτοί που έρχονται εδώ κάθε βράδυ, οι αιώνιοι περαστικοί, που δε σταματούν ούτε στιγμή να μιλάνε για τον εαυτό τους: εγώ… εγώ… εγώ… κι εγώ… Η αλήθεια είναι ότι έχουν την πλάκα τους. Τριγυρνούν από δω κι από κει, πίνουν ασταμάτητα, τρώνε τα πιο ακριβά φαγητά και μιλάνε για το πόσο δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα ταξιδεύοντας, και ξοδεύοντας δίχως έγνοια καμιά τα λεφτά του μπαμπά και της μαμάς. Και περιγράφουν μια επίσκεψη σ’ ένα χωριό, με οδηγό, σα μια μεγάλη περιπέτεια. Εμείς νοιαζόμαστε μονάχα να βγάλουμε αρκετά για ν’ αγοράσουμε ένα πιάτο φαϊ, κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Είμαστε πιο τυχεροί. Δεν είμαστε;
Θέλω να γελάσω όταν τους ακούω και κάποιες φορές το κάνω κιόλας, αφού όσο κι αν λέω ότι είμαι θυμωμένη, μου αρέσει να γελάω πολύ και να γελάω δυνατά. Κι αυτοί οι φαλάνγκ*, μου δίνουν πολλές αφορμές. Όπως μου δίνουν κι αφορμές για να θυμώσω. Να, τις προάλλες κάποιοι ήθελαν ντε και καλά να τους κεράσουμε μια από τις δεκάδες μπύρες που ήπιαν. Εμείς τους εξηγούσαμε ότι απλά δουλεύουμε εδώ και δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, κι έκεινοι έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν. Και φώναζαν. Φώναζαν πολύ. Ειδικά οι γυναίκες. Οι εγγλέζες. Και ήθελα να βγω έξω και να τις χτυπήσω, ν’ αρπάξω ένα μπουκάλι Τσιανγκ** και να τους δείξω τι εστί ελέφαντας. Αλλά δεν το έκανα, αφού δεν μου αρέσει η βία, μου αρέσουν οι αγκαλιές. Μα, πόσο ηλίθιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, πόσο ηλίθιοι. Αν πληρώναμε εμείς την μπύρα τους θα μέναμε νηστικές εκείνο το βράδυ, αφού τα φιλοδωρήματα δεν έφταναν για τίποτ’ άλλο. Θα μέναμε νηστικές για να μεθούν εκείνοι. Στο τέλος πλήρωσαν, αλλά αφού μας έσπασαν τα νεύρα. Κι αφού τους βρίσαμε πολύ, στα ταϊλανδέζικα φυσικά, Chi pay***.
Κάθε τόσο σκέφτομαι το χωριό, αυτούς που άφησα πίσω μου. Θα ήθελα να γυρίσω εκεί; Η αλήθεια είναι το πώς τώρα πια όχι. Όσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή μου εδώ, όσο κι αν μου λείπουν οι γονείς και τα μικρότερα αδέλφια μου. Εξάλλου για χάρη τους έφυγα, αφού χρειάζονται το μισθό μου για να τα βγάλουν πέρα – εγώ ζω με τα φιλοδωρήματα. Δουλεύω δώδεκα ώρες την ημέρα, εφτά μέρες την εβδομάδα, είκοσι εφτά το μήνα. Είκοσι εφτά επειδή δικαιούμαι τρεις ολόκληρες μέρες άδεια, οπότε κι επισκέπτομαι το χωριό μου. Όσο για το μισθό μου, μετά από την τελευταία αύξηση έφτασε τα εκατόν πενήντα μπατ**** την ημέρα, έγινα πλούσια δηλαδή. Δεν ξέρω πόσο κάνουν αυτά σε δικά σας λεφτά, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ λίγα. Δε χρειάζομαι περισσότερα όμως. Όχι πως θα με πείραζε αν είχα δηλαδή.
Α, ξέχασα να σας πω πώς είμαι, ή πώς μοιάζω, ή αυτό, τέλος πάντων. Έχουμε και λέμε: ύψος ένα μέτρο και πενήντα πέντε εκατοστά, βάρος τριάντα οχτώ κιλά. Πολύ χοντρή δηλαδή. Τόσο χοντρή που μου πέφτει το παντελόνι που κληρονόμησα από την αδελφή μου, ακόμη κι όταν φοράω ζώνη, με αποτέλεσμα να κάνω τους άλλους να γελάνε. Ωστόσο, δε με πειράζει αυτό, ας γελάνε. Μακάρι να γελάει όλος ο κόσμος. Φτάνει να μη σκοτώνεται. Ηλικία; Θα γίνω δεκαεννιά σε δύο μήνες και δουλεύω ήδη εδώ και εφτά χρόνια. Έχω ίσια μαύρα μαλλιά, όχι πολύ μακριά, τα οποία συνηθίζω να πιάνω σε μια μικρή κοτσίδα και μάτια ελαφρά καφέ. Δεν ξέρω αν είμαι όμορφη, αλλά είμαι χαριτωμένη. Είδα κι έπαθα να μάθω τι σημαίνει αυτό. Άκουγα τους ξένους να λένε συνεχώς ότι είμαι κιουτ και μέχρι να μου εξηγήσει κάποιος τη σημασία της λέξης σχεδόν αγωνιούσα. Εντάξει, καλά, ψέματα λέω, αλλά όσο να ’ναι ήθελα να μάθω.
Οι αδελφές μου λένε ότι θέλουν να βρουν κάποιο ξένο να παντρευτούν για να τα παρατήσουν όλα, αλλά εγώ καθόλου δε βιάζομαι. Ούτε να βρω ξένο θέλω, αλλά ούτε και να παντρευτώ. Εξάλλου δε μ’ αρέσουν και πολύ οι ξένοι. Κάποιοι είναι συμπαθητικοί, αλλά συνήθως είναι πολύ μεγάλοι για μένα. Ω, δεν μπορώ να σας πω πόσο θυμώνω όταν βλέπω μια νέα ταϊλανδή μ’ ένα γέρο ξένο. Ανάβουν τα αίματά μου -πώς το λέτε εσείς;-, παίρνω ανάποδες. Μα, ύστερα… Ύστερα σκέφτομαι ότι το κάνει από ανάγκη και λίγο τη συγχωρώ. Μόνο λίγο. Πάντα υπάρχει άλλη λύση, σκέφτομαι. Έτσι δεν είναι;
Η κοκέτα της παρέας λέει ότι πρέπει να μάθω λίγο περισσότερα αγγλικά, ν’ αρχίσω να φροντίζω τον εαυτό μου και να φλερτάρω με τους ξένους, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό, απλά δεν μπορώ. Εγώ θα ήθελα… Θα ήθελα… Να το πω; Ε, θα το πω! Αφού δεν έχετε ιδέα ποια είμαι, θα το πω: εγώ θα ήθελα να είμαι με την Ανν. Ορίστε, το είπα. Μου αρέσει πολύ η Ανν. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα στη δουλειά με έθεσε υπό την προστασία της και πάντα με φροντίζει, κι όταν της περισσεύουν λίγα λεφτά μου αγοράζει και κάνα πιάτο φαϊ, για να μην πεθάνω λέει απ’ την πείνα. Κι η αλήθεια είναι πώς παρά το ότι είμαι μικροκαμωμένη πεινάω πολύ. Ίσως επειδή δεν τρώω τίποτα σχεδόν όλη μέρα. Ίσως επειδή κάποιες φορές δεν τρώω ούτε τη νύχτα. Όταν δεν έχω καθόλου λεφτά για φαγητό, τρώω παγάκια. Ναι, μη γελάτε. Τα παγάκια κάνουν το στομάχι να νιώθει για λίγο γεμάτο. Ευτυχώς όμως δε συμβαίνει πολύ συχνά αυτό. Κάποιες φορές ένα-δυο ξένοι που μένουν στην πόλη με βλέπουν έτσι κι αμέσως μου παραγγέλνουν φαϊ, και δεν περιμένουν ούτε ένα ευχαριστώ. Αυτοί μου αρέσουν. Αλλά όχι σαν την Ανν. Η Ανν είναι το κάτι άλλο. Κάθε νύχτα στο τέλος της βάρδιας καθόμαστε στα σκαμπό ακουμπώντας πλάτες, και μοιραζόμαστε τις ίδιες μουσικές, κι η ζωή τότε γίνεται πολύ ωραία. Όχι πως δεν είναι πάντα. Είναι. Πάντα! Απλά πού και πού τη μαυρίζουν η θλίψη κι η πείνα. Υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά…
Κλαίω τώρα. Κλαίω! Κάποιος μου έφερε παγωτό. Πρώτη φορά τρώω παγωτό στη ζωή μου. Τι καλά! Είμαι ευτυχισμένη. Τραγουδάω ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Τραγουδάω. Και τώρα γελάω. Το γέλιο μου μυρίζει βανίλια-σοκολάτα.
Με λένε Νούι και μ’ αρέσει να γελάω δυνατά.

*Ξένοι
**Ελέφαντας, αλλά και μάρκα μπύρας
***Η χειρότερη βρισιά στα ταϊλανδέζικα. Αμετάφραστη…
****Περίπου τρία ευρώ

υ.γ. Πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας και πάλι

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ο βασιλιάς του δρόμου

Το όνομά μου είναι Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου -τουλάχιστον σύμφωνα με τον μπαμπά μου- αλλά σίγουρα ξέρει καλύτερα αυτός. πάντα ξέρει καλύτερα αυτός. Αφού μου το λέει κιόλας: να με υπακούς. Εγώ ξέρω καλύτερα. Ε, για να το λέει κάτι θα ξέρει.
Είμαι οκτώ χρονών, αν και δείχνω πιο μικρός, ίσως έξι. Είμαι λεπτός πολύ, κοντός και πάντα φοράω βρώμικα ρούχα από δεύτερο ή τρίτο χέρι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Η μαμά λέει ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι μ’ αυτά που έχουμε, αλλά πού και πού την ακούω να λέει στον μπαμπά πως δεν έχουμε αρκετά. Κι εκείνος της λέει ότι προσπαθεί. Πάντα προσπαθεί. Δεν κατάλαβα για τι, αλλά δεν πειράζει.
Έχω πέντε ακόμη αδέλφια, αφού η μάνα μου, μου λένε οι γειτόνισσες, ότι γεννάει σαν κουνέλα. Πώς μπορεί μια γυναίκα να γεννάει σαν κουνέλα; Και τι είναι η κουνέλα; Έτσι αποκαλούν τις μαμάδες που γεννάνε πολύ; Τι έλεγα; Α, ναι, για τ’ αδέλφια μου. Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Μετά είναι ο αδελφός μου, η αδελφή μου, η αδελφή μου, κι ο μικρός μου αδελφός, κι ύστερα το μωρό. Αυτό δεν κατάλαβα αν αδελφός ή αδελφή ακόμη, αφού το αποκαλούν μπέ-ι-μπι. Ή πέ-ι-πι. Δεν είμαι σίγουρος.
Ζούμε στην καλύτερη και την πιο σημαντική πόλη της Ινδίας και του κόσμου ολόκληρου, σύμφωνα και πάλι με τον μπαμπά, την Άγρα. Υπάρχουν κι άλλες πόλεις εκτός απ’ αυτήν; Κι αν ναι, πού είναι; Όλο ρωτώ και ρωτώ, το ξέρω, αλλά τι να κάνω αφού μου αρέσει;
Η μαμά μου λέει ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα και κάθε τόσο όταν συναντώ κάποια νεκρή γάτα στο δρόμο, αναρωτιέται ποια είναι αυτή η κυρία περιέργεια που σκοτώνει τις γάτες. Τι τις έφταιξαν οι κακομοίρες; Εγώ αγαπώ τις γάτες. Οι γάτες είναι φίλες μου. Κάνουμε πολλή παρέα, αφού κι εγώ, όπως κι αυτές, όλη μέρα στο δρόμο βρίσκομαι. Όχι πως δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, έχω, αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό. Κάποιοι μου λένε ότι πρέπει να πάω στο σχολείο. Μα γιατί να φύγω από την Άγρα και να πάω στο σχολείο; Τέλος πάντων.
Όπως έλεγα, είμαι συνέχεια στο δρόμο και κάνω αυτό για το οποίο η μαμά κι ο μπαμπάς περηφανεύονται: κάθομαι και κλαίω. Αστείο δεν είναι; Αλλά σοβαρά μιλάω. Κάθομαι και κλαίω απ’ το πρωί ως τη νύχτα, κάθε μέρα σε κάποιο διαφορετικό σημείο της πόλης, όπου με πάει με το τρίκυκλο ο μπαμπάς. Τη μια είμαι στην είσοδο του Ταζ Μαχάλ, την άλλη στο Φρούριο ή το Κάστρο της πόλης -δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς το λένε- και την άλλη στο σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγαίνω εκεί απ’ τα χαράματα και κάθομαι και κλαίω, και διάφοροι άνθρωποι έρχονται και μου δίνουν φαγητό ή λεφτά, κάποτε και ρούχα. Όχι δε ζητιανεύω. Μου εξήγησε ο μπαμπάς τι είναι αυτό και δεν το κάνω. Μου είπε ότι ο κόσμος αντιπαθεί τους ζητιάνους. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μάλλον επειδή είναι κακοί άνθρωποι. Ή όχι;
Πω πω, πόσα πράγματα δεν ξέρω! Δεν πειράζει όμως, κάποια μέρα θα τα μάθω. Εξάλλου κάθε μέρα και κάτι μαθαίνω. Δεν κλαίω μόνο. Τι νομίσατε; Όταν κάθομαι στη γωνιά μου ακούω τους ανθρώπους που μιλάνε και μαθαίνω διάφορα, ακόμη και ξένες λέξεις. Τις μαθαίνω από τους ξένους, όταν πολύ σπάνια έρχονται και μου μιλάνε, ή όταν περιμένουν το τρένο, ή όταν τους παίρνουν οι ξεναγοί -πολύ μου αρέσει αυτή η λέξη- από το ένα μέρος στο άλλο και τους μιλούν για το ένα και για το άλλο.
Μου αρέσουν οι ξένοι, αλλά όχι πολύ. Κάθε τόσο μου δίνουν λεφτά, ή κάτι να φάω, όμως τις περισσότερες φορές με αγνοούν. Αγ-νο-ούν! Ορίστε, το είπα. Κάνουν ό,τι δεν υπάρχω, κι ας μην τους ενοχλώ. Α, κι οι ξένοι δεν είναι σαν τον μπαμπά και τη μαμά μου. Δεν άκουσα ποτέ κανέναν απ’ αυτούς να λέει στο γιο του ότι είναι ο βασιλιάς του δρόμου και πολύ λίγες φορές είδα κάποιον να σηκώνει τα παιδιά του στις πλάτες του όπως κάνει ο μπαμπάς. Μάλλον δε θα είναι περήφανοι γι’ αυτά. Γιατί όμως; Αφού είναι καθαρά, καλοντυμένα και μιλούν και ξένες γλώσσες. Αγγλικά. Ισπανικά. Ιταλικά. Γιαπωνέζικα. Χίντου γιατί δε μιλάνε; Παράξενοι άνθρωποι. Δεν πειράζει.
Α, τώρα θα νομίζετε ότι ζω στο δρόμο, μα όχι δεν ζω. Στο δρόμο. Στο σπίτι μου ζω. Όχι πως είναι κανονικό σπίτι. Μια παράγκα είναι με πάτωμα από χώμα, σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες. Σ’ αυτές ζουν πολλοί κάτοικοι. Όπως και το σπίτι μας δηλαδή, οκτώ νοματαίοι. Αλλά μας χωράει μια χαρά. Κοιμόμαστε όλοι πάνω σε παλιές κουβέρτες που μας δίνουν κάθε χρόνο οι φιλανθρωπίες, όποιες κι αν είναι αυτές ενώ νερό κλέβουμε -ή παίρνουμε, δεν είμαι σίγουρος- από τις βρύσες της γειτονιάς. Η μαμά όλη μέρα μαγειρεύει αφού τα μωρά πεινούν συνεχώς, ενώ ο μπαμπάς, που δεν μπορεί να βρει μια α-ξι-ο-πρε-πή δουλειά, τριγυρνά από δω κι από κει με το τρίκυκλο για να βγάλει λίγες δεκάρες. Όταν τον ρωτώ από πού πρέπει να τις βγάλει γελάει δυνατά και μου λέει: Είσαι αστείος. Κι είσαι έξυπνος. Είσαι ο βασιλιάς του δρόμου.
Ναι, είμαι, αφού αν δεν ήμουνα δεν ξέρω που θα βρίσκαμε λεφτά για φαγητό. Όλο και κάτι φέρνω στο σπίτι, κι έτσι δεν πεινάμε -τουλάχιστον όχι πολύ- ποτέ.
Πού και πού, αργά τη νύχτα, ακούω τον μπαμπά και τη μαμά να τσακώνονται -όταν νομίζουν ότι κοιμάμαι- και θέλω ν’ αρχίσω να κλαίω, μα δεν το κάνω. Κλαίω όλη μέρα, δεν μπορώ να κλαίω και τη νύχτα.
«Είσαι άχρηστος. Δεν είσαι ικανός για τίποτα», του φωνάζει αυτή.
«Και τα παιδιά που σου έκανα; Δεν είναι κάτι;» ρωτάει μ’ απορία, χωρίς να φωνάζει αυτός.
Θέλω να τους μιλήσω, να τους κάνω να γελάσουν, αλλά και να τους ρωτήσω πώς ο μπαμπάς έκανε τα παιδιά, δηλαδή εμάς, αλλά σιωπώ. Αφήνω να περάσει η μπόρα, όπως λένε οι μεγάλοι. Και πάντα περνά. Ύστερα όμως επειδή εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ βγαίνω έξω στο δρόμο και κάθομαι και κοιτάω τους περαστικούς πολύ-πολύ λυπημένος. Πάντα κάποιος περνάει. Κάποιοι σταματούν και με ρωτάνε τι κάνω εδώ, γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου, μα έχω κατεβασμένα τα μούτρα και δεν τους απαντάω κι έτσι φεύγουν.
Φίλους δεν έχω πέρα απ’ τα αδέλφια μου αφού δουλεύω συνεχώς και δεν έχω χρόνο για παιχνίδια. Μόνο τις Κυριακές λίγο ξεκουράζομαι όταν φοράμε όλοι τα καλά μας, που κι αυτά δε φαίνονται και τόσο καλά, και πηγαίνουμε όλοι μαζί, ένα τσούρμο, στο σινεμά. Εκεί ο μπαμπάς δίνει κάποια από τα νομίσματα που του φέρνω όλη τη βδομάδα, μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε ταινίες, μασώντας στραγάλια, που μου αρέσουν πολύ-πολύ, αφού σ’ αυτές όλοι τραγουδάνε και χορεύουν. Στις ταινίες όχι στα στραγάλια.
Το αγαπημένο μου τραγούδι, εκείνο που μου κόλλησε, είναι το «Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία…». Δεν ξέρω αν είναι αυτός ο τίτλος του, αλλά πρέπει να είναι, αφού κάθε φορά που το τραγουδάνε, κάτι πολύ όμορφες κύριες χορεύουν σαν χορεύτριες, φορώντας πολύχρωμα ρούχα και κάτι περίεργα πράγματα στα χέρια και στο λαιμό, που όλο στραφταλίζουν. Πρέπει να είναι χρυσαφικά.
Πάντα όλοι είναι χαρούμενοι όταν πηγαίνουμε στο σινεμά. Φωνάζουν, τραγουδούν, γελούν. Μακάρι όλη η ζωή να ήταν σαν το σινεμά. Να ζούσαμε όλοι μέσα στα παλάτια και να ερωτευόμαστε όμορφες λεπτές κυρίες, που κλαίνε και τραγουδάνε πολύ.
Η μαμά δεν είναι λεπτή, είναι χοντρή, αλλά εγώ και πάλι την αγαπώ. Παχαίνει λέει από τις μυρωδιές που ρουφάει όλη μέρα καθώς μαγειρεύει για μας – ευτυχώς που δεν τρώει κιόλας δηλαδή, αφού τότε δε θα τη χώραγε η πόρτα για να μπει στο σπίτι. Ο μπαμπάς είναι λεπτός πολύ. Αυτός λέει ότι τον έφαγαν οι στεναχώριες. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Γιατί τις άφησε; Πού είναι αυτές οι στεναχώριες; Ποιες είναι και γιατί τρώνε τον μπαμπά μου; Τον ρωτάω να μου πει για να πάω να τις δείρω, αλλά αυτός γελάει. Πάντα γελάει όταν του κάνω κάποια έξυπνη ερώτηση και ύστερα μού λέει ότι είμαι ο βασιλιάς του δρόμου. Λες και δεν το ξέρω. Αχ, αυτοί οι μεγάλοι!
Τέλος πάντων, η ώρα πέρασε, τα δάκρυα στέρεψαν. Έβγαλα αρκετά σήμερα κι έτσι απόψε θα φάμε όλοι πολύ και θα γίνουμε ακόμη πιο πολύ ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον για απόψε. Αύριο είναι μια άλλη μέρα.
Με λένε Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου!

Πρώτη γραφή μιας ιστορίας που εμπνεύστηκα από την πιο πάνω φωτογραφία, που έβγαλα στην Καλκούτα το 2004

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Έρωτας στη Βενετία

Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τα διηγήματα που έχω ανεβάσει εδώ ανακάλυψα ότι άφησα έξω την πρώτη ιστορία που έγραψα πριν δεκατρία τόσα χρόνια, τον Έρωτα στη Βενετία. Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν την ανεβάζω σήμερα. Και μια σημείωση: Αφού τα (ογδόντα!!!) διηγήματά μου δεν προβλέπεται να εκδοθούν στο άμεσο ή και το απόμακρο μέλλον τα μάζεψα όλα σε μια στήλη εδώ δίπλα, μαζί με την Απολογία της Μηδείας. Διαβάστε (αν θέλετε τυπώστε), σκουπίστε, τελειώσατε.

“Ραντεβού στη Βενετία, κάθε δέκα χρόνια”. Αυτή ήταν η συμφωνία, τρελή γλυκιά συμφωνία, που ’κλεισα με τη Φωτεινή, πριν τρεις - τόσες - δεκαετίες, καθώς αποφοιτούσαμε από το Λύκειο.
Με τη Φωτεινή είχαμε σμίξει στην τρέλα μας, τα θρυλικά εκείνα χρόνια, τα μαθητικά. Πάντα μαζί. Σιαμαίους μας αποκαλούσαν τα άλλα παιδιά και οι καθηγητές, και γελούσαν. “ Αυτοί μια μέρα θα παντρευτούν και θα κάνουν παιδιά ”, έλεγαν εκείνοι που νόμιζαν πως γνώριζαν. Οι αιώνιοι παντογνώστες των ξένων ζωών.
Εμείς, απλά αδιαφορούσαμε για όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας. Δε δίναμε δεκάρα για κανένα και τίποτα. Είχαμε φτιάξει το δικό μας κόσμο, τον ιδανικό, τον αμόλυντο, τον ουτοπικό.
Για τρία χρόνια ήμασταν μαζί στις κοπάνες, μαζί στις πλάκες, μαζί στις αποβολές, μαζί καπνίσαμε το πρώτο τσιγάρο, μαζί γίναμε για πρώτη φορά λιώμα απ’ το πολύ ποτό. Τελικά η Φωτεινή έγινε ασυγχώρητα φανατική καπνίστρια, μόνο και μόνο για να βλέπει: “ Το μόνο πράγμα που καίγεται για μένα ”.
Πριν να τη γνωρίσω, εγώ ήθελα να γίνω παπάς κι εκείνη γραμματέας. Μετά από τρία χρόνια επώδυνης, και - γιατί όχι; - γλυκιάς, σχολικής συμβίωσης, αποφασίσαμε κι οι δυο, με μια φωνή, να γίνουμε δημοσιογράφοι. Τι σιαμαίοι θα ήμασταν άλλωστε αν δεν ακολουθούσαμε τους ίδιους επαγγελματικούς δρόμους; Κι αυτά, ενώ οι βαθμοί μας μετά βίας περνούσαν τη βάση. Σύμφωνα με κάποιο σοφό καθηγητή, με τέτοιους βαθμούς, θα ήμασταν τυχεροί αν γινόμασταν ρακοσυλλέκτες.
Σαν τελειώσαμε το σχολείο, είδαμε με αληθινό πόνο, τη γλυκιά συμβίωσή μας στην τρέλα, να φτάνει στο τέλος της. Οδυνηρή, σαν αόρατο μαχαίρι που ξεσκίζει τα σωθικά, ήταν εκείνη η ώρα, εκείνη η μέρα.
Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι των τελειοφοίτων ήμασταν σα χαμένοι. Ήμασταν εκεί, αλλά και κάπου αλλού, σε κόσμους που δεν μπορεί να δει το μάτι. Με τη σκέψη, με τα λόγια, με το άγγιγμά μας, ταξιδεύαμε μοναχοί, δίχως έγνοιες, σ’ άλλα μέρη, μακρινά, εξωτικά, ονειρικά. Δίναμε φιλιά και όρκους αιώνιας αγάπης. Μαζί, δώσαμε, και την υπόσχεση που θα σημάδευε για πάντα τη ζωή μας, που θα μας στοίχειωνε: “Όπου κι αν μας βγάλει το μονοπάτι της ζωής, ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν γίνουμε, να μην ξεχάσουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, και να ανανεώνουμε κάθε δέκα χρόνια τη γνωριμία μας, τον έρωτά μας στη Βενετία, στη γνωστή Πλατεία του Αγίου Μάρκου ”. Στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, γιατί ήταν η μόνη που ξέραμε στα σίγουρα ότι υπάρχει.
Για μας η Βενετία τότε ταυτιζότανε με ό,τι το πιο ωραίο, το πιο ρομαντικό. Ήταν κάτι, σαν ένα όνειρο απόμακρο, αλλά όχι άπιαστο. Σαν το μάθανε τα άλλα παιδιά βαλθήκανε να μας δουλεύουν. Έλεγαν πως, πολύ πριν να περάσουν τα δέκα χρόνια θα παντρευτούμε ο καθένας με κάποιον άγνωστο, και θα ξεχάσουμε όλες τις υποσχέσεις και τους όρκους για παντοτινή αγάπη. Οι άλλοι! Αυτοί πάντα νομίζουνε πως ξέρουν κάτι παραπάνω.
Μετά από λίγα χρόνια συνάντησα τη Φωτεινή στο γάμο μιας από τις παλιές μας συμμαθήτριες, στην Αθήνα. Η καρδιά μου σκίρτησε, χάρηκε, πόνεσε, μόλις την αντίκρυσα. Ήτανε τόσο πολύ αλλαγμένη, τόσο όμορφη, τόσο θλιμμένη. Τόσο προσιτή κι απόμακρη. Κάπνιζε σα φουγάρο και φαινόταν να πίνει πολύ. Είχε γίνει γραμματέας. Εγώ δημοσιογράφος.
Δε μιλήσαμε πολύ. Ήταν με τον πατέρα της, ένα αμίλητο στρατιωτικό, που σαν τον έβλεπες ανατρίχιαζες και σκεφτόσουνα: “ Αμάν Θεούλη μου, τι γίγαντας είναι αυτός; ”. Στο πρόσωπο είχε μια έκφραση που σαν να φώναζε από μακρυά:
“ Προσέξτε σκουλήκια να μη σας πατήσω ”.
Ζούσε, μου ’χε πει, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε παντρευτεί, αλλά ούτε και είχε ξεχάσει για μια στιγμή την υπόσχεση που ’χαμε δώσει. Πριν να φύγει υπό τη συνοδεία του στρατηγού Πινοσέτ, με τράβηξε παράμερα και μου ’σκασε ένα παθιασμένο φιλί στα χείλη. “ Θα σε δω ”, ήταν τα τελευταία της λόγια. Θα σε δω...
Μιλώντας με τα υπόλοιπα παιδιά ανακάλυψα πως η μεγάλη πλειοψηφία ήταν ήδη παντρεμένοι. Μερικοί είχαν και παιδιά. Πολλοί δούλευαν σε τράπεζες ή δημόσιες υπηρεσίες, κι άλλοι σε γραφεία, κάποιοι ξεζούμιζαν ακόμη την τσέπη του μπαμπά. Είχαν ενσωματωθεί για τα καλά στο σύστημα. Απόκτησαν πιστωτικές κάρτες, κύρος, αυτοκίνητα με δόσεις, διαμερίσματα μ’ ενοίκιο. Πιάσαν την καλή! Με δυο λόγια ξόδευαν περισσότερα απ’ όσα είχαν. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Νόμιζαν κι αυτοί πως ζούσαν.
Ίσως να ’μουν ο μόνος που διατήρησε την τρέλα του, τη γλυκιά εφηβική τρέλα. Ο μόνος που δεν είχε γίνει ακόμη “ ασφαλής ”, “ κύριος ”, βολεμένος. Απολάμβανα την ελευθερία της δωρεάν στέγης, μιας συναρπαστικής δουλειάς, ατέλειωτων ταξιδιών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Ζούσα.
Τα χρόνια κύλησαν γρήγορα, όσο γρήγορα κυλάει κι η ζωή μας και χάνεται, και στα 28 μου πια, στις 10 του Σεπτέμβρη του 19--, λίγο μετά το μεσημέρι, μέρα Σαββάτο, βρέθηκα στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Πρώτη φορά είχα νιώσει τόσο μεγάλη αγωνία μέσα μου. “Δε θα ’ρθει ”, σκεφτόμουνα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές η σκέψη μου πάει πάντα προς το χειρότερο. “ Δε θα ’ρθει ”, επέμενα, κι ας γνώριζα βαθιά μέσα μου πως ήταν ήδη εκεί, πως θα την έβλεπα, θα την κρατούσα, θα τη φιλούσα.
Έκανα το γύρο της πλατείας δυο φορές, σχεδόν τρέχοντας. Πριν αρχίσω για την τρίτη διαδρομή την είδα. Παρακολουθούσε ατάραχη ένα συρφετό τουριστών, που σχημάτιζε ατέλειωτες ουρές για να μπει στο μεγαλοπρεπή ναό. Την πλησίασα χωρίς να με αντιληφθεί. Κοντοστάθηκα κι άρχισα να μελετώ απ’ το πλάι το πρόσωπό της. Θέ μου, πόσο όμορφη φάνταζε στα μάτια μου, πόσο ξεχώριζε μέσα στο πλήθος, με τα μακριά, ολόισια, παράφορα μαύρα μαλλιά της, αφημένα στη σιγουριά των ώμων και της πλάτης, στο φύσημα του αγέρα, με το αφηρημένο βλέμμα της ανυπομονησίας, με εκείνη την υπέροχη ορθή κορμοστασιά. Αυτή ήταν η Φωτεινή μου, ο μεγάλος, ο ασίγαστος έρωτας από τα χρόνια της αθωότητας, ο έρωτάς μου.
Δεν ξέρω για πόση ώρα παρέμεινα εκεί μαρμαρωμένος να την κοιτάω, να θαυμάζω τη μεγαλειώδη της χάρι, δίχως να τολμώ να της μιλήσω, για να μη χαλάσω τη μαγεία της στιγμής. Κάποτε, όμως, την πλησίασα και τη φιλοδώρησα μ’ ένα ζεστό της αγάπης φιλί, στο δεξί μάγουλο. Γύρισε αμέσως προς το μέρος μου και ρίχτηκε στην αγκαλιά μου. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια ήμασταν και πάλι μαζί. Οι δυο μας μόνο. Οι δύο τρελοί, οι αμετανόητοι, οι ρομαντικοί, οι…σιαμαίοι.
Τριγυρνούσαμε με τα πόδια, για ώρα πολλή στους στενόμακρους δρόμους και τα σοκάκια της Βενετίας ψάχνοντας για ξενοδοχείο, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, και στο άλλο, το ελεύθερο, τις λιλιπούτειες αποσκεύες μας. Θα μέναμε μαζί για ένα μόλις Σαββατοκύριακο.
Η αναζήτηση στέγης για τον έρωτά μας, στάθηκε δύσκολη υπόθεση, μια και η Βενετία το Σεπτέμβρη μοιάζει με μια τεράστια, βρεγμένη τουριστοπολιτεία. Όλα τα ξενοδοχεία και οι πανσιόν γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία και το Κανάλε Γκράντε, ήταν καταλημμένα από πλήθη τουριστών...βρετανούς, γαλλούς, γερμανούς, έλληνες και γιαπωνέζους. Τελικά, καταλήξαμε σε μια μικρή πανσιόν στην Κάλλε ντελ Κρίστο, όπου ο συμπαθής καραφλός ιδιοκτήτης μιλούσε και “λίγκα ελληνικά”.

Τις δυο εκείνες μέρες τις ζήσαμε, σαν σε... παραμύθι. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Ανακαλύψαμε την έννοια της λέξης ευτυχία. Τρέχαμε στα δρομάκια, απολαμβάναμε σα μαγεμένοι, σα μωρά παιδιά, τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, δακρύζαμε απ’ τη χαρά, απ’ τη συγκίνηση του να είμαστε μαζί.
Βγάλαμε αμέτρητες φωτογραφίες - μέρα και νύχτα - στην Πόντε ντε Ριάλτο, αρμενίσαμε με τη συνοδεία τροβαδούρων και κιθάρας μέσα από τα όχι και τόσο βρώμικα τότε κανάλια, σταθηκαμε στην ουρά για να δούμε το λαμπρό ναό του Σάντο Μάρκο, και μετά, φιλέψαμε με καλαμπόκι και φωτογραφηθήκαμε με τα κυπριακά - σύμφωνα με την παράδοση - περιστέρια της πλατείας, απολαύσαμε τον εσπρέσο και τον καπουτσίνο μας, στο Καφέ Φλοριάν, υπό τη σκιά του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του Έζρα Πάουντ, πήγαμε στο Λίντο. Κι όλα αυτά μέσα σε δυο μόνο μέρες, τις πιο ωραίες της ζωής μας, όπως μονολογούσαμε.
Τα όνειρα δυστυχώς δεν κρατούν ποτέ πολύ. Ειδικά τα όμορφα όνειρα. Σε αντίθεση με τους εφιάλτες, που μας κυνηγάνε μια ζωή.
Το δεύτερο βράδυ της τόσο εφήμερης ευτυχίας μας, δεν κλείσαμε μάτι. Μετά τα μεσάνυχτα, που η Βενετία παρουσίαζε την όψη μιας σιωπηλής πολιτείας, φροντίσαμε να χαθούμε στα δρομάκια και τα στενά της, κάτι που δε χρειάστηκε και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού είτε το θέλαμε είτε όχι, βρισκόμασταν σ’ ένα τεράστιο λαβύρινθο.
Το βράδυ εκείνο ανοίξαμε τις καρδιές μας. Μιλήσαμε για τους τόσο διαφορετικούς δρόμους που πήραμε στη ζωή, για τα ωραία και τ’ άσχημα, τις πίκρες και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις, για τον παιδικό - εφηβικό μας έρωτα, που δεν έφτασε ποτέ στο αποκορύφωμά του. “ Θύμασαι τότε…”, λέγαμε, μια εγώ, μια κείνη, κι αναστενάζαμε βαθιά με θλίψη ή σκάγαμε στα γέλια.
Μου ’πε πως η ζωή της ήταν ένα καθημερινό μαρτύριο, ότι ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που η ίδια ήθελε, ότι ήθελε να είναι διαφορετική, αλλά δεν την άφηναν οι προκαταλήψεις του κύκλου που την περιέβαλε να ενεργήσει, ότι κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει κάτι λίγο ξεχωριστό, κάτι δικό της, η οικογένειά της τής έφραζε το δρόμο (μεγάλη σκλαβιά η οικογένεια). Μου ’πε ακόμη πως ήταν απογοητευμένη απ’ τους ανθρώπους γενικά, που θεωρούν σα δίκαιο μόνο το δικό τους…Τότε ήταν που έσκασε κι η βόμβα: “Μόλις γυρίσω στη Θεσσαλονίκη θα παντρευτώ μ’ ένα αξιωματικό του στρατού, στον οποίο έχει δώσει το λόγο του ο γέρος μου”.
Ένιωσα ολόκληρο τον από μέσα μου κόσμο να γκρεμίζεται σα χάρτινος πύργος, και τα κομμάτια του να σκορπούν σαν αναμνήσεις στον άνεμο. Μια μαύρη σκιά, σαν το θάνατο, σκέπασε την ψυχή μου. Παρέμεινα να την κοιτάω σαν αποβλακωμένος. Θα’ πρεπε να μιλήσω, να πω κάτι, αλλά τι; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι άκουσα εκείνα τα λόγια να βγαίνουν σα μαχαίρι και να με σφάζουν, απ’ τα μοναδικά χείλη που αγάπησα.
“Βαρέθηκα να με κατατρέχουν. Θα κάνω ό,τι θέλουν, φτάνει να με αφήσουν επιτέλους ήσυχη”, είπε σε λίγο σπώντας τη θανατερή σιωπή. Κι εγώ απορημένος, αγανακτισμένος, διάβαζα με πόνο στο πρόσωπό της την απόλυτη εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη του ονείρου, της χαράς, της ζωής. Ανταριασμένος άρχισα να καταριέμαι τον κόσμο τούτο, για τους χίλιους, μύριους τρόπους που βρίσκει για να σκοτώνει τα παιδιά του.
Καθώς η εξομολόγησή της συνεχιζόταν, την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, φοβόμουνα μη μου φύγει. Τη φιλούσα στα μαλλιά, της στέγνωνα τα δάκρυα που φαίνονταν να ρέουν απ’ το πιο βαθύ της θλίψης πηγάδι. Καθόμασταν σε κάποιο παγκάκι, σε μια από τις πολλές μικρές πιάζας της πόλης, και γύρω μας επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Λες κι ο χρόνος εκείνες τις στιγμές είχε σταματήσει. Λες κι ο μοναδικός ήχος που μπορούσε να ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη, ήταν το τραγούδι των λυγμών της.
Αγκαλιασμένοι, αγαπημένοι, με δάκρυα στα μάτια και πόνο στην ψυχή, είδαμε το θανατηφόρα μαύρο χρώμα τ’ ουρανού να ξεβάφει, και να δίνει τη θέση του στον ορίζοντα, σ’ ένα ελαφρύ στην αρχή, αλλά όλο και πιο έντονο στη συνέχεια, ροζ μοτίβο. Τότε, αφήσαμε το παγκάκι μας, που είχε τώρα μια ακόμη ιστορία να θυμάται, και πήγαμε στην πανσιόν. Εκεί ολοκληρώσαμε με δέκα χρόνια καθυστέρηση, το μεγάλο μας έρωτα.
Πόσο γλυκειά κι αδύνατη φάνταζε, έτσι εκτεθιμένη, μέσα στη ζεστή αγκαλιά μου! Πόσο απροστάτευτη! Αυτή, που κάποτε ήταν σωστό αγρίμι, δυνατή, αποφασισμένη για όλα, έτοιμη να σαλπάρει με καράβι την τρέλα και να κατακτήσει τον κόσμο όλο. Πόσο μας αλλάζουν, πόσο μας φθείρουν, πόσο σκοτώνουν την ψυχή και τα όνειρά μας ο χρόνος και οι άλλοι ανθρώποι!
Φύγαμε από την πανσιόν αγκαλιασμένοι, αμίλητοι, τυλιγμένοι μέσα στο ανάλαφρο μαγικό πέπλο της πρόσκαιρης ευτυχίας. Τη συνόδευσα μέχρι το σταθμό της Σάντα Λουτσία. Θα ’παιρνε το τρένο για την Αγκώνα και μετά καράβι για την Ηγουμενίτσα, ενώ εγώ θα πετούσα για Βεγγάζη, μέσω Ρώμης, για μια διάσκεψη αραβικών κρατών. Η ζωή μας έστελνε και πάλι σε δρόμους μοναξιάς, διαφορετικούς.
Αποχαιρετώντας με μου χάρισε το πιο γλυκό της φιλί, το πιο υπέροχο χαμόγελο. “Σε δέκα χρόνια λοιπόν;”, ρώτησε, αλλά δεν περίμενε να πάρει απάντηση, αφού ήδη τη γνώριζε. Τα θλιμμένα μάτια, το βεβιασμένο χαμογέλο, οι νευρικές κινήσεις, τα έλεγαν όλα. Σε δέκα χρόνια! Παρέμεινα στο σταθμό, μέχρι που είδα το τρένο να φεύγει και σιγά σιγά να χάνεται από τα μάτια μου, παίρνοντας μαζί του ό,τι πιο πολύτιμο είχα - μα δεν είχα - στη ζωή μου.

Μετά την επιστροφή μου από τη Λιβύη παραιτήθηκα από την εφημερίδα. Αισθανόμουνα άσχημα με τον εαυτό μου. Είχε περάσει πάρα πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που “έκανα επανάσταση μόνος στο δωμάτιό μου”. Μάζεψα λοιπόν όλες τις οικονομίες μου, πούλησα όσα - όσα τα λιγοστά προσωπικά μου αντικείμενα και το’ ριξα στα ταξίδια. Έπαιρνα μεγάλα ρίσκα γιατί πάντα μου άρεσε να πέφτω με πάταγο. Αίγυπτος, Ινδία, Πακιστάν, Αυστραλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία… Ήμουνα αλήτης και χαιρόμουνα εκείνη την απόλυτη ελευθερία της έλλειψης προορισμού.
Κάποτε όμως γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα αναγεννημένος. Βρήκα αμέσως δουλειά σ’ ένα κινηματογράφο σα βοηθός οπερατέρ. Σαν έμαθα τη δουλειά μ’ αφήσανε μόνο. Ήμουν μοναχός σ’ ένα σινεμά γιομάτο κόσμο, και το απολάμβανα.
Τίποτα όμως στη ζωή μου δεν κράτησε ποτέ πολύ. Κάποιο βράδυ, δυο χρόνια μετά, κι αφού είχα ήδη βαρεθεί κι αυτή τη δουλειά, είδα την πομπίνα με την ταινία να πέφτει απ’ τη μηχανή προβολής και να κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Είχα ξεχάσει να κλείσω μια μικρή ασφάλεια, ένα λάθος ασυγχώρητο. Αρκετά μέτρα ταινίας καταστράφηκαν, η παράσταση έμεινε στη μέση, μέχρι να μοντάρω και πάλι τα δύο μη καταστρεμμένα άκρα, κι άκουσα τη μεγαλύτερη ποικιλία βρισιών που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Καλά, ακόμη διερωτούμαι, τόσο πολύ τους πείραξε το ότι θα έβλεπαν δέκα λεπτά λιγότερα από το “Pulp Fiction”; Τι σου είναι ο άνθρωπος! Πάντα έλεγα ότι ήμουνα ευσυνείδητος υπάλληλος. Έτσι, μετά από όλ’ αυτά, αποφάσισα να παραιτηθώ για λόγους… ευθιξίας.
Μετά απ’ την παραίτηση αποφάσισα ότι η Αθήνα ήτανε πολύ μεγάλη για μένα, και πολύ θορυβώδης. Νέφος, φασαρία, φραπέ. Μπούχτισα. Έτσι προτού αλέκτωρ λαλήσει, πήρα τα ομάτιά μου και κίνησα για το Ρέθυμνο. Βρήκα δουλειά σ’ ένα ξενοδοχείο. Δούλευα τα βράδυα, και έμενα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που μου παραχώρησαν τα αφεντικά - καλά γεροντάκια. Έτσι τα έξοδά μου ήταν ελάχιστα.
Για τρία ολόκληρα χρόνια παρέμεινα εκεί, γνωρίζοντας κόσμο και κοσμάκη - περισσότερους γαλλογερμανούς παρά έλληνες. Ανάμεσά τους ήταν και η Χλόη, μια γερμανίδα που ήρθε στην Ελλάδα με ώτο στοπ. Δούλευε σ’ ένα μπαράκι, για να τα κονομήσει λίγο και να συνεχίσει τις περιπλανήσεις της. Σχεδίαζε να πάει στην Ινδία, το Νεπάλ και τη Μπανγκόκ. Την άκουγα να μου μιλάει για τα σχέδιά της με τόσο ενθουσιασμό, που μονολογούσα: “ Αχ και να’ μουν 15 χρόνια νεώτερος ”. Αλλά δεν ήμουν. Ήμουνα 38 τόσων χρόνων - φωτιά στα μπατζάκια μου - είχα ήδη υποβάλει μια ακόμη μεγαλοπρεπή παραίτηση, και σε λίγες βδομάδες θα βρισκόμουνα στη Βενετία.
Παρασκευή βράδυ, της πρώτης βδομάδας του Αυγούστου, έφυγα απ’ το Ρέθυμνο. Σάββατο βράδυ βρέθηκα πάνω σε ένα καράβι που εκτελούσε τη γραμμή Πάτρα - Μπρίντιζι. Τέσσερις ολόκληρες βδομάδες περιπλανήθηκα στην Ιταλία: Σικελία, Καζέρτα, Πεσκάρα, Ρώμη, Ασίζη, Φλωρεντία, Μιλάνο, Μπολώνια. Στη Μπολώνια επισκέφθηκα και μια φίλη μου απ’ τα παλιά, τη Γιώτα. Η κακομοίρα προσπαθούσε εδώ και κάτι αιώνες να γίνει γιατρός. Η καταγωγή της ήταν απ’ το Αίγιο, γεγονός που δικαιολογεί και τους μετέπειτα σεισμούς. Πάντα διακρινόταν για τα φιλοζωικά της αισθήματα και όπως μου εξομολογήθηκε τότε, για τρία χρόνια περίμενε τη στείρα γάτα της να γεννήσει. Την άφησα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη…Ακριβώς, επειδή την άφησα.

Το πρώτο Σαββατοκυρίακο του Σεπτέμβρη βρέθηκα στη Βενετία, στην ίδια πολυαγαπημένη πανσιόν, που δέκα χρόνια πριν είχε φιλοξενήσει τον έρωτα, και τη μοναξιά μας. Είχα φτάσει πρώτος. Πήρα ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο, ανέβηκα πάνω και την περίμενα. “ Όπου να’ ναι θα’ ρθει ”, καθησύχαζα τον εαυτό μου, καθώς η αγωνία μου σιγόκαιε τα σωθικά.
Σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Φωτεινή τρόμαξα να την αναγνωρίσω. Είχε γίνει λεπτή σα βέργα, τα μάτια είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους, το πρόσωπό της μου φάνηκε χλωμό, εγκαταλειμμένο από ζωή, τα τόσο πλούσια άλλοτε μακριά της μαλλιά ήτανε τώρα άτσαλα κομμένα στο ύψος του ώμου. Όχι, αυτή δεν ήταν η Φωτεινή που ήξερα. Όχι η Φωτεινή μου. Ήταν η σκιά του παλιού καλού της εαυτού, εκείνου που αγάπησα, μα σκότωσε ο χρόνος.
Προτού προλάβω καλά καλά να συνέλθω απ’ την έκπληξη, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να κλαίει. Όλο της το είναι φαίνονταν να υποφέρει, συνταραζόταν απ’ τους λυγμούς, κι εγώ, σα σιωπηλός παρηγορητής την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, την κουνούσα πέρα δώθε σα με πατρική στοργή, ένιωθα, ζούσα τον πόνο της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον απαλύνω. “ Θεέ μου, πόσο πολύ θα έχει υποφέρει τα δέκα αυτά χρόνια! ”, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα απ’ τα μάτια μου. Κάτι σαν παρηγοριά για τον παρηγορητή.
Σαν πέρασε το πρώτο ξέσπασμα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε βαθιά μες στα μάτια, μ’ ένα τόσο πονεμένο βλέμμα, που ένιωσα την καρδιά μου μεμιάς να ραγίζει. “ Τι… ”, δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Το ικετευτικό της βλέμμα μου επέβαλε τη σιωπή.
Με τα τρεμάμενα λεπτά της δάκτυλα, άρχισε να ψαχουλεύει, να εξερευνά το πρόσωπό μου, σα να έψαχνε σ’ αυτό τα σημάδια του χρόνου. Πόσο αγαπούσα τότε, κάποτε, εκείνο το κορίτσι! Πόσο αγαπούσα τώρα αυτή τη γυναίκα! Έσφιξε το πρόσωπό μου στα αδύναμα χέρια της, το τράβηξε κοντά στο δικό της. Άρχισε να με φιλά με τόσο πολύ πάθος, με τόση δίψα. Έκπεμπε κάποιου είδους ενέργεια, ενέργεια που φαίνονταν να είχε καταπιέσει μέσα της τα τελευταία δέκα χρόνια. Ναι, αυτή ήταν η Φωτεινή μου, το αγρίμι μου, της ψυχής μου το άλλο μισό, το εγώ μου. Με φιλούσε και δάκρυζε, αυτή τη φορά - μου φάνηκε - από ευτυχία.
Αργότερα, σα βγήκαμε για να περπατήσουμε και πάλι στα γνωστά της αγάπης δρομάκια, να σεριανίσουμε με γόνδολα μες απ’ τα φημισμένα κανάλια, να γελάσουμε κάτω απ’ τη Γέφυρα των Στεναγμών, να δειπνήσουμε στο φως των κεριών με μουσική και κρασί… Τότε, γίναμε και πάλι παιδιά. Εκείνες τις ώρες έπαψα να είμαι ένα από τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας, κι εκείνη δεν ήτανε πια μια δυστυχισμένη γραμματέας - νοικοκυρά. Ήμασταν και πάλι εκείνα τα ανώριμα, αθώα παιδιά, που είκοσι χρόνια πριν έδιναν την πιο τρελή υπόσχεση.
Τελικά, η αγάπη ίσως να μην πεθαίνει ποτέ. Η αληθινή αγάπη.
Τις δυο εκείνες μέρες, μου ’πε τα πάντα για τη ζωή της, για τη δυστυχία της. Σα βρισκόταν στο σπίτι με τον άντρα της ένιωθε φυλακισμένη, καταπιεσμένη. Δεν τον αγαπούσε, δεν ήθελε να μένει μαζί του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αλλάξει τα δεδομένα. Δεν τη ρώτησα ποτέ “ γιατί; ”. Κάπνιζε πολύ. Έπινε ακόμη περισσότερο. Δεν είχε πια το θάρρος να αντιμετωπίσει τη ζωή. Όλα της τα όνειρα είχαν μείνει όνειρα. Πως μπόρεσε να ανταλλάξει τα όνειρα με τη ζωή;
Προσπαθούσα να την παρηγορήσω, να της δώσω κουράγιο, να της ζωντανέψω τα όνειρα και τις ελπίδες της, ξεχνώντας πως οι μάταιες ελπίδες γεννάνε μονάχα περισσότερο πόνο. Λόγια… Λόγια που λέγονται, μόνο και μόνο για να το σκάσουν ευθύς απ’ το παράθυρο, μαζί με τον αγέρα.
Με άκουγε μονάχα. Εκείνη δε μιλούσε. Μόνο σα σώπαινα μου ’λεγε, πως την ενδιέφερε μονάχα εκείνη η μία και μοναδική στιγμή που ’ταν μαζί μου, ευτυχισμένη. Για μια φορά στα δέκα χρόνια, αληθινά ευτυχισμένη. Τα μάτια της μου ’λεγαν πως ήταν η αλήθεια, κι εγώ τα ’βαζα κρυφά, μέσα μου, με τον εαυτό μου: “ Γιατί εγώ να κάνω ό,τι θέλω στη ζωή κι αυτή να είναι δυστυχισμένη; Τι έχει κάνει για να της αξίζει μια τέτοια τύχη; Και τι έχω κάνει εγώ, για να μου αξίζει μια τόσο καλύτερη; ”.
Δεν της μίλησα γι’ αυτά που σκεφτόμουνα. Το μόνο που θα της πρόσφερα ήταν μια σταγόνα ακόμη πόνο, κι είχε ήδη πονέσει αρκετά, η ψυχή της είχε ματώσει. Απολαύσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε την ευτυχία που βρισκόταν εκεί και μας προσφερόταν απλόχερα. Αδράξαμε το χρόνο και δεν αφήσαμε στιγμή να πάει χαμένη. Λες και η κάθε στιγμή που περνούσε θα ’ταν η τελευταία. Ανανεώσαμε τον έρωτα και την υπόσχεσή μας, κόντρα στο χρόνο, κόντρα στις περιστάσεις και την επερχόμενη φθορά.
Της πρότεινα να ταξιδέψουμε για λίγο μαζί στην Ελλάδα, αλλά αρνήθηκε. Μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Τη συνόδευσα και πάλι, όπως δέκα χρόνια πριν, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία. Για μια ακόμη φορά σ’ όλη τη διαδρομή, παραμείναμε σιωπηλοί. Ανταλλάξαμε της αγάπης τις τελευταίες ματιές, του έρωτα το στερνό παθιασμένο φιλί. Την είδα να μου κουνάει το χέρι με θλίψη σε αποχαιρετισμό, καθώς το τρένο ξεμάκραινε με το είδωλό της. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Τα χρόνια πέρασαν, και στα σαράντα κάτι μου, με βρήκε μια μικρή κληρονομιά, που αν τη διαχειριζόμουνα σωστά θα μου επέτρεπε να αφυπηρετήσω δια παντώς. Να κάτσω δηλαδή στα βραστά μου και να ζω από τους τόκους. “ Θα περάσω όλα τα χρόνια που μου απομένουν, παρέα με το κρασί, θυμούμενος τις παλιές μου δόξες ”, σκεφτόμουνα, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Δεν ήξερα τότε πως η Φωτεινή, η Φωτεινή μου, η μόνη γυναίκα που αγάπησα στ’ αλήθεια στη ζωή μου όλη, είχε πεθάνει από καρκίνο. Έτσι ήμουνα για μια ακόμη φορά συνεπής, στο βενετσιάνικο ραντεβού μας. Στο καφέ Φλοριάν θα γινόταν αυτή τη φορά η συνάντηση. Μόνο, που το βρήκα έρημο, κλειστό. Καθόμουνα στα σκαλοπάτια, χαζεύοντας τους τουρίστες, όταν είδα μια νεαρή πανέμορφη γυναίκα να με πλησιάζει. “Ο κ. Γιώργος; ”, ρώτησε. “ Ναι ”, της αποκρίθηκα, ξαφνιασμένος. Τότε, μου’ δωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα. Ήταν ένα γράμμα από τη Φωτεινή μου. Το είχε γράψει λίγες μέρες προτού ξεψυχίσει. Έλεγε, πως… μπροστά μου στεκόταν, η 19χρονη κόρη μας.
Ο έρωτάς μας είχε αφήσει πίσω το σημάδι του...
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ...

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Για πάντα μαζί

Είχαν κι αυτοί κάποτε πει εκείνη την ηλίθια ατάκα, Για πάντα μαζί, και την πίστεψαν. Και οικτρά διαψεύσθηκαν. Τους διέψευσε η ζωή, προδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όταν, όμως, έλεγαν αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις, τις τόσο οριστικές και βαρυσήμαντες, τις εννοούσαν, τις εννοούσαν απόλυτα. Γιατί να μην ήταν για πάντα μαζί άλλωστε, από τη στιγμή που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος; Γιατί να μην έμεναν για πάντα μαζί, για πάντα ένα, από τη στιγμή που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο; Γιατί να μην έκαναν μαζί τα όνειρά τους πραγματικότητες;
Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντήθηκαν όλα έδειχναν πως ο καθένας βρήκε στον άλλο τον προορισμό του. Οι πρώτοι μήνες της κοινής τους ζωής κύλησαν γρήγορα, σαν ένα ρυάκι μ’ ακύμαντο νερό, μέσα στις χάρες και τις χαρές του έρωτα, μέσα στην αρμονία των κορμιών. Δέθηκαν μεταξύ τους σα σε σανίδα σωτηρίας, κι ας μην ήταν -φαινομενικά- η απόγνωση το κυρίαρχο στοιχείο στην ένωσή τους. Η Νάντια του πρόσφερε την αγάπη, τη ζεστασιά και θαρρώ εκείνη την τυφλή λατρεία που εκείνος πάντοτε αναζητούσε. Ο Λευτέρης της χάρισε την τρέλα του, την ιερή του τρέλα, μια τρέλα που της έδινε φτερά, αλλά και κάποια ανέλπιστη ασφάλεια, αφού ένιωθε ότι όσο ήταν κοντά του κακό δε θα μπορούσε να τη βρει, καμιά θλίψη να την αγγίξει.
Όσο περνούσε ο καιρός το πρώτο πάθος και η φωτιά του πόθου δεν έλεγαν με τίποτα να υποχωρήσουν. Κάθε στιγμή που περνούσε, κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε να είναι να είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη γι’ αυτούς τους δυο. Ο έρωτάς τους φαίνονταν να μεγαλώνει, να γιγαντώνεται, ώρα με την ώρα, να αποκτά όλο και πιο γερές, όλο και πιο ακατάλυτες βάσεις. Η σχέση τους έμοιαζε με μια από κείνες που απλά είναι πολύ καλές για να ’ναι αληθινές.
Ως πότε, όμως, θα κρατούσαν οι καλές μέρες; Ως πότε θα ζούσαν σ’ ένα όνειρο; Ως πότε θα μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι στη δική τους παραμυθοχώρα; Θα μπορούσαν να μείνουν Για πάντα μαζί όπως είχαν υποσχεθεί; Όλα έδειχναν πως ναι, θα έμεναν μαζί, αφού ποτέ δεν τσακώνονταν, ποτέ δεν έβαζε τις φωνές ο ένας στον άλλο, ποτέ δεν κορόιδευε ο ένας τον άλλο και ποτέ δεν είχαν σκηνές ζηλοτυπίας, κι ας ξόδευαν πολλή χρόνο χώρια, κάνοντας διαφορετικά πράγματα, έχοντας διαφορετικούς φίλους.
Αλλά, όσο κι αν όλα μοιάζουν ρόδινα στο σήμερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει αύριο η ζωή. Έτσι, κάποτε η Νάντια θα γνώριζε κάποιον άλλον άντρα, κάποιον που θα της προσέφερε όλα όσα κάποτε ονειρευόταν -χρήμα και δύναμη κι ασφάλεια περισσή- γι’ αυτό και θα τον ερωτευόταν, ξεχνώντας όλους τους όρκους της, τις ανεκπλήρωτές της υποσχέσεις. Και τώρα; Και τώρα πώς θα έβρισκε το κουράγιο να πει στον Λευτέρη την αλήθεια;
Αργεί! Αργεί πολύ να του αποκαλύψει την προδοσία της. Κι όταν το κάνει, εκείνος στην αρχή γελάει, το παίρνει για ένα αστείο – κακόγουστο είν’ η αλήθεια, αλλά αστείο. Ωστόσο εκείνη επιμένει. Τέλειωσαν όλα, του λέει, κι εκείνος καταλαβαίνοντας επιτέλους ότι δεν τον κοροϊδεύει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του, τα όνειρα και τις προσδοκίες μιας ζωής να γίνονται καθρέφτης που πέφτει με πάταγο και θρυμματίζεται σε χιλιάδες κομμάτια. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Σε τι σε απογοήτευσα; Τι σου έλειψε; τη ρωτά απεγνωσμένα, αλλά δεν παίρνει τις απαντήσεις που ζητάει. Τη βλέπει μόνο να απομακρύνεται από κοντά του δακρυσμένη, σχεδόν τσακισμένη, με βήμα αργό αλλά αποφασιστικό.

Μετά το χωρισμό ο Μανόλης καταντά ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένα σκουπίδι της ζωής. Όσο σκληρά κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που του έχει συμβεί. Και της θλίψης τα ερωτηματικά πάνε κι έρχονται και τυραννάνε την ύπαρξή του. Η Νάντια ήταν η ζωή του όλη, της τα έδωσε όλα, πήρε πολλά από αυτήν. Γιατί τον παράτησε; Γιατί; Αφού ήταν η ιδανική του σύντροφος. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του και ήταν σίγουρος πως τον αγαπούσε κι εκείνη βαθιά και αμετάκλητα – αυτό βέβαια, μέχρι που ξύπνησε στο λάθος του, μέχρι γεύτηκε την πλάνη του και τιμωρήθηκε βαριά γι’ αυτήν.
Ο χρόνος που περνάει δε μοιάζει καθόλου να τον βοηθάει να επουλώσει τις πληγές. Το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να τις κάνει όλο και πιο επώδυνες. Παρατά τη δουλειά του, που έτσι κι αλλιώς δεν γούσταρε, δε βλέπει πια τους φίλους, σταματά ακόμη να ασχολείται και μ’ εκείνα που κάποτε του έδιναν τη μεγαλύτερη χαρά, τα βιβλία. Μένει κλεισμένος ολημερίς στο σπίτι και στις σκέψεις του που αιμορραγούν. Κι όλο πίνει κόκκινο κρασί που πάντοτε καταφέρνει να κάνει χειρότερο -αφόρητο- τον πόνο. Μέρα και νύχτα στα μεθυσμένα του γιατί μάταια ψάχνει να βρει τις απαντήσεις. Για πάντα μαζί κάποτε του είχε πει και τον ανέστησε. Για πάντα μαζί, θυμάται τώρα κι αργοπεθαίνει. Το βλέμμα του έχει για τα καλά ραγίσει, τα μάτια μείναν άνυδρα, δεν μπορεί καν πια να δακρύσει. Έρχεται το χθες, ανάμνηση οδυνηρή, και ξυπνά μέσα του την οργή και μια γλυκιά μελαγχολία, για τους καταπατημένους όρκους, για τη σκοτωμένη αγάπη. Όχι, το τέλος δεν μπορεί να είναι μακριά!

Πηγαίνει αξημέρωτα και στήνει καρτέρι έξω απ’ το νέο σπίτι της αγαπημένης. Όταν μετά από πολλή ώρα τη βλέπει να βγαίνει απ’ την εξώπορτα την πλησιάζει, γοργά, αποφασιστικά. Γεια σου Νάντια, της λέει μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο που ξεχειλίζει από απελπισία κι αγάπη και της καρφώνει το στιλέτο στην καρδιά. Δεν την αφήνει να πέσει χάμω. Την κρατά στην αγκαλιά του σφικτά, με πάθος, μέχρι να ξεψυχήσει. Το αίμα της, υγρή μαρτυρία, καταβρέχει τα ρούχα του, την ύπαρξή του όλη. Βάζει το χέρι του στην πληγή και με το δάχτυλο κλέβει σταγόνες απ’ το ροδοκόκκινο νερό της ζωής. Αρχίζει να γράφει κάτι στο σκαλοπάτι, αργά, προσεκτικά, κι όταν τελειώνει, αφαιρεί το στιλέτο απ’ το στήθος της αγαπημένης και το χώνει στη δική του καρδιά. Τώρα, είναι ξαπλωμένοι πλάι πλάι, ακουμπώντας ο ένας τον άλλο και μοιάζουν να χαμογελούν. Τρεις λέξεις, σα φωτοστέφανο από αίμα, χαϊδεύουν τα κεφάλια τους, τους χαρίζουν μια άγρια, απόκοσμη ομορφιά: Για πάντα μαζί!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Το μυστικό

Ειρήνη μου,
Ψυχή μου! Δε σου έγραψα ποτέ, όσο επίμονα κι αν το ζητούσες αυτό, ένα γράμμα τον καιρό που ήμασταν μαζί, που ήμασταν ένα, μα να που σου γράφω τώρα που έφυγες. Για πάντα. Σου γράφω, αλλά δεν είμαι σίγουρος, δεν ξέρω τι να σου πω! Ή, ίσως ξέρω: μια μεγάλη συγγνώμη. Αυτή σου τη χρωστώ.
Δύσκολη πολύ, ώρες-ώρες αβάστακτη, μοιάζει η ζωή μου δίχως την παρουσία σου να την ομορφαίνει, καλή μου. Μια ζωή λειψή, μισή, χωρίς χρώματα και δίχως γαλήνια συναισθήματα, θεσπέσιες μουσικές. Κοιτώ κάθε μέρα-όλη μέρα τις φωτογραφίες σου, χαϊδεύω νοητά τα βαθιά χαραγμένα απ’ τα πολλά δάκρυα του χρόνου μάγουλα και σου ανακατεύω τρυφερά τα ξανθά σου τα μαλλιά. Προσπαθώ να σε νιώσω όσο γίνεται πιο πολύ κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, τώρα που είσαι τόσο μακριά. Προσπαθώ να αναδημιουργήσω μέσα από τις πλούσιες ψυχικές μου αναμνήσεις, με τα λιγοστά υλικά ενθύμια που μου άφησες, την εικόνα σου σε τούτο εδώ το χώρο, τον ξεχωριστά μοναδικό, τον ολόδικό μας, που τόση αγάπη και πάθος και πίκρα και πόθο γνώρισε.
Πίστευες στη μοίρα, την ιερή ετούτη πόρνη, θυμάσαι, Ειρήνη; Πίστευες βαθιά στη δόλια και ήσουνα σίγουρη πώς αυτή θέλησε να μας ενώσει τόσο πολύ, τόσο νωρίς, τόσο γερά, και η ίδια εκείνη ήταν που αποφάσισε να μας χωρίσει, τόσο γοργά, τόσο σκληρά και αμείλικτα. Σ’ αυτό συμφωνώ και ταυτόχρονα διαφωνώ μαζί σου, καρδιά μου. Η μοίρα όντως μας ένωσε, αλλά οι άνθρωποι ήταν που μας χώρισαν. Οι άνθρωποι κι η πονεμένη, η ματωμένη σου ψυχή. Αν δεν υπήρχε το μίσος, κι η άγνοια, κι η τύφλα, κι η μικρότητα των ανθρώπων θα ήμασταν ακόμη μαζί. Αν δεν υπήρχαν όλα τα πιο πάνω δε θα πληγωνόσουνα τόσο. Δε θα περνούσες από την κόλαση στον παράδεισο στην αρχή, κι από τον παράδεισο στην κόλαση μετά.
Μου λένε οι φίλοι -τους ξέρεις δα- μου λένε λόγια βαρυσήμαντα, βαρυστόχαστα και παρηγορητικά μεγάλα. Μου λένε πώς ο κόσμος δεν τελειώνει σε μια γυναίκα, σε μια οποιαδήποτε γυναίκα, πώς η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτη την πορεία της και σύντομα θα την αγαπήσω ξανά, πώς ο έρωτας δε θα αργήσει και πάλι να μου κτυπήσει την πόρτα. Μου λένε... Μου λένε... Μα, διάολε, τι ξέρουν αυτοί; Τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουν. Δεν αγάπησαν ποτέ τους -αλλά ούτε κι αγαπήθηκαν- όπως εμείς, δεν πόνεσαν όσο εμείς, δε χάρηκαν ούτε τις μισές μας στιγμές, ποτέ τους δεν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο τίμιο απ’ όλους τους αγγέλους, τον αρχάγγελο του θανάτου.
Όχι, Ειρήνη μου. Όχι, δε λέω ότι έζησα, ότι υπέφερα όσο εσύ, ψυχή της ψυχής μου. Απλά λέω ότι μέσα από την αγάπη μου για σένα ο πόνος σου έγινε κάπου και δικός μου, το συνταρακτικό σου δράμα το βίωσα έστω λιγότερο οδυνηρά κι ο ίδιος. Κι αυτό κάποια βράδια ασυγχώρητα μοναχικά, σε μια κάμαρα κλειστή, σκοτεινή και λυπημένη. Σ’ αγάπησα, σ’ το λέω τώρα που είν’ αργά, σ’ αγάπησα τόσο πολύ, τόσο απόλυτα, που όταν μου είπες ότι αποφάσισες να φύγεις ένιωσα το μέσα μου ν’ αδειάζει από ζωή, την καρδιά μου να χαράζεται με νοητικά μαχαίρια ακονισμένα αμείλικτα.
Ωστόσο, θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πώς δεν το περίμενα, ότι δεν το προαισθανόμουν. Όλα! Όλα όσα έκανες κι έλεγες κι υπονοούσες, το λυπημένο ύφος με το οποίο με κοιτούσες, ο τρόπος που με έκλεινες ασφυκτικά στην αγκαλιά σου, το πάθος, ο πόθος κι ακόρεστη δίψα του έρωτά σου. όλα μου φώναζαν πώς το τέλος ήταν κοντά -το έβλεπα να ξεπροβάλλει απ’ τη γωνία- ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε έχανα. Όμως, δεν ήθελα, αρνιόμουνα πεισματικά, ν’ ακούσω τις κραυγές εκείνες της απόγνωσης. Είχα μονάχα αυτιά για της ψυχής μου τους ψίθυρους, που ήταν όλοι για σένα. Είχα μάτια μόνο για την καθαγιασμένη σου μορφή, που γέμιζε τον κόσμο ολάκερο με ομορφιά και θλιμμένη συμπόνια.
Τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες ώρες που ζήσαμε μαζί, τις στερνές ανάσες που μοιραστήκαμε θα τις θυμάμαι μέχρι της ζωής μου το κοντινό ή απόμακρο τέλος, θα τις κρατήσω σα δώρο πολύτιμο και σα φυλακτό, και πάντα, μα πάντα, θα τις αναλογίζομαι με χαμόγελο και κρυφή περηφάνια. Περηφάνια για το πολύ -μα τόσο σύντομο- που ζήσαμε, για τη θεϊκή τύχη που είχα να σε συναντήσω.
Και μη φοβάσαι, καρδιά μου. Μη φοβάσαι καθόλου. Δε θα παραβώ την τελευταία εντολή, τη στερνή σου την παράκληση. Δε θα προδώσω ποτέ το μυστικό μας, το φοβερό μας μυστικό. Θα υπομείνω. Θα υποφέρω αφάνταστα μέσα μου, αλλά θα το κρατήσω. Κανείς δε θα μάθει απ’ τα δικά μου χείλη την πικρή αλήθεια. Σε κανένα δε θα πω ότι εγώ σε σκότωσα. ότι εσύ η ίδια με παρακάλεσες να το κάνω εκείνη την παγωμένη νυχτιά στο κάστρο, κι εγώ απλά υπάκουσα. Όχι, δε θα το πω σε κανένα. Αυτό θα είναι το μυστικό μας, το μονάκριβο δικό μας μυστικό. Για τώρα και για πάντα. Ακριβώς όπως κι η αγάπη μας.
Σου στέλνω ένα αέρινο φιλί, σαν υπόσχεση και σαν πεθυμιά.

Ο Μιχάλης σου

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Η θυσία

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα. Δίχως αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουνα σκέφτεται, καθώς βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα γαλήνιο την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω από τα πόδια του, καθώς θαυμάζει το ξεβαμμένο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια είναι η ζωή του, ή μάλλον ήταν, αφού ετούτο δα θα είναι το στερνό του.
Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν τα μάτια στον κόσμο τον απτό, του θυμίζουν χαμόγελα παλιά και εμπειρίες μοναδικές. Όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά απλά όμορφη. Πολλά έζησε, πολλά έκανε, σε πολλά μέρη πήγε. Κάποτε γνώρισε κι εκείνο το μεγάλο έρωτα, τον ονειρικό, που όμως δεν κράτησε για πολύ. Ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε στο διάβα του, παίρνοντας εκείνη στον άλλον κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα.
Ωστόσο, επιβίωσε. Και συνέχισε να ζει όπως-όπως, λίγο λειψά, λίγο θλιμμένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σαν δώρο θεού έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Όνομα μαγικό, σαν και την ίδια. Αυτή τον έφερε πίσω στο φως με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή.
Από την ημέρα που γεννήθηκε της δόθηκε, της αφοσιώθηκε με την ψυχή του όλη. Λες και στο λευκό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα δάκρυά της αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε.
Και τα χρόνια πέρασαν. Κι η μικρή άρχισε να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, να ψευτοχορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο. Μα για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα ήταν η αγαπημένη του. Και ούτε για μια στιγμή δεν ξέχασε την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, κάποια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη, μέσα στο παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να πει το όνομά του: Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι στη δίνη της αρρώστιας.
Τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δεν θα την αφήσει να της περάσει αυτή τη φορά, θα επιβάλει το δικό του νόμο, το δίκαιο. Εσύ έζησες πολλά, Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του κι ας μην το πολυπιστεύει αυτό. Εσύ έζησες πολλά, τώρα είναι η σειρά της.
Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του, την κοιτάει για ώρα πολλή, επίμονα, με βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στον άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, συνένοχος στη θλίψη του. Θα μπορούσε, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι -ένα όμορφο ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί του- και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου.
Χαϊδεύει το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, το φιλά στο μέτωπο από χαρτί απαλά, αναπνέει πάνω σ’ αυτό την τρυφερότητά του, το αποχαιρετά: αντίο, Μαγιούλα μου, και σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, βάζει εκείνο το πλάνο από μια αλλοτινή, χαρούμενη ζωή, και σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά με θαυμασμό.
Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και παίρνει να κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το βουνό. Σε μια στροφή χάνει, ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, τον έλεγχό της, χτυπάει με βία σ’ ένα κιγκλίδωμα κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να διακρίνεται ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του και αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά - εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει!
Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του απ’ την ασφάλεια ζωής θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στον εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που της χρειάζεται. Αρκετά για να αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, έκανε το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό; Η θυσία του δεν θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Ερωτευμένη

Είναι ερωτευμένη! Τρελά, αφόρητα ερωτευμένη. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε κάποτε να της συμβεί αυτό. Όχι. Ποτέ των ποτών. Τι έκφραση κι αυτή! Αλλά, εντάξει, τώρα πια όλα επιτρέπονται -ακόμη και τα ποτά των ποτών- τώρα που η ζωή της γέμισε φως, χαρά, αισιοδοξία, μα πάνω απ’ όλα ομορφιά. Μοναδική, ονειρική ομορφιά.
«Κανείς δε σε αγαπά γι’ αυτό που είσαι,» της είπε κάποτε ένας παλιός εραστής, αλλά αυτή, η κουτή, δεν τον πίστεψε. Κι έτσι συνέχισε να είναι ο εαυτός της. Συνέχισε να είναι για χρόνια και χρόνια ο ίδιος ατσούμπαλος, ανίδεος, αντικοινωνικός εαυτός. Και συνέχισε να κάνει τα ίδια λάθη -να πιστεύει δηλαδή η δόλια, ότι η ψυχή μετρά πιότερο απ’ την εικόνα, ότι η καλή καρδιά είναι πιο σημαντική από μια σέξι εμφάνιση. Και κάποτε έφτασε στα όριά της, η μοναξιά έκανε ματ, ματώνοντάς την. Και κάποτε είπε, ως εδώ και μη παρέκει. Και κάποτε μούντζωσε τη μούρη της στον καθρέφτη και δήλωσε, θα σε αλλάξω, θα σε κάνω μια θεά.
Πέρασαν μέρες, βδομάδες, μήνες, μέχρι να πετύχει τον στόχο της. Αγωνίστηκε με νύχια και με δόντια. Ακολούθησε δίαιτες εξαντλητικές, έμαθε τρόπους καλούς -της υψηλής κοινωνίας- συνήθισε να πίνει μόνο λευκό κρασί, ή μαρτίνι με εισαγόμενη ελιά, και να τρώει όλο και πιο λίγο. Έκανε και δυο-τρεις μικροεπεμβάσεις στο πρόσωπο και το κορμί και τώρα δείχνει και είναι τέλεια. Τέ-λει-α! Τώρα είναι έτοιμη να βγει έξω μ’ ορμή και να κατακτήσει τον κόσμο. Τώρα, τώρα θα τους δείξει όλους. Τώρα...
Πολλά σκέφτεται να κάνει τώρα, αλλά δε βιάζεται, καθόλου. Εξάλλου, τα δύσκολα πέρασαν, οι καλύτερες ημέρες είναι ήδη εδώ. Χαμογελά ηδονικά. Διατρέχει με τα δάχτυλα πόντο-πόντο το ξαναγεννημένο γυμνό της σώμα, που μοιάζει σαν ύμνος στην ίδια τη ζωή, χαϊδεύει με μάτια που λάμπουν από ανείπωτη χαρά όλη την ομορφιά του. Σαν άπιαστο όνειρο, σαν γυναίκα-ξωτικό, θα φαντάζει από δω και πέρα στα μάτια των αντρών που την έφτυσαν, των άκαρδων σκύλων που την υποτίμησαν – γι’ αυτό είναι πια σίγουρη. Ανυπομονεί! Ανυπομονεί πολύ να κάνει και πάλι την εμφάνισή της μπρος στα μούτρα τους, ανυπομονεί να δει τις αντιδράσεις τους, ανυπομονεί να τους χαρίσει ένα από τα ψεύτικα πλατιά χαμόγελά της, στα οποία έχει γίνει πια εξπέρ. Ανυπομονεί... Αρχίζει να ντύνεται σιγά-σιγά, νωχελικά, σχεδόν επιτηδευμένα. Με μαεστρία πολλή και προσοχή περισσή παίρνει να στολίζει το αγγελικό της κορμί με ρούχα καλόγουστα, ακριβά, από κάποιους ειδικούς της σύμβουλους επιλεγμένα. Ναι, τονίζουν τις καμπύλες της, αναδεικνύουν αυτά που κρύβουν. Και τα μαλλιά της, ολόμαυρα και λαμπερά και σαν μετάξι απαλά, δεν ξεχύνονται πια χείμαρροι στους ώμους, αλλά είναι μαεστρικά κτενισμένα, με τρόπο που να αναδεικνύουν του προσώπου την αμίμητη και γαλακτώδη χάρη. Μ’ ένα ανάλαφρο, σαν άνοιξη και έρωτα, άρωμα ραντίζει λίγο τα σωστά σημεία, τα αεροφιλικά, και είναι πλέον έτοιμη. Έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Όχι πως νοιάζεται και πολύ γι’ αυτόν, αφού τώρα έναν και μόνο έναν σκέφτεται. Τον πιο όμορφο. Τον πιο ξεχωριστό. Τον πλέον μαγικό. Εκείνον που ετούτη ακριβώς τη στιγμή αντικρίζει μ’ ένα βλέμμα φωτιά. Εκείνον που ερωτεύτηκε. Εκείνον που για πρώτη φορά και για παντοτινά αγάπησε. Τον καθρέφτη της!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Δεν τον ήξερε κανείς

Κάποιος είδε το σώμα του, το άψυχό του κορμί, να επιπλέει βρώμικο, παρατημένο, κάτω από μια πεζογέφυρα που ενώνει την οδό Πράι Σανί με την Τσιαροενράντ, πάνω από τον -πλούσιο σε νερά ποταμό- Μάε Ναμ Πινγκ, στην Τσιανγκ Μάι. Ήταν ένας άντρας ξανθός, μάλλον στα είκοσι και κάτι του, ευρωπαίος ή αμερικανός, που έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, προφανώς από ατύχημα, ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να επρόκειτο περί εγκληματικής ενέργειας, γι’ αυτό και η έρευνα για τα αίτια του θανάτου του θα συνεχιζόταν, μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Την επομένη έγινε και η απαραίτητη νεκροψία, που όμως δεν έριξε και πολλή φως στην υπόθεση. Ο ιατροδικαστής απλά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγμό, αφού το σώμα δεν έφερε κάποιες εκδορές ή κακώσεις, ενώ η καρδία του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση, σημειώνοντας –ωστόσο- ότι στον οργανισμό του ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.
Έτσι, η αστυνομία βγήκε αμέσως στους δρόμους, εκστρατεύοντας σε καραόκε μπαρς, εστιατόρια, νυχτερινά κλαμπς και μπυραρίες, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τουλάχιστον την ταυτότητά του.
Βλέπαμε όλη την ώρα τους ένστολους να πηγαίνουν και να έρχονται, να σαρώνουν πεζή και με μοτοσικλέτες τους τουριστικούς δρόμους της πόλης, το Μουνμουάνγκ, τον Τα Πάε και το Λόι Κρο, να μπαινοβγαίνουν εδώ κι εκεί και να κάνουν ερωτήσεις στους θαμώνες και το προσωπικό επιδεικνύοντας μια φωτογραφία αλλά εμείς, βαθιά και γλυκά βυθισμένοι στον όμορφο αλκοολικό μας κόσμο, δεν ξέραμε το γιατί. Θα το μαθαίναμε σύντομα, όμως, αφού εκείνη τη ζεστή κι υγρή νυχτιά, δύο αστυνομικοί θα κατέφθαναν και στο δικό μας στέκι.
Άρχισαν, λοιπόν, να ρωτάνε ένα-ένα τα άτομα του προσωπικού αν ήξεραν ποιος είναι, αλλά όχι, είπαν πως δεν τον είχαν δει ποτέ. Πλήρη και κατηγορηματική άγνοια για την ταυτότητά του δήλωσαν και οι θαμώνες. Μέχρι που ήρθαν σε μένα. Τον αναγνώρισα αμέσως, με την πρώτη ματιά, αλλά είπα το αντίθετο. Τους είπα ψέματα κατάμουτρα, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς καμία ενοχή. Το ένστικτό μου με οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση. Λυπάμαι, Πολ, αλλά είχες ήδη φύγει και το λιγότερο που χρειαζόμουνα ήταν μπλεξίματα με την αστυνομία, που δε φημίζεται δα και για τους καλούς της τρόπους. Στη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας μου με τους μπάτσους, ένιωθα μια κάποια ένταση, σα φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Κάποια από τα άτομα του προσωπικού με κοιτούσαν μ’ ένα έντονα διαπεραστικό, αλλά και φοβισμένο, θα έλεγα ύφος. Σύντομα θα μάθαινα το γιατί.

Την είδα να μπαίνει στο μπαράκι δυο-τρεις ώρες μετά, κι αμέσως τα κατάλαβα όλα. Σκισμένο φρύδι, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, μώλωπες στα χέρια – δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα, είπε. Δεν την πίστεψα, αφού απουσίαζε απ’ τη συλλογή των εκδορών της το περίφημο ταϊλανδέζικο τατουάζ, η πληγή δηλαδή στον αγκώνα. Θυμήθηκα ότι δυο μέρες πριν είχαν φύγει παρέα απ’ το μπαράκι. Θυμήθηκα ότι εκείνος ήταν μεθυσμένος. Θυμήθηκα ότι, λίγα μόλις λεπτά πριν, μου έλεγε πόσο πολύ μισεί τις πόρνες. Τότε γιατί έφυγε μαζί της;
Τα γεγονότα ήταν πια ξεκάθαρα στο νοτισμένο από αλκοόλη μυαλό μου. Της έριξα μια βιαστική ματιά, της χαμογέλασα πικρά, με μια δόση θλίψης, με λίγη κατανόηση και συνέχισα να παίζω μπιλιάρδο και να πίνω μπίρες με κάποιους άγνωστους φίλους, να αστειεύομαι και να την παρατηρώ, καθώς μιλούσε με τις φίλες της που δούλευαν εκεί. Όταν τελικά ξεκίνησα να φύγω ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει απαλά, αλλά αποφασιστικά στον ώμο. Γύρισα. Ήταν εκείνη. Ευχαριστώ, μου είπε. Δεν απάντησα. Τι να πω, άλλωστε; Έσκυψα το κεφάλι και κίνησα με βαρύ, αργόσυρτο βήμα, για το δωμάτιό μου. Για ν’ αποκοιμίσω τις τύψεις μου, για ν’ αλαφρύνω το βάρος που δίχως ποτέ να το θελήσω, ήρθε να μαυρίσει την ψυχή μου.
Λίγες μέρες μετά η υπόθεση -μια υπόθεση φόνου που χαρακτηρίστηκε τελικά ατύχημα- ουσιαστικά έκλεισε, αφού η αστυνομία βρέθηκε σ’ αδιέξοδο από τη στιγμή που, δεν τον ήξερε κανείς!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ