Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απογοήτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απογοήτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την ένοιαζα.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...
Για μια ακόμη φορά "περσινά ξινά σταφύλια", όπως μου αρέσει να λέω. Η φωτογραφία κλεμμένη από δω...

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Η εκδίκηση της Μαριέτας

Μία ακόμη (ξαναδουλεμένη) Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία μου.

Τον αγαπούσε μια ολόκληρη ζωή, την τυραννούσε μια ολόκληρη ζωή. Τον αγαπάει ακόμη, την τυραννάει ακόμη. Θέλει, λέει, να χωρίσουνε. Τώρα. Αμέσως. Θέλει να πετάξουνε δεκαπέντε γιομάτα χρόνια κοινής ζωής στα σκουπίδια. Θέλει να διαγράψουνε με μια μονοκοντυλιά όλες τις καλές και κακές στιγμές που ζήσανε μαζί, να ξεχάσουνε όλα τα όμορφα που μοιραστήκανε. Της λέει πώς όλα τώρα πια τελειώσανε, ότι θέλει να προχωρήσει. Να προχωρήσει για να πάει που; Να κάνει τι; Αφού μέχρι σήμερα όλα εκείνη η δόλια τα έκανε. Εκείνος ήταν, είναι και θα είναι αχαΐρευτος. Στον αιώνα τον άπαντα. Αν δεν ήταν εκείνη και ο πλούσιος, καταδεκτικός της μπαμπάς, πουθενά δε θα ’βρισκε δουλειά το μπουμπούκι της. Αν δεν ήταν εκείνη, τώρα σίγουρα θα πεινούσε, θα παράδερνε σε κάποια τρώγλη, δε θα ζούσε κορδωτός σαν κόκορας για χρόνια τώρα μέσα στην πολυτέλεια. Αν δεν ήταν εκείνη να κουμαντάρει μαεστρικά και με αγόγγυστη υπομονή το καράβι του γάμου τους σε όλες τις φουρτούνες, όλα θα είχαν από καιρό καταρρεύσει. Πέρασαν πολλά μαζί. Πέρασε περισσότερα μοναχή της. Αν έπρεπε να φύγει κάποιος ήταν εκείνη η ίδια, η Μαριέτα. Η Μαριέτα που τον αγάπησε τόσο, περισσότερο απ’ τον εαυτό της, που του χάρισε τόσα πολλά, πολύ περισσότερα απ’ όσα πήρε. Η Μαριέτα που γέννησε με χαρά κι έχασε με οδύνη ένα παιδί. Η Μαριέτα που τόσο πληγώθηκε, μα που δεν έπαψε στιγμή να τον αγαπάει. Ξύπνα μικρή, της έλεγαν δεικτικά και λίγο λυπημένα οι φίλες της. Ξύπνα ηλίθια, έβγαζε σπαρακτική κραυγή ο εαυτός της, αλλά αυτή που ν’ ακούσει! Πάντα εκεί. Πάντα στο πλευρό του Άλκη. Πάντα το στήριγμά του. Το μοναδικό. Κι ας μην το άξιζε. Κι ας μην το άξιζε καθόλου. Είχε υπομονή, πολλή υπομονή, η Μαριέτα. Μια υπομονή που όμως τώρα, εντελώς ξαφνικά, εξαντλήθηκε. Ακούς εκεί να την αφήσει! Και πώς θα τα βγάλει πέρα έξω στον κόσμο μοναχός αυτός ο άχρηστος; Ή μήπως περιμένει ότι εκείνη θα συνεχίσει να τον συντηρεί; Κούνια που τον κούναγε. Εκτός... Εκτός κι αν γνώρισε κάποια άλλη, αν βρήκε ένα νέο ανυποψίαστο θύμα. Ναι! Ναι, αυτό θα έγινε. Καμία αμφιβολία. Μάλλον κάποια απ’ αυτές τις μεγαλοδικηγορίνες, με τις οποίες κάνει πως δουλεύει, θα την τύλιξε σαν έτοιμο από ώρα φαγητό τον δικό της. Έτσι, ε; Και τώρα, αυτή τι θα κάνει; Πώς θα αντιδράσει; Θα καθίσει μόνη και απαρηγόρητη να κλαίει για το δεδομένο χαμό του, ή θα πάρει τη μοίρα στα χέρια της; Να πάρει τη μοίρα στα χέρια της; Μα, πώς; Νιώθει τόσο, ασυγχώρητα, κουρασμένη. Δεν έχει άλλο πια τη δύναμη να κάνει συνταρακτικές αλλαγές στη ζωή της. Δεν μπορεί ν’ αντέξει άλλα χτυπήματα. Είναι καταβεβλημένη. Ηττημένη. Ηττημένη απ’ της μονόχνοτης ζήσης της τα παιχνίδια. Λυπάται; Χαίρεται; Οργίζεται; Πονάει; Δεν ξέρει. Εκείνο που μονάχα ξέρει, με μια σιγουριά αμείλικτα ακλόνητη, είναι ότι ετούτη τη φορά δε θα περάσει το δικό τού Άλκη – του μεγάλου της έρωτα, του δήμιού της. Σκέφτεται. Σκέφτεται πολύ, βαθιά και έντονα. Σκέφτεται τι να κάνει. Πώς να τον εκδικηθεί. Αρκετά πέρασε τόσα χρόνια μαζί του, πολλές πίκρες γεύτηκε απ’ τα χείλη του και δεν άκουσε ούτ’ ένα ευχαριστώ, είναι καιρός να τον κάνει να πληρώσει. Ακριβά! Αλλά πώς; Θα τον σκοτώσω. Όχι! Όχι, αυτό δεν μπορεί να το κάνει. Να τον πληγώσει ναι, αυτό γίνεται, αλλά να τον σκοτώσει, αυτό αποκλείεται. Ξαφνικά... Ξαφνικά στο μυαλό της ξημερώνει το τέλειο σχέδιο. Χαμογελά. Σατανικά. Με μάτια που στάζουν προσμονή, κακία, θλίψη κι απογοήτευση. Αυτό είναι, σκέφτεται. Αυτό είναι, θέλει να φωνάξει με βροντερή ανακούφιση, αλλά συγκρατεί τον εαυτό της. Δύο μέρες μετά τη βρίσκει νεκρή στο σπίτι τους ο Άλκης. Προφανώς αυτοκτόνησε. Ένα ματωμένο μαχαίρι είναι καρφωμένο στο στήθος της βαθιά, δίπλα απ’ το μέρος της βαριά πληγωμένης καρδιάς. Καλεί την αστυνομία. Καταφθάνουν ένα τσούρμο μπάτσοι. Βγάζουν φωτογραφίες, εξετάζουν τον περίγυρο, απομακρύνουν καλυμμένο μέσα σ’ ένα φορείο το πτώμα, παίρνουν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και τον ανακρίνουν. Μάλλον τον πιστεύουν. Βλέπουν τα δακρυσμένα του μάτια, το καταρρακωμένο του εγώ και σκέφτονται ότι είναι αθώος. Αργά πολύ το ίδιο εκείνο βράδυ επισκέπτεται το τμήμα μια φίλη της Μαριέτας και ζητάει να μιλήσει με τον αστυνομικό που είναι επιφορτισμένος με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Με χέρια που τρέμουν απ’ την οργή και τη θλίψη, του παραδίδει ένα γράμμα από τον κάτω κόσμο. Το θύμα γράφει μέσα εκεί πόσο πολύ φοβάται για την ασφάλεια, για τη ζωή του. Το νιώθει, λέει, είναι σίγουρη πώς ο άντρας της θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Λίγα λεπτά μετά ειδοποιούν τον αστυνομικό από το εργαστήριο ότι τα μοναδικά δαχτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στο μαχαίρι ήταν του Άλκη. Τον συλλαμβάνουν αμέσως και τον οδηγούν στο δικαστήριο που τον κρίνει προφυλακιστέο. Σύντομα θα δικαστεί και θα καταδικαστεί και θα περάσει το υπόλοιπο της μίζερης ζωής του στη φυλακή. Όσο για τη Μαριέτα, εκείνη παρακολουθεί, με μάτια που μοιάζουν ήλιοι φωτεινοί, απ’ το υπερπέραν ετούτο το θέατρο του παραλόγου και δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά της. Όλοι όσοι παρευρέθηκαν στην κηδεία, και δεν ήταν καθόλου λίγοι, ορκίζονταν μετά ότι κάποια στιγμή την είδαν να τους χαρίζει χαμόγελα πλατιά απ’ το παλάτι του θανάτου, και πώς την άκουσαν να τους λέει νοερά ότι τώρα ναι, ήταν πια ευτυχισμένη. Στην έφερα Άλκη! Πέθανα και στην έφερα. Είχα ένα θάνατο αργό, οδυνηρό, ακόμη ούτε και για σένα δε θα τον ευχόμουνα αυτόν, αλλά πέτυχα τον σκοπό μου. αυτοκτόνησα και σκότωσα εσένα. Εκείνο το μαχαίρι. Εκείνο το μαχαίρι με το οποίο μ’ απειλούσες τις προάλλες μ’ έσωσε. Από μένα κι από σένα. Το μόνο που χρειάστηκα ήταν ένα ζευγάρι γάντια και τη δύναμη να το μπήξω στο στήθος μου. Τα γάντια τα ξεφορτώθηκα νωρίς, κι εγώ ξεψύχησα αργά, νιώθοντας μιαν αμείλικτη χαρά για την επικείμενη εκδίκησή μου. Τι λες; Καλά δεν τα κατάφερα; Θα σε περιμένω!


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Το Χαμόγελο

Μια και δεν μπορώ να γράψω τίποτα καινούριο σας δίνω μια νέα, κάπως εμπλουτισμένη έκδοση, μιας εγκληματικής ιστορίας που πρωτοδημοσιεύθηκε -αν θυμάμαι καλά- στο περιοδικό "να ένα μήλο"

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.
Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.
Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της τής ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.
Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω..., επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς; Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε εκείνη πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.
Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα, σκεφτόταν, Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...
Και όντως δεν ήταν, αφού παρόλη τη φαινομενική τους ευτυχία, τα πράγματα δεν ήταν στ’ αλήθεια ρόδινα στη σχέση τους. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί όσο θα ήθελαν, να μοιράζονται όσο συχνά ποθούσαν τις στιγμές μαγείας που τους αναλογούσαν, αφού οι γονείς της Στέλλας παρακολουθούσαν με άγρυπνο μάτι την κάθε της κίνηση. Ελάχιστες φορές την άφηναν να ξενυχτήσει, κι εκείνες με το μάτι στο ρολόι. Έτσι, οι στιγμές της ευδαιμονίας της, της ευδαιμονίας τους, ήταν ελάχιστες, λειψές, σχεδόν κλεμμένες. Ζούσαν τον πόθο, το πάθος, τον πόνο του έρωτα, αλλά ουσιαστικά δεν ζούσαν! Κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Φύγε απ’ το σπίτι σου, να ζήσουμε μαζί, της πρότεινε ο Χρήστος, αλλά εκείνη αρνήθηκε, κατηγορηματικά. Φοβόταν τους γονιούς της. Φοβόταν ν’ αφήσει τη φυλακή της! Όχι, δεν πρέπει να γίνει έτσι. Όχι έτσι... επέμενε ξανά και ξανά. Και πώς πρέπει να γίνει; Τη ζωή αν δεν τη ζεις, απλά φεύγει και χάνεται – κι αυτό κι οι δυο τους το γνώριζαν πολύ καλά.
Ο χρόνος θα έδινε -όπως πάντα- τη λύση, καθώς όσο περνούσε τόσο φούντωνε ο έρωτάς τους, τόσο πυρακτώνονταν τα κορμιά απ’ τον πόθο. Δεν μπορούσαν πια να ζούνε χώρια, να μη μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, δεν άντεχε ο ένας την απουσία του άλλου. Τότε, ακριβώς τότε, ήταν που του πρότεινε η Στέλλα να επισημοποιήσουνε τη σχέση τους. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ’ναι για πάντα μαζί. Κι εκείνος, ο δηλωμένος εργένης, ο φανατικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, απλά δέχτηκε την πρότασή της. Κι ας το μέσα του κραύγαζε Όχι. Κι ας το ένστικτό του τον προειδοποιούσε. Ο έρωτας του είχε κλείσει τα μάτια. Ακόμη και τη φίλη του, την καλύτερή του φίλη, δε θέλησε να την ακούσει όταν του είπε ότι η Στέλλα στο πρόσωπό του δε συνάντησε τον έρωτα, αλλά ένα σωσίβιο, ένα κλειδί που θα άνοιγε τις πόρτες του χρυσού της κλουβιού. Αλλά ούτε και τον Κώστα, τον παιδικό του φίλο δεν τον αφουγκράστηκε, κι ας πέρασαν μαζί τόσα πολλά. Ο Κώστας δεν τη συμπαθούσε καθόλου τη Στέλλα, αφού πίστευε πως είχε άσχημη επίδραση πάνω του, πως τον χαλούσε, τον μετάλλαζε σε κάποιον άλλο. Το πάθος σου θα γίνει το μεγάλο λάθος σου! του έλεγε πικρά χαμογελώντας.
Παρόλες, λοιπόν, τις αντιδράσεις των φίλων, παρόλες τις προειδοποιήσεις του είναι του, σύντομα βρέθηκαν αρραβωνιασμένοι και σιγά σιγά τα πράγματα πήραν να αλλάζουν. Απέκτησαν μια ελευθερία κουτσή, μισή, που δε στηριζόταν σχεδόν καθόλου στα δικά τους πόδια, παρά σ’ εκείνα των γονιών της. Εξάλλου, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι ζούσαν τότε. Ο Χρήστος ήταν αποφασισμένος να κάνει το καθετί, να υπομείνει το καθετί για κείνη, να δουλέψει σκληρά για να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της, για να της δώσει τη δυνατότητα να κάνει το κάθε της όνειρο πραγματικότητα.
Κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή, παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο δικό τους σπίτι. Και τότε ήρθε η σκληρή πραγματικότητα να τους χτυπήσει, ή μάλλον να χτυπήσει εκείνου, την πόρτα. Από την πρώτη κιόλας εκείνη ημέρα, αργά αλλά σταθερά, η Στέλλα άρχισε ν’ αλλάζει, να μεταμορφώνεται. Δεν ήθελε πια να είναι εκείνο το κορίτσι που αγάπησε ο Χρήστος, ήθελε να είναι κάποια άλλη – μια καθώς πρέπει γυναίκα, που θα ζει μια καθώς πρέπει ζωή, κάνοντας καθώς πρέπει πράγματα. Στις αρχές εκείνος σκέφτηκε πως ήταν μια κρίση και θα της περνούσε, αλλά δεν.
Την είδε να πετάει τα σκισμένα τζιν και τα μακό μπλουζάκια και να τ’ αντικαθιστά με καθώς πρέπει μπλουζόφουστες, να παρατάει τη ροκ μουσική και να το ρίχνει στα λαϊκά, να θέλει να αλλάξει παρέες, να μισά πια τα ξενύχτια, και σαν επιστέγασμα όλων αυτών να ξεχνά όλα της τα όνειρα για μακρινά ταξίδια σε απέραντους ουρανούς και γαλάζιες θάλασσες.
Ο Χρήστος δεν μπορούσε, δεν ήθελε να πιστέψει αυτά που συνέβαιναν. Την αγαπούσε, αλλά τον έκανε και πονούσε. Ωστόσο, ήταν η ψυχούλα του, της καρδιάς του το άλλο μισό, ήταν σίγουρος πως δε θα τον απογοήτευε. Όλα θα άλλαζαν και πάλι, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Αλλά, δεν άλλαξαν, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο, αφού σύντομα η ζωή τους κατάντησε μια απ’ τα ίδια. Μια συνεχόμενη επανάληψη, διακοπτόμενη από μερικές μονάχα εκλάμψεις, όπως κάποιες εκδρομές στα βουνά και σε παραθαλάσσιες πόλεις. Της άρεσε, λέει, να ταξιδεύει με τ’ αυτοκίνητο, της άρεσε η ταχύτητα, της άρεσε η αίσθηση του κινδύνου όταν οδηγούσε με τέρμα τα γκάζια. Πάλι καλά που σ’ αρέσει και κάτι, μονολογούσε από μέσα του ο Χρήστος, που άλλοτε ήταν ένα γελαστό παιδί, που κανείς δεν μπορούσε να το κάνει να εκνευριστεί, αλλά που τώρα όλο και πιο σπάνια χαμογελούσε, καθώς του φτώχαινε η ζωή. Δεν είναι αυτά που ήθελα. Δεν είναι αυτά που ονειρευόμουνα! μάλωνε συχνά πυκνά τον εαυτό του, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε να κάνει και κάτι για ν’ αλλάξει την κατάσταση. Ένιωθε παγιδευμένος σε μια φάκα που είχε ο ίδιος περίτεχνα στήσει.
Ο χρόνος περνούσε αμείλικτος απομακρύνοντας όλο και περισσότερο τον ένα απ’ τον άλλο. Ο άλλοτε μεγάλος τους έρωτας, ο γάμος τους, είχε καταντήσει μια απλή συμβίωση. Σύντομες συναντήσεις στο τραπέζι το μεσημέρι, ελάχιστα περάσματα από κάποιες παραλίες, κάποιες σπάνιες νυχτερινές έξοδοι. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια για τα καλά απ’ το πρόσωπο κι απ’ τη ζωή του Χρήστου. Μόνο όταν έπινε, κι έπινε όλο και πιο πολύ, χαμογελούσε, αλλά κι εκείνα το χαμόγελα ήταν πικρά, για τη ζήση που τον προσπερνούσε σφυρίζοντας αδιάφορα, για τα όνειρα που σβήνονταν από το χάρτη της.
Όλα έμοιαζαν να καταρρέουν, να καταρρέουν οριστικά, να γκρεμίζονται με πάταγο μες στην ψυχή του, όταν η Στέλλα έμεινε έγκυος. Εκείνος ήταν σίγουρος πως κι αυτήν ακόμη την εγκυμοσύνη την είχε προγραμματίσει. Είχε καταλάβει προφανώς ότι εκείνος θα έφευγε και μάλλον δεν ήθελε να χάσει την ασφάλειά της, αφού στο τέλος-τέλος μόνο αυτή μετρούσε για κείνη.
Και γεννήθηκε η Σόνια. Και το χαμόγελο άνθισε και πάλι στο σπιτικό τους, αλλά όχι για πολύ, αφού η κυρά είχε άλλα σχέδια. Έτσι, με το που γέννησε και φρόντισε για λίγο το κοριτσάκι, θεώρησε ότι είχε κάνει το καθήκον της και προσέλαβε μια αλλοδαπή οικιακή βιηθό για να το προσέχει. Δεν ήθελε να χάσει καθόλου χρόνο στον μακρύ κι επίμονό της αγώνα για μια καλύτερη θέση στην κοινωνία. Δούλευε, τότε, σε μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία όπου, ως συνήθως, ο ένας προσπαθούσε -με τρόπους καλούς κι ευγένεια περισσή- να βγάλει το μάτι του άλλου, κι αυτή δε θα τους έκανε το χατίρι. Γι’ αυτό και η Σόνια πέρασε κατ’ ευθείαν από το κορμί της Στέλλας στο περιθώριο της ζωής της.
Αντίθετα μ’ εκείνη, ο Χρήστος αγάπησε με πάθος την κόρη του, αφού αυτή με τη γέννησή της ξύπνησε και πάλι μέσα του την ελπίδα, την προσμονή για μια καλύτερη μέρα. Ωστόσο, όσο μεγάλωνε η αγάπη του για το κορίτσι, τόσο θέριευε το μίσος του για τη μητέρα του. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά! μονολογούσε, κι όταν συναντούσε τον φίλο του τον Κώστα επέμενε: Θα τη σκοτώσω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα τη σκοτώσω! Κι εκείνος τον άκουγε σιωπηλός. Τι να του πει άλλωστε; Τον είχε προειδοποιήσει χρόνια πριν. Αλλά, η αλήθεια είναι πως φοβόταν. Φοβόταν πως ο φίλος του θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Το διάβαζε στο βλέμμα του. Τα μάτια του έσταζαν μίσος και τρέλα. Θα την σκότωνε. Και μετά τι; Τι θα γινόταν η Σόνια; Πώς θα άντεχε εκείνος ακόμη να ζει;
Μαύρο, άσπρο και πάλι μαύρο πήγαινε η ζωή του Χρήστου, μέχρι που ένα καλοκαίρι, τρία χρόνια μετά, η Στέλλα του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν για διακοπές σε κάποιο ορεινό θέρετρο, που ήταν απ’ ό,τι φαίνεται πολύ της μόδας, αφού όλο γι’ αυτό της μιλούσαν οι συνάδελφοί της, κι εκεί θα πηγαίναν όλοι. Δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, όπου και να πήγαιναν για κείνον ήταν το ίδιο. Φτάνει που θα είχε μαζί τη μικρή, την κορούλα του.
Έτσι κι έγινε, λοιπόν. Πήγαν στο περιβόητο θέρετρο. Και κάθε πρωί, ενώ εκείνη ακόμη κοιμόταν, αυτός έπαιρνε το κορίτσι και πήγαιναν για μακρινές βόλτες στο δάσος ή στα γύρω μικρά βουνοχωριά, που ήταν στ’ αλήθεια όμορφα, σαν παραμύθι. Απ’ τις πρώτες κιόλας ημέρες, πατέρας και κόρη απέκτησαν φίλους στη γύρω περιοχή. Όλοι θαύμαζαν τη χαριτωμένη ομορφιά της μικρής, αλλά χαίρονταν και την καλή καρδιά και τους ανυπόκριτους τρόπους του πατέρα. Όσο για τη Στέλλα, εκείνη ήταν στον κόσμο της. Κοιμόταν σχεδόν μέχρι το μεσημέρι, μετά τιμούσε την οικογένεια με την παρουσία της στο γεύμα σε κάποια καλή ταβέρνα, το απόγευμα μια βόλτα ή τηλεόραση και τη νύχτα, αναγκαστική έξοδος, για να δούνε οι συνάδελφοι ότι ναι, βγαίνει.
Ο Χρήστος δεν την ακολουθούσε στις νυχτερινές της εξόδους, αφού προτιμούσε να ξοδεύει τα βράδια του με τη μικρή, μιλώντας της, διαβάζοντάς της παραμύθια, τραγουδώντας της μέχρι να κοιμηθεί. Αν ήθελε μπορούσε κι εκείνος να βγει, αφού ήταν μαζί τους και η αναγκαία βοηθός, αλλά δεν το έκανε. Δυο-τρεις μόνο φορές εγκατέλειψε το προσκεφάλι της Σόνιας, κι αυτές αφού είχε ήδη παραδοθεί στου ύπνου την αγκάλη, για να βγει με κάποιους απ’ τους νέους του φίλους, για να πάνε σ’ ένα ήσυχο ταβερνάκι και να πιούνε κρασάκι βαρελίσιο, μακριά απ’ τα φώτα και τις φωνές των εκδρομέων.
Δύο βράδια πριν την αναχώρησή τους η Στέλλα του είπε ότι την επόμενη μέρα θα ήθελε να σκαρφαλώσουν ένα μονοπάτι ψηλά στα βουνά, για να πάνε να δούνε τον πανέμορφο καταρράκτη που υπήρχε εκεί, σύμφωνα με τους άσπονδους φίλους της. Ο Χρήστος δεν είπε όχι. Δεν είχε λόγο να το κάνει άλλωστε, αφού οι περίπατοι στη φύση ήταν πάντοτε μια από τις πλέον αγαπημένες του ασχολίες. Όταν ξημέρωσε το άλλο πρωί, ωστόσο, λίγο έλειψε να τη χτυπήσει απ’ τα νεύρα του, καθώς την είδε να φοράει τακούνια για ν’ ανέβει στο βουνό. Επειδή θα είμαστε στην ερημιά δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε καθώς πρέπει, πήγε να δικαιολογηθεί εκείνη. Έχεις δίκιο! σάρκασ’ αυτός. Μ’ αυτά κι αυτά ξεκίνησαν για το μακρινό τους περίπατο.
Τρεις αμίλητες ώρες κράτησε η διαδρομή αφού η κυρία, λόγω τακουνιού, δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα. Ωστόσο ο Χρήστος δεν γκρίνιαζε. Κάθε άλλο. Κάπου ένιωθε χαρούμενος, καθώς άφηνε το μυαλό του ελεύθερο, γαλήνιο, να ρουφάει εικόνες απ’ το μεγαλείο της φύσης, και με της φαντασίας του τα μάτια έπαιρνε να ταξιδεύει μακριά, στους κόσμους που πάντοτε ονειρευόταν. Όταν έφτασαν σιγά-σιγά στο τέλος της ανηφορικής και κουραστικής εκείνης πορείας αντίκρισαν ένα μαγευτικό θέαμα. Βρίσκονταν πάνω από ένα δίδυμο καταρράκτη που από το ύψος των είκοσι-είκοσι πέντε μέτρων, έριχνε τα νερά του με ορμή σε μια λιμνούλα, όπου θα μπορούσε άνετα να κολυμπήσει κανείς. Καθώς κοιτούσαν σιωπηλοί το μοναδικό εκείνο θέαμα, καθώς τα μάτια του Χρήστου παραδίδονταν ονειροπόλα στα παγωμένα νερά, η Στέλλα γλίστρησε, κι έπεσε στο κενό.
Εκείνος, βλέποντας την πτώση της, έτρεξε αλαφιασμένος προς τα κάτω, προς τη λιμνούλα, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τη βιασύνη του να χάσει το βηματισμό του και να χαθεί. Αλλά, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε. Έφτασε ασφαλής στον προορισμό του κι ανέσυρε αμέσως τη Στέλλα απ’ τα παγωμένα νερά για να εξακριβώσει απλά και μόνο ότι ήταν ήδη νεκρή. Πρέπει να χτύπησε το κεφάλι της στα βράχια, καθώς ένα ρυάκι από αίμα πήρε να της λούζει τα μαλλιά και να της χαρακώνει τα μαγούλα. Ο Χρήστος προσπάθησε να τηλεφωνήσει απ’ το κινητό του για βοήθεια, αλλά δεν υπήρχε σήμα. Έτσι, αφήνοντάς την ξαπλωμένη εκεί, σ’ ένα βράχο, πήρε να σκαρφαλώνει μ’ αργόσυρτα βήματα το μονοπάτι που θα τον έπαιρνε στην κορυφή του καταρράκτη. Σαν έφτασε εκεί, έπιασε σήμα και τηλεφώνησε σ’ ένα από τους φίλους του στο χωριό και του είπε τι είχε συμβεί.
Η βοήθεια έφτασε δυο ώρες μετά. Οι άντρες που έσπευσαν εκεί, τον βρήκαν ένα ψυχικό ράκος, να κλαίει με λυγμούς πάνω απ’ το σώμα της γυναίκας που είχε κάποτε τόσο πολύ αγαπήσει. Τύλιξαν με περισσή προσοχή το άψυχο κορμί σ’ ένα σεντόνι και το μετέφεραν στο χωριό, αλλά όχι στο σπίτι που νοίκιαζαν, καθώς ο Χρήστος δεν ήθελε να δει η Σόνια του, τόσο μικρή, το πρόσωπό του θανάτου. Το πήγαν στο σπίτι ενός φίλου του μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο να το παραλάβει και να ξεμπερδέψουν και με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας. Θα υπήρχαν ανακρίσεις, δε γινόταν διαφορετικά, αν και κανείς δεν είχε την απόλυτη αμφιβολία ότι επρόκειτο για ατύχημα. Αχ, κι αυτή η δόλια τι τόθελε ν’ ανέβει με τα τακούνια στο βουνό; αναρωτιόντουσαν όλοι φωναχτά, για να προσθέσουν από μέσα τους, Τι ψώνιο, θεέ μου!
Με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας, τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων και το αλκοόλ, έτσι κύλησε το υπόλοιπο της ημέρας. Έπινε για να μην καταρρεύσει ο Χρήστος, κι έπινε πολύ, κι ας τόξερε πως το κρασί είναι ο χειρότερος παρηγορητής για τις ώρες της θλίψης. Ήταν πολύ αργά το βράδυ όταν κίνησε, τρεκλίζοντας, για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί κατευθύνθηκε αμέσως προς το δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Κάθισε για ώρα πολλή δίπλα της, παρατηρώντας το αγγελικό της προσωπάκι, χαϊδεύοντας τα τρυφερά της μαγουλάκια, φιλώντας την στα μαλλιά.
Τελικά, πήγε για ύπνο. Προτού, όμως, αφεθεί για τα καλά στην αγκαλιά του Μορφέα είδε, λέει, μια εικόνα να αποκτά ζωή στο μυαλό του, μια εικόνα πρόσφατη: Τη Στέλλα να στέκεται πάνω απ’ τον καταρράκτη, μια στιγμή μόλις πριν την σπρώξει ο ίδιος προς το θάνατό της, προς τη σωτηρία του!
Αν τον παρατηρούσε κανείς εκείνη τη νύχτα καθώς κοιμόταν, θα έπαιρνε όρκο πως κάποια στιγμή είδε να σχηματίζεται στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο.


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Οι γυναίκες της συγνώμης - Απόσπασμα

Και ήρθαν μέρες γαλήνια δύσκολες, τρυφερά αμήχανες. Δύσκολες, καθώς ο Δημήτρης προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες, καθώς η Χριστίνα είχε κοντά της τον αγαπημένο και δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτόν. Αμήχανες για τους ίδιους λόγους. Ζούσαν μαζί, αλλά σαν ένα ζευγάρι γερασμένο, που με τα χρόνια ανέπτυξε μια σχέση γλυκιάς συγκατάβασης, αδελφική.
Η Χριστίνα στεναχωριόταν και δεν το έδειχνε, πέθαινε μέσα της και δεν έβγαζε μια κραυγή για βοήθεια. Ήθελε να του δώσει χώρο και χρόνο. Χώρο για να προσαρμοστεί στη νέα ζωή, χρόνο για να παλέψει με τους δαίμονες του και να ξεκαθαρίσει το μέσα του αχούρι.
Ο Δημήτρης, την έβλεπε να υποφέρει, διάβαζε τον πόνο και τη λύπη και τη μοναξιά στα μάτια της, αλλά δεν μπορούσε να της προσφέρει γιατρειά, ανακούφιση. Όχι ακόμη. Ναι, την αγαπούσε, «την αγαπώ όπως την ίδια μου τη ζωή,» σκεφτόταν, αλλά ένιωθε πως τη συγκεκριμένη στιγμή δε θα μπορούσε να της χαρίσει παρά περισσότερο πόνο, πιότερη θλίψη.
Έτσι, κατέληξαν σ’ ένα αμίλητο συμβιβασμό. Ξόδευαν σχεδόν όλο το χρόνο τους μαζί, περπατώντας, πίνοντας, συζητώντας, σιωπώντας, αλλά ποτέ δεν έπιαναν στα χείλη τα θέματα που καίγαν: τον έρωτα της Χριστίνας για κείνον, το έγκλημα που πάντα τον ακολουθούσε, το αύριο που ίσως να μπορούσε να ήταν αλλιώς.
Η κοινή τους ζωή, η τόσο επίπεδη, η τόσο προβλεπτή, ήταν πόνος κι απόλαυση την ίδια ώρα. Πόνος για την πλήρη εγκατάλειψη απ’ τους φίλους, απόλαυση για το δέσιμο μεταξύ τους που έμοιαζε να γίνεται παρ’ όλες τις δυσκολίες όλο και πιο δυνατό. Τις πρώτες εκείνες μέρες ο Δημήτρης προσπάθησε να βρει και να ενώσει τα νήματα που τον ένωναν με τους αλλοτινούς φίλους, να βρει μια νέα ζωή κι ακέραιες ελπίδες στα γνώριμα μονοπάτια του χθες. Αλλά, σύντομα αντιλήφθηκε ότι έτρεφε αυταπάτες. Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι ξανά όπως παλιά. Τα αστεία μπαγιάτεψαν, τα αισθήματα σκούριασαν, κανείς απ’ τους συντρόφους του χθες δεν ήθελε να είναι φίλος του και πάλι. Ήταν στιγματισμένος, τον ξέγραψαν. Έτσι, μοναδική φίλη και αδελφή παρέμεινε για κείνον η Χριστίνα. Κάθε βράδυ, πολύ αργά, όταν τα πολλά φώτα σβήναν κι οι θόρυβοι γαληνεύαν έβγαιναν έξω, στις ήσυχες γειτονιές της μικρής τους πόλης. Περπατούσαν αργά και τρυφερά αγκαλιασμένοι, ψιθυρίζοντας αναμνήσεις, χαμογελώντας μυστικά. Οι βόλτες αυτές μύριζαν οδύνη και σωτηρία για το Δημήτρη, σωτηρία κι οδύνη για τη Χριστίνα. Του θύμιζαν τους περίπατους με τη μεγάλη αγάπη της ζωής του, τη Μίρα, δάκρυζε σιωπηλά κι ανακουφιζόταν με τις αναμνήσεις του... Της θύμιζαν το αύριο που ονειρευόταν, χαμογελούσε και ξεγελούσε τη θλίψη της, πονούσε στην ιδέα ότι εκείνο το αύριο δεν ήταν τώρα...
Την πρώτη φορά που πάτησε το πόδι του, έστω αργά, στο κάστρο, εκείνο το κάστρο που χρόνια πριν έγινε το σκηνικό για μια τρυφερή στυγνή δολοφονία, ένιωσε τις ανάσες του να κόβονται, τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, ένιωσε την παρουσία Της εκεί. Και κάθισε μόνος πάνω σ’ ένα βράχο κι έκλαψε. Έκλαψε πικρά, έκλαψε τελεσίδικα, έχωσε το μαχαίρι και πάλι βαθιά στη νοητή πληγή, αναζητώντας μια έξοδο απ’ τα αδιέξοδά του. Η Χριστίνα καθόταν λίγο πιο πέρα και τον παρατηρούσε σκεφτική, αθέατη, σκυφτή στον εαυτό της, στις θεές της τύχης παραδομένη. «Ό,τι είναι να γίνει, θε να γίνει,» σκεφτόταν καθώς ο ήχος των κυμάτων σπούσε τη σιωπή, καθώς ο νοτιάς της χάιδευε το πρόσωπο, καθώς... εκείνος την κοιτούσε. «Μίρα,» πήγε να φωνάξει αλλά συγκρατήθηκε. Βγήκε απ’ το ονειροπόλημά του. «Χριστίνα,» ψιθύρισε, «Χριστίνα, έλα εδώ, σε παρακαλώ...» Σηκώθηκε, πήγε κοντά του. Της έκανε χώρο στο βράχο και κάθισε δίπλα του, την έκλεισε στην αγκαλιά του, φίλησε τα μαλλιά της που μύριζαν γιασεμί κι ονειροφαντασία.
Παρέμειναν εκεί, τυλιγμένοι μες στην πολύλογη σιωπή, ρουφώντας τους ήχους της φύσης, καταβροχθίζοντας το φως της ημισελήνου, παίρνοντας ζεστασιά ο ένας απ’ την ύπαρξη του άλλου.
Καθώς ο ήλιος πρόβαλλε κροκοκόκκινος μέσα από τη θάλασσα, η Χριστίνα ένιωθε πιο αισιόδοξη παρά ποτέ. Είχε μόλις ζήσει μια από εκείνες τις στιγμές μαγείας που πάντα ονειρευόταν. Είχε περάσει μια νύχτα στην αγκαλιά του, είχε κουρνιάσει στον κόρφο του, μυρίστηκε τους χυμούς του κορμιού του. Δεν μπορεί, το αύριο έπρεπε και θα ήταν καλύτερο. Όσο για το Δημήτρη, αυτός δεν ένιωσε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Απλά ένιωσε καλύτερα, ένιωσε για πρώτη φορά μετά από καιρό άνθρωπος και γι’ αυτό ευγνωμονούσε τη Χριστίνα, αλλά έως εκεί. Το αύριο θα έπρεπε να περιμένει.
Είχε ξημερώσει για τα καλά όταν έφτασαν στο σπίτι της Χριστίνας. Ω, ήθελε τόσο πολύ, όσο τίποτα στον κόσμο να τον πάρει μαζί της στο δωμάτιό της, στο κρεβάτι της, να σβήσει επιτέλους τους πόθους της, αλλά δεν προσπάθησε να το κάνει. Μπορούσε να διαβάσει στα μάτια του την άρνηση. Έτσι, απλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο, χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά του και του ευχήθηκε να δει όνειρα ταξιδιάρικα.
Κλείστηκε στο δωμάτιό της, έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι, και αντί να αρχίσει να κλαίει όπως θα περίμενε κανείς, ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα διψασμένα της χείλη. Αν και η κατάληξη ετούτης της μέρας δεν ήταν ακριβώς αυτή που ευχόταν, ωστόσο, είχε γίνει το πρώτο βήμα. Κάτι ήταν κι αυτό. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φέρει και πάλι στο μυαλό της τις εικόνες που προηγήθησαν, να θυμηθεί τη μυρωδιά του κόρφου του, να νιώσει τη ζεστασιά της αγκάλης του. Ένιωθε καλά, τόσο καλά, σα γλυκιά νοσταλγία, σα χάδι ερωτικό. Όταν τελικά αποκοιμήθηκε το κορμί της είχε πάρει τη στάση του εμβρύου, κι ανάμεσα στα πόδια και στην αγκαλιά της, κρατούσε σφικτά ένα μαξιλάρι, που ίσως κάποια μέρα σύντομα, να έπαιρνε άλλη μορφή.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

Το Τέλος Μιας Ψευδαίσθησης

Είμαι παντρεμένος με μια γυναίκα που αγαπώ...
Έχω την κορούλα μου...
Η δουλειά μου είναι καλή...
Όλα μου πηγαίνουν δεξιά...
Είμαι πολύ ευτυχισμένος...
Τίποτα δε θ’ άλλαζα στη ζωή μου...


Με τα πιο πάνω λόγια παραμύθιαζε, άλλοτε, εμένα και τον εαυτό του κάποιος φίλος. Κάποιος που έλεγε πώς δε χρειαζόταν πολλά-πολλά για να ’ναι ευτυχισμένος, ο οποίος όμως, όπως τόσοι άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, δούλευε νύχτα μέρα για ν’ αποκτήσει περισσότερα.
Δήλωνε, επίσης, αθεράπευτα κι αιώνια ερωτευμένος με τη γυναίκα του, την πιο όμορφη στον κόσμο, την πιο καλή και συμπονετική. Χωρίς αυτήν θα ήμουν ένα τίποτα, μου έλεγε, κι εγώ χαμογελούσα. Πικρά χαμογελούσα, επειδή τον ήξερα, καλύτερα απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιο αδύναμος απ’ ό,τι έδειχνε, ήξερα ότι δεν έζησε όσα ήθελε στη ζωή του, ήξερα ότι αν δεν έμενε έγκυος εκείνη που κάποια μέρα θα γινόταν γυναίκα του, μάλλον δε θα παντρευόταν, θα εξακολουθούσε να κυνηγά τα παιδικά του όνειρα. Επίσης, έβλεπα. Έβλεπα πόσο αμήχανα ένιωθε απέναντί μου όταν μου έλεγε τα μικρά αθώα του ψέματα και πως έπαιζε το μάτι του όταν τύχαινε να περάσει απ’ το οπτικό του πεδίο μια όμορφη γυναίκα. Τα βλέμματα που έριχνε τότε δεν ήταν απλού θαυμασμού, όχι, ήταν πόθου, πόθου για τα κορμιά που η μοίρα δεν τον αξίωσε να λατρέψει. Ήμουνα σίγουρος ότι με την πρώτη ευκαιρία που θα του παρουσιαζόταν θα χάριζε στη λατρευτή του γυναικούλα ένα κέρατο νααα, σαν και την αγάπη που της είχε.
Κι η ευκαιρία αυτή, διαβάζοντας προφανώς τις δόλιες σκέψεις μου, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της. Τη βρήκε στο πρόσωπο μιας νέας συναδέλφου, μιας παθητικής αλλά πολύ όμορφης γυναίκας, με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, κι ένα ζευγάρι τεράστια μάτια μελισσιά, εκφραστικά σαν αμαρτία. Αυτή ήταν ακριβώς ό,τι ζητούσε: ευγενική, υποτακτική, συνεχώς χαμογελαστή και με θητεία στη λαγνεία, και, το πιο σημαντικό, δεν ήξερε να του λέει Όχι, ποτέ. Το απόλυτο τονωτικό για την αυτοπεποίθησή του.
Δεν του πήρε και πολλή χρόνο μέχρι να την ερωτευτεί τρελά, τυφλά, με πάθος. Ήθελε να καεί από τη φλόγα του έρωτα που πυρπολούσε το μέσα του και να ξανανιώσει απ’ αυτή. Κι έτσι, πολύ σύντομα ξέχασε τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα -το ευαγγέλιό του- τα τόσο εύκολο να ειπωθούν, κι ακόμη ευκολότερο να διαψευσθούν.
Σιγά-σιγά άρχισε να απομακρύνεται από τη γυναίκα και την κόρη του. Χρησιμοποιούσε σα δικαιολογία τη δουλειά, όλα τα έκανε για κείνες έλεγε, αλλά δεν ξεγελούσε κανένα, κι όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο χειροπόδαρα δενότανε πάνω στο λάγνο άρμα της ερωμένης. Μιας ερωμένης, όμως, που άρχισε ασυναίσθητα να καταπιέζει, να πνίγει, με την κτητικότητα και τις διάφορες παράλογες απαιτήσεις του.
Μ’ αυτά κι αυτά, κάποτε έφτασε η μέρα που η γυναίκα του θα του ζητούσε να χωρίσουν. Κι εκείνος θα δεχόταν με έκδηλη ευχαρίστηση αφού τώρα πια ήταν σίγουρος πώς είχε, όπως λέμε, δεμένο το γάιδαρό του, αλλά δεν. Καθόλου δεν τον είχε δεμένο, αφού η ερωμένη του, μη αντέχοντας πια την αλλοπρόσαλλη και πολλές φορές προσβλητική συμπεριφορά του, κάποια μέρα πολύ σύντομα, θα του έδινε τα παπούτσια στο χέρι. Όχι, ούτε κι εκείνης τελικά δεν της πήγαινε ο ρόλος της ζωντανής-νεκρής και άβουλης κούκλας, της υπάκουης και πειθαρχημένης σε κάθε απαίτηση του άντρα-αφέντη.
Όταν του ανακοίνωσε την απόφασή της να τον εγκαταλείψει, να χωρίσουν, ένιωσε τον κόσμο ξάφνου να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, όλες τις βεβαιότητές του να γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, ποτέ, δε θα το άφηνε να συμβεί. Θα το εμπόδιζε πάση θυσία και με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι, άρχισε να την απειλεί πως θα τη σακατέψει ή θα τη σκοτώσει, αλλά εκείνη που ήξερε πια πολύ καλά τι δειλό ανθρωπάκι στ’ αλήθεια ήταν, δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Γι’ αυτό και άλλαξε τροπάρι. Αν δεν έμενε μαζί του θα πήγαινε και θ’ αυτοκτονούσε έξω από την πόρτα της, της είπε. Αυτό ναι, θα μπορούσε να το κάνει. Ήταν σίγουρη. Τον λυπήθηκε. Έμεινε για λίγο καιρό ακόμη μαζί του, κι ας πνιγόταν πολύ.
Ωστόσο, κάποτε έφτασε, θέλοντας και μη, μέχρι το ως εδώ και μη παρέκει, ήρθε στο σημείο που δεν άντεχε άλλο. Κι έτσι, μια κρύα νύχτα του χειμώνα απλά εξερράγη, του τα είπε ένα χεράκι κι ύστερα έφυγε, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού.
Την επόμενη μέρα το πρωί τον βρήκαν νεκρό στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε εκείνη. Δίπλα του, παρατημένα στα σκαλοπάτια υπήρχαν δύο άδεια κουτιά υπνωτικών χαπιών κι ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε με δάχτυλα αδύναμα, κοκαλωμένα, ένα σημείωμα: Σου το ’πα... Και τόκανε!

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 16

«Οι άνθρωποι που δεν έχουν πάθη, δεν είναι άνθρωποι. παράσιτα είναι!»
Έμεινε να την κοιτάει με το στόμα λίγο ανοικτό, με μια βαθιά απορία χαραγμένη στο πρόσωπο ο Αντρέας. την Ελένη, τη σύντροφο του φίλου του τού Γιώργου. Αυτήν που ξεστόμισε λίγο πριν αυτά τα λόγια. Την κοιτάει κι αναρωτιέται: πώς και τα ’φτιαξε με το φίλο του; Πώς μπορεί και είναι μαζί του; Άγριος άνθρωπος είναι ο Γιώργος, έξω καρδιά μα άγριος. Τουλάχιστον μέχρι τώρα έτσι τον ήξερε, έτσι τον έβλεπε. Ίσως και να έκανε λάθος. Ίσως τα χρόνια εκείνα τα χαμένα, στη φυλακή, να τον μαλάκωσαν. Ίσως και να την αγάπησε πολύ αυτήνε τη μορφονιά και να μαλάκωσε. Πώς άλλως; Την παρατηρεί σιωπηλά. Προσπαθεί να τη διαβάσει. Μάταια. Δε μοιάζει με καμιά από τις γυναίκες που έλαχαν στο δρόμο του. με καμιά! Από άλλο ανέκδοτο μοιάζει βγαλμένη ετούτη. Σαν ένα παραστρατημένο, ευτυχισμένο ξωτικό. έτσι φαντάζει στα μάτια του.
«Έι, μην κοιτάς τη γυναίκα μου μ’ αυτό τον τρόπο, μη σ’ αρχίσω στις φάπες, παλιόφιλε!» τον βγάζει με πειραχτικό τρόπο από την περισυλλογή του ο Γιώργος.
«Πώς να μην την κοιτάζω, τόσο όμορφη που είναι;» απάντησε χαμογελώντας εκείνος.
«Ε, καλά, κοίταζε όσο θέλεις. Δεν την ενοχλεί. Κι αν σου μπει καμιά παράξενη ιδέα, ξέρει αυτή πώς να σε βάλει στη θέση σου!»
Την κοιτάει με περηφάνια, με λατρεία την Ελένη του, ο Γιώργος. Όπως δεν κοίταξε εκείνος καμιά γυναίκα. Είμαστε δυο κόσμοι διαφορετικοί, φίλε μου, αποφασίζει ο Αντρέας από μέσα του, μα δεν το λέει. Νιώθει, ωστόσο ένα βλέμμα να τον καρφώνει με πείσμα, να διαπερνά το πετσί και να κοιτά βαθιά μέσα του. Πάει να ρωτήσει τι αλλά δεν προλαβαίνει.
«Δε θα σου πω τι σκέφτομαι, ρε Αντρέα. Δε θα σου πω τι σκέφτομαι για να μη σε βγάλω απ’ τη βολή σου!»
«Κι από πότε άρχισες εσύ να σκέφτεσαι τη βολή μου. Όλα πάντα χύμα μου τα έλεγες. Πάντα με έβριζες, μού φώναζες, με προκαλούσες. Τώρα σ’ έπιασαν οι καλοσύνες σου; Ή, μήπως...»
«Ούτε να το σκέφτεσαι, Αντρέα. Όταν ο Γιώργος έχει κάτι να πει θα το πει. είτε είμαι μπροστά, είτε όχι.»
«Ας το πει, λοιπόν. Κι ας μη μου αρέσει...»
«Τι να σου πω ρε μαλάκα; Πες μου τι καρτεράς; Τη λύπησή μου; Δε θα την έχεις. Και θες ν’ ακούσεις και κάτι άλλο; Δε σου αξίζει η Αναστασία. Δε σου αξίζει ο Αλέξης. Ένα γερό χέρι σου αξίζει, μπας κι ανοίξεις τα μάτια σου. Πήγες και...»
«Γιώργο...»
«Άσε με να του τα πω, Ελένη μου. Άσε με να του τα πω. Βαρέθηκα πια την κλάψα του. Δεν είσαι βρε πια άντρας. Ένας άχρηστος είσαι και το ξέρεις. Και τώρα που τ’ ακούς ίσως και να χαίρεσαι κιόλας, αφού απλά ακούεις κι από κάποιον άλλο την αλήθεια.»
Εκνευρίστηκε ο Αντρέας. Εκνευρίστηκε πολύ. Το μέσα του πήρε φωτιά. Θέλει να σηκωθεί, να κάνει κάτι: τον Γιώργο να σιωπήσει, τις μέσα του κραυγές να βγάλουν τον σκασμό, να χτυπήσει κάποιον, εδώ και τώρα, για να ξαλαφρώσει. Αλλά, τίποτα δε θα κάνει. Θα καθίσει στ’ αυγά του, ήσυχος μες στην ταραχή του. Θα καθίσει εκεί και θα συνεχίσει ν’ ακούει τον καλύτερό του φίλο να του δίνει το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Και στο τέλος-τέλος ίσως και να τον ευχαριστήσει κιόλας!
«Δεν έχεις να πεις τίποτα ρε; Καμιά απάντηση; Που πήγαν τα λόγια τα μεγάλα σου; Πούντες τώρα τις δικαιολογίες σου; Πες μου ρε: γιατί πήγες και χαράμισες έτσι τη ζωή σου; Γιατί τα πέταξες όλα στα σκουπίδια; Μόνο και μόνο επειδή σε διαφεντεύει το τσουτσούνι σου ή έψαχνες και κάτι άλλο;»
Η Ελένη πήγε και πάλι να επέμβει, αλλά το ξανασκέφτηκε και στη στιγμή άλλαξε γνώμη. Ίσως να μην έπρεπε να είναι εκεί, αφού αυτή ήταν μια πολύ προσωπική στιγμή. Μια κουβέντα άγρια, αλλά ανάμεσα σε φίλους παλιούς. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Αλλά, όχι! Αυτό δε θέλει να το κάνει, και είναι σίγουρη ότι κι ο Γιώργος το ίδιο θα σκέφτεται, αλλιώς θα της το είχε ήδη ζητήσει. Θα μείνει εκεί, λοιπόν, και θα συνεχίσει να ακούει τις φωνές του ενός και τις σιωπές του άλλου, να γίνεται και πάλι κοινωνός μιας ξένης ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές στο παρελθόν.
«Δεν ξέρω τι να σου πω, ρε Γιώργο! Νομίζεις ότι κάνω και τίποτ’ άλλο από τα να σκέφτομαι όλ’ αυτά νύχτα-μέρα. Στιγμή δεν ησυχάζω. Ποτέ δεν ξεκουράζομαι. Δεν κοιμάμαι. Όλο ρωτάω τον εαυτό μου το γιατί, μα απαντήσεις δεν παίρνω. Το μόνο που παρακαλώ είναι να γίνει καλά ο Αλέξης, να αποφευχθεί το μεγαλύτερο κακό.»
«Συνήθως τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο τα φανταζόμαστε. εμείς τα κάνουμε να φαίνοντ’ έτσι. Για όλα φταίνε οι άθλιες ιδέες και οι εμμονές μας,» επενέβη χαμηλόφωνα και μ’ ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη η Ελένη.
«Για πες μου, ρε συ: την αγαπάς τη Βασιλική;»
«Νομίζω ναι...»
«Νομίζεις; Όσο αγαπάς την Αναστασία;»
«Δεν ξέρω!»
«Και ποιος ξέρει;»
«...»
«Και καλά, ρε άνθρωπέ μου, τόσα χρόνια στο κουρμπέτι δεν έμαθες να διαβάζεις τους ανθρώπους; Ένας άγγελος είναι η Αναστασία, βλάκα. Ένας άγγελος! Κι η Βασιλική, μια σκύλα...»
«Είναι καλή γυναίκα η Βασιλική, Γιώργο. Και τη γνώμη σου για κείνη θα κάνω πώς δεν την άκουσα για να μην...»
«Για να μην τι, ρε; Για να μην τι; Για να μη χαλάσουμε τη φιλία μας; Για να μην με πλακώσεις; Για να τη βγάλεις καθαρή; Για να μην τι; Όσο για τη Βασιλική σου, δεν είναι καλή γυναίκα, κι αυτό κάποια μέρα θα το καταλάβεις. θα ξυπνήσεις ξαφνικά και θα θυμηθείς τα λόγια μου. Πονεμένη είναι, καλή όχι. Αυτή θα μπορούσε να κάνει το καθετί, να φτάσει ως το φόνο, για να περάσει το δικό της. Τα μάτια της ξεχειλίζουν από μίσος, κακία κι υστεροβουλία. Ακόμη κι ένας τυφλός θα μπορούσε να το δει αυτό, αλλά εσύ όχι...»
«Μα, δεν τη βλέπω πια!»
«Δεν τη βλέπεις, αλλά τη σκέφτεσαι. Σε τρώνε οι ενοχές και η λαγνεία σου. Και καθόλου δε θα παραξενευόμουνα αν μάθαινα ότι, ενώ το παιδί σου παραδέρνει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, εσύ άρχιζες να μοιράζεσαι και πάλι το χρόνο σου μ’ εκείνη τη λάμια...»
Έγινε κατακόκκινος απ’ την οργή ο Αντρέας. Απ’ την οργή για τον Γιώργο, αλλά και για τον εαυτό του. Δίκιο έχει ο φίλος του, δίκιο σε όλα. Και είν’ αλήθεια ότι πολλές φορές σκέφτηκε να πάει να την επισκεφτεί, να χωθεί στον κόρφο της και να ξεχαστεί, μα δεν το έκανε. Δεν το έκανε. όχι για το παιδί του, όχι για τη γυναίκα του, αλλά για εκείνον τον ίδιο. Ήθελε και έπρεπε ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είναι εντελώς χαμένη υπόθεση η δική του, ότι του έχει απομείνει ένα ισχνό αίσθημα, ένα ίχνος, μια ανάμνηση αξιοπρέπειας. Τώρα, τι να του πει του άλλου; Πώς να τον κάνει να σωπάσει; Αν μιλήσει θ’ ακούσει κι άλλα πολλά, πράγματα που δε θέλει να ακούσει. Καλύτερα να σκύψει το κεφάλι. Καλύτερα να δηλώσει ένοχος με τη σιωπή του. Μόνο έτσι θα περάσει η μπόρα. Μόνο έτσι δε θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα.
Κοιτάει το Γιώργο, αλλά όχι στα μάτια, φοβάται. Στρέφει το βλέμμα του στην Ελένη. Του χαμογελά ζεστά. Μα, πώς μπορεί και χαμογελά μέσα σε τούτη όλη την αναταραχή, μες στη φουρτούνα; Λες και προσπαθεί να του πει κάτι. Με καταλαβαίνει, σκέφτεται κι αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό να του ξεφύγει. Με καταλαβαίνει και προσπαθεί να μου το πει με το βλέμμα. Θέλει να κλάψει. Θέλει ν’ αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν ορμητικά από μέσα του, ν’ αδειάζουν για λίγο την πηγή του πόνου. Αλλά, δε θα το κάνει. Όχι τώρα. Μπροστά στον Γιώργο, ποτέ! Ίσως αργότερα. στην κρύα ερημιά του νοσοκομείου.

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 6

Κοιτά μια παλιά, αλλά σε άριστη κατάσταση, φωτογραφία της και θυμάται τα παλιά. τότε που τη γνώρισε. τότε που ήταν κάποια άλλη, και ήταν κάποιος άλλος. Όχι, δεν μπορεί να τη βλέπει από κοντά, όχι πια. Τουλάχιστον, όχι ακόμη. Όχι, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Όχι, μέχρι ν’ αποφασιστεί τελεσίδικα αν η ζωή τους όλη θα γκρεμιστεί και θα γίνει συντρίμια. συντρίμια από αναμνήσεις.
Κοιτά, λοιπόν, τη φωτογραφία της κι αναπολεί. Αναπολεί τις πρώτες εκείνες ημέρες, τις καλές, τις όμορφες. Τότε που όλα στα μάτια τους φάνταζαν ιδανικά, η ζωή ένα όνειρο. Ω, πόσο έντονα ζούσαν τότε! Πόσο άχρωμα μετά! Τότε του έδινε χαρά, του χάριζ’ απόλαυση. κι ύστερα, άρχισε να του δίνει το λογαριασμό και να του ζητάει και τα ρέστα, να του χαρίζει απόγνωση. Της ζωής η μεγάλη ειρωνεία.
Την είχε αγαπήσει, πολύ. Και θα την αγαπούσε ακόμη. Αν δεν έκανε εκείνο το λάθος, το μοιραίο, που έφερε τα πάνω κάτω, που έκανε... που έκανε... που τον έκανε σκληρό, κακό. Αλλά, όχι. Όχι, δεν ήταν κακός, κακότροπος ήταν. Η κακιά η ώρα. εκείνη φταίει για όλα. Εκείνη, κι εκείνη. Κι εκείνη που τον πότισε φαρμάκι. Όχι, πώς δεν έφταιξε κι ο ίδιος, ουδείς αναμάρτητος, έφταιξε, αλλά να, γι’ αυτό που συνέβηκε δε φέρει καμία ευθύνη. Ή, ίσως και να φέρει, αφού δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί που ήταν η θέση του, εκεί που ανήκε, γι’ αυτό κι έγινε το κακό.
Κοιτά τη φωτογραφία της, που είναι ασπρόμαυρη, όπως πάντα της άρεσε. και του άρεσε. Προφίλ. Χαϊδεύει με τα σκληρά του δάχτυλα το λευκό του προσώπου της, το μαύρο των μαλλιών της, προσπαθεί να πιάσει την αχτίδα του ήλιου που ξεφεύγει μέσα από τις μπούκλες της, να της βγάλει απ’ τ’ αυτί το σκουλαρίκι κρίκο. Τόσο όμορφη! Και την έχασε. Και την άφησε να χαθεί. Γιατί;
Η αλήθεια είναι ότι δεν του αρέσει να αναλύει τα πράματα, να τα πολυζορίζει, θέλει να παίρνει τη ζωή όπως του έρχεται, αλλά... Μετά απ’ αυτό που συνέβηκε όλα άλλαξαν. κρέμονται όλα πλέον από μια λεπτή κλωστή, διάφανη, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει.
Το ξέρει! Το ξέρει πώς το καθήκον του τον καλεί, πώς αυτή την ώρα, την πιο δύσκολη, θα έπρεπε να είναι εκεί, δίπλα της, να της κρατάει το χέρι, να την παρηγορεί, να της λέει ότι όλα θα πάνε καλά και να παίρνει κι ο ίδιος θάρρος απ’ τα λόγια του, αλλά, απλά, δεν μπορεί. Θα την σκότωνε τώρα αν την έβλεπε μπροστά του. θα την σκότωνε κι ας την αγαπούσε κάποτε τόσο.
Αν μπορούσε να μαντέψει, αν ήξερε τι θα συνέβαινε, όλα θα τα ’κανε αλλιώς. όλα τα λάθη του θα τα ’κανε σωστά – αν μπορούσε. Αλλά, τώρα είναι πια πολύ αργά για αν και ενοχές. Τώρα μονάχα με το αχ των αναμνήσεων και του τραγικού του σήμερα τις σκληρές αλήθειες μπορεί να πορευτεί.
Πέρασαν καλά, πέρασαν κι άσχημα. Έφτασαν στα τραγικά. Ωστόσο, το χθες δεν το ξεχνάει. τίποτα δε σβήνει, όλα τα θυμάται. Θυμάται που όταν έβγαιναν για ποτό εκείνος πλάκωνε τα ούζα και τα κονιάκ, ενώ εκείνη έπινε καρπούζι μ’ επιπλέον χρώμα, όπως αποκαλούσε τα κοκτέιλ της. Θυμάται μια φορά που του έβαλε σκόπιμα ζάχαρη στον καφέ -αν και πάντα τον έπινε σκέτο- για να δει την αντίδρασή του κι εκείνος τον ήπιε χωρίς καμία έκπληξη, δίχως κανένα παράπονο, μόνο και μόνο για να της πει μετά ότι: Τι να μου κάνει η ζάχαρη; Το πιο γλυκό κομμάτι στη ζωή μου είσ’ εσύ. Και θυμάται και μια μέρα μοναδική -τη θυμάται και γλυκά, πλατιά, πονεμένα χαμογελά- που καθώς περπατούσαν στο δρόμο έπιασε ξαφνικά βροχή, κι εκείνος αντί να τρέξει να κρυφτεί, κάθισε εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου και κάλεσε κι εκείνη να κάνει το ίδιο. για να δεις γυναίκα τι ωραία μας κατουράει ο θεός, της είπε. Ακόμη μπορεί να δει, ν’ ακούσει το γέλιο της. Αλλά, όλ’ αυτά ήταν χθες. Τα γέλια κι οι χαρές έχουν σβήσει, κι οι μοίρες κλώθουν της κουρελιασμένης τους ζωής τα νέα νήματα. Δεν ξέρει πια τι να περιμένει. μια μικρή χαρά ή πολλές ακόμη μεγάλες λύπες. Ίσως να φτιάξουν κάπως τα πράγματα. Ίσως! Μα, οι πληγές, το ξέρει, είναι μεγάλες και θα συνεχίσουν για πολλή καιρό ακόμη να ’ν’ ανοικτές και να αιμορραγούν. Ό,τι γράφτηκε δύσκολα θα ξεγραφτεί.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Τ’ όνειρο που (δε) βγήκε αληθινό

Πάντα ήθελες, λέει, να τα φτιάξεις με μια τραγουδίστρια με θεϊκή, ταξιδιάρικη, ονειρική φωνή. Όχι με κάποια διάσημη, προς θεού, αλλά να, κάποια που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει στα χέρια της την κιθάρα και να σου φτιάξει το κέφι -όταν είσαι πεσμένος και στις μαύρες σου- ή, και να σε ταξιδέψει με στίχους γνωστούς και άγνωστους και μουσικές μαγικές, κάθε φορά που θα σε πιάνουν οι τάσεις φυγής.
Ποιος ξέρει, ίσως να σου ’χει μείνει απωθημένο από τότε που η Έλενα, η τρελή που κάποτε πολύ αγάπησες, έδωσε για σένα εκείνο το μοναδικό κονσέρτο στη βεράντα της, κι ας μην υπήρξατε οι δυο σας ποτέ ζευγάρι. Το επιθυμούσες κάποτε (θυμάσαι;), σε κάποια χρόνια μακρινά κι ασυγχώρητα περασμένα, σε μια άλλη πιο απλή κι ουσιαστική ζωή, να ήσουνα μαζί της, αλλά όχι τώρα πια. Την ξεπέρασες, αλλά δεν την ξέχασες. Ο έρωτας για κείνη στα μάτια σου έσβησε από καιρό, κι ας εξακολουθεί να είναι η μόνη με την οποία μπορείς να μιλήσεις με το βλέμμα. Τώρα, ψάχνεις κάποια άλλη, κάποια διαφορετική, μα που λίγο να της μοιάζει, κάποια πιο τρελή – αλλά όχι πολύ.

Τη Μαρί τη γνώρισες, ένα μπλε πανέμορφο -σαν παλιά ελαιογραφία- δειλινό, στο ορεινό Φούμπαρ, στο Πάι. Καθόταν μοναχή, μα καθόλου λυπημένη, σ’ ένα ξύλινο παλιό παγκάκι, έπαιζε την κιθάρα της και τραγουδούσε What’s going on…, καθώς ο κρυμμένος πίσω από τα αντικριστά βουνά ήλιος χρωμάτιζε τα αλλοπρόσαλλα σύννεφα, γαλήνευε τη φύση, κινούσε για κάποιους άλλους ουρανούς. Εσύ, καθόσουν όπως πάντα στο μπαρ και την παρακολουθούσες από μια απόσταση αχρείαστης ασφαλείας. Μακριά κοκκινόξανθα μαλλιά, πρόσωπο λευκό σχεδόν χλωμό -που μάλλον δεν πολυέβλεπε ο πυρπολητής ήλιος- μάτια αχνογάλαζα εκφραστικά, και κορμί λεπτό, σχεδόν ανεμικό. Πλάσμα της νύχτας, βιάστηκες να βγάλεις το πόρισμά σου.
Μετά από καμπόση ώρα, κι αφού κανείς άλλος δεν την πλησίασε, αγόρασες ένα μεγάλο μπουκάλι απ’ τη μπύρα που έπινε και πήγες και της το προσέφερες, χωρίς να τη ρωτήσεις. Σήκωσε το βλέμμα απ’ την κιθάρα, καθόλου έκπληκτη, σε κοίταξε βαθιά κι επίμονα στα μάτια, χαμογέλασε ερωτηματικά, σ’ ευχαρίστησε χαμηλόφωνα και άρχισε ξανά να παίζει και να σιγοτραγουδά. Ήταν ένα παλιό αγαπημένο σου τραγούδι, που είχες ν’ ακούσεις χρόνια, το A Spaceman Came Travelling του Κρις ντε Μπεργκ. Αν είναι δυνατόν! λίγο έλειψες ν’ αναφωνήσεις, προτού καθίσεις δίπλα της σιωπηλός.
Συνέχισε τη μικρή της σόλο, μα τόσο θαυμάσια, συναυλία για ώρα πολλή. Και είπε αρκετά από τα πιο λατρεμένα σου τραγούδια, τραγούδια που σου θύμισαν το μακρινό χθες, το ποιος ήσουν κάποτε, το ποιος έχει γίνει. Ένιωθες τυχερός πολύ, που ήσουν εκεί, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ακούγοντάς την σχεδόν ασθματικά να τραγουδά, νιώθοντας σα θείο χάδι την ξεθωριασμένη ανάσα της να σου χαϊδεύει τις αισθήσεις. Κι όταν τελικά παράτησε την κιθάρα και τις μουσικές της και υποκλίθηκε, έτσι για πλάκα, στο μικρό της κοινό, έσκυψες και της ψιθύρισες στ’ αυτί ένα μικρό Ευχαριστώ.
Μετά, πιάσατε την κουβέντα. Σου μίλησε με λόγια απλά και συγκεκριμένα για τη ζωή της, για το πως τα παράτησε όλα στην Αγγλία και ήρθε στην Ασία με ανοικτή καρδιά κι ελεύθερο μυαλό, για να δοκιμάσει κάποιες νέες γεύσεις, για να μάθει κάποια άλλα πράγματα. Όσο σου μιλούσε, τόσο πιο κοντά της ένιωθες. Αυτή είναι, σκεφτόσουν και μέσα σου χαμογελούσες. Αυτή είναι! επέμενες, και το βλέμμα σου έπαιρνε να φωτίζει. Αν δεν κουβαλούσες τόσα χρόνια στην πλάτη σου, αν τα πολλά και μεγάλα στραπάτσα της ζωής δε σε είχαν κάνει λίγο πιο σοφό, αν δεν ήσουν και ένα κάπως δειλό ανθρωπάκι, θα την είχες ερωτευτεί στη στιγμή, αλλά κάτι βαθιά μέσα σου σου έλεγε να κρατήσεις μια πισινή.
Σαν τέλειωσε με την αφήγησή της, όταν απάντησε σε όλες σου τις ερωτήσεις, θέλησε να μάθει κάτι και για τη δική σου ζωή, σου ζήτησε να της πεις τη δική σου ιστορία. Μα, ποιος νοιάζεται για μένα; απάντησες με ερώτηση. I’m just a nobody, in no man’s land. Θέλω να μάθω κάτι για τη ζωή σου, εγώ σου μίλησα για τη δική μου, και σου είπα πολλά, επίμεινε εκείνη. Ναι, μου μίλησες πολύ, είν’ αλήθεια, αλλά νιώθω ότι κάτι μου κρύβεις, κάτι σημαντικό, αποκρίθηκες, κοιτώντας την διαπεραστικά. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα της στο δικό σου και είδες να διαπερνούν τις λίμνες των ματιών της δίδυμες φλόγες γνώριμες, εκείνες του έρωτα. Δίκιο έχεις, παραδέχτηκε τελικά μ’ ένα μικρό, σχεδόν ντροπαλό, χαμόγελο, όντως δε σου έχω πει κάτι, ότι είμαι ερωτευμένη -ερωτευμένη και ευτυχισμένη- και να η σύντροφός μου, η Κέιτ. Ακολούθησες το βλέμμα της και είδες ένα ψηλό κορίτσι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, μάτια καφέ κι ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη να σας πλησιάζει. Κάθισε στο τραπέζι σας, συστηθήκατε και πιάσατε την κουβέντα. Συνεχίσατε να συζητάτε μεθοκοπώντας για τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις ζωές σας, τις ομορφιές και τ’ αδιέξοδά τους, μέχρι που άρχισε να γλυκοχαράζει. Περπατήσατε για λίγη ώρα παρέα, στα μονοπάτια της πρωινής καταχνιάς, προτού οι δρόμοι σας δισταχτικά χωρίσουν. Δώσατε, ωστόσο, ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Για να βγείτε και να τα πιείτε, για να μιλήσετε και να μεθύσετε λίγο ακόμη.Ίσως, τελικά, η Μαρί να ήταν ένα όνειρο άπιαστο, που σαν τέτοιο δε βγήκε αληθινό, αλλά αυτό καθόλου δε σε στεναχώρησε, αφού στο τέλος της ημέρας απέκτησες δυο φίλες, μια δίδυμη ευλογία.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος

Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία χρόνια. Ήτανε σίγουρη όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ότι αυτός, ο Πέτρος, θα ήταν ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε μια μεγάλη οικογένεια, πως μαζί του θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ήρθε να τις διαλύσει τ’ όνειρο, να τη βγάλει απ’ τις ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει, να καταλάβει απ’ την αρχή ποιος πραγματικά είναι;
«Ήσουν ηλίθια, μικρή!» κακίζει τον εαυτό της και χαμογελά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στη θλίψη της. Και τώρα; Τώρα όλα θα τελειώσουν. Όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα, πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος πια απέχει μια ανάσα.
Κι όμως κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ψυχή. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Πρέπει να τον αποχωριστεί προτού να είναι αργά.
Δεν αντέχει άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει άλλη μοναξιά.
«Θα μου λείψεις, αγάπη μου!» του ψιθυρίζει απαλά κι απλώνει το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. «Θα μου λείψεις...»

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Της θλίψης τ' αδιέξοδα

Κανείς δεν τη νιώθει,

Κανείς δεν την καταλαβαίνει.

Είναι σίγουρη...

Γι’ αυτό και δε μιλά σε κανένα

Για όσα την απασχολούν,

Γι’ αυτό και κλείνεται όλο και πιο πολύ

Όλο και πιο βαθιά στον εαυτό της,

Προσπαθώντας να ξεφύγει από τα

Αδιέξοδα της μονόδρομος θλίψης της.

Ερωτεύτηκε...

Ερωτεύτηκε ραγδαία κι έπεσε με πάταγο.

Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και κεραυνοβολήθηκε.

Ζει μέσα στο κεφάλι της,

Μέσα εκεί ζει έντονα την απογοήτευσή της.

Την απέρριψαν,

Για δεύτερη φορά στη ζωή της την απέρριψαν,

Και δεν ξέρει πως να το χειριστεί αυτό.

Γι’ αυτό και εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη,

Μ’ αυτόν που την έδιωξε.

Προσπαθεί να καταλάβει το γιατί,

Γιατί εκείνος δεν επιθυμούσε αυτό

Που δεκάδες άλλοι κυνήγησαν.

Μήπως δεν του άρεσε;

Μην ήταν ο χαρακτήρας της;

Ίσως η γλώσσα της που δύσκολα συγκρατούσε;

Ποτέ δεν της πέρασε της κακομοίρας απ’ το μυαλό η ιδέα

Ότι δε γίνεται πάντοτε να κερδίζουμε σ’ αυτή τη ζωή,

Και πως έφτασε η δική της σειρά για να χάσει.

Έτσι χώθηκε στο μέσα της κι απομακρύνθηκε

Από τους ανθρώπους που στ’ αλήθεια την αγαπούσαν,

Αφού νόμιζε πως δεν την καταλάβαιναν,

Κι ας στο βάθος την ήξεραν καλύτερα κι απ’ τον εαυτό της τον ίδιο.