Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015
Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 1
Σάββατο 23 Μαΐου 2009
Οφθαλμόν αντί οφθαλμού
Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, έχει κλειστά τα μάτια και χαμογελά στο σκοτάδι. Πικρά! Χαμογελά με παράπονο και μια παράξενη γαλήνη για της ζωής το αχ, για τους τροχούς της τύχης, που μοιάζουν να ορίζουν την πορεία μας απ’ την πρώτη ανάσα μας μέχρι και την τελευταία.«Ποτέ δεν το περίμενα ότι θα έβρισκα μ’ αυτό τον τρόπο τον προορισμό μου, τον σκοπό στη ζωή, αλλά να που…»
Σκέφτεται αυτά που συνέβησαν, μελετά σιωπηλά τα γεγονότα που τον έφεραν μέχρι εκεί, αναλογίζεται το απρόοπτο, που τον έσωσε και τον καταδίκασε. Ένας άνθρωπος του πόνου ήταν πάντα, του πόνου, της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Και ήταν ένας άνθρωπος σκληρός, μα καλόκαρδος, καλόκαρδος όσο δεν έπαιρνε. Τα λάθη του πολλά, τα σωστά του περισσότερα. Αλλά, ακόμη κι αυτά τα πρώτα σαν σωστά τα βλέπει τώρα πια, καθώς η οργή μέσα του καταλάγιασε, καθώς το άδικο αυτού του κόσμου πλέον δεν τον αγγίζει.
Όλα άρχισαν χρόνια πριν, όλα άρχισαν πριν μερικές βδομάδες. Όλα άρχισαν και τέλειωσαν χθες και θα ξαναρχίσουν και θα τελειώσουν αύριο. Ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του ή μάλλον οι λέξεις δεν μπορούν να την αποδώσουν. Η στιγμή, μόνο ετούτη η στιγμή μετράει – η ώρα του απολογισμού.
Μετανιώνει για κάτι; Ίσως θα έπρεπε, αλλά όχι, δεν μετανιώνει. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, όπως ήταν γραμμένα σε κάποια βιβλία άγραφα. Δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Σκέφτεται. Σκέφτεται κάθε μέρα και όλη νύχτα, κάθε ώρα και ανά πάσα στιγμή αυτό που έκανε, πονάει πολύ, αλλά δεν μετανοεί. Κι ας πληρώνει τώρα ακριβά το τίμημα. Κι ας το πληρώσει και μετά, αν υπάρχει επόμενη ζωή, μια κόλαση ή ένας παράδεισος. Είναι έτοιμος. Είναι έτοιμος να σταθεί με πείσμα κι ηρεμία μπρος στον ύστατο κριτή και να του πει: είμαι ένοχος, έκανα το σωστό.
«Κατάντησες βλάσφημος», κακίζει τρυφερά τον εαυτό του κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ή ίσως και να είναι, αφού παρέβηκε τους νόμους, εκείνους των πιστεύω του, για να εφαρμόσει κάποιον άλλο νόμο, γραμμένο από τον ίδιο, αλλά σε μια πολύ πιο εκδικητική μορφή του θεό. Εφάρμοσε το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και θυσιάζοντας της ψυχής του τη σωτηρία απένειμε σκληρή δικαιοσύνη. Κι αυτό για ένα κορίτσι που καλά-καλά δεν ήξερε, για μια γυναίκα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Τριγυρνά στις σκέψεις του, κάνει κατάληψη στα όνειρά του, εκείνη η μικρή. Εκείνη η μικρή που έγινε γυναίκα με τη βία, που γνώρισε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, πριν προλάβει να δει τα χρώματά της. Αλλά, τουλάχιστον, τώρα εκείνη είναι καλά. Τώρα άρχισε να ζει. Η νέα ζωή είναι το δώρο που της χάρισε, η κατάληξή του το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει. Ένα πάρε-δώσε από όπου κανείς δεν βγήκε απόλυτα κερδισμένος, αφού οι πληγές είναι ακόμη νωπές, και για να γιατρευτούνε θα πρέπει να περάσουν ακόμη χρόνια πολλά, να χυθεί απ’ τις ψυχές τους κι άλλο αίμα.
«Αχ, κορίτσι μου», σκέφτεται κι αναστενάζει βαθιά, «σε έσωσα για να με σώσεις!» Ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Η δικιά του απόλυτη αλήθεια. Το έγκλημά του, το φονικό, στάθηκε η σωτηρία του. Γαλήνεψε τους μέσα του δαίμονες, δάμασε την οργή του, τον έκανε ένα καλύτερο άνθρωπο, κι ας ήτανε η καλοσύνη κάτι που δεν του έλειψε ποτέ.
Η Κατερίνα. Το Κατερινάκι του. Η μαύρη νεράιδά του! Ήρθε κοντά του κτυπημένη άγρια απ’ τους ανθρώπους και τη μοίρα, λυγισμένη, καταματωμένη, κι αυτός ανέλαβε να την αναστήσει, να της δείξει το άλλο πρόσωπο του φεγγαριού, να την κάνει να πιστέψει στον εαυτό της και να τη βοηθήσει ν’ αγαπήσει τον κόσμο αυτό, το μόνο απτό μα τόσο ψεύτικο. Και τα κατάφερε. Κι ύστερα ήρθαν οι ανθρώπινα κτήνη να τη διεκδικήσουν ξανά. Ο πατριός της, ο βιαστής και δυνάστης της, ήρθε να τη ματώσει και πάλι. Κι αυτός τον σκότωσε. Σήκωσε μια μεγάλη πέτρα, τον κτύπησε με οργίλη δύναμη στο κεφάλι και απλά τον σκότωσε. Κι ύστερα έστειλε τη μικρή στο καλό. Της έδωσε την ευχή του και της είπε απλά να φύγει, αφού δεν ήθελε να μοιραστεί μαζί της το κρίμα του.
Από τότε βρίσκεται στη φυλακή. Από τότε βρήκε το σκοπό του στη ζωή. Άρχισε σιγά-σιγά να μεταμορφώνεται σε πατέρα για παιδιά ορφανά και παραστρατημένα, αδελφό για της κοινωνίας τους απόκληρους, εξομολογητή για όλους. Έως εκείνη τη στιγμή τα ράσα έκαναν τον παπά, αλλά τώρα πια ο παπάς κάνει τα ράσα. Ωστόσο ακόμη μισεί, μισεί εκείνους που μισούν, μα προσπαθεί όπως μπορεί να τους φέρει στον καλό το δρόμο. Η αγάπη, αυτή πιστεύει ότι είναι το μόνο γιατρικό σε όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Η αγάπη, αυτή λέει μπορεί να μας σώσει, ακόμη κι από τον εαυτό μας. Ο νόμος της αγάπης πρέπει να μας ορίζει, διακηρύττει με φωνή που βγαίνει σαν τραγούδι και σαν ύμνος απ’ τα χείλη του ξανά και ξανά αλλά, κάπου μέσα του βαθιά ακόμη πιστεύει πώς ο νόμος της εκδίκησης, κάποιες φορές, είναι ο μοναδικός που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβεις!
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
Για πάντα μαζί
Είχαν κι αυτοί κάποτε πει εκείνη την ηλίθια ατάκα, Για πάντα μαζί, και την πίστεψαν. Και οικτρά διαψεύσθηκαν. Τους διέψευσε η ζωή, προδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όταν, όμως, έλεγαν αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις, τις τόσο οριστικές και βαρυσήμαντες, τις εννοούσαν, τις εννοούσαν απόλυτα. Γιατί να μην ήταν για πάντα μαζί άλλωστε, από τη στιγμή που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος; Γιατί να μην έμεναν για πάντα μαζί, για πάντα ένα, από τη στιγμή που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο; Γιατί να μην έκαναν μαζί τα όνειρά τους πραγματικότητες;Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντήθηκαν όλα έδειχναν πως ο καθένας βρήκε στον άλλο τον προορισμό του. Οι πρώτοι μήνες της κοινής τους ζωής κύλησαν γρήγορα, σαν ένα ρυάκι μ’ ακύμαντο νερό, μέσα στις χάρες και τις χαρές του έρωτα, μέσα στην αρμονία των κορμιών. Δέθηκαν μεταξύ τους σα σε σανίδα σωτηρίας, κι ας μην ήταν -φαινομενικά- η απόγνωση το κυρίαρχο στοιχείο στην ένωσή τους. Η Νάντια του πρόσφερε την αγάπη, τη ζεστασιά και θαρρώ εκείνη την τυφλή λατρεία που εκείνος πάντοτε αναζητούσε. Ο Λευτέρης της χάρισε την τρέλα του, την ιερή του τρέλα, μια τρέλα που της έδινε φτερά, αλλά και κάποια ανέλπιστη ασφάλεια, αφού ένιωθε ότι όσο ήταν κοντά του κακό δε θα μπορούσε να τη βρει, καμιά θλίψη να την αγγίξει.
Όσο περνούσε ο καιρός το πρώτο πάθος και η φωτιά του πόθου δεν έλεγαν με τίποτα να υποχωρήσουν. Κάθε στιγμή που περνούσε, κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε να είναι να είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη γι’ αυτούς τους δυο. Ο έρωτάς τους φαίνονταν να μεγαλώνει, να γιγαντώνεται, ώρα με την ώρα, να αποκτά όλο και πιο γερές, όλο και πιο ακατάλυτες βάσεις. Η σχέση τους έμοιαζε με μια από κείνες που απλά είναι πολύ καλές για να ’ναι αληθινές.
Ως πότε, όμως, θα κρατούσαν οι καλές μέρες; Ως πότε θα ζούσαν σ’ ένα όνειρο; Ως πότε θα μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι στη δική τους παραμυθοχώρα; Θα μπορούσαν να μείνουν Για πάντα μαζί όπως είχαν υποσχεθεί; Όλα έδειχναν πως ναι, θα έμεναν μαζί, αφού ποτέ δεν τσακώνονταν, ποτέ δεν έβαζε τις φωνές ο ένας στον άλλο, ποτέ δεν κορόιδευε ο ένας τον άλλο και ποτέ δεν είχαν σκηνές ζηλοτυπίας, κι ας ξόδευαν πολλή χρόνο χώρια, κάνοντας διαφορετικά πράγματα, έχοντας διαφορετικούς φίλους.
Αλλά, όσο κι αν όλα μοιάζουν ρόδινα στο σήμερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει αύριο η ζωή. Έτσι, κάποτε η Νάντια θα γνώριζε κάποιον άλλον άντρα, κάποιον που θα της προσέφερε όλα όσα κάποτε ονειρευόταν -χρήμα και δύναμη κι ασφάλεια περισσή- γι’ αυτό και θα τον ερωτευόταν, ξεχνώντας όλους τους όρκους της, τις ανεκπλήρωτές της υποσχέσεις. Και τώρα; Και τώρα πώς θα έβρισκε το κουράγιο να πει στον Λευτέρη την αλήθεια;
Αργεί! Αργεί πολύ να του αποκαλύψει την προδοσία της. Κι όταν το κάνει, εκείνος στην αρχή γελάει, το παίρνει για ένα αστείο – κακόγουστο είν’ η αλήθεια, αλλά αστείο. Ωστόσο εκείνη επιμένει. Τέλειωσαν όλα, του λέει, κι εκείνος καταλαβαίνοντας επιτέλους ότι δεν τον κοροϊδεύει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του, τα όνειρα και τις προσδοκίες μιας ζωής να γίνονται καθρέφτης που πέφτει με πάταγο και θρυμματίζεται σε χιλιάδες κομμάτια. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Σε τι σε απογοήτευσα; Τι σου έλειψε; τη ρωτά απεγνωσμένα, αλλά δεν παίρνει τις απαντήσεις που ζητάει. Τη βλέπει μόνο να απομακρύνεται από κοντά του δακρυσμένη, σχεδόν τσακισμένη, με βήμα αργό αλλά αποφασιστικό.
Μετά το χωρισμό ο Μανόλης καταντά ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένα σκουπίδι της ζωής. Όσο σκληρά κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που του έχει συμβεί. Και της θλίψης τα ερωτηματικά πάνε κι έρχονται και τυραννάνε την ύπαρξή του. Η Νάντια ήταν η ζωή του όλη, της τα έδωσε όλα, πήρε πολλά από αυτήν. Γιατί τον παράτησε; Γιατί; Αφού ήταν η ιδανική του σύντροφος. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του και ήταν σίγουρος πως τον αγαπούσε κι εκείνη βαθιά και αμετάκλητα – αυτό βέβαια, μέχρι που ξύπνησε στο λάθος του, μέχρι γεύτηκε την πλάνη του και τιμωρήθηκε βαριά γι’ αυτήν.
Ο χρόνος που περνάει δε μοιάζει καθόλου να τον βοηθάει να επουλώσει τις πληγές. Το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να τις κάνει όλο και πιο επώδυνες. Παρατά τη δουλειά του, που έτσι κι αλλιώς δεν γούσταρε, δε βλέπει πια τους φίλους, σταματά ακόμη να ασχολείται και μ’ εκείνα που κάποτε του έδιναν τη μεγαλύτερη χαρά, τα βιβλία. Μένει κλεισμένος ολημερίς στο σπίτι και στις σκέψεις του που αιμορραγούν. Κι όλο πίνει κόκκινο κρασί που πάντοτε καταφέρνει να κάνει χειρότερο -αφόρητο- τον πόνο. Μέρα και νύχτα στα μεθυσμένα του γιατί μάταια ψάχνει να βρει τις απαντήσεις. Για πάντα μαζί κάποτε του είχε πει και τον ανέστησε. Για πάντα μαζί, θυμάται τώρα κι αργοπεθαίνει. Το βλέμμα του έχει για τα καλά ραγίσει, τα μάτια μείναν άνυδρα, δεν μπορεί καν πια να δακρύσει. Έρχεται το χθες, ανάμνηση οδυνηρή, και ξυπνά μέσα του την οργή και μια γλυκιά μελαγχολία, για τους καταπατημένους όρκους, για τη σκοτωμένη αγάπη. Όχι, το τέλος δεν μπορεί να είναι μακριά!
Πηγαίνει αξημέρωτα και στήνει καρτέρι έξω απ’ το νέο σπίτι της αγαπημένης. Όταν μετά από πολλή ώρα τη βλέπει να βγαίνει απ’ την εξώπορτα την πλησιάζει, γοργά, αποφασιστικά. Γεια σου Νάντια, της λέει μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο που ξεχειλίζει από απελπισία κι αγάπη και της καρφώνει το στιλέτο στην καρδιά. Δεν την αφήνει να πέσει χάμω. Την κρατά στην αγκαλιά του σφικτά, με πάθος, μέχρι να ξεψυχήσει. Το αίμα της, υγρή μαρτυρία, καταβρέχει τα ρούχα του, την ύπαρξή του όλη. Βάζει το χέρι του στην πληγή και με το δάχτυλο κλέβει σταγόνες απ’ το ροδοκόκκινο νερό της ζωής. Αρχίζει να γράφει κάτι στο σκαλοπάτι, αργά, προσεκτικά, κι όταν τελειώνει, αφαιρεί το στιλέτο απ’ το στήθος της αγαπημένης και το χώνει στη δική του καρδιά. Τώρα, είναι ξαπλωμένοι πλάι πλάι, ακουμπώντας ο ένας τον άλλο και μοιάζουν να χαμογελούν. Τρεις λέξεις, σα φωτοστέφανο από αίμα, χαϊδεύουν τα κεφάλια τους, τους χαρίζουν μια άγρια, απόκοσμη ομορφιά: Για πάντα μαζί!
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Σάββατο 14 Μαρτίου 2009
Το μυστικό
Ειρήνη μου,Ψυχή μου! Δε σου έγραψα ποτέ, όσο επίμονα κι αν το ζητούσες αυτό, ένα γράμμα τον καιρό που ήμασταν μαζί, που ήμασταν ένα, μα να που σου γράφω τώρα που έφυγες. Για πάντα. Σου γράφω, αλλά δεν είμαι σίγουρος, δεν ξέρω τι να σου πω! Ή, ίσως ξέρω: μια μεγάλη συγγνώμη. Αυτή σου τη χρωστώ.
Δύσκολη πολύ, ώρες-ώρες αβάστακτη, μοιάζει η ζωή μου δίχως την παρουσία σου να την ομορφαίνει, καλή μου. Μια ζωή λειψή, μισή, χωρίς χρώματα και δίχως γαλήνια συναισθήματα, θεσπέσιες μουσικές. Κοιτώ κάθε μέρα-όλη μέρα τις φωτογραφίες σου, χαϊδεύω νοητά τα βαθιά χαραγμένα απ’ τα πολλά δάκρυα του χρόνου μάγουλα και σου ανακατεύω τρυφερά τα ξανθά σου τα μαλλιά. Προσπαθώ να σε νιώσω όσο γίνεται πιο πολύ κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, τώρα που είσαι τόσο μακριά. Προσπαθώ να αναδημιουργήσω μέσα από τις πλούσιες ψυχικές μου αναμνήσεις, με τα λιγοστά υλικά ενθύμια που μου άφησες, την εικόνα σου σε τούτο εδώ το χώρο, τον ξεχωριστά μοναδικό, τον ολόδικό μας, που τόση αγάπη και πάθος και πίκρα και πόθο γνώρισε.
Πίστευες στη μοίρα, την ιερή ετούτη πόρνη, θυμάσαι, Ειρήνη; Πίστευες βαθιά στη δόλια και ήσουνα σίγουρη πώς αυτή θέλησε να μας ενώσει τόσο πολύ, τόσο νωρίς, τόσο γερά, και η ίδια εκείνη ήταν που αποφάσισε να μας χωρίσει, τόσο γοργά, τόσο σκληρά και αμείλικτα. Σ’ αυτό συμφωνώ και ταυτόχρονα διαφωνώ μαζί σου, καρδιά μου. Η μοίρα όντως μας ένωσε, αλλά οι άνθρωποι ήταν που μας χώρισαν. Οι άνθρωποι κι η πονεμένη, η ματωμένη σου ψυχή. Αν δεν υπήρχε το μίσος, κι η άγνοια, κι η τύφλα, κι η μικρότητα των ανθρώπων θα ήμασταν ακόμη μαζί. Αν δεν υπήρχαν όλα τα πιο πάνω δε θα πληγωνόσουνα τόσο. Δε θα περνούσες από την κόλαση στον παράδεισο στην αρχή, κι από τον παράδεισο στην κόλαση μετά.
Μου λένε οι φίλοι -τους ξέρεις δα- μου λένε λόγια βαρυσήμαντα, βαρυστόχαστα και παρηγορητικά μεγάλα. Μου λένε πώς ο κόσμος δεν τελειώνει σε μια γυναίκα, σε μια οποιαδήποτε γυναίκα, πώς η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτη την πορεία της και σύντομα θα την αγαπήσω ξανά, πώς ο έρωτας δε θα αργήσει και πάλι να μου κτυπήσει την πόρτα. Μου λένε... Μου λένε... Μα, διάολε, τι ξέρουν αυτοί; Τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουν. Δεν αγάπησαν ποτέ τους -αλλά ούτε κι αγαπήθηκαν- όπως εμείς, δεν πόνεσαν όσο εμείς, δε χάρηκαν ούτε τις μισές μας στιγμές, ποτέ τους δεν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο τίμιο απ’ όλους τους αγγέλους, τον αρχάγγελο του θανάτου.
Όχι, Ειρήνη μου. Όχι, δε λέω ότι έζησα, ότι υπέφερα όσο εσύ, ψυχή της ψυχής μου. Απλά λέω ότι μέσα από την αγάπη μου για σένα ο πόνος σου έγινε κάπου και δικός μου, το συνταρακτικό σου δράμα το βίωσα έστω λιγότερο οδυνηρά κι ο ίδιος. Κι αυτό κάποια βράδια ασυγχώρητα μοναχικά, σε μια κάμαρα κλειστή, σκοτεινή και λυπημένη. Σ’ αγάπησα, σ’ το λέω τώρα που είν’ αργά, σ’ αγάπησα τόσο πολύ, τόσο απόλυτα, που όταν μου είπες ότι αποφάσισες να φύγεις ένιωσα το μέσα μου ν’ αδειάζει από ζωή, την καρδιά μου να χαράζεται με νοητικά μαχαίρια ακονισμένα αμείλικτα.
Ωστόσο, θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πώς δεν το περίμενα, ότι δεν το προαισθανόμουν. Όλα! Όλα όσα έκανες κι έλεγες κι υπονοούσες, το λυπημένο ύφος με το οποίο με κοιτούσες, ο τρόπος που με έκλεινες ασφυκτικά στην αγκαλιά σου, το πάθος, ο πόθος κι ακόρεστη δίψα του έρωτά σου. όλα μου φώναζαν πώς το τέλος ήταν κοντά -το έβλεπα να ξεπροβάλλει απ’ τη γωνία- ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε έχανα. Όμως, δεν ήθελα, αρνιόμουνα πεισματικά, ν’ ακούσω τις κραυγές εκείνες της απόγνωσης. Είχα μονάχα αυτιά για της ψυχής μου τους ψίθυρους, που ήταν όλοι για σένα. Είχα μάτια μόνο για την καθαγιασμένη σου μορφή, που γέμιζε τον κόσμο ολάκερο με ομορφιά και θλιμμένη συμπόνια.
Τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες ώρες που ζήσαμε μαζί, τις στερνές ανάσες που μοιραστήκαμε θα τις θυμάμαι μέχρι της ζωής μου το κοντινό ή απόμακρο τέλος, θα τις κρατήσω σα δώρο πολύτιμο και σα φυλακτό, και πάντα, μα πάντα, θα τις αναλογίζομαι με χαμόγελο και κρυφή περηφάνια. Περηφάνια για το πολύ -μα τόσο σύντομο- που ζήσαμε, για τη θεϊκή τύχη που είχα να σε συναντήσω.
Και μη φοβάσαι, καρδιά μου. Μη φοβάσαι καθόλου. Δε θα παραβώ την τελευταία εντολή, τη στερνή σου την παράκληση. Δε θα προδώσω ποτέ το μυστικό μας, το φοβερό μας μυστικό. Θα υπομείνω. Θα υποφέρω αφάνταστα μέσα μου, αλλά θα το κρατήσω. Κανείς δε θα μάθει απ’ τα δικά μου χείλη την πικρή αλήθεια. Σε κανένα δε θα πω ότι εγώ σε σκότωσα. ότι εσύ η ίδια με παρακάλεσες να το κάνω εκείνη την παγωμένη νυχτιά στο κάστρο, κι εγώ απλά υπάκουσα. Όχι, δε θα το πω σε κανένα. Αυτό θα είναι το μυστικό μας, το μονάκριβο δικό μας μυστικό. Για τώρα και για πάντα. Ακριβώς όπως κι η αγάπη μας.
Σου στέλνω ένα αέρινο φιλί, σαν υπόσχεση και σαν πεθυμιά.
Ο Μιχάλης σου
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
Δεν τον ήξερε κανείς
Κάποιος είδε το σώμα του, το άψυχό του κορμί, να επιπλέει βρώμικο, παρατημένο, κάτω από μια πεζογέφυρα που ενώνει την οδό Πράι Σανί με την Τσιαροενράντ, πάνω από τον -πλούσιο σε νερά ποταμό- Μάε Ναμ Πινγκ, στην Τσιανγκ Μάι. Ήταν ένας άντρας ξανθός, μάλλον στα είκοσι και κάτι του, ευρωπαίος ή αμερικανός, που έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, προφανώς από ατύχημα, ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να επρόκειτο περί εγκληματικής ενέργειας, γι’ αυτό και η έρευνα για τα αίτια του θανάτου του θα συνεχιζόταν, μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.Την επομένη έγινε και η απαραίτητη νεκροψία, που όμως δεν έριξε και πολλή φως στην υπόθεση. Ο ιατροδικαστής απλά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγμό, αφού το σώμα δεν έφερε κάποιες εκδορές ή κακώσεις, ενώ η καρδία του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση, σημειώνοντας –ωστόσο- ότι στον οργανισμό του ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.
Έτσι, η αστυνομία βγήκε αμέσως στους δρόμους, εκστρατεύοντας σε καραόκε μπαρς, εστιατόρια, νυχτερινά κλαμπς και μπυραρίες, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τουλάχιστον την ταυτότητά του.
Βλέπαμε όλη την ώρα τους ένστολους να πηγαίνουν και να έρχονται, να σαρώνουν πεζή και με μοτοσικλέτες τους τουριστικούς δρόμους της πόλης, το Μουνμουάνγκ, τον Τα Πάε και το Λόι Κρο, να μπαινοβγαίνουν εδώ κι εκεί και να κάνουν ερωτήσεις στους θαμώνες και το προσωπικό επιδεικνύοντας μια φωτογραφία αλλά εμείς, βαθιά και γλυκά βυθισμένοι στον όμορφο αλκοολικό μας κόσμο, δεν ξέραμε το γιατί. Θα το μαθαίναμε σύντομα, όμως, αφού εκείνη τη ζεστή κι υγρή νυχτιά, δύο αστυνομικοί θα κατέφθαναν και στο δικό μας στέκι.
Άρχισαν, λοιπόν, να ρωτάνε ένα-ένα τα άτομα του προσωπικού αν ήξεραν ποιος είναι, αλλά όχι, είπαν πως δεν τον είχαν δει ποτέ. Πλήρη και κατηγορηματική άγνοια για την ταυτότητά του δήλωσαν και οι θαμώνες. Μέχρι που ήρθαν σε μένα. Τον αναγνώρισα αμέσως, με την πρώτη ματιά, αλλά είπα το αντίθετο. Τους είπα ψέματα κατάμουτρα, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς καμία ενοχή. Το ένστικτό μου με οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση. Λυπάμαι, Πολ, αλλά είχες ήδη φύγει και το λιγότερο που χρειαζόμουνα ήταν μπλεξίματα με την αστυνομία, που δε φημίζεται δα και για τους καλούς της τρόπους. Στη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας μου με τους μπάτσους, ένιωθα μια κάποια ένταση, σα φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Κάποια από τα άτομα του προσωπικού με κοιτούσαν μ’ ένα έντονα διαπεραστικό, αλλά και φοβισμένο, θα έλεγα ύφος. Σύντομα θα μάθαινα το γιατί.
Την είδα να μπαίνει στο μπαράκι δυο-τρεις ώρες μετά, κι αμέσως τα κατάλαβα όλα. Σκισμένο φρύδι, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, μώλωπες στα χέρια – δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα, είπε. Δεν την πίστεψα, αφού απουσίαζε απ’ τη συλλογή των εκδορών της το περίφημο ταϊλανδέζικο τατουάζ, η πληγή δηλαδή στον αγκώνα. Θυμήθηκα ότι δυο μέρες πριν είχαν φύγει παρέα απ’ το μπαράκι. Θυμήθηκα ότι εκείνος ήταν μεθυσμένος. Θυμήθηκα ότι, λίγα μόλις λεπτά πριν, μου έλεγε πόσο πολύ μισεί τις πόρνες. Τότε γιατί έφυγε μαζί της;
Τα γεγονότα ήταν πια ξεκάθαρα στο νοτισμένο από αλκοόλη μυαλό μου. Της έριξα μια βιαστική ματιά, της χαμογέλασα πικρά, με μια δόση θλίψης, με λίγη κατανόηση και συνέχισα να παίζω μπιλιάρδο και να πίνω μπίρες με κάποιους άγνωστους φίλους, να αστειεύομαι και να την παρατηρώ, καθώς μιλούσε με τις φίλες της που δούλευαν εκεί. Όταν τελικά ξεκίνησα να φύγω ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει απαλά, αλλά αποφασιστικά στον ώμο. Γύρισα. Ήταν εκείνη. Ευχαριστώ, μου είπε. Δεν απάντησα. Τι να πω, άλλωστε; Έσκυψα το κεφάλι και κίνησα με βαρύ, αργόσυρτο βήμα, για το δωμάτιό μου. Για ν’ αποκοιμίσω τις τύψεις μου, για ν’ αλαφρύνω το βάρος που δίχως ποτέ να το θελήσω, ήρθε να μαυρίσει την ψυχή μου.
Λίγες μέρες μετά η υπόθεση -μια υπόθεση φόνου που χαρακτηρίστηκε τελικά ατύχημα- ουσιαστικά έκλεισε, αφού η αστυνομία βρέθηκε σ’ αδιέξοδο από τη στιγμή που, δεν τον ήξερε κανείς!
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009
Για το καλό της
Θα μπορούσα να φτάσω μέχρι το φόνο για σένα, της είπε κάποτε, πριν χρόνια πολλά, μα εκείνη δεν τον πίστεψε. Από τότε έζησαν κι οι δυο τους πολλά, πολλά αλλά χώρια, μέχρι που τη συνάντησε ξανά μια μέρα τυχαία στο δρόμο μετά από δέκα τόσα χρόνια μοναξιάς, και η ζωή του πήρε μια διαφορετική στροφή.Δεν έχεις αλλάξεις καθόλου! βιάστηκε να της πει. Όχι, δεν είχε αλλάξει. Τουλάχιστον όχι στα δικά του μάτια. Παρέμενε η Αυγή των νεανικών τους χρόνων, η Αυγή των μοναδικών του ονείρων, η γυναίκα που τον πλήγωσε σχεδόν θανάσιμα, που του σκότωσε το παρόν και το μέλλον, η γυναίκα που παντρεύτηκε τον καλύτερό του φίλο, και την οποία δεν έπαψε στιγμή να σκέφτεται και ν’ αγαπάει.
Ο Γιώργος, η Αυγή κι ο Αποστόλης ήταν φίλοι αχώριστοι απ’ τα παιδικά τους χρόνια. Μεγάλωσαν στα ίδια μέρη, στις ίδιες γειτονιές, έζησαν για κάποια εποχή πανομοιότυπες ζωές. Και τα δύο αγόρια τότε, και οι δύο άντρες μετά ήταν ερωτευμένοι με την Αυγή. Ο Αποστολής το έδειχνε με κάθε τρόπο, το εξέφραζε ανοικτά, τη φλέρταρε και της γέμιζε το μυαλό με γλυκόλογα, ενώ ο Γιώργος, ντροπαλός καθώς ήταν, ποτέ του δεν μπόρεσε να της μιλήσει γι’ αυτά που ένιωθε, αν και η Αυγή ήξερε – τον ήξερε! Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως η τελευταία κάπου τον φοβόταν. Φοβόταν τις σιωπές του. Φοβόταν το βλέμμα του που κάθε τόσο γινόταν σκληρό πολύ κι αδιαπέραστο. Τον φοβόταν, μα τον ποθούσε κιόλας, αλλά δεν τολμούσε να του το πει αυτό. Ποια δε θα ήθελε να είναι μ’ ένα άντρα που δήλωνε έτοιμος να σκοτώσει για χάρη της;
Τελικά, το παιχνίδι της αγάπης το κέρδισε ο Αποστολής, που ίσως να μην είχε τα κότσια και τη σκληράδα του Γιώργου, αλλά είχε το μπλα-μπλα, και συνήθως αυτός που ξέρει να μιλά δε χάνει. Έτσι κάποια μέρα διαδόθηκε στη μικρή τους πόλη η φήμη ότι ο Αποστολής κι η Αυγή τα είχαν φτιάξει (τι είχαν φτιάξει; δε βγαίνει νόημα) και κάποια άλλη, ότι σύντομα θα παντρεύονταν. Ακούγοντας αυτό το τελευταίο ο Γιώργος ένιωσε κάτι να ραγίζει και να σπάει μέσα του, τον πόνο να κάνει κατάληψη στην ψυχή του και το σώμα, την τρέλα να κάνει μακροβούτι στο μυαλό του. Όχι, δε θα τους περάσει αυτό, σκεφτόταν, δε θα τους περάσει!. Αλλά, απ’ την άλλη, τι μπορούσε να κάνει για να τους εμποδίσει; Να τσακωθεί με το φίλο του; Αυτό δε γινόταν. Να μιλήσει για τα αισθήματά του στην Αυγή; Γι’ αυτό ήταν πια αργά.
Τι να έκανε, λοιπόν; Έφυγε! Εγκατέλειψε την ασφυκτικά μικρή επαρχιακή τους πόλη και κατέβηκε στην Αθήνα, αποφασισμένος να χαθεί στο ανθρωπομάνι. Εκεί δεν άργησε να σμίξει με το πλήθος των μυρίων του υποκόσμου, σκλήρυνε κι άλλο, ξέγραψε την ψυχή του, έγινε ένας άνθρωπος χωρίς αισθήματα. Στον άθλιο κόσμο όπου σκότωνε το χρόνο και το μέσα του έγινε γνωστός σαν ο Παγοκόφτης, ο αμίλητος φονιάς, ο ικανός να φέρει σε σύντομο πέρας κάθε επικίνδυνη αποστολή.
Αλλά, όσο κι αν η καρδιά σκλήραινε, όσο κι αν το έγκλημα γινόταν μέρα με τη μέρα γι’ αυτόν τρόπος ζωής, κάπου βαθιά μέσα του ένιωθε να καίει μια φλόγα. Η φλόγα της τρυφερής και παντοτινής του αγάπης για την Αυγή. Μιας αγάπης που δεν έλεγε να ξεχαστεί, να καταλαγιάσει στο πέρασμα του χρόνου, μιας αγάπης την οποία δε θα ήταν ποτέ δυνατόν ν’ αντικαταστήσει το μίσος. Λεηλατούσε δεκάδες κορμιά, άλλα τρυφερά και άλλα με τη βία, το είδωλο όμως της Αυγής δεν εγκατέλειπε στιγμή τη σκέψη του. Δε θα μπορούσε ποτέ να αγαπήσει άλλη γυναίκα. Η καρδιά του ανήκε σ’ εκείνη, αποκλειστικά σ’ εκείνη. Μόνο η Αυγή θα μπορούσε να κάνει το θηρίο και πάλι άνθρωπο, να γαληνέψει την ψυχή του, να τραβήξει το σαρκίο του έξω απ’ το βούρκο.
Θα ’ναι δυστυχισμένη. Είναι δυστυχισμένη! Το ξέρω. Το νιώθω, σκεφτόταν συχνά πυκνά, σε στιγμές αφόρητης μοναξιάς. Εγώ κι ο δόλιος ο Αποστόλης είμαστε άνθρωποι της ίδιας φάρας, σκληροί και ξεροκέφαλοι, αλλά θαρρώ πως ελόγου μου ποτέ δε θα έκανα κάτι που θα την πλήγωνε. Δε μας ήξερε, η κακομοίρα, δε μας ήξερε. Δεν ήξερε τι κάναμε όταν δεν ήμασταν μαζί της, δεν ήξερε για τις εφηβικές μας ληστείες και τα ναρκωτικά, δεν ήξερε ότι ο καλός της κάποια νύχτα αφέγγαρη βίασε την αδελφή της. Τίποτα δεν ήξερε...
Οι σκέψεις αυτές γυρνούσαν ξανά και ξανά στο μυαλό του, και όσο κι αν προσπαθούσε να τις διώξει αυτές επέμεναν -του γίνονταν βραχνάς και εφιάλτης- και ούτε στο αλκοόλ μπορούσε να τις πνίξει, αλλά ούτε και στα ψεύτικα βογκητά των ιδρωμένων γυναικών. Πρέπει να λυτρωθώ... να λυτρωθώ... μονολογούσε. Να λυτρωθεί, αλλά πώς;
Ο καιρός περνούσε αργά, τα χρόνια περνούσαν γρήγορα, κι ο Γιώργος, που δεν έπαψε ούτε στιγμή να μαθαίνει τα νέα της Αυγής από κάποιους κοινούς γνωστούς, βούλιαζε καθημερινά, όλο και πιο πολύ, στη θλίψη. Την αγαπούσε και λυπόταν γι’ αυτό. Έτσι, όταν κάποια μέρα έμαθε ότι ο Αποστολής τη χτυπούσε άγρια την καλή του -κι εκείνη, αλλά και την κόρη που είχαν αποχτήσει- έγινε μεμιάς ψυχικό ράκος. Περπατούσε και παραμιλούσε, διέσχιζε κουρελής τους δρόμους και πάντα μεθυσμένος, ουρλιάζοντας στους περαστικούς σαν το σκυλί, πάντα έτοιμος για καυγά ή και για κάτι χειρότερο. Μέχρι που ένα πρωί σε κάποιο καπηλειό κατέρρευσε. Απ’ το αλκοόλ είπαν κάποιοι. Από νευρικό κλονισμό αποφάνθηκαν οι γιατροί.
Νοσηλεύτηκε για μερικές βδομάδες σε μια ιδιωτική κλινική -αφού το σήκωνε η τσέπη του- και σιγά σιγά, με τα φάρμακα και την ηρεμία που του προσφέρονταν απλόχερα εκεί, πήρε να γαληνεύει. Όταν βγήκε ήταν αποφασισμένος να κόψει πια για πάντα το αλκοόλ και όλες τις άλλες τις κακές του τις συνήθειες, να διαγράψει με μια μονοκοντυλιά τις άγριες μέρες και νύχτες της ζωής του και να κάνει ό,τι περνά απ’ το χέρι του, για να κατακτήσει επιτέλους τη γυναίκα εκείνη που δικαιωματικά του ανήκε.
Έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ, που λέει και η παροιμία, επέστρεψε στην πόλη του. Αξιοποιώντας τα λεφτά που κέρδισε με κάθε θεμιτό κι αθέμιτο τρόπο τα προηγούμενα χρόνια, άνοιξε μια κλασάτη καφετέρια. Στο δρόμο που περνούσε ακριβώς από μπροστά της, εκεί συνάντησε ξανά την Αυγή, μετά από δέκα, όπως είπαμε, χρόνια. Στην αρχή ένιωσαν κι οι δύο αμήχανα, αλλά μετά ρίχτηκαν μ’ ορμή ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Η Αυγή έκλαιγε, με λυγμούς, σπαρακτικά, κι εκείνος της χάιδευε απλά τα μαλλιά, μα δε μιλούσε.
Σαν στέγνωσαν τα δάκρυα, την αγκάλιασε τρυφερά απ’ τους ώμους και την οδήγησε μέσα στην καφετέρια. Κάθισαν σ’ ένα απομονωμένο τραπέζι και παρέα μ’ ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ, άρχισαν να μιλούν για τις ζωές τους και για τους λάθος δρόμους τους. Ο Γιώργος της απέκρυψε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτά που έκανε όλα εκείνα τα χρόνια, δεν της μίλησε καθόλου για τις ανοικτές πληγές της ύπαρξής του. Έφτιαξε για χάρη της, αλλά και για δική του, μια άλλη ζωή, καλύτερη, φανταστική, και της τη σέρβιρε ζεστή ζεστή στο πιάτο των αναμνήσεων. Αντίθετα η Αυγή του είπε τα πάντα για τη δική της, μια ζωή που ήταν πόνος, μια ζωή που ήταν ατελείωτο δάκρυ. Η μόνη και μονάκριβή της χαρά, η μοναδική παρηγοριά της, όπως του ομολόγησε, ήταν η Νανά, η κορούλα της, το πανέξυπνό της κοριτσάκι. Ωστόσο, βιάστηκε να προσθέσει, ότι παρόλο της ζωής της το βάσανο, τον Αποστολή τον αγαπούσε ακόμη, κι ας μη θύμιζε πια σε τίποτα το αγόρι με το οποίο μαζί μεγάλωσαν.
Ο Γιώργος απλά την άκουγε. Την άκουγε σιωπηλός και υπολογιστικά σκεφτόταν: Τι κι αν τον αγαπάει ακόμη; Τι κι αν δε θέλει, όπως λέει, να χωρίσει; Η ιστορία αυτή πρέπει απλά κάποτε να τελειώσει. Και θα τελειώσει!
Τις μέρες που ακολούθησαν, τις επόμενες βδομάδες, ο Γιώργος επισκέπτονταν συχνά το σπίτι του ζευγαριού, αλλά κι εκείνοι περνούσαν τακτικά απ’ την καφετέρια. Ο Αποστόλης φάνηκε να χαίρεται στ’ αλήθεια, που συνάντησε ξανά τον παλιό του φίλο. Μας ενώνουν τόσα πολλά! σκεφτόταν, χωρίς όμως να ξέρει κιόλας πως άλλα τόσα τους χώριζαν. Όσο για την Αυγή, αυτή τώρα έδειχνε καλύτερα, κάπως ανεβασμένη, χαμογελούσε συχνά-πυκνά, και λίγο-λίγο, βήμα το βήμα, άρχισε να νιώθει όλο και πιο κοντά στον Γιώργο. Σκεφτόταν κι ένιωθε πως εκείνος ήταν ένας δικός της άνθρωπος, ότι καθόλου δεν άλλαξε, πως νοιαζόταν για το καλό της. Εξάλλου κι εκείνος όλο «για το καλό» της τής μιλούσε. Μέσα της πήρε να ξυπνάει ένα ξεχασμένο συναίσθημα, μια αφηρημένη και θολή ανάμνηση για κάτι... για κάτι... για τι; Δεν ήξερε! Λες να τον ερωτεύτηκα; Την ξάφνιασε η σκέψη της, αλλά την έκανε κιόλας να χαμογελάσει. Μια νότα αισιοδοξίας ήρθε να χρωματίσει τη χλωμή της ύπαρξη.
Και να, που κάποιο χάραμα συνέβηκε κάτι, που θα τα άλλαζε όλα για πάντα. Ο Αποστολής πέθανε! Έτσι απλά. Ή, μάλλον, όχι και τόσο απλά. Σύμφωνα με την Αστυνομία, όλα τα στοιχεία έδειχναν πως ο πρώτος, επιστρέφοντας μεθυσμένος από κάποια κοντινή πόλη, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο έκανε βουτιά σ’ ένα γκρεμό εκατό και βάλε μέτρων και ανεφλέγη. Ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.
Ο Γιώργος κι η Αυγή θρήνησαν πολύ για το χαμό του, αλλά το γεγονός αυτό δεν τους εμπόδισε να συνεχίσουν με τη ζωή τους. Έτσι, τρία χρόνια αργότερα, κι αφού η σκόνη από το σκοτωμό είχε καταλαγιάσει, βρέθηκαν παντρεμένοι, κι όλοι είχαν να λένε τι ταιριαστό ζευγάρι ήταν, και να επαναλαμβάνουν σχεδόν μονότονα, ότι τον Γιώργο έπρεπε να διαλέξει απ’ την αρχή η Αυγή.
Ήταν, όντως, ένα ταιριαστό και πολύ-πολύ ευτυχισμένο ζευγάρι. Είχε ο ένας απόλυτη εμπιστοσύνη στον άλλο και αγαπιόντουσαν με πάθος. Όσο για μυστικά, δεν είχαν μεταξύ τους... Ή, μάλλον, είχαν... Ένα τοσοδούλη μυστικό που ο Γιώργος δε θέλησε ποτέ να αποκαλύψει στην Αυγή: Τα φρένα στο αυτοκίνητο του Αποστόλη ήταν χαλασμένα. Όχι αυτό το μυστικό δεν έπρεπε να το μάθει ποτέ εκείνη -για το καλό της- αν και κάτι υποψιαζόταν, αφού θυμήθηκε κάτι που της είχε πει πολλά χρόνια πριν εκείνος: πως θα μπορούσε ακόμη και να σκοτώσει για χάρη της. Ίσως να το έκανε, ίσως και όχι...
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009
Λύτρωση
Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.
Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.
Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά, λέει στον εαυτό του, Αποκλείεται! προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα στάλα, στιγμή τη στιγμή.
Φτάνει στην παλιά τοξωτή γέφυρα, το πιο αγαπημένο του σημείο στην πόλη. Στέκεται κι αφουγκράζεται με βεβιασμένη προσοχή το σκοτεινό ποτάμι, που βρυχάται με οργή κάτω από τα πόδια του, καθώς το χιόνι του μαστιγώνει αλύπητα το πρόσωπο, του χαράζει την ψυχή. Τα φώτα τρεμοπαίζουν γύρω του θαμπά, μέσα του σκοτεινιάζει. Κοιτά κάτω, προς το ποτάμι, αλλά δε βλέπει τίποτα, μαύρα όπως είναι τα νερά, αδυνατούν να κάνουν την αισθητή την παρουσία τους μέσα στο λευκό τοπίο. Πέταξέ το. Πέταξέ το τώρα, να το πάρει το ποτάμι, να λυτρωθείς, προστάζει τον εαυτό του. Μα, γιατί; Αφού είναι δικό μου, το κέρδισα! απορεί και αντιδρά εκείνος.
Πολέμα με τους δαίμονές του, πολεμά σκληρά και για ώρα πολλή, αλλά χάνει. Ας είναι! ψιθυρίζει παραιτημένος, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο αόρατο ποτάμι κι αρχίζει και πάλι να περπατά. Ηττήθηκα! μονολογεί, καθώς διασχίζει το κρύο. Ηττήθηκα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς. Περιπλανιέται δίχως προορισμό στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Αυτό που κέρδισε, το δώρο, το δίλημμα και η πληγή που του χαρίστηκε, χωμένο βαθιά μέσα στη δεξιά του τσέπη. Δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα γυρίσει ο άνεμος, θ’ αλλάξει πορεία ο τροχός της τύχης, θα δοθεί και σ’ αυτόν η ευκαιρία να σωθεί, να σβήσει τη φωτιά που του καίει το μυαλό και τα σωθικά, να βγει και πάλι στο φως. Αυτό σκέφτεται.
Τρεις το πρωί κι ακόμη τίποτα, καμία ευκαιρία να χορτάσει το μέσα του, πουθενά η προσωρινή σωτηρία. Πουθενά! Αλλά... Αλλά, να, από κάπου ακούει φωνές. Μια γυναίκα είναι που φωνάζει, που εκλιπαρεί, που ζητάει βοήθεια. Περπατά αργά, ψύχραιμα, με περισσή προσοχή προς το μέρος απ’ όπου άκουσε να ξεπηδά η κραυγή του τρόμου. Σε λίγο βλέπει έναν άντρα βαρύ ντυμένο μ’ ένα σκοτεινό παλτό, με κασκόλ στο λαιμό κι ένα στρογγυλό καπέλο στο γκρίζο του κεφάλι, να κτυπά άγρια μια γυναίκα, να προσπαθεί να της σκίσει τα ρούχα και να τη ρίχνει κάτω για να τη βιάσει.
Καθώς κοιτάει αυτή την αποτρόπαιη σκηνή στο προσωπικό του παίρνει να ζωγραφίζεται ένα σατανικό χαμόγελο. Ναι, αυτή τη φορά θα είναι όλα αλλιώς! σκέφτεται σιωπηλά και με βαθιά ικανοποίηση καθώς αρχίζει να πλησιάζει αθόρυβα προς το σκηνικό εκείνο του παραλόγου.
Μια στιγμή μόλις μετά καρφώνει με δύναμη πολλή, σχεδόν οργισμένη, το στιλέτο στο σβέρκο του επίδοξου βιαστή κι απομακρύνεται, με ανάλαφρο βήμα, με βήμα λες κάποιου εξωτικού πουλιού, που χαίρεται τη ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Επιτέλους, ξεφορτώθηκε το άδωρό του δώρο, ικανοποίησε και τη φλεγόμενη δίψα του, και το έκανε για το καλό. Όχι, δεν έχει καμία απολύτως τύψη για το φονικό, σε αντίθεση με τα άλλα θύματά του, ετούτο -το χτήνος- άξιζε να πεθάνει.
Φτάνει στο σπίτι του χαρούμενος, ξεπαγιασμένος, αλλά και λίγο πολύ ζαλισμένος -αφού απόλαυσε τα κρασάκια του σ’ ένα ταβερνάκι που ξενυχτούσε- λίγο προτού να ξημερώσει το φως μίας ακόμη κρύας ημέρας. Βγάζει σχεδόν τελετουργικά τα ρούχα, το καπέλο και τα γάντια του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, για να βυθιστεί σύντομα μ’ ένα μισό χαμόγελο σ’ ένα βαθύ ύπνο δίχως όνειρα.
Είναι λίγο πριν το μεσημέρι όταν τον ξυπνούν κάποιες φωνές που φτάνουν στ’ αυτιά του απ’ έξω καθώς και κάποια βίαια δυνατά κτυπήματα στην πόρτα. Πάει, έτσι όπως είναι, ημίγυμνος, μισοκοιμισμένος για ν’ ανοίξει. Βρήκαν τον πατέρα σου νεκρό, μ’ ένα χρυσό στιλέτο καρφωμένο στο σβέρκο, του ανακοινώνει με μια πνοή η γειτόνισσα, με το που ανοίγει την πόρτα, και λιποθυμά. Με τα πολλά πολλά καταφέρνει να τη συνεφέρει. Τη συνοδεύει μέχρι τα σκαλιά του σπιτιού της, την ευχαριστεί που του μετέφερε τα θλιβερά μαντάτα και για τη συμπάθειά της, κι επιστρέφει πίσω στην κάμαρά του. Διπλοκλειδώνει την πόρτα, σφαλίζει εντελώς τα παντζούρια και ξαπλώνει. Φέρνει στο μυαλό του όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Όλες οι εικόνες επιστρέφουν στα μέσα του μάτια καθάριες, κρυστάλλινες, διάφανες. Βρε τη μπαμπέσα τη ζωή! ψιθυρίζει και χαμογελά. Και κοιμάται και πάλι.
Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Ρωγμές"
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Του Αγίου Βαλεντίνου
Η χθεσινή ημέρα ήταν στ’ αλήθεια η καλύτερή του. Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, όχι αυτός, προς θεού, απλά είχε κάνει κατάληψη στην ψυχή του ένα πάθος, που έπαιρνε σάρκα και οστά τη συγκεκριμένη ημέρα. Να, αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως κι εκείνος ο διάσημος αλήτης του ντάρμα, ο Τζακ Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και στη φύση του μοναδικό, σ’ ένα ερωτευμένο άγνωστό του ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε κάθε φορά απ’ το πρωί, με το πρώτο σχεδόν φως της μέρας, έξω στους δρόμους της απρόσωπης πόλης στην αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, σε σχολές και σε τράπεζες, ακόμη και σε δημόσιες υπηρεσίες και νοσοκομεία, και παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε, προσπαθώντας να βρει το ιδανικό ζευγάρι, εκείνο που θα ευεργετούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το έδινε σ’ όποιον κι όποιον. Δε θα το χάριζε εύκολα και προτού το σκεφτεί καλά κι ακριβοδίκαια.
Τα προηγούμενα χρόνια στάθηκε πολύ τυχερός, αφού βρήκε πολύ εύκολα αυτούς που αναζητούσε. Αλλά ετούτη τη φορά όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Λες κι ο κόσμος είχε αλλάξει ριζικά μέσα σε δώδεκα μόλις μήνες. Κατήφεια, οργή, βιασύνη, άγχος, πρόσωπα μοναχικά, ψυχρά κι αδιαπέραστα, αντίκριζε όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα. Μα, που πήγε η αγάπη; αναρωτιόταν. Που πήγε; Κοιτούσε παντού, κοιτούσε με πόνο ψυχής και βαθιά αγωνία, αλλά δεν την έβλεπε πουθενά.
Ο χρόνος πήρε να περνά απελπιστικά γρήγορα. Η λιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα άρχισε να μικραίνει και στο διάβα του χρόνου να χάνεται. Οι πιθανότητες να πετύχει το στόχο του έμοιαζαν στιγμή τη στιγμή να μειώνονται, να λιγοστεύουν. Λίγο έλειψε να τον πιάσει κι αυτόν, που ξεκίνησε την ημέρα του μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, η κατάθλιψη. Αλλά, συγκράτησε τον εαυτό του, του επιβλήθηκε, κατάφερε να του δώσει κουράγιο. Περίμενε να βραδιάσει, κι όλα θ’ αλλάξουν προς το καλύτερο, τον έπεισε. Κι είχε δίκιο. Απόλυτο!
Σαν πήρε να νυχτώνει είδε την πολύβουη βρωμονεφόσκεπη πόλη σιγά σιγά ν’ αλλάζει πρόσωπο. να φοράει ένα πιο ζεστό, πιο τρυφερό, πιο όμορφο και φωτεινό. Όταν τα πρώτα ερωτευμένα ζευγαράκια άρχισαν να κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους, ένιωσε μια έντονη αίσθηση ευδαιμονίας να χρωματίζει τον αέρα, να του αλλάζει την πνοή. Κι έτσι, πήρε τα πάνω του. Ευτυχώς! ψιθύρισε στον εαυτό του. Ευτυχώς θα μπορούσε να δώσει και φέτος σε κάποιους εκλεκτούς το ακριβό του δώρο.
Πήρε να περπατά νωχελικά αργά, επιφανειακά άσκοπα, αλλά σχεδόν επιτηδευμένα, στους άτσαλα και δίχως αρμονία υπερφωτισμένους δρόμους της πόλης. Που και που καθόταν σε κάποιο παγκάκι για να χαζέψει δήθεν αδιάφορα τους περαστικούς, στεκόταν μπροστά από καμιά βιτρίνα ή και έμπαινε σ’ ένα οποιοδήποτε μπαράκι για ένα ποτό. Το κυνήγι είχε αρχίσει και τώρα πια δε βιαζόταν. Ήταν σίγουρος πώς όλα θα πήγαιναν καλά, όπως πάντα, ότι ο χρόνος ήταν με το μέρος του. Θα τους βρω! Θα τους βρω σύντομα τους αιώνια ερωτευμένους μου, ψιθύριζε στον εαυτό του και χαμογελούσε με ικανοποίηση.
Ξόδεψε δυο ή τρεις ή τέσσερις ώρες έτσι -ποιος τις μετράει;- αλλά στο τέλος εντόπισε το στόχο του, ή μάλλον τους στόχους του, το ιδανικό ζευγάρι. Ήταν δυο νέοι φτωχοί που κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και γιόρταζαν με τα λιτά τους μέσα την επέτειο. Εκείνη ήταν μικροκαμωμένη, με σγουρά μαλλιά και λεπτό πρόσωπο και με μάτια μεγάλα καστανά, που ακτινοβολούσαν. Εκείνος έμοιαζε αρκετά μεγαλύτερος, κοντοκουρεμένους και με κοιλίτσα και με μάτια μαύρα, αδιαπέραστα, ωστόσο στη θέα της τρυφερά. Εξωτερικά έμοιαζαν αταίριαστοι, από μέσα τους όμως ήταν ένα. Με την πρώτη ματιά κατάλαβε ότι αυτοί δεν είχαν τίποτ’ άλλο να μοιραστούν στον κόσμο ετούτο, παρά την αγάπη τους. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό τους έφτανε, τίποτ’ άλλο δε ζητούσαν. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό του έφτανε. Αυτοί ήταν οι τυχεροί. Αυτούς έψαχνε όλη μέρα. Ήταν οι εκλεχτοί. Γι’ αυτούς θα γινόταν ο μέγας ευεργέτης.
Στάθηκε για ώρα πολλή μισοκρυμμένος σε μια σκοτεινή γωνιά και τους περίμενε. Κάποτε, μάλλον αργά παρά νωρίς, τους είδε να σηκώνονται αγκαλιασμένοι, σιωπηλοί, και να φεύγουν. Πήρε να τους ακολουθεί αθέατος, από απόσταση. Η βόλτα ήταν μακρινή και τους οδήγησε σ’ ένα κάπως απομονωμένο και παράταιρα ήσυχο μικρό πάρκο, που έμοιαζε απόλυτα εγκαταλειμμένο, εκείνο το κρύο και σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ. Κρύφτηκε πίσω από κάποια δέντρα που μύριζαν καυσαέριο, περιμένοντας να δει που ακριβώς θα πήγαιναν. Εκείνοι, ανυποψίαστοι για την παρουσία του, κάθισαν και πάλι σ’ ένα μοναχικό και λίγο νοτισμένο παγκάκι και αφέθηκαν με όλο τους το είναι στου έρωτα τα μοναδικά τα χάδια. Σε λίγο, κι αφού το βλέμμα του λούστηκε φως στη θέα του πάθους τους, άρχισε σιγά-σιγά κι εντελώς αθόρυβα να τους πλησιάζει από πίσω. Πολύ σύντομα ήταν τόσο κοντά που μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά τις κοφτές και καυτές τους ανάσες να ξεφεύγουν σαν τραγούδι ψιθυριστό και σα θρίαμβος απ’ τα νεανικά τους στήθια. Τότε ήταν που έβαλε το χέρι απαλά, σχεδόν τελετουργικά, στην τσέπη, έβγαλε το περίστροφο και τους πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Έπεσαν νεκροί, με τα πρόσωπα ακόμη ενωμένα ακόμη με πάθος, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος παρέμεινε να τους παρατηρεί για μια στιγμή μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο στα χείλη και μια αδιόρατη τρέλα στο βλέμμα. Ένιωθε το μέσα του να γεμίζει τώρα με μια ισοπεδωτική ικανοποίηση. Τα κατάφερε και φέτος. Έδωσε κι ετούτη τη φορά το μονάκριβό του δώρο σε δύο ανθρώπους. Τους χάρισε την αιώνια, την δίχως ψέματα και ψεγάδια, την απόλυτη αγάπη. Τους έντυσε με το πέπλο της αθανασίας.
Ναι, η χθεσινή μέρα ήταν η καλύτερή του.
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Εμμονές
Του έχει γίνει έμμονη, παράφορη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ, ούτε ώρα και στιγμή, τις σκέψεις και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του – ο μόνιμός του, ο γλυκός βραχνάς. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα μέσα του ζωγράφιζε. Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την αποκτήσει, να την κερδίσει, να καταβάλει τις άμυνές της και να την κάνει δική του για πάντα. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι στ’ αλήθεια το αφεντικό, να της επιβάλει τη θέλησή του, να την κάνει να καταλάβει πόσα ο ίδιος αξίζει.
Το πάθος και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον έχουν καταλάβει πλήρως, να τον τρελαίνουν. Όχι μόνο αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, που και που, αμίλητα τον παρατηρούν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα πολύ είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, να τον ακολουθήσουν στο τρελό του ταξίδι, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν απ’ την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις. Θα απέρριπταν την πρότασή του και θα κινούσανε γι’ αλλού χαρούμενοι και με μικρά πηδηματάκια.
Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε! τους κατηγορεί ξανά και ξανά αυτός. Κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένα καθώς, το ξέρουν δα πολύ καλά, πώς δεν υπάρχει τίποτα για να νιώσουν, τίποτα να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο καλός τους φίλους άρχισε να χάνει τα λογικά του. Τι να του πουν και τι να κάνουν; Πώς να τον βγάλουν από τη θολούρα των ψευδαισθήσεών του;
Πολλές φορές, αργά πολύ το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μοναχός, λες παραπεταμένος, και κλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, μια λαχτάρα κι ένας φόβος του καίνε τα σωθικά, του κλέβουν τις ανάσες και κάθε μικρή χαρά. Τη θέλω! λέει από μέσα του και ραγίζει. Τη θέλω, ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει παγερά αδιάφορα την καλά γραμμένη στα παλιά κιτάπια του χρόνου πορεία του.
Τη θέλει, κι ας μην την ξέρει! Η αλήθεια είναι ότι την είδε πολλές φορές, αλλά μόνο από μακριά. Δεν της μίλησε. Δεν την αγκάλιασε. Δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της. Αλλά, είναι τόσο όμορφη. Απίστευτα όμορφη. Αυτοκρατορικά ωραία. Βγαλμένη λες από κάποιο παλιό μύθο ή ένα ινδικό παραμύθι. Την ακολουθεί συχνά πυκνά, κάθε που την εντοπίζει. Την παρακολουθεί από απόσταση. Θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί γι’ αυτήν. που ζει, πως ζει, αν έχει οικογένεια. Πάντως γκόμενο έχει. Αυτό το ξέρει στα σίγουρα αφού τους πήρε το μάτι του τις προάλλες να τσιλημπουρδίζουν. Ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να τους πλησιάσει την ώρα εκείνη κρυφά, να κτυπήσει αλύπητα και να σκοτώσει τον άθλιο εραστή και με το έτσι θέλω να την κάνει δική του. Ωστόσο, δεν έκανε τίποτα, ούτε καν κινήθηκε, ήταν άοπλος, φοβόταν. Την άφησε μία ακόμη φορά να ξεγλιστρήσει σαν αερικό απ’ το οπτικό του πεδίο και να χαθεί.
Όσο περνά ο καιρός το δράμα του μεγαλώνει κι η ψυχολογική του κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Δε μιλά πια σε κανένα και για τίποτα, με το ζόρι απαντά στις ερωτήσεις των φίλων του που πολύ ανησυχούν, τρώει λίγο, πίνει πολύ, σπάνια κοιμάται. Τα γένια πήραν να θεριεύουν στο χλωμό του πρόσωπο, το δέρμα του άρχισε να παίρνει ένα όλο και πιο κόκκινο της φωτιάς χρώμα, καθώς κάθε μέρα-όλη μέρα, με ήλιο και βροχή, περιπλανιέται σαν επαίτης της ζωής εδώ κι εκεί, αναζητώντας την και προκαλώντας την νοητικά σ’ ένα παιχνίδι ισχύος. Θα γίνεις δικιά μου! της φωνάζει άηχα, σιωπηλά. Θα γίνεις δικιά μου, όποιο κι αν είναι το τίμημα, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένω.
Όσο για εκείνη μοιάζει να επιδίδεται σ’ ένα παιχνίδι εντυπώσεων, να υιοθετεί μια στάση αλαζονικής ανωτερότητας. Δείχνει να αγνοεί εντελώς την ύπαρξή του, αν και δεν είναι τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού κάθε τόσο τη συλλαμβάνει να κοιτά με το διαπεραστικό της βλέμμα προς το μέρος που κρύβεται, λες και δε βλέπει αλλά διαισθάνεται την παρουσία του εκεί.
Υπομονή κι επιμονή! Αυτό είναι το μάντρα του. Αν επιμείνει και υπομείνει, δεν μπορεί, θα το κερδίσει το παιχνίδι.
Οι μέρες του καλοκαιριού σιγά σιγά θα σβήσουν και θα καταφθάσει σιγοπατώντας στο ξεραμένο χορτάρι το φθινόπωρο. Οι φίλοι του θα φύγουν -δεν μπορούν πια να τον περιμένουν, αλλά ούτε και καμία διάθεση έχουν να ανεχτούν άλλο τα σκέρτσα του- και θα τον αφήσουν μόνο. Η μοναξιά αυτή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά τον ενοχλεί – ίσα ίσα που του φουντώνει ακόμη περισσότερο την επιθυμία, του υποδαυλίζει τη φωτιά του πόθου, τον φιλοδωρεί με πείσμα.
Είναι μια βροχερή και άναστρη νύχτα, προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, όταν επιτέλους η τύχη αποφασίζει να του χαμογελάσει, δίνοντάς του την ευκαιρία που για τόσο πολύ καιρό και τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε. Τη βλέπει να τριγυρνά μοναχή κι αγέρωχη στο δάσος, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα λεπτό σύννεφο ψυχρής ομίχλης, πιο μεγαλοπρεπή και μαγευτική από κάθε άλλο πλάσμα που πάτησε ποτέ το πόδι του στον πανέμορφο ετούτο πλανήτη. Αρχίζει να την πλησιάζει αργά, αθόρυβα, σιγοπατώντας, προσπαθώντας ν’ αποσιωπήσει κι αυτόν ακόμη τον ήχο της ανάσας του. Απόψε θα σε κατακτήσω, καλή μου. Απόψε θα γίνεις δικιά μου! της ψιθυρίζει με τη φωνή της ψυχής του. Τα μάτια του λάμπουν από χαρά, από άκρατη και σιωπηλή ικανοποίηση. Οι κόρες τους μπάλες φλόγινες φωτίζουν τη μέσα του πλάση. Επιτέλους!
Πόσο όμορφη είσαι! Σαν οπτασία. Σαν όνειρο. Πόσο όμορφη...
Καθώς σηκώνει με αποφασιστικότητα το ντουφέκι κι ετοιμάζεται να την πυροβολήσει, ακούει με κάποια δυσπιστία στην αρχή και έκδηλο φόβο στη συνέχεια, τον καλπασμό κάποιου άγνωστου κι ακόμη αόρατου ζώου να τον πλησιάζει με φοβερή ταχύτητα. Προτού καν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη και να εντοπίσει την κατεύθυνση απ’ όπου τον προσεγγίζει ο πιθανός θανάσιμος εχθρός, νιώθει τα δόντια ενός άγριου και αιμοβόρου ζώου να χώνονται με πείνα, δύναμη κι οργή στα πόδια, κι αμέσως μετά στα χέρια και το κορμί του, να τον κατασπαράζουν. Ξαπλωμένος, ξεψυχισμένος, λουσμένος στο αίμα, καθώς βρίσκεται στη νοτισμένη γη, νιώθει να τον πλημμυρίζει ένα παράπονο πικρό, αφού δεν πρόλαβε να δει τι του επιτέθηκε, ποιος τον σκότωσε. Η τελευταία εικόνα που αντικρίζουν τα θολά από δάκρια και πόνο μάτια του, λίγο πριν αφήσει την πιο αδύναμη, τη στερνή του την πνοή, είναι αυτή της τίγρης, να τον κοιτά από κοντινή απόσταση, κάπως λυπημένα, λίγο θριαμβευτικά, σχεδόν ανθρώπινα, λες με συμπόνια, αλλά και με μια δόση περηφάνιας. Περηφάνιας; Κατάλαβε. Τώρα, κατάλαβε! Της χαρίζει ένα χαμόγελο απ’ το περίσσεμα των δυνάμεών του και ξεψυχά.Ο γκόμενος, ήταν οι λέξεις που δεν πρόλαβαν να γλιστρήσουν έξω απ’ τα χείλη του.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Η μέρα που θα τολμούσε
Όπως σας είχα υποσχεθεί χθες σήμερα ανεβάζω μία ακόμη από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου. Καλή σας... όρεξη!
Επιτέλους, έφθασε! Η μέρα που πάντα ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ κρυφά λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε όλα τα όρια, που θα παραβίαζε όλους τους κανόνες. Η μέρα που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός, μα όχι αδύναμος θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Απόλυτα. Το ξέρει. Το νιώθει βαθιά μέσα του. Αληθινά. Είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του όλα τα ψευδεπίγραφα όρια του πρέπει, να γευτεί με όλες του τις αισθήσεις τους γλυκούς απαγορευμένους καρπούς της πιο απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε, που ίδρωσε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την αφόρητα κρύα και σκοτεινή νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται μόνος, σιωπηλός και σκεφτικός, στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του πολύ προσεκτικά, σχεδόν επιτακτικά, την κάθε μία απ’ τις πολλές όμοιες και διαφορετικές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται σε βάθος όλα τα αν και τις ανατροπές που πιθανόν να προκύψουν. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη, καταναλώνει το είναι του όλο.
Ανυπομονεί πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, η ώρα της δικής του αλήθειας, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Καμία! Θα κάνει το όνειρο που κυνηγά, εκείνο που τον κατατρέχει, πραγματικότητα. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα που τον πλήγωσε πολύ, που τον χάραξε ανεξίτηλα, στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμού αντί οφθαλμού, κι οδόντα αντί οδόντος. Αλλά, όχι έτσι ακριβώς. Θα σκοτώσει μια πόρνη για να διαγράψει από μέσα του, για να σβήσει, το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της, σ’ ένα αόριστο τώρα, μακρινό παρελθόν – ένα παρελθόν που δεν μπορεί καν να τοποθετήσει χρονολογικά μέσα στις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το σχέδιό του. να της χαρακώσει αμείλικτα το σώμα, να της το στραγγίξει από αίμα, να την εξευτελίσει. Και ύστερα να τη σκοτώσει. Για να νιώσει κι αυτός, επιτέλους, σαν ένας μικρός μισερός θεός.
Στις δέκα ακριβώς ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι στο ρετιρέ της καταξιωμένης του, πλην μίζερης, ζωής. Ανοίγει την πόρτα σε μια ψηλή, καθ’ όλα εντυπωσιακή, γυναίκα που φοράει ξανθιά περούκα και φακούς επαφής, που δίνουν στα μάτια της το χρώμα μια πράσινης βαθιάς θάλασσας. Την κοιτά για μια στιγμή έκθαμβος, σιωπηλός, και μετά την προσκαλεί μέσα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
Πλήρωσε προκαταβολικά για να την έχει μαζί του ολόκληρο το βράδυ και καθώς του περισσεύει ο χρόνος, καθόλου δε βιάζεται.
Της προσφέρει ένα ποτό. Το δέχεται. Μιλάνε για λίγο. Λέει εκκωφαντικά ψέματα ο ένας στον άλλο, αγγίζονται δήθεν τυχαία κι αθώα, γελούν και χαμογελούν, κι η ώρα γλυκά περνά. Το παιχνίδι συνεχίζεται. Το ένα ποτό απαιτεί ένα ακόμη, τα δύο γίνονται τρία, τα τρία στροβιλίζονται στην αγκαλιά του τέταρτου και πάει λέγοντας, κι αυτός κάποια στιγμή αρχίζει ν’ απορεί. Ν’ απορεί με τον εαυτό του. Ν’ απορεί που απολαμβάνει τόσο πολύ τη συντροφιά μιας πόρνης, κάποιας που σχεδιάζει να σκοτώσει. Ναι, εντάξει, αυτό το βλέπει πολύ καθαρά, παρά το θολωμένο του μυαλό, είναι όλη ένα ψέμα μεγάλο, ένα αίσχος, αλλά... για δες πόσο όμορφα χαμογελά! Για δες πόσο γλυκιά γίνεται με το δικό της παράξενο κι επαγγελματικά απόμακρο τρόπο!
Η οργή και η λαχτάρα, η τρυφερότητα και το μίσος, ο πόθος κι ο φόβος, αλλάζουν συνεχώς θέσεις στον ασυνάρτητο χάρτη του μέσα του. Θέλει να τη σκοτώσει. Θέλει να τη σκοτώσει εδώ και τώρα. Αλλά, δεν μπορεί. Όχι ακόμη. Του αρέσει ασυγχώρητα πολύ η παρέα της. Του αρέσει που τη νύχτα αυτή, της ζωής του την πιο σημαντική, είναι εκείνη η δούλα και η ερωμένη του, κάποια που ολοκληρωτικά του ανήκει. Θέλει να κάνει έρωτα μαζί της, όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – άγριο έρωτα. Θέλει να πραγματοποιήσει, τη στιγμή ετούτη που την έχει κοντά του ακόμη, ζωντανή, όλες του τις φαντασιώσεις. Θέλει να μάθει πόσο βρώμικο στ’ αλήθεια είναι το βρώμικο σεξ. Θέλει να γευτεί κάποιες σταγόνες μαζοχιστικής απόλαυσης. Της το λέει. Εκείνη συγκατανεύει μ’ ένα αδιάφορο βλέμμα. Είναι μαθημένο το βουνό στα χιόνια. Αλλά, τα μάτια της τρεμοπαίζουν. Μοιάζουν λες να διαπερνάνε το φράγμα των δικών του και να κοιτάνε την ψυχή του γυμνή. Φοβάται! Προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει, να μην τον αφήσει να το καταλάβει, αλλά φοβάται. Λες; Λες να μάντεψε τι την περιμένει; Μάλλον όχι, αλλά δεν μπορεί να το διακινδυνεύσει. Δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό. Αν καταλάβει τι ετοιμάζει για κείνη θα χάσει λίγη απ’ τη χαρά, απ’ την ικανοποίηση που τον περιμένει. Πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να διασκεδάσει τους φόβους της. Πρέπει όλα να πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Τότε, και μόνο τότε, η εκδίκηση θα είναι γλυκιά.
Πηγαίνουν παραπατώντας κι οι δύο απ’ τη γλυκιά μέθη, που μοιάζει να τους έχει καταβάλει, στην κρεβατοκάμαρα. Βάζει στο στερεοφωνικό να παίζει ένα παλιό ξένο τραγούδι και της ζητά ν’ αρχίσει να γδύνεται αργά, ακολουθώντας τους νωχελικούς του ρυθμούς. Τον υπακούει και καθώς χορεύει, σιγά-σιγά παίρνει να ξεχνά ολότελα τους φόβους και τις αναστολές της, μοιάζει να γίνεται αυτή που εκείνος τη θέλει να γίνει. Όλα, τελικά, θα πάνε καλά, σκέφτεται μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη, καθώς είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και την παρακολουθεί. Τη συμπαθεί τη μικρή. Τη συμπαθεί ασυνήθιστα πολύ. Αλλά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Θα τη σκοτώσει. Για να τη σώσει. Για να τη σώσει απ’ την άθλια ζήση της. Για να τη βγάλει απ’ το βούρκο. Και για να σωθεί κι ο ίδιος απ’ τους εφιάλτες που τον τυραννάνε μια ολόκληρη ζωή.
Της επιτρέπει, δίχως φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, να τον δέσει χειροπόδαρα στο κρεβάτι, ακριβώς όπως επιβάλλουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Πρώτα έρχεται η απόλαυση και ύστερα η απόλυτη ευδαιμονία, σκέφτεται. Νιώθει λάβα καυτή την ανάσα της καθώς του φιλάει τ’ αυτί και του δαγκώνει το λαιμό, και προχωράει έμπειρα και έμπυρα και μεθοδικά προς τα κάτω. Κλείνει τα μάτια κι αφήνεται ολοκληρωτικά στην απόλυτη αίσθηση ευδαιμονίας, με την οποία τον φιλοδωρούν τα χάδια και τα φιλιά της. Νιώθει, τι παράξενο, ευτυχισμένος! Το κορμί του ολάκερο φωνάζει ότι είναι ευτυχισμένος... Το ταξίδι των χειλιών της στο παλλόμενο, παραλοϊσμένο, κορμί του συνεχίζεται. Ναι... σκέφτεται... Ναι... Ναι... Ωχ, όχι! Όχι, κραυγάζει φοβισμένος, αγριεμένος. Όχι...
Τον βρίσκει νεκρό στο κρεβάτι τους η γυναίκα του την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από ένα τριήμερο διακοπών. Τα γεννητικά του όργανα μοιάζουν να έχουν αποκοπεί με βία περισσή απ’ το κορμί, ενώ μια χαρακιά από μαχαίρι, ή ίσως κι από ξυράφι, διατρέχει από πάνω ως κάτω, λες σαν θεού αιμάτινη οργή, ολόκληρο το στήθος.
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008
Η Απαραίτητη
Αχχχ, αυτή η ζωή! Αχ, αυτή η ζωή που περνάει και χάνεται αναξιοποίητη. Περνάει. Χάνεται. Αναξιοποίητη. Η ζωή. Η ζωή η δικιά του. Πρέπει να το πάρει επιτέλους απόφαση. Να τη διώξει. Να την ξεφορτωθεί. Για να ξαναβρεί τον εαυτό του. Για να αρχίσει να κολυμπάει και πάλι στη μέσα του θάλασσα. Η αλήθεια είναι πώς πέρασαν πολλά οι δυο τους, στην πλειοψηφία τους όμορφα και καλά, αλλά να, η συνύπαρξή τους ήταν κάπως μονότονη και που και που γινόταν κυκλοθυμική. Την αγαπούσε με πάθος. Τη μισούσε με ενοχές. Την αγαπούσε γι’ αυτά που του έδινε, μα τη μισούσε για τ’ άλλα, τα πολλά, που δεν του χάριζε. Του ήταν απαραίτητη, σαν την αναπνοή του την ίδια, αλλά την ένιωθε και σαν ένα στίγμα στο κορμί και στην ψυχή του. Τον αρρώσταινε βαριά και τον ανάσταινε εκκωφαντικά. Έχω ξεχάσει ποιος είμαι, της ψιθύριζε κάθε τόσο με παράπονο πικρό, ενώ εκείνη παρέμενε πεισματικά σιωπηλή, αδυνατώντας στ’ αλήθεια να τον καταλάβει – να καταλάβει αυτόν και την ιερή του τρέλα.
Τώρα, μοιάζει να τα έχει τελείως χαμένα. Όλο και παίρνει μια απόφαση και όλο και την ανακαλεί. Το μόνο που κάνει πια είναι να περπατάει πάνω κάτω, νύχτα μέρα, μέσα στο διαμέρισμα, να στριφογυρνάει δίχως να κοιμάται στα σεντόνια και να πίνει συνεχώς δίχως ν’ απολαμβάνει τα ποτά του. Νιώθει παγιδευμένος, φυλακισμένος σ’ ένα κλουβί που έκτισε ο ίδιος. Για δες ρε, πώς την πάτησες! παρατηρεί σαρκαστικά τον εαυτό του. Ναι, το ξέρει καλά, το ξέρει πώς αν τη χάσει μετά θ’ αρχίσει να νιώθει ασυγχώρητα μόνος. Αλλά, τι να κάνει; Οι φίλοι τον συμβουλεύουν ν’ αλλάξει μυαλά, ν’ ανοίξει τα μάτια και να δει τον κόσμο όπως είναι, του λένε ότι αποκλείεται να βρει ποτέ ξανά και πουθενά αλλού κάποια σαν κι εκείνη. Ε, αν δε βρω, χέστηκα, τους απαντά πεισματικά και μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο αυτός.
Η αλήθεια ωστόσο παραμένει ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο μοιάζει να καταρρέει. Δεν μπορεί να τη διώξει, δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν, κι ας μην τη θέλει. Πώς να διαγράψει κανείς τόσους μήνες κοινής ζωής; Πώς; Θυμάται τα παλιά. Όχι τα πολύ παλιά, το πρόσφατο παρελθόν, προτού τη γνωρίσει. Τότε η ζήση του ήταν απλή πολύ, με τα πάνω και τα κάτω της, αλλά με ουσία. Τώρα έχει καταντήσει μια συνεχής επανάληψη, ένας αργός θάνατος. Κάθε μέρα τα ίδια πράγματα κάνει, κάθε μέρα τα ίδια άθλια συναισθήματα τον πλημμυρίζουν. Του λείπει η τρέλα κι η μοναχικότητά του. Του λείπει ο εαυτός του.
Είναι τέσσερις η ώρα το πρωί και στέκεται σκεφτικός στο μπαλκόνι, αγκαλιά με το στροφιλιζόμενο κρύο του Φλεβάρη. Το σώμα του, το άθλιο κέλυφος, το νιώθει να παγώνει, αλλά ο μέσα του κόσμος, εκείνος δα που μετράει, φλέγεται. Ήρθε η ώρα, δηλώνει αινιγματικά στο μανιασμένο αέρα, η ώρα του αποχαιρετισμού, πληροφορεί χαμηλόφωνα το γκρίζο τ’ ουρανού. Επιτέλους, πήρε την απόφασή του! Επιτέλους, θ’ αποκτήσει και πάλι την ελευθερία του, θ’ αποκτήσει και πάλι το δικαίωμά του στη ζωή. Χαμογελά. Χαμογελά πλατιά και αμείλικτα. Αρχίζει να χιονίζει. Οι νιφάδες του χιονιού έρχονται, σαν καλοί οιωνοί, να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το αίσθημα ευδαιμονίας που τον κατακλύζει. Μπαίνει με αργόσυρτο επιτηδευμένο βήμα στο σαλόνι. Μοιάζει να χορεύει ακίνητος, τόσο αργά κινείται. Τη βλέπει, εκεί στη γωνία, να τον κοιτά μ’ ένα άδειο βλέμμα. Σ’ αγαπώ, αλλά πρέπει να φύγεις, τής λέει τελεσίδικα, μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα. Την πλησιάζει. Την παίρνει στην αγκαλιά του με αγάπη και την οδηγεί απαλά, σα μωρό παιδί, έξω στο μπαλκόνι. Τα στοιχεία της φύσης τους χαϊδεύουν και τους μαστιγώνουν, αλλά κανείς απ’ τους δυο τους δε φαίνεται να τα νιώθει. Σηκώνει το κεφάλι και το βλέμμα ψηλά, ανοίγει το στόμα και αφήνει να ταξιδέψει στη γλώσσα του μια νιφάδα χιονιού, προτού αφήσει να του ξεφύγει απ’ τα στήθια μια σιγαλή και παγωμένη ανάσα ανακούφισης. Λυτρώθηκες, συγχαίρει με θαυμασμό τον εαυτό του, καθώς την αφήνει να γλιστρήσει απ’ τα χέρια του, να πέσει σα βόμβα στο πεζοδρόμιο πέντε ορόφους πιο κάτω, και να γίνει χίλια κομμάτια. Η αγαπημένη του. Η απαραίτητη. Η τηλεόρασή του!
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008
Η εκδίκηση της Μαριέτας
Τον αγαπούσε μια ολόκληρη ζωή, την τυραννούσε μια ολόκληρη ζωή. Τον αγαπάει ακόμη, την τυραννάει ακόμη. Θέλει, λέει, να χωρίσουνε. Τώρα. Αμέσως. Θέλει να πετάξουνε δεκαπέντε γιομάτα χρόνια κοινής ζωής στα σκουπίδια. Θέλει να διαγράψουνε με μια μονοκοντυλιά όλες τις καλές και κακές στιγμές που ζήσανε μαζί, να ξεχάσουνε όλα τα όμορφα που μοιραστήκανε. Της λέει πώς όλα τώρα πια τελειώσανε, ότι θέλει να προχωρήσει. Να προχωρήσει για να πάει που; Να κάνει τι; Αφού μέχρι σήμερα όλα εκείνη η δόλια τα έκανε. Εκείνος ήταν, είναι και θα είναι αχαΐρευτος. Στον αιώνα τον άπαντα. Αν δεν ήταν εκείνη και ο πλούσιος, καταδεκτικός της μπαμπάς, πουθενά δε θα ’βρισκε δουλειά το μπουμπούκι της. Αν δεν ήταν εκείνη, τώρα σίγουρα θα πεινούσε, θα παράδερνε σε κάποια τρώγλη, δε θα ζούσε κορδωτός σαν κόκορας για χρόνια τώρα μέσα στην πολυτέλεια. Αν δεν ήταν εκείνη να κουμαντάρει μαεστρικά και με αγόγγυστη υπομονή το καράβι του γάμου τους σε όλες τις φουρτούνες, όλα θα είχαν από καιρό καταρρεύσει. Πέρασαν πολλά μαζί. Πέρασε περισσότερα μοναχή της. Αν έπρεπε να φύγει κάποιος ήταν εκείνη η ίδια, η Μαριέτα. Η Μαριέτα που τον αγάπησε τόσο, περισσότερο απ’ τον εαυτό της, που του χάρισε τόσα πολλά, πολύ περισσότερα απ’ όσα πήρε. Η Μαριέτα που γέννησε με χαρά κι έχασε με οδύνη ένα παιδί. Η Μαριέτα που τόσο πληγώθηκε, μα που δεν έπαψε στιγμή να τον αγαπάει. Ξύπνα μικρή, της έλεγαν δεικτικά και λίγο λυπημένα οι φίλες της. Ξύπνα ηλίθια, έβγαζε σπαρακτική κραυγή ο εαυτός της, αλλά αυτή που ν’ ακούσει! Πάντα εκεί. Πάντα στο πλευρό του Άλκη. Πάντα το στήριγμά του. Το μοναδικό. Κι ας μην το άξιζε. Κι ας μην το άξιζε καθόλου. Είχε υπομονή, πολλή υπομονή, η Μαριέτα. Μια υπομονή που όμως τώρα, εντελώς ξαφνικά, εξαντλήθηκε. Ακούς εκεί να την αφήσει! Και πώς θα τα βγάλει πέρα έξω στον κόσμο μοναχός αυτός ο άχρηστος; Ή μήπως περιμένει ότι εκείνη θα συνεχίσει να τον συντηρεί; Κούνια που τον κούναγε. Εκτός... Εκτός κι αν γνώρισε κάποια άλλη, αν βρήκε ένα νέο ανυποψίαστο θύμα. Ναι! Ναι, αυτό θα έγινε. Καμία αμφιβολία. Μάλλον κάποια απ’ αυτές τις μεγαλοδικηγορίνες, με τις οποίες κάνει πως δουλεύει, θα την τύλιξε σαν έτοιμο από ώρα φαγητό τον δικό της. Έτσι, ε; Και τώρα, αυτή τι θα κάνει; Πώς θα αντιδράσει; Θα καθίσει μόνη και απαρηγόρητη να κλαίει για το δεδομένο χαμό του, ή θα πάρει τη μοίρα στα χέρια της; Να πάρει τη μοίρα στα χέρια της; Μα, πώς; Νιώθει τόσο, ασυγχώρητα, κουρασμένη. Δεν έχει άλλο πια τη δύναμη να κάνει συνταρακτικές αλλαγές στη ζωή της. Δεν μπορεί ν’ αντέξει άλλα χτυπήματα. Είναι καταβεβλημένη. Ηττημένη. Ηττημένη απ’ της μονόχνοτης ζήσης της τα παιχνίδια. Λυπάται; Χαίρεται; Οργίζεται; Πονάει; Δεν ξέρει. Εκείνο που μονάχα ξέρει, με μια σιγουριά αμείλικτα ακλόνητη, είναι ότι ετούτη τη φορά δε θα περάσει το δικό τού Άλκη – του μεγάλου της έρωτα, του δήμιού της. Σκέφτεται. Σκέφτεται πολύ, βαθιά και έντονα. Σκέφτεται τι να κάνει. Πώς να τον εκδικηθεί. Αρκετά πέρασε τόσα χρόνια μαζί του, πολλές πίκρες γεύτηκε απ’ τα χείλη του και δεν άκουσε ούτ’ ένα ευχαριστώ, είναι καιρός να τον κάνει να πληρώσει. Ακριβά! Αλλά πώς; Θα τον σκοτώσω. Όχι! Όχι, αυτό δεν μπορεί να το κάνει. Να τον πληγώσει ναι, αυτό γίνεται, αλλά να τον σκοτώσει, αυτό αποκλείεται. Ξαφνικά... Ξαφνικά στο μυαλό της ξημερώνει το τέλειο σχέδιο. Χαμογελά. Σατανικά. Με μάτια που στάζουν προσμονή, κακία, θλίψη κι απογοήτευση. Αυτό είναι, σκέφτεται. Αυτό είναι, θέλει να φωνάξει με βροντερή ανακούφιση, αλλά συγκρατεί τον εαυτό της. Δύο μέρες μετά τη βρίσκει νεκρή στο σπίτι τους ο Άλκης. Προφανώς αυτοκτόνησε. Ένα ματωμένο μαχαίρι είναι καρφωμένο στο στήθος της βαθιά, δίπλα απ’ το μέρος της βαριά πληγωμένης καρδιάς. Καλεί την αστυνομία. Καταφθάνουν ένα τσούρμο μπάτσοι. Βγάζουν φωτογραφίες, εξετάζουν τον περίγυρο, απομακρύνουν καλυμμένο μέσα σ’ ένα φορείο το πτώμα, παίρνουν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και τον ανακρίνουν. Μάλλον τον πιστεύουν. Βλέπουν τα δακρυσμένα του μάτια, το καταρρακωμένο του εγώ και σκέφτονται ότι είναι αθώος. Αργά πολύ το ίδιο εκείνο βράδυ επισκέπτεται το τμήμα μια φίλη της Μαριέτας και ζητάει να μιλήσει με τον αστυνομικό που είναι επιφορτισμένος με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Με χέρια που τρέμουν απ’ την οργή και τη θλίψη, του παραδίδει ένα γράμμα από τον κάτω κόσμο. Το θύμα γράφει μέσα εκεί πόσο πολύ φοβάται για την ασφάλεια, για τη ζωή του. Το νιώθει, λέει, είναι σίγουρη πώς ο άντρας της θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Λίγα λεπτά μετά ειδοποιούν τον αστυνομικό από το εργαστήριο ότι τα μοναδικά δαχτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στο μαχαίρι ήταν του Άλκη. Τον συλλαμβάνουν αμέσως και τον οδηγούν στο δικαστήριο που τον κρίνει προφυλακιστέο. Σύντομα θα δικαστεί και θα καταδικαστεί και θα περάσει το υπόλοιπο της μίζερης ζωής του στη φυλακή. Όσο για τη Μαριέτα, εκείνη παρακολουθεί, με μάτια που μοιάζουν ήλιοι φωτεινοί, απ’ το υπερπέραν ετούτο το θέατρο του παραλόγου και δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά της. Όλοι όσοι παρευρέθηκαν στην κηδεία, και δεν ήταν καθόλου λίγοι, ορκίζονταν μετά ότι κάποια στιγμή την είδαν να τους χαρίζει χαμόγελα πλατιά απ’ το παλάτι του θανάτου, και πώς την άκουσαν να τους λέει νοερά ότι τώρα ναι, ήταν πια ευτυχισμένη. Στην έφερα Άλκη! Πέθανα και στην έφερα. Είχα ένα θάνατο αργό, οδυνηρό, ακόμη ούτε και για σένα δε θα τον ευχόμουνα αυτόν, αλλά πέτυχα τον σκοπό μου. αυτοκτόνησα και σκότωσα εσένα. Εκείνο το μαχαίρι. Εκείνο το μαχαίρι με το οποίο μ’ απειλούσες τις προάλλες μ’ έσωσε. Από μένα κι από σένα. Το μόνο που χρειάστηκα ήταν ένα ζευγάρι γάντια και τη δύναμη να το μπήξω στο στήθος μου. Τα γάντια τα ξεφορτώθηκα νωρίς, κι εγώ ξεψύχησα αργά, νιώθοντας μιαν αμείλικτη χαρά για την επικείμενη εκδίκησή μου. Τι λες; Καλά δεν τα κατάφερα; Θα σε περιμένω!


