Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις. Ως πότε θα συνέχιζε να είναι αλύτρωτη, μοναχή, σαν έρημη χώρα, δίχως έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο ακόμη θα ανεχόταν εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ μέχρι το άλλο πρωί για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους λιγοστούς, άλλωστε, υποψήφιους εραστές μέσα απ’ τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει πολύ καλά αυτό. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία αμέσως κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικα μεγάλα λόγια και γλυκά, επειδή δεν μπορεί να μιλά όπως το μαλακισμένο που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν των κραγιόν τα χρώματα, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ τη σκύλα -ναι, έτσι την αποκαλεί στα κρυφά κι από μέσα της- τη ζηλεύει και την απεχθάνεται, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Είναι μια γυναίκα ψυχρή, χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για κάτι εξαιρετικό, τον εαυτούλη της. Να, αυτές τις μέρες τα έχει με δύο άντρες και ποιος ξέρει με πόσους άλλους παίζει – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού τον κλέψει κι αυτόν, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Όχι στ’ αλήθεια. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος εαυτός της δεν την άφησε να τον προσεγγίσει όπως έπρεπε, να του τα ρίξει, με αποτέλεσμα -μάλλον γρήγορα παρά αργά- να πέσει κι αυτός στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, να φυλακιστεί στη λάγνα σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλος πόνος, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια. Τέρμα οι δικαιολογίες...
Πρέπει ν’ αλλάξει, εδώ και τώρα, και ν’ αλλάξει ριζικά, προτού να είναι ανεπίτρεπτα αργά. Αν δεν το κάνει η ζωή της θα συνεχίσει να παραδέρνει στις ίδιες αδιέξοδες τροχιές, κι αυτό καθόλου δεν το θέλει. Πώς, όμως; Πώς ν’ αλλάξει; Δεν ξέρει τον τρόπο. Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να σκεφτεί, ό,τι και να πει, όσο κι αν προσπαθήσει, νιώθει πάντοτε να βρίσκεται στη σκιά της μεγάλης αδελφής, ένα αποπαίδι. Μία φορά... μία μονάχα φορά έκανε έρωτα στα είκοσι δύο χρόνια της ζωής της, κι εκείνη ήταν άχρωμη, άοσμη, λειψή. Λίγο χάρηκε τη θεία επαφή, μια και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ακόμη θυμάται, ακόμη νιώθει το ρίγος που διαπέρασε τότε το είναι της όλο, που έσεισε το αλάτρευτο κορμί της συθέμελα.
Είναι τρελό! Είναι τρελό, σκέφτεται, το πως της λείπει τόσο πολύ, τόσο οδυνηρά, κάτι που ουσιαστικά ποτέ δε γνώρισε. Αλλά, κι εδώ φυσικά, βάζει το χεράκι της, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή, η αγαπητή της αδελφούλα, που δε χάνει καμία ευκαιρία για να της μιλήσει λεπτομερώς για τις συνευρέσεις της, να της αφηγηθεί ξεδιάντροπα το καθετί. Είναι χυδαία, την απορρίπτει μέσα της με μια δόση πικρόχολης ζήλιας κι απ’ έξω της μ’ ένα μορφασμό. Είναι χυδαία, αλλά τουλάχιστον εκείνη ζει σε κάθε έκφανσή της τη ζωή, την απολαμβάνει – σε αντίθεση με την ίδια που επιβιώνει με την προσδοκία της.
Δακρύζει πάλι. Κλαίει πολύ. Με αναφιλητά αθόρυβα, καταπιεσμένα. Ποτίζει με πίκρα χρόνων και φρέσκια οφθαλμαλμύρα το μαξιλάρι της. Ως εδώ, Καίτη. Φτάνει. Αρκετά! απευθύνεται νοητικά στην αδελφή της. Δε σε αντέχω πια. Δεν αντέχω πια να με σκοτώνεις απαλά με λόγια ψεύτικα τρυφερά και με χαμόγελο. Δεν αντέχω να βλέπω πια εκείνα τα μεγάλα σου τα δόλια μάτια. Είσαι το κρίμα μου. Η κατάρα μου. Έτσι τη νιώθει, έτσι την σκέφτεται την αδελφή της, σα μια κατάρα ή ένα δαίμονα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι όπως τα φέρνει συνήθως η βλαμμένη η τύχη, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, για να ξεγλιστρήσει απ’ τα πλοκάμια της και να λυτρωθεί απ’ αυτή, είναι να πάρει στα χέρια της τον απεχθή ρόλο του εξορκιστή. Κι αυτό πρέπει να το κάνει σύντομα, αν θέλει να προλάβει να ζήσει και να χαρεί το μετά.
Κάθεται στο σαλόνι μόνη, μοναχή και κουρασμένη και την περιμένει. Είναι Σάββατο βράδυ και θα επιστρέψει, ως συνήθως, αργά. Αν επιστρέψει, δηλαδή. Πίνει λίγο κρασί κόκκινο, βαρελίσιο, που της βάφει πιο βαθιά κόκκινη τη γλώσσα, κι αφήνει το χρόνο να κυλήσει αβίαστα, ακολουθώντας τους δρόμους της σιωπής. Το καφέ των ματιών της έχει πια στεγνώσει και το πρόσωπό της μοιάζει άχρωμο, παγωμένο, ντυμένο λες με τη μάσκα του θανάτου.
Κάποτε ακούει τα κλειδιά της Καίτης στην πόρτα κι αναπηδάει ξαφνιασμένη. Κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Νωρίς γύρισε! Τη βλέπει να μπαίνει στο σπίτι αργόσυρτα, φτωχή από ζωντάνια και δυνάμεις, καταπονημένη. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι όπως συνήθως. Σε τίποτα δε θυμίζει τον εαυτό της. Δε χαμογελά αυτάρεσκα με μάτια που λάμπουν. Μάλλον λυπημένη, χαμένη σ’ ένα ολότελα δικό της κόσμο, μοιάζει.
Τη ρωτάει τι συμβαίνει, πιότερο από περιέργεια παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Ο Νίκος με παράτησε, απαντάει εκείνη και δε δείχνει ικανή να πιστέψει τα λόγια που μόλις βγήκαν απ’ τα χείλη της.
Την παράτησε; Μα, την Καίτη δεν την παρατάει ποτέ, κανείς. Αυτή τους παρατάει. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Ή μάλλον καταρρίφθηκε ένας ακόμη μύθος!
Τον μαλάκα! Τον μαλάκα! φωνάζει κι οδύρεται, τον βρίζει και πέφτει άτσαλα, σαν ένα κούτσουρο βαρύ όπως το παρελθόν, στον καναπέ. Οι λυγμοί της φαντάζουν σα μια μικρή παραφωνία στη σιγαλιά της νύχτας.
Όσο για τη Μαίρη, αυτή θέλει να χαμογελάσει, να χαμογελάσει πλατιά, ευτυχισμένα, να ξεσπάσει σε γέλια άγρια λυτρωτικά μετά από πολλή καιρό, αλλά δεν το κάνει. Την παίρνει τρυφερά, σχεδόν μητρικά, στην αγκαλιά της. Της χαϊδεύει φευγαλέα τα αφόρητα μαλακά μαύρα ίσια της μαλλιά. Προσπαθεί δίχως λόγια αχρείαστα να την παρηγορήσει. Κι εκείνη, μετά από λίγο ανασηκώνεται, σκουπίζει στο μανίκι της τα δάκρυα, της μιλάει: Βάλε και σε μένα λίγο κρασάκι για να πιω, αδελφούλα, την παρακαλεί.
Της χαμογελά η Μαίρη. Της χαμογελά άδολα, γνωστικά, ζεστά, με μάτια που ξάφνου λούζονται στο φως. Σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα και δύο μόλις λεπτά αργότερα επιστρέφει μ’ ένα ποτήρι κρασί. Της το δίνει λέγοντας πώς ό,τι είναι θα περάσει. Στα σίγουρα θα περάσει, προσθέτει από μέσα της.
Εκείνο το ποτό, το θεϊκό γλυκόπιοτο κρασί, ήταν το τελευταίο που ήπιε στη ζωή της, η Καίτη. Τη βρήκανε νεκρή το άλλο κιόλας πρωί στο δωμάτιό της. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, που πραγματοποίησε την ίδια εκείνη μέρα τη νεκροψία, ο θάνατός της προήλθε από δηλητηρίαση, αφού στον οργανισμό της ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα στρυχνίνης. Δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο, βρήκαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή την παράτησε ο άντρας που αγαπούσε. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν ότι όντως επρόκειτο για αυτοκτονία και η αστυνομία αποφάσισε να μη διερευνήσει περισσότερο την υπόθεση.
Έκλαψε πολύ. Έκλαψε πολύ και πικρά για το χαμό της αδελφής της, η Μαίρη. Ναι, τις χώριζαν πολλά, ναι, τη ζήλευε, αλλά βαθιά μέσα της την αγαπούσε ακόμη, την αγαπούσε την ηλίθια, κι ας της έκανε την καρδιά μαύρη όσο ζούσε, κι ας την πλήγωνε βαθιά, κι ας της έκλεβε τη μία μετά την άλλη όλες τις χαρές της.
Όταν, ωστόσο, οι νεκροί φεύγουν, οι ζωντανοί μένουν και η ζωή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζεται. Ο χρόνος, ο γητευτής, κι η απουσία της Καίτης την άλλαξαν πολύ, την έκαναν πιο δυνατή, πιο αποφασισμένη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στη χαρά και την ευτυχία – ένα νέο άνθρωπο. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο και κυνήγησε σα θήραμα τον Νίκο της και τούτη τη φορά τον κατέκτησε. Κι αυτός έγινε ο εραστής που πάντα αναζητούσε. Έμαθε επιτέλους να μιλά σωστά, κοινωνικά, και να φλερτάρει. Κι απέκτησε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση, αφού αντιλήφθηκε -κάλλιο αργά, παρά ποτέ- πόσο όμορφη είναι. Λυτρώθηκε!
Τώρα, τη σκέφτεται συχνά την αδελφή της, όπου κι αν αρμενίζει εκείνη, με λίγη πίκρα κι ένα μικρό παράπονο – επειδή όσο ήταν εκείνη ζωντανή δεν άφηνε την ίδια να ζήσει. Κι ακόμη θυμάται. Θυμάται τις τελευταίες της στιγμές. Θυμάται το στερνό της το βλέμμα, το γιομάτο απορία και ψήγματα τρόμου, προτού ξεψυχήσει. Τη σκότωσε την Καίτη, τη σκότωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τη σκότωσε για να ζήσει. Για να συνεχίσει να ζει. Εκείνη έβαλε τη στρυχνίνη στο ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε, εκείνη τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για τον τελευταίο της ύπνο, εκείνη ανέσυρε μέσα από τα συρτάρια της απύθμενης μνήμης της ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που η αδελφή της κάποια μέρα της ομολόγησε πώς είχε γράψει παλιά, το οποίο έψαξε και βρήκε σ’ ένα τετράδιο ξεχασμένο.
Ναι, τη σκότωσε. Αλλά, δεν το μετάνιωσε. Καθόλου. Ούτε στιγμή. Κι ας το ξέρει πως είναι βαρύ το τίμημα που η ψυχή της θα κληθεί να πληρώσει. Ας ζήσω τον παράδεισο εδώ, κι ας πάω στην κόλαση μετά, σκέφτεται -μ’ ένα χαμόγελο μυστικό κι ένα δάκρυ- καθώς κλείνει στην αγκαλιά της τον αγαπημένο, καθώς του χαϊδεύει το γυμνό κορμί κι εκείνος την αρπάζει με λαχτάρα και πόθο μεγάλο και τη φέρνει από πάνω του. Καθώς γίνονται για μία ακόμη φορά ένα.
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008
Η Μαίρη
Τρίτη 29 Ιουλίου 2008
Ο άλλος
«Όλα θα πάνε καλά,» σκέφτεται, «ακόμη και κείνα που πριν με πλήγωναν.»
Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα η ύπαρξή της όλη έμοιαζε με μια ανοικτή πληγή, που δεν έπαυε στιγμή να αιμορραγεί. Η μοναξιά κι η ανασφάλεια στέκονταν πάντα εμπόδιο στο δρόμο της, δεν την άφηναν να ονειρευτεί, δεν της επέτρεπαν να τολμήσει. Αλλά, όχι πια. Φτάνει. Αρκετά θυσίασε τα θέλω της στο βωμό των πρέπει που δεν πίστευε. Θα έπαιρνε τη ζωή στα χέρια της, κι ας πλήγωνε κάποιους ανθρώπους, κι ας έχανε κάθε ίχνος υπόληψης στα μάτια της κοινωνίας. Δεν την ένοιαζε. Τίποτα δεν την ένοιαζε. Μονάχα το μωρό της, κι εκείνος, κι ο εαυτός της, ο αιώνια παραμελημένος.
Το μόνο που λυπόταν ήταν ότι θα εγκατέλειπε τον Σωτήρη. εκείνον, τον μεγάλο ανασφαλή, που έγινε ο άντρας της. Εκείνον που έσπειρε μέσα της τον πόθο του, για να ξεπροβάλει απ’ τα σπλάχνα της το θαύμα. Εκείνον που ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, και που για κάποια εποχή έγινε ο πατέρας που ποτέ δεν είχε. ο πατέρας κι εραστής της.
Αλλά, έτσι κι αλλιώς δεν τον αγαπούσε, απλά τον ανεχόταν. Ποτέ της δεν τον αγάπησε όπως του άξιζε, ποτέ δεν του επέστρεψε τα δώρα που της χάρισε. Το παραδέχεται αυτό και δηλώνει ένοχη στο δικαστήριο του μέσα της. Ωστόσο, δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει μαζί του το ψέμα – απλά δεν μπορεί. Πρέπει να φύγει, να τον αφήσει, αυτό είναι το πιο σωστό. Αν δεν το κάνει θα συνεχίσει να φυτοζωεί στο κλουβί και θα κληρονομήσει στην κορούλα της τα κρίματά της.
Ο δρόμος που θέλει ν’ ακολουθήσει είναι πλέον ανοικτός, στο μυαλό και την ψυχή της καλά χαραγμένος. Θα πάει σ’ εκείνον, στον άλλο, σ’ αυτόν που πάντοτε επιθυμούσε μα που ποτέ δεν τόλμησε να πλησιάσει. Σ’ εκείνον που την τρόμαζε και ξυπνούσε μέσα της αισθήσεις ξεχασμένες. σ’ εκείνον που τίποτα δεν της υποσχόταν, ποτέ, παρά πλήθος συγκινήσεων και άγνωστα μονοπάτια.
Απ’ την αρχή εκείνον ήθελε, αυτόν κρυφά ονειρευόταν, αλλά ποτέ της δεν έκανε την κίνηση, ποτέ δεν τον πλησίασε επειδή της φαίνονταν απόμακρος πολύ, ξένος προς τις συνήθειες των ανθρώπων. Εξάλλου, ήταν άσχημος. Ή, μάλλον, όχι άσχημος, αλλά να, ατημέλητος. Δε νοιαζόταν καθόλου για την εμφάνισή του, σ’ αντίθεση με την ίδια που άλλο δεν έκανε από το να ασχολείται μ’ αυτήν. Πώς θα μπορούσε ποτέ να σμίξει με έναν άνθρωπο που βαριόταν να ξυρίζεται, που μπορούσε να κυκλοφορεί με σπασμένα τα δόντια και να χαμογελά πλατιά και που η κόμμωσή του θύμιζε μουσικό της δεκαετίας του ’60; Πώς;
Αλλά, άλλαξε, πολύ! Μεταμορφώθηκε κι αυτός προς το καλύτερο. Ξεπέρασε επιτέλους την αιώνια εφηβεία του. Έτσι, τις προάλλες, όταν βγήκε για λίγο με την αδελφή και το μωρό της και πήγαν σε μια καφετέρια, τρόμαξε να τον αναγνωρίσει. Είχε να τον δει πολλή καιρό, σχεδόν ένα χρόνο, και τώρα στα μάτια της φάνταζε κάποιος άλλος. Κάποιος διαφορετικός. Κάποιος που θα ήθελε να έχει δίπλα της. Κι όμως, ήταν ο ίδιος. Ο ίδιος αστείος, σοφός κι ετοιμόλογος άνθρωπος που γνώρισε για πρώτη φορά πέντε χρόνια πριν.
Κάθισε δίπλα του, έχοντας το μωρό σα διακριτική ασπίδα προστασίας απ’ τα ξένα μάτια. Πήρε ν’ ακούει τις ιστορίες του, να θαυμάζει το φωτεινό πια χαμόγελό του. Πήρε να παίρνει φως από την αύρα του, ν’ ανατριχιάζει απ’ την αίσθηση και μόνο του κορμιού του δίπλα στο δικό της. Και πήρε ν’ αναλογίζεται τα λάθη της, τα μεγάλα, τα ασυγχώρητά της λάθη, που της πλούτισαν το είναι με πολλές μικρές οδύνες και μια μεγάλη ευλογία.
Κι από εκείνες, τις πρώτες-πρώτες στιγμές, άρχισε να σκέφτεται πώς το παραμύθι που ζούσε έπρεπε, το συντομότερο δυνατό, να τελειώσει. Η θέση της ήταν δίπλα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, τον φωτεινό, κι όχι δίπλα στον γκρινιάρη που έγινε άντρας της, όχι κοντά σ’ εκείνον που ζήλευε ακόμη και το χώμα που πατούσε.
«Μα, θα με θέλει αυτός;» ρωτούσε με μια μικρή έξαψη και με τρομάρα τον εαυτό της. «Θα με θέλει;»
«Τα μάτια σου πετάνε φωτιές κι αμφιβολία,» διέκοψε το μακροβούτι μέσα της εκείνος, προσπαθώντας να εκμαιεύσει κάποια δήλωση.
«Πετάνε;» απόρησε λίγο μεγαλόφωνα εκείνη και τρόμαξε, αλλά συνήλθε αμέσως και τον κοίταξε με βλέμμα φοβισμένο, προτού ρωτήσει: «Ξέρεις τι σκέφτομαι;»
«Κάτι που δεν μπορείς για την ώρα να μου πεις!»
Ναι! Ναι, αυτός καταλάβαινε την κάθε αντίδραση, την κάθε λέξη και σιωπή της, κι αυτή η τρελή, που από χρόνια πριν θα μπορούσε να τον κάνει δικό της, τον άφησε να της ξεγλιστρήσει και να χαθεί στα πέρατα του κόσμου.
Δεν αντάλλαξαν άλλη λέξη εκείνη τη νύχτα. Απλά κάθονταν δίπλα-δίπλα και σιωπούσαν ή συμμετείχαν αδιάφορα στις κουβέντες των άλλων.
Το μέσα της τη μαχαίρωνε, την τυραγνούσε αμείλικτα για τις ανόσιές της σκέψεις όσο τον ένιωθε μια μονάχα ανάσα μακριά της. Η λογική προσπαθούσε να επιβάλει τους κανόνες της, μα η καρδιά τους αντιστεκόταν με πείσμα. Τον ήθελε μα δεν μπορούσε να τον έχει. Τον ήθελε αλλά δεν μπορούσε να είναι μαζί του. Τον ήθελε...
Για πολλές μέρες και νύχτες δινόταν μέσα της η μάχη. Για νύχτες και μέρες έμενε άγρυπνη, κάνοντας όνειρα για ένα αύριο που ίσως να μην ξημέρωνε ποτέ. Για μέρες και νύχτες ξάπλωνε με τους φόβους και σηκωνόταν με τις ανασφάλειές της.
«Δε σμίξαμε ποτέ για το λάθος λόγο. Λες σήμερα να προσπαθώ να διορθώσω εκείνο το λάθος κάνοντας ένα νέο;»
Αυτό ήταν το μεγάλο ερώτημα, κι όσο κι αν έψαχνε στα έγκατα τού είναι της δεν έβρισκε την απάντηση που ζητούσε. Μέχρι που αποφάσισε να του τηλεφωνήσει.
«Γεια σου, Κώστα. Η...»
«Ελευθερία είσαι!»
«Μα, πώς το κατάλαβες;»
«Περίμενα να μου τηλεφωνήσεις. Για να μου πεις ό,τι δεν τόλμησες...»
Σιγή. Μονάχα οι ανάσες τους ακούγονταν και ένα απέραντο κενό που έρχονταν να συμπληρώσει τις λέξεις.
«Τι σκέφτεσαι;» τόλμησε να τον ρωτήσει τελικά.
«Τίποτα δεν σκέφτομαι. Όλα μέσα μου είναι ξεκάθαρα. Πάντοτε ήταν. Γι’ αυτό άλλαξα. Για σένα. Δεν ήξερα ότι παντρεύτηκες, δεν ήξερα για το μωρό, αλλά δε με νοιάζει. Σε ήθελα. Σε θέλω. Αν νιώθεις κι εσύ το ίδιο το μόνο που έχεις να κάνεις είναι...»
«Να χωρίσω. Μα, φοβάμαι. Φοβάμαι που θα με οδηγήσει αυτό. Φοβάμαι και σένα. Φοβάμαι ότι κάποια μέρα, δεν μπορεί, θα σηκωθείς και θα φύγεις και πάλι.»
«Επέστρεψα για σένα. Κι επέστρεψα κάποιος άλλος. Αν θέλεις το πιστεύεις αυτό, αλλά δεν έχω καμία διάθεση να φύγω με κάποια άλλη, για κάπου αλλού. Μόνο εσύ μετράς για μένα, κι ας δυσκολεύεσαι να το αποδεχτείς αυτό.»
«Δεν ξέρω...»
«Μην το πολυσκέφτεσαι. Άσε τον εαυτό σου ν’ αποφασίσει. Δε θα σε πιέσω καθόλου. Εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω. Κι εσένα και την κόρη σου. Κι αν αποφασίσεις να μην έρθεις, ε, τότε θα κινήσω κι εγώ, αργά ή γρήγορα, για άλλα μονοπάτια.»
«Για πόσο καιρό θα περιμένεις, όμως;»
«Μα περίμενα ήδη πέντε χρόνια και τίποτα δεν έπαθα. Μπορώ να περιμένω άλλα τόσα. Κάτσε καλά, βρες τα με τον εαυτό σου, και όταν είσαι σίγουρη τι θέλεις να κάνεις μου λες.»
«Έτσι απλά;»
«Έτσι απλά!» Αποχαιρετίστηκαν σχεδόν άηχα, με μια υπόσχεση να δονεί το έξω και το μέσα της. Κι από εκείνη ακριβώς τη στιγμή πήρε να ζωγραφίζει μέσα της το μέλλον – και να το ζωγραφίζει με πινελιές πολύχρωμες, με τ’ ουράνιου τόξου τη γαλήνη. Και δεν άργησε να πάρει την απόφασή της. Ναι, έπρεπε να πάει σ’ εκείνον. Πέντε χρόνια χαμένα ήταν αρκετά. Έπρεπε ν’ αρχίσει να ζει τη ζωή όπως της άρεσε, να διορθώσει όλα τα λάθη της, να προσθέσει στο μωσαϊκό της ύπαρξής της εκείνο που πάντοτε της έλειπε, την αγάπη.
υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας
Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008
Ανάξια
«Ποτέ σου μη με πάρεις για δεδομένο!»Αυτό μονάχα της είπε σαν προειδοποίηση
Σαν προτροπή
Εκείνος κάποιο βράδυ, μα δεν τον άκουσε,
Συνέχισε να κάνει τα δικά της.
Να τον αγαπά αφ’ υψηλού,
Να θεωρεί ότι τον είχε για πάντα αιχμαλωτίσει
Στης ομορφιάς της το μαγικό πέπλο.
Κι όμως...
Κι όμως να που της έφυγε.
Να που κίνησε γι’ αλλού και την άφησε μόνη.
Για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά στη ζωή της, μόνη.
Τώρα, κάθεται σκεφτική και λυπημένη σ’ ένα εστιατόριο,
Μα δεν τρώει, μονάχα πίνει,
Κι αναρωτιέται για της ζωής της τα γιατί,
Για την εγωμανή της τύφλα,
Που δεν την άφησε να δει, ν’ ακούσει τις αλήθειες του.
Ω, πόσο σίγουρη ήταν για τον εαυτό της!
Πόσο σίγουρη ήταν ότι το κορμί ήταν αρκετό,
Για να τον κρατήσει μόνιμο πιστό και λατρευτή της.
Πόσο έξω έπεσε!
Και τώρα πόσο χαμηλά...
Ωστόσο, καλά να πάθει, σκέφτεται,
Καλά να πάθει, μήπως και μάθει.
Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο δα πολύ αμφιβάλλει,
Καθώς είναι όμορφη, όμορφη πολύ,
Και σίγουρα κάποιος θα βρεθεί σύντομα να την αγαπήσει και πάλι.
Όχι! Όχι, όπως εκείνος, αλλά τουλάχιστον
Όπως η ίδια θέλει,
Τυφλά,
Χωρίς να της αξίζει.
Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008
Το Τέλος Μιας Ψευδαίσθησης
Είμαι παντρεμένος με μια γυναίκα που αγαπώ...Έχω την κορούλα μου...
Η δουλειά μου είναι καλή...
Όλα μου πηγαίνουν δεξιά...
Είμαι πολύ ευτυχισμένος...
Τίποτα δε θ’ άλλαζα στη ζωή μου...
Με τα πιο πάνω λόγια παραμύθιαζε, άλλοτε, εμένα και τον εαυτό του κάποιος φίλος. Κάποιος που έλεγε πώς δε χρειαζόταν πολλά-πολλά για να ’ναι ευτυχισμένος, ο οποίος όμως, όπως τόσοι άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, δούλευε νύχτα μέρα για ν’ αποκτήσει περισσότερα.
Δήλωνε, επίσης, αθεράπευτα κι αιώνια ερωτευμένος με τη γυναίκα του, την πιο όμορφη στον κόσμο, την πιο καλή και συμπονετική. Χωρίς αυτήν θα ήμουν ένα τίποτα, μου έλεγε, κι εγώ χαμογελούσα. Πικρά χαμογελούσα, επειδή τον ήξερα, καλύτερα απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιο αδύναμος απ’ ό,τι έδειχνε, ήξερα ότι δεν έζησε όσα ήθελε στη ζωή του, ήξερα ότι αν δεν έμενε έγκυος εκείνη που κάποια μέρα θα γινόταν γυναίκα του, μάλλον δε θα παντρευόταν, θα εξακολουθούσε να κυνηγά τα παιδικά του όνειρα. Επίσης, έβλεπα. Έβλεπα πόσο αμήχανα ένιωθε απέναντί μου όταν μου έλεγε τα μικρά αθώα του ψέματα και πως έπαιζε το μάτι του όταν τύχαινε να περάσει απ’ το οπτικό του πεδίο μια όμορφη γυναίκα. Τα βλέμματα που έριχνε τότε δεν ήταν απλού θαυμασμού, όχι, ήταν πόθου, πόθου για τα κορμιά που η μοίρα δεν τον αξίωσε να λατρέψει. Ήμουνα σίγουρος ότι με την πρώτη ευκαιρία που θα του παρουσιαζόταν θα χάριζε στη λατρευτή του γυναικούλα ένα κέρατο νααα, σαν και την αγάπη που της είχε.
Κι η ευκαιρία αυτή, διαβάζοντας προφανώς τις δόλιες σκέψεις μου, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της. Τη βρήκε στο πρόσωπο μιας νέας συναδέλφου, μιας παθητικής αλλά πολύ όμορφης γυναίκας, με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, κι ένα ζευγάρι τεράστια μάτια μελισσιά, εκφραστικά σαν αμαρτία. Αυτή ήταν ακριβώς ό,τι ζητούσε: ευγενική, υποτακτική, συνεχώς χαμογελαστή και με θητεία στη λαγνεία, και, το πιο σημαντικό, δεν ήξερε να του λέει Όχι, ποτέ. Το απόλυτο τονωτικό για την αυτοπεποίθησή του.
Δεν του πήρε και πολλή χρόνο μέχρι να την ερωτευτεί τρελά, τυφλά, με πάθος. Ήθελε να καεί από τη φλόγα του έρωτα που πυρπολούσε το μέσα του και να ξανανιώσει απ’ αυτή. Κι έτσι, πολύ σύντομα ξέχασε τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα -το ευαγγέλιό του- τα τόσο εύκολο να ειπωθούν, κι ακόμη ευκολότερο να διαψευσθούν.
Σιγά-σιγά άρχισε να απομακρύνεται από τη γυναίκα και την κόρη του. Χρησιμοποιούσε σα δικαιολογία τη δουλειά, όλα τα έκανε για κείνες έλεγε, αλλά δεν ξεγελούσε κανένα, κι όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο χειροπόδαρα δενότανε πάνω στο λάγνο άρμα της ερωμένης. Μιας ερωμένης, όμως, που άρχισε ασυναίσθητα να καταπιέζει, να πνίγει, με την κτητικότητα και τις διάφορες παράλογες απαιτήσεις του.
Μ’ αυτά κι αυτά, κάποτε έφτασε η μέρα που η γυναίκα του θα του ζητούσε να χωρίσουν. Κι εκείνος θα δεχόταν με έκδηλη ευχαρίστηση αφού τώρα πια ήταν σίγουρος πώς είχε, όπως λέμε, δεμένο το γάιδαρό του, αλλά δεν. Καθόλου δεν τον είχε δεμένο, αφού η ερωμένη του, μη αντέχοντας πια την αλλοπρόσαλλη και πολλές φορές προσβλητική συμπεριφορά του, κάποια μέρα πολύ σύντομα, θα του έδινε τα παπούτσια στο χέρι. Όχι, ούτε κι εκείνης τελικά δεν της πήγαινε ο ρόλος της ζωντανής-νεκρής και άβουλης κούκλας, της υπάκουης και πειθαρχημένης σε κάθε απαίτηση του άντρα-αφέντη.
Όταν του ανακοίνωσε την απόφασή της να τον εγκαταλείψει, να χωρίσουν, ένιωσε τον κόσμο ξάφνου να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, όλες τις βεβαιότητές του να γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, ποτέ, δε θα το άφηνε να συμβεί. Θα το εμπόδιζε πάση θυσία και με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι, άρχισε να την απειλεί πως θα τη σακατέψει ή θα τη σκοτώσει, αλλά εκείνη που ήξερε πια πολύ καλά τι δειλό ανθρωπάκι στ’ αλήθεια ήταν, δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Γι’ αυτό και άλλαξε τροπάρι. Αν δεν έμενε μαζί του θα πήγαινε και θ’ αυτοκτονούσε έξω από την πόρτα της, της είπε. Αυτό ναι, θα μπορούσε να το κάνει. Ήταν σίγουρη. Τον λυπήθηκε. Έμεινε για λίγο καιρό ακόμη μαζί του, κι ας πνιγόταν πολύ.
Ωστόσο, κάποτε έφτασε, θέλοντας και μη, μέχρι το ως εδώ και μη παρέκει, ήρθε στο σημείο που δεν άντεχε άλλο. Κι έτσι, μια κρύα νύχτα του χειμώνα απλά εξερράγη, του τα είπε ένα χεράκι κι ύστερα έφυγε, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού.
Την επόμενη μέρα το πρωί τον βρήκαν νεκρό στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε εκείνη. Δίπλα του, παρατημένα στα σκαλοπάτια υπήρχαν δύο άδεια κουτιά υπνωτικών χαπιών κι ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε με δάχτυλα αδύναμα, κοκαλωμένα, ένα σημείωμα: Σου το ’πα... Και τόκανε!
Κυριακή 15 Ιουνίου 2008
Ο Ψαράς
Κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει, με γαλήνια τη μοναχική ψυχή, στα ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν ένας άνθρωπος της γης, αγρότης απ’ τα γεννοφάσκια του, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του, εκείνη που τον συντρόφευε λες από πάντα, παράτησε μεμιάς και δίχως ενοχές τα κτήματα, κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, έλεγε, στη φρέσκια αλμύρα και την απεραντοσύνη της ανοικτής θάλασσας, μπορούσε να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε πρωί, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, κάτω από καθάριους φωτεινούς ουρανούς και γκρίζους απειλητικούς, μέσα από γαληνεμένα κύματα ευλογίας και άλλα οχτρικά καταραμένα, ψάχνοντας της λειψής ζωής του την ουσία. Κάθονταν για ώρες αμέτρητες εκεί, μέσα στη θαλασσοδαρμένη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τους αγγέλους και τους δαίμονές του, με τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από το μακρινό χθες και τη σημερινή δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν -μ’ ένα πικρό χαμόγελο και μια γλυκιά πίκρα- τότε που η τύχη του χαμογέλασε πλατιά και γνώρισε την αγαπημένη, τότε που η χαρά ήταν ο κανόνας στην καθημερινότητά τους, τότε που και οι δυο θαρρούσαν, μέσα στην αβυσσαλέα νεανική τους άγνοια, ότι θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Ω, πόσο απόλυτα ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην πλούσια λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την πλούσια, τη ζωοδότρα αγάπη τους, και τίποτα άλλο στον κόσμο δε χρειάζονταν. Ένιωθαν ανίκητοι, άφθαρτοι, αθάνατοι, ενώ οι άκαρδοι θεοί γελούσαν εις βάρος τους.
Έτσι, θέλοντας και μη, τα χρόνια γρήγορα πέρασαν χαράζοντας βαθιά αυλάκια στις ζωές τους, και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο, με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η γιάτραινα, η θάλασσα, μπορούσε κάπως να το αλαφρύνει, να το κάνει λίγο πιο ανεκτό. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε ολοκληρωτικά, με την ψυχή του όλη, γι’ αυτό και τη λάτρεψε, σα διάβολο και σα θεό.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, λυτρωτικές, ξόδευε μέσα στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα της φαντασίας του, θυμίζοντάς του όλ’ αυτά που έζησαν μαζί και τα άλλα, τα πολλά, που δεν πρόλαβαν, και παραπονούμενος συνεχώς, ο δόλιος, για την εγκατάλειψή του εκ μέρους της. Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα. Έφυγες και μ’ άφηκες, κυρά μου!, μονολογούσε. Αλλά, τι στ’ αλήθεια του ’φταιξε κι αυτή η κακομοίρα, και ούτε και στο θάνατο ακόμη δεν την άφηνε να ξαποστάσει; Αφού το ήξερε δα πολύ καλά, πώς ο φαφούτης ο χάρος, δεν σκέφτεται αγάπες και μοναξιές προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές έπιασε τον εαυτό του να σιγοψιθυρίζει στο κύμα, να παρακαλεί τις γοργόνες να ’ρθουν να τον ακούσουν και να τον συμπαθήσουν, να τον λυπηθούν και παίρνοντάς τον αγκαλιά να τον οδηγήσουν κι αυτόν στον κάτω κόσμο. Μια ζωή σαν παραμύθι, αυτό χρειαζόταν, μια και στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν τέτοια η ζωή του, εκλιπαρούσε κάποιους άγνωστους θεούς, ας ήταν τέτοια και θα πουλούσε δίχως κανένα δισταγμό την ψυχή του στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, ώστε να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, να την κρατήσει και πάλι στη γερασμένη του αγκαλιά. Αλλά, ξέρει! Βαθιά μέσα του το ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι, κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο, που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης καρδιάς του το σκίρτημα. Κάνε υπομονή ψυχή μου, ψιθυρίζει, και στα στοιχεία όλα της φύσης χαμογελά. Κάνε υπομονή και σύντομα θα έρθω να σε βρω...
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη να ’ρθει, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει αυτό, έτσι ξανά και ξανά, κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και καλημερίζοντας τον ήλιο που ξεπροβάλλει αυτοκρατορικός απ’ τα θαλασσινά πέρατα του ορίζοντα, βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό.
Τρίτη 3 Ιουνίου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 19
«Καλά έκανες και πήγες, Αντρέα. Καλά έκανες. Το πρώτο βήμα. Κάλλιο αργά, παρά αργότερα...»«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, Γιώργο. Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω στα μάτια, λέξη δεν της είπα. Δείλιασα. Με έπνιξαν οι ενοχές με το που κάθισα δίπλα της.»
«Δεν είναι παράξενο αυτό που συνέβηκε. Παράξενο θα ήταν αν δε συνέβαινε, αφού εσύ ήσουνα ο ηλίθιος που τής έβαλε όρους και καθόρισε και τις βάρδιες...»
«Στ’ αλήθεια, ηλίθιος. Αλλά και τώρα έτσι νιώθω. Ηλίθιος επειδή πήγα. Ηλίθιος επειδή δεν το έκανα τόσο καιρό. Ηλίθιος για όσα έκανα. Ηλίθιος...»
«Θαρρώ πώς τώρα πια δε με χρειάζεσαι εμένα ρε Αντρέα, μια χαρά βρίζεις κι εσύ τον εαυτό σου!» είπε ο Γιώργος κι άρχισε να γελάει.
Ο Αντρέας προσπάθησε να τον μιμηθεί αλλά δεν τα πολυκατάφερε. Το μυαλό του ήταν αλλού. στο νοσοκομείο, στο παιδί του, σ’ εκείνη. Δυνατή πολύ τού φάνηκε, κι αποφασισμένη. Δε βούλιαξε σε κανένα βούρκο εκείνη, αλλά έγινε βράχος και στάθηκε ακλόνητη δίπλα απ’ τον Αλέξη. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και για ετούτο τον άθλιο, τον κακομοίρη τον εαυτό του.
«Τα δύσκολα πέρασαν,» τον έβγαλε απ’ το συλλογισμό του ο Γιώργος, «από δω και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Μην τα πολυσκαλίζεις τα πράγματα. Άσ’ τα μόνα τους και θα πάνε εκεί που πρέπει να πάνε.»
«Δεν είναι εύκολο.»
«Λες να μην το ξέρω. Αλλά μην το παίζεις πια και τόσο τραγικός βρε αδελφέ. Κι άλλοι πολλοί βρέθηκαν στη θέση σου ή πέρασαν και χειρότερα, μα δεν το έβαλαν κάτω, και τα κατάφεραν, επιβίωσαν. Πάψε να παριστάνεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα ’ρθει το τέλος του κόσμου, γιατί αυτό θαρρώ πώς για την ώρα τουλάχιστον δε θα συμβεί.»
«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό...»
«Άσε τους χορούς και τις μαλακίες ρε φίλε. Σταμάτα να τα ψειρίζεις όλα. Και μη μου λες εμένα ότι είμαι στην απέξω. Ξέρεις την ιστορία μου.»
«Ναι, την ξέρω. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν και σένα, Γιώργο. Εγώ δεν μπορώ να ελέγξω τις ορμές μου, να τους βάλω φρένο, γι’ αυτό και...»
«Σάμπως και μπορώ εγώ! Μην ξεχνάς ότι σε μια στιγμή τρέλας σκότωσα ...»
«Ναι, ρε συ, σκότωσες. Είσαι φονιάς, αλλά είσαι άνθρωπος καλός, σωστός. Εγώ δε σκότωσα κανένα, όχι με τα χέρια μου, αλλά είμαι κάλπης, ψεύτικος από πάνω ως κάτω. Σκότωσα τον Αλέξη και την Αναστασία. Και τους δυο τους σκότωσα, κι ας ζούνε...»
«Κι η δουλειά σου τώρα είναι να τους αναστήσεις!»
«Λόγια... Λόγια... Στ’ αλήθεια τώρα, Γιώργο. τι σου συνέβηκε μέσα στη φυλακή κι άλλαξες τόσο. Σε τίποτα δε θυμίζεις πια τον άνθρωπο που κάποτε ήξερα. Παλιά ήσουνα φωνακλάς, καβγατζής, χωρατατζής... Τώρα, θαρρώ, μόνο το τελευταίο σου ’χει απομείνει. Μπήκες μέσα με οργή, βγήκες έξω με... γαλήνη. Θέλω να μάθω: Πώς έγινε αυτό;»
«Μεγάλη ιστορία, φίλε μου. Και τώρα βαριέμαι να τη διηγηθώ. Θα σου πω μόνο ότι γνώρισα ένα ανθρωπάκι καλό, ένα δασκαλάκο, που μου άλλαξε τη ζωή. Ανεβαίνει αύριο-μεθαύριο απ’ το νησί. Όταν τον γνωρίσεις, όταν σου πει την ιστορία του, τότε θα καταλάβεις τι εννοώ όταν μιλώ για τα χειρότερα.»
«Λες και... Αλλά, εντάξει, άσε, θα σταματήσω να το αναλύω. Για πες μου, θυμάσαι πού και πού τα παλιά ρε Γιώργο; Θυμάσαι πώς ήμασταν κάποτε; Θυμάσαι τις τσάρκες μας, τις πλάκες μας και τα μεθύσια μας; Θυμάσαι τα κορίτσια; Θυμάσαι πόσο ωραία και καλά περνούσαμε τότε;»
«Όλα τα θυμάμαι. Πώς να τα ξεχάσω; Όσο για τα κορίτσια, εκείνα που εννοείς, ακόμη έχω επαφή μαζί τους. Μαθαίνω νέα τους. Άλλα προκόψανε, κι άλλα δεν τα κατάφεραν, και παρέμειναν να γεράσουν στα Σπίτια.»
«Αλήθεια, τι απέγινε εκείνη η μικρή, η Ιωάννα; Τα κατάφερε; Βγήκε απ’ το βούρκο;»
«Αυτή, ποτέ δεν ήτανε στ’ αλήθεια μέσα στο βούρκο, Αντρέα. Απλά πέρασε για λίγο από κει βιαστικά, λερώθηκε στις λάσπες του, κι ύστερα ξεπλύθηκε. Η μικρή μεγάλωσε και πρόκοψε πολύ, όπως όλοι μας μαντεύαμε. Παντρεύτηκε σ’ ένα νησί, αρρώστησε βαριά, μα το ξεπέρασε, έγραψε κι ένα βιβλίο, είναι ευτυχισμένη. Το ίδιο και η κόρη της. Δεν ήταν πόρνη η Ιωάννα, αγία σε αναμονή ήταν!»
«Ξέρεις τι σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τις τελευταίες ετούτες μέρες, Γιώργο; Ότι δεν έπρεπε να παντρευτώ, ούτε και να κάνω παιδί. πώς καλύτερα θα ήταν αν συνέχιζα να συχνάζω στα πορνεία. Ν’ αδειάζω εκεί τ’ απωθημένα μου, στις πόρνες, της μετρητοίς ή και στις άλλες τις κοκότες -της αψηλής, τάχα μου, κοινωνίας- τις καλές, επί πιστώσει... Ίσως έτσι να ήταν όλα πιο καλά. Ίσως να μη συνέβαινε το κακό!»
«Τα ίσως και τα αν είναι πολυτέλειες τώρα, Αντρέα. Το σήμερα μοναχά μετρά και λίγο το αύριο. Φρόντισε γι’ αυτά κι ό,τι προκύψει.»
«Κι ό,τι προκύψει...»
Παρασκευή 30 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 16
«Οι άνθρωποι που δεν έχουν πάθη, δεν είναι άνθρωποι. παράσιτα είναι!»Έμεινε να την κοιτάει με το στόμα λίγο ανοικτό, με μια βαθιά απορία χαραγμένη στο πρόσωπο ο Αντρέας. την Ελένη, τη σύντροφο του φίλου του τού Γιώργου. Αυτήν που ξεστόμισε λίγο πριν αυτά τα λόγια. Την κοιτάει κι αναρωτιέται: πώς και τα ’φτιαξε με το φίλο του; Πώς μπορεί και είναι μαζί του; Άγριος άνθρωπος είναι ο Γιώργος, έξω καρδιά μα άγριος. Τουλάχιστον μέχρι τώρα έτσι τον ήξερε, έτσι τον έβλεπε. Ίσως και να έκανε λάθος. Ίσως τα χρόνια εκείνα τα χαμένα, στη φυλακή, να τον μαλάκωσαν. Ίσως και να την αγάπησε πολύ αυτήνε τη μορφονιά και να μαλάκωσε. Πώς άλλως; Την παρατηρεί σιωπηλά. Προσπαθεί να τη διαβάσει. Μάταια. Δε μοιάζει με καμιά από τις γυναίκες που έλαχαν στο δρόμο του. με καμιά! Από άλλο ανέκδοτο μοιάζει βγαλμένη ετούτη. Σαν ένα παραστρατημένο, ευτυχισμένο ξωτικό. έτσι φαντάζει στα μάτια του.
«Έι, μην κοιτάς τη γυναίκα μου μ’ αυτό τον τρόπο, μη σ’ αρχίσω στις φάπες, παλιόφιλε!» τον βγάζει με πειραχτικό τρόπο από την περισυλλογή του ο Γιώργος.
«Πώς να μην την κοιτάζω, τόσο όμορφη που είναι;» απάντησε χαμογελώντας εκείνος.
«Ε, καλά, κοίταζε όσο θέλεις. Δεν την ενοχλεί. Κι αν σου μπει καμιά παράξενη ιδέα, ξέρει αυτή πώς να σε βάλει στη θέση σου!»
Την κοιτάει με περηφάνια, με λατρεία την Ελένη του, ο Γιώργος. Όπως δεν κοίταξε εκείνος καμιά γυναίκα. Είμαστε δυο κόσμοι διαφορετικοί, φίλε μου, αποφασίζει ο Αντρέας από μέσα του, μα δεν το λέει. Νιώθει, ωστόσο ένα βλέμμα να τον καρφώνει με πείσμα, να διαπερνά το πετσί και να κοιτά βαθιά μέσα του. Πάει να ρωτήσει τι αλλά δεν προλαβαίνει.
«Δε θα σου πω τι σκέφτομαι, ρε Αντρέα. Δε θα σου πω τι σκέφτομαι για να μη σε βγάλω απ’ τη βολή σου!»
«Κι από πότε άρχισες εσύ να σκέφτεσαι τη βολή μου. Όλα πάντα χύμα μου τα έλεγες. Πάντα με έβριζες, μού φώναζες, με προκαλούσες. Τώρα σ’ έπιασαν οι καλοσύνες σου; Ή, μήπως...»
«Ούτε να το σκέφτεσαι, Αντρέα. Όταν ο Γιώργος έχει κάτι να πει θα το πει. είτε είμαι μπροστά, είτε όχι.»
«Ας το πει, λοιπόν. Κι ας μη μου αρέσει...»
«Τι να σου πω ρε μαλάκα; Πες μου τι καρτεράς; Τη λύπησή μου; Δε θα την έχεις. Και θες ν’ ακούσεις και κάτι άλλο; Δε σου αξίζει η Αναστασία. Δε σου αξίζει ο Αλέξης. Ένα γερό χέρι σου αξίζει, μπας κι ανοίξεις τα μάτια σου. Πήγες και...»
«Γιώργο...»
«Άσε με να του τα πω, Ελένη μου. Άσε με να του τα πω. Βαρέθηκα πια την κλάψα του. Δεν είσαι βρε πια άντρας. Ένας άχρηστος είσαι και το ξέρεις. Και τώρα που τ’ ακούς ίσως και να χαίρεσαι κιόλας, αφού απλά ακούεις κι από κάποιον άλλο την αλήθεια.»
Εκνευρίστηκε ο Αντρέας. Εκνευρίστηκε πολύ. Το μέσα του πήρε φωτιά. Θέλει να σηκωθεί, να κάνει κάτι: τον Γιώργο να σιωπήσει, τις μέσα του κραυγές να βγάλουν τον σκασμό, να χτυπήσει κάποιον, εδώ και τώρα, για να ξαλαφρώσει. Αλλά, τίποτα δε θα κάνει. Θα καθίσει στ’ αυγά του, ήσυχος μες στην ταραχή του. Θα καθίσει εκεί και θα συνεχίσει ν’ ακούει τον καλύτερό του φίλο να του δίνει το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Και στο τέλος-τέλος ίσως και να τον ευχαριστήσει κιόλας!
«Δεν έχεις να πεις τίποτα ρε; Καμιά απάντηση; Που πήγαν τα λόγια τα μεγάλα σου; Πούντες τώρα τις δικαιολογίες σου; Πες μου ρε: γιατί πήγες και χαράμισες έτσι τη ζωή σου; Γιατί τα πέταξες όλα στα σκουπίδια; Μόνο και μόνο επειδή σε διαφεντεύει το τσουτσούνι σου ή έψαχνες και κάτι άλλο;»
Η Ελένη πήγε και πάλι να επέμβει, αλλά το ξανασκέφτηκε και στη στιγμή άλλαξε γνώμη. Ίσως να μην έπρεπε να είναι εκεί, αφού αυτή ήταν μια πολύ προσωπική στιγμή. Μια κουβέντα άγρια, αλλά ανάμεσα σε φίλους παλιούς. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Αλλά, όχι! Αυτό δε θέλει να το κάνει, και είναι σίγουρη ότι κι ο Γιώργος το ίδιο θα σκέφτεται, αλλιώς θα της το είχε ήδη ζητήσει. Θα μείνει εκεί, λοιπόν, και θα συνεχίσει να ακούει τις φωνές του ενός και τις σιωπές του άλλου, να γίνεται και πάλι κοινωνός μιας ξένης ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές στο παρελθόν.
«Δεν ξέρω τι να σου πω, ρε Γιώργο! Νομίζεις ότι κάνω και τίποτ’ άλλο από τα να σκέφτομαι όλ’ αυτά νύχτα-μέρα. Στιγμή δεν ησυχάζω. Ποτέ δεν ξεκουράζομαι. Δεν κοιμάμαι. Όλο ρωτάω τον εαυτό μου το γιατί, μα απαντήσεις δεν παίρνω. Το μόνο που παρακαλώ είναι να γίνει καλά ο Αλέξης, να αποφευχθεί το μεγαλύτερο κακό.»
«Συνήθως τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο τα φανταζόμαστε. εμείς τα κάνουμε να φαίνοντ’ έτσι. Για όλα φταίνε οι άθλιες ιδέες και οι εμμονές μας,» επενέβη χαμηλόφωνα και μ’ ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη η Ελένη.
«Για πες μου, ρε συ: την αγαπάς τη Βασιλική;»
«Νομίζω ναι...»
«Νομίζεις; Όσο αγαπάς την Αναστασία;»
«Δεν ξέρω!»
«Και ποιος ξέρει;»
«...»
«Και καλά, ρε άνθρωπέ μου, τόσα χρόνια στο κουρμπέτι δεν έμαθες να διαβάζεις τους ανθρώπους; Ένας άγγελος είναι η Αναστασία, βλάκα. Ένας άγγελος! Κι η Βασιλική, μια σκύλα...»
«Είναι καλή γυναίκα η Βασιλική, Γιώργο. Και τη γνώμη σου για κείνη θα κάνω πώς δεν την άκουσα για να μην...»
«Για να μην τι, ρε; Για να μην τι; Για να μη χαλάσουμε τη φιλία μας; Για να μην με πλακώσεις; Για να τη βγάλεις καθαρή; Για να μην τι; Όσο για τη Βασιλική σου, δεν είναι καλή γυναίκα, κι αυτό κάποια μέρα θα το καταλάβεις. θα ξυπνήσεις ξαφνικά και θα θυμηθείς τα λόγια μου. Πονεμένη είναι, καλή όχι. Αυτή θα μπορούσε να κάνει το καθετί, να φτάσει ως το φόνο, για να περάσει το δικό της. Τα μάτια της ξεχειλίζουν από μίσος, κακία κι υστεροβουλία. Ακόμη κι ένας τυφλός θα μπορούσε να το δει αυτό, αλλά εσύ όχι...»
«Μα, δεν τη βλέπω πια!»
«Δεν τη βλέπεις, αλλά τη σκέφτεσαι. Σε τρώνε οι ενοχές και η λαγνεία σου. Και καθόλου δε θα παραξενευόμουνα αν μάθαινα ότι, ενώ το παιδί σου παραδέρνει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, εσύ άρχιζες να μοιράζεσαι και πάλι το χρόνο σου μ’ εκείνη τη λάμια...»
Έγινε κατακόκκινος απ’ την οργή ο Αντρέας. Απ’ την οργή για τον Γιώργο, αλλά και για τον εαυτό του. Δίκιο έχει ο φίλος του, δίκιο σε όλα. Και είν’ αλήθεια ότι πολλές φορές σκέφτηκε να πάει να την επισκεφτεί, να χωθεί στον κόρφο της και να ξεχαστεί, μα δεν το έκανε. Δεν το έκανε. όχι για το παιδί του, όχι για τη γυναίκα του, αλλά για εκείνον τον ίδιο. Ήθελε και έπρεπε ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είναι εντελώς χαμένη υπόθεση η δική του, ότι του έχει απομείνει ένα ισχνό αίσθημα, ένα ίχνος, μια ανάμνηση αξιοπρέπειας. Τώρα, τι να του πει του άλλου; Πώς να τον κάνει να σωπάσει; Αν μιλήσει θ’ ακούσει κι άλλα πολλά, πράγματα που δε θέλει να ακούσει. Καλύτερα να σκύψει το κεφάλι. Καλύτερα να δηλώσει ένοχος με τη σιωπή του. Μόνο έτσι θα περάσει η μπόρα. Μόνο έτσι δε θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα.
Κοιτάει το Γιώργο, αλλά όχι στα μάτια, φοβάται. Στρέφει το βλέμμα του στην Ελένη. Του χαμογελά ζεστά. Μα, πώς μπορεί και χαμογελά μέσα σε τούτη όλη την αναταραχή, μες στη φουρτούνα; Λες και προσπαθεί να του πει κάτι. Με καταλαβαίνει, σκέφτεται κι αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό να του ξεφύγει. Με καταλαβαίνει και προσπαθεί να μου το πει με το βλέμμα. Θέλει να κλάψει. Θέλει ν’ αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν ορμητικά από μέσα του, ν’ αδειάζουν για λίγο την πηγή του πόνου. Αλλά, δε θα το κάνει. Όχι τώρα. Μπροστά στον Γιώργο, ποτέ! Ίσως αργότερα. στην κρύα ερημιά του νοσοκομείου.
Σάββατο 17 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 3
«Με ρωτάς τι έπαθα και κόλλησα μαζί της. Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Ένα μόνο ξέρω και αν σου το πω θα γελάσεις. Να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό!»«Για λέγε.»
«Ξέρεις ποιο ήταν το πρώτο δώρο που μου έκανε;»
«Ξέρω ’γω; Καμιά γραβάτα;»
«Ένα κουτί με προφυλακτικά: Για τις νύχτες ηδονής που σε περιμένουν, μου είπε.»
Πήραν κι οι δυο να γελάνε. Να γελάνε και να πνίγονται, απ’ τον καπνό των τσιγάρων τους και το πιοτό.
«Καλή!» επικρότησε ο Γιώργος.
«Πολύ καλή!» σιγόνταρε ο Αντρέας. «Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. πώς αφήνεις, πώς παρατάς μια τέτοια γυναίκα;»
«Καλά μωρέ, υπάρχουν κι άλλες γυναίκες στον κόσμο. Όλο και κάποια θα βρεθεί και για σένα.»
«Δε θέλω άλλες, ρε φίλε, εκείνη θέλω. Αλλά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, πρέπει να χωρίσουμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.»
«Ό,τι κι αν σου πω θα ’ναι λόγια του αέρα, το ξέρω. Κάνε ό,τι νομίζεις.»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω. Αλλά αυτό είναι που με σκοτώνει κιόλας.»
«Τόσο πολύ την αγαπάς, λοιπόν;»
«Δεν είναι αγάπη, ρε Γιώργο, είναι χημεία, είναι κάτι άλλο, κάτι περισσότερο, κάτι πιο μεγάλο. Μόλις τη βλέπω το κορμί μου παίρνει φωτιά, θέλει να την αγκαλιάσει με ορμή, να μπει μέσα της για να καταλαγιάσει ο πόθος, να σβήσει η φωτιά. Ω, δεν ξέρω τι μου γίνεται. Τώρα στα γεράματα μ’ έπιασε να λέω ποιητηκούρες...»
«Πλάκα έχεις, φίλε μου, μα δε μας πήραν και τα χρόνια. Σε καταλαβαίνω, ωστόσο. Μου έτυχε κι εμένα μια φορά αυτό που λες, και τα ’χασα ολότελα, δεν ήξερα ποιος ήμουνα και που πήγαινα. Μα, δεν κράτησε. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Δεν ξέρω.»
«Οι γυναίκες!» αναστέναξε ο Αντρέας.
«Στις γυναίκες!» σήκωσε το ποτήρι του σε πρόποση ο Γιώργος.
Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Παρατηρούν τους άλλους θαμώνες στο καφενείο, που δε μοιάζει να τους σκιάζει σκοτούρα καμιά. Τους ζηλεύουν λίγο. η αλήθεια να λέγεται. Αρχίζουν και πάλι να μιλάνε.
«Πόσα χρόνια είσαστε μαζί;»
«Πέντε, θαρρώ.»
«Καυγάδες;»
«Ου, αμέτρητοι. Αλλά, γι’ αυτό μ’ αρέσει. Επειδή μ’ αυτή μπορώ να τσακώνομαι άγρια, να βγάζω τα απωθημένα μου. Αν δεν ήτανε αυτή που είναι, τόσο οργισμένη, τόσο αλανιάρα, δε θα ήθελα να την έχω. Δεν είναι δα κι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο. Ωστόσο, ίσως να είναι η πιο ειλικρινής. Έτσι και πει κι ανοίξει το στόμα της, όλοι τρέχουνε για να κρυφτούν.»
«Ακόμη και τώρα;»
«Τώρα; Τώρα άλλαξε. Σα να μαλάκωσε κάπου, σα να ράγισε. Και φταίω εγώ γι’ αυτό. Αλλά, φταίει κι εκείνη. Της είπα ποιος είμαι απ’ την αρχή. Της είπα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τι αγαπώ πιότερο στον κόσμο. Της τα είπα όλα και τάχατες τα κατάλαβε, τάχατες δεν είχε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό, όμως τώρα...»
«Έχει και τα δίκια της.»
«Τα έχει δε λέω, αλλά...»
«Μη μιλήσεις. Ξέρω, ρε συ. Άσε να δούμε τι θα φέρει ο χρόνος. Ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα.»
«Ελπίζω αλλά φοβάμαι, Γιώργο. Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που ήμασταν στην εφηβεία. Όλο να κοιτάμε μπροστά. όλο αυτό μας έλεγαν. Μα τώρα, ούτε μπροστά, μήτε πίσω δεν τολμάω να κοιτάξω. Εδώ και πολλή καιρό δεν περιμένω πια τον ήλιο, αλλά μονάχα περισσότερη βροχή.»
«Ίσως να βρέξει και να ξεπλύνει τα κακώς έχοντα...»
«Μαλακίες. Ακούς εκεί, τα κακώς έχοντα! Αφού κι εκείνα εγώ, εμείς τα δημιουργήσαμε ρε. λες να νοιαστεί ξαφνικά για μας ο καλός θεούλης και να τρέξει να μας βοηθήσει;»
«Ποτέ δεν ξέρεις!»
«Δεν ξέρω, δεν προσεύχομαι, δεν ελπίζω. Σ’ αυτά τα βρώμικα νερά θα κολυμπήσουμε εγώ κι εκείνη, μοναχοί.»
«Άντε, γεια μας. Και καλή καρδιά...»
«Γεια μας!»
Τρίτη 6 Μαΐου 2008
Το τελευταίο χάδι
Αυτή είναι μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα και κάποτε αποτελούσε μέρος ενός τόσο κακογραμμένου μυθιστορήματος, που ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να διαβάσω. Την ξανάπιασα στα χέρια μου προχθές, τη δούλεψα λίγο, και ιδού το αποτέλεσμα:Θα ’ταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά τρυφερά, ανάλαφρα στην πλάτη. Άνοιξε τα μεγάλα στρογγυλά πράσινα μάτια της, για ν’ αντικρίσει το γλυκό, σα χάδι, χαμόγελο και το φλογισμένο, το ενθουσιασμένο βλέμμα της Άννας.
-Σε ζητάνε; της ανακοίνωσε, προτού καλά καλά προλάβει να βγει απ’ την αγκαλιά του Μορφέα.
- Ποιος; Δεν είναι ο γέρος, έτσι; Δεν μπορεί να είναι αυτός...
- Άντε, νίψου για να ξυπνήσεις, φτιάξε λίγο και τα χάλια σου, κι έλα να δεις, της απάντησε εκείνη μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο.
Σε λίγο.
-Νικόλα! Έμεινε άφωνη να τον κοιτά. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν εκεί, μπροστά της. Θαρρούσε πώς κοιμόταν ακόμη κι έβλεπε ένα όνειρο όμορφο, απ’ το οποίο δεν ήταν πρόθυμη να ξυπνήσει.
-Όχι, το φάντασμά του, αποκρίθηκε εκείνος και της χαμογέλασε πλατιά, όπως μόνο σ’ εκείνη χαμογελούσε.
Τη στιγμιαία σιωπή που ακολούθησε, τη γλυκιά αμηχανία, ακολούθησε ένα ξέσπασμα εκδηλώσεων αγάπης, ερωτικής λατρείας. Τον τύλιξε σα μάνα με δύναμη στον κόρφο της κι άρχισε να τον φιλάει παντού, να ανιχνεύει το κορμί του, να τον χαϊδεύει, να του δίνει μικρά χαστούκια, προσπαθώντας προφανώς να το χωνέψει ότι πράγματι ήταν εκεί, μπροστά της, μαζί της, στην αγκαλιά της.
Στην Άννα, που όλη αυτή την ώρα έκανε θεληματικά και εντελώς τυχαία μάτι, εκείνα τα φιλιά φάνταζαν ατελεύτητα, αιώνια. Τόσο αθώα, τόσο, αυθόρμητα, τόσο εκρηκτικά, τόσο... της αληθινής αγάπης! Οι δυο τους, οι φίλοι της οι αγαπημένοι, λες και ήθελαν ν’ αναπληρώσουν μεμιάς όλο το χαμένο χρόνο, να εξοφλήσουν αμέσως κι άμεσα ένα γραμμάτιο με τη ζωή, που έληγε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Λες και τα φιλιά τους, τα τόσο τρυφερά και πυρακτωμένα, ήταν η δύναμη που έκανε τη γη να γυρίζει. Έφυγε, σιγοπατώντας απ’ το δωμάτιο, αφήνοντάς τους μόνους ν’ απολαύσουν εκείνο το κομμάτι απ’ την πίτα της ευτυχίας.
Κάποτε, σαν το όνειρο και το πάθος κι ο ανεκπλήρωτος πόθος, άρχισαν να δίνουν τη θέση τους στον σκληρό κι απάνθρωπο ετούτο κόσμο, τον αληθινό, τα φιλιά αργά αλλά διστακτικά έσβησαν -σα φλόγα σε γερασμένο κερί- κι η Σοφία αναστατωμένη, σχεδόν τρομαγμένη, έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της για να δει αν υπήρχε κάποιος άλλος στο χώρο και τους παρατηρούσε. Σα βεβαιώθηκε ότι βρισκόταν μόνη εκεί, με το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής της, αναστέναξε με ανακούφιση και χαμογέλασε ευδαιμονικά.
Κοίταξε βαθιά μέσα στα υγρά καφέ του μάτια. Το βλέμμα της πύρινο, διεισδυτικό, φαίνονταν να τον διαπερνά πέρα ως πέρα. Και την επόμενη στιγμή βρέθηκε να τον φιλάει πάλι με πάθος, λες κι ήθελε να ρουφήξει από μέσα του ζωή, να εμπλουτίσει τη δική της απ’ την κλεμμένη του ανάσα. Πήρε να διασχίζει σαν κύμα ημερεμένο, με τ’ απαλά, φτιαγμένα λες από βελούδο δάχτυλά της, τα μακριά του τα μαλλιά. Έμοιαζε ολόκληρη να λάμπει από χαρά, από μια απερίγραπτη ευτυχία. Τελικά, τον ρώτησε:
-Νικόλα, τι γυρεύεις εδώ;
-Κατάφερα να πάρω την άδειά μου πιο νωρίς απ’ ό,τι υπολόγιζα, έτσι πήρα το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα να σε βρω, μικρή μου ξελογιάστρα. Καλά δεν έκανα; Θα είμαστε μαζί για δυο βδομάδες, κυρά διανοούμενη, γι’ αυτό ξέχνα τα βιβλία σου.
-Αμάν! Πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε με την Άννα για κρουαζιέρα...
Άκουσε τα λόγια της και τρόμαξε κι η ίδια. Άλλα σκεφτόταν, άλλα ήθελε να πει, και άλλα βγήκαν απ’ τα χείλη της. Δάγκωσε τη γλώσσα της. Τα είχε χαμένα.
-Δεν έρχεσαι κι εσύ; τον ρώτησε σχεδόν αμέσως, δειλά-δειλά, προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να τα μπαλώσει.
-Μην ανησυχείς, κουτό. Ούτε εγώ θα πάω, αλλά ούτε κι εσύ. Η Άννα μου είπε πριν από λίγο ότι θέση δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, μωρό μου, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Για μας, δηλαδή.
-Υπέροχα, κραύγασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μ’ ικανοποίηση. Υπέροχα!
-Άντε, φύγαμε.
-Για που;
-Από πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει εσένα το πού;
Ξεχνώντας να πουν ένα τυπικό έστω αντίο στην Άννα, που τους είδε να περνούν σα σίφουνας από μπροστά της και να χάνονται, βγήκαν από το πολύ μικρό και αποπνικτικό διαμέρισμα για να περιφέρουν τον έρωτά τους κάτω απ’ τη μαγική ευλογία του νέφους. Μέσα στην τόση χαρά και την ανεμπόδιστη βιασύνη τους, κατέβηκαν με τα πόδια τους οκτώ ορόφους της πολυκατοικίας, κι έστειλαν φιλιά στο θυρωρό, που δεν ήταν εκεί.
Ο ήλιος έλαμπε εκτυφλωτικά στον ταλαίπωρο αττικό ουρανό. Τα σύννεφα θα ’ταν ακόμη σε διακοπές, απ’ ό,τι μπορούσαν τουλάχιστον να διακρίνουν μέσα από τις λιγοστές χαραμάδες στη φύση, που άφηνε σε πείσμα των καιρών να υπάρχουν, ο πολυώροφος πολιτισμός μας. Η κίνηση στους δρόμους αραιή. Για τους δυο τους ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ας είναι πάντα καλά ο Αύγουστος, ο αποδεκατιστής της Αθήνας.
Κινούνταν σα μέσα σε κάποιο όνειρο οι δυο τους. Άλλοτε περπατούσαν αγκαλιασμένοι, σαν ένα, φιλιόντουσαν, γελούσαν με την καρδιά τους όλη, μιλούσαν για το χθες, για το χαρούμενο αύριο, γι’ αυτά που έχασαν και για τα σχέδιά τους, τα όνειρά τους, όπως τώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά τους, αυτά που θα κυνηγούσαν. Κι άλλοτε, κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου κι έτρεχαν, αφηνιασμένα, νιώθοντας λεύτεροι σαν τα πουλιά, έξω απ’ το χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Ο κόσμος όλος εκείνες τις στιγμές τους ανήκε, κι ήταν ένας κόσμος φανταστικός, εξωπραγματικός, ένας κόσμος όπου τα πιο τρελά τους όνειρα, και οι ψευδαισθήσεις τους ακόμη, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Είχαν ταυτιστεί τόσο πολύ η Σοφία κι ο Νικόλας, που χωρίς καμία υπερβολή θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αν κάποτε πέθαινε ο ένας, θα χάνονταν και των δύο οι σκιές απ’ τη γη.
Λόγο το λόγο, βήμα το βήμα, φιλί το φιλί, έφτασαν στο από παλιά τουριστοκρατούμενο Μοναστηράκι, του... How Nice! Πέρασαν βιαστικά μπροστά από κάποιους, που ποτέ τους δεν πουλήσανε κάτι με το ζόρι σε κανένα, μέσα από ένα πλήθος τουριστών που έψαχνε για bargains -Δεν ήξεραν. Δε ρώταγαν;- και συνέχισαν γραμμή για το Θησείο. Λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ την πασίγνωστη πια Πλατεία Αβησσυνίας, μπήκαν σ’ ένα μικρό -σαν παραφωνία στον ωκεανό της αγοράς- μαγαζί, κι αγόρασαν από ένα μαύρο λογοκάπηλο μπλουζάκι, που έγραφε: Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι λέφτερος. Τα φόρεσαν αμέσως, έτσι για να μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό, μέσα στην κοσμοπλημμύρα.
Φθάνοντας στο Θησείο αποφάσισαν ν’ ανηφορίσουν για τη νεφοφαγωμένη Ακρόπολη, για ν’ απολαύσουν, αν είναι ποτέ αυτό δυνατόν στην Αθήνα, μια μεγάλη φέτα ουρανό. Ένα σμήνος φωτογραφικών μηχανών, που συνόδευε ένα σχεδόν ισάριθμο στίφος καταϊδρωμένων τουριστών, ακολουθούσε την ίδια μ’ εκείνους -εξοντωτική κάτω από τον καυτό ήλιο- διαδρομή, απαθανατίζοντας τ’ αρχαία, μην τύχει και την κοπανήσουν κι αυτά για κανένα βρετανικό μουσείο. Μικρά μπουκάλια νερό, αγορασμένα στην τιμή δύο λίτρων αμόλυβδης ή και σούπερ βενζίνης, άλλαζαν χέρια.
Κουρασμένοι, ιδρωμένοι και χαρούμενοι, κάθισαν για λίγα λεπτά πάνω απ’ την Αρχαία Αγορά. Δυο σώματα σε μια καρδιά, που εκείνη την ώρα χτυπούσε σαν τρελή. Λευκά περιστέρια της ζωής, του έρωτα και της αθωότητας, έφερναν σκιρτήματα ευτυχίας, φτερουγίζοντας στο κελάρι εκείνης της καρδιάς. Ωστόσο, παρ’ όλα τα φαινόμενα, μια μαύρη σκιά έμοιαζε να τους σκεπάζει, και μόνος ο ένας απ’ αυτούς μπορούσε να τη δει.
Σε λίγο, σηκώθηκαν από χάμω, τίναξαν τη σκόνη απ’ τα ρούχα τους στον αραιό βρώμικο αγέρα, και κατηφόρισαν για το Μοναστηράκι και πάλι, ακολουθώντας τις χαμογελαστές ορδές των δαιμόνιων φωτογράφων. Τώρα, περπατούσαν αργά, σιγοπατώντας, καθόλου δε βιάζονταν. Γιατί να βιαστούν άλλωστε; Μπορούσαν ν’ απολαύσουν τη στιγμή!
Πήραν την Αθηνάς με κατεύθυνση το κέντρο. Ναι, εκείνο το κέντρο που στα παλιά τα χρόνια, τα καλά, φιλοξενούσε ένα σιντριβάνι. Ξαφνικά, απότομα, απροειδοποίητα, η Σοφία σταμάτησε στη μέση ενός πεζοδρομίου που έζεχνε, διακόπτοντας άτσαλα το αργόσυρτο αγκαλιαστό τους βήμα.
-Αποφάσισα να κόψω τα μαλλιά μου, εδώ και τώρα, του ανακοίνωσε. Μια και η ζωή μου πρόκειται ν’ αλλάξει πολύ σύντομα οριστικά, σκέφτηκα ν’ αλλάξω λίγο και την εικόνα. Αν και είναι πολύ νωρίς για να λέω τέτοια... Δίστασε... Έτσι δεν είναι; Τα μάτια της φάνηκε για μια στιγμή να σκιάζει ένα νεφικό αμφιβολίας.
-Κάνε ό,τι θες και όπως το θες, της απάντησε εκείνος, κι η Σοφία, δίχως να περιμένει στιγμή, τον τράβηξε μαζί της στο πρώτο κομμωτήριο που βρέθηκε στο δρόμο τους.
Όταν βγήκαν έξω έμοιαζε με κάποια άλλη. Είχε μεταμορφωθεί. Τα μαλλιά της κοντά, αγορίστικά κουρεμένα, της έδιναν μια νέα υπόσταση.
Πήραν τον υπόγειο απ’ τον εκτρωματικό, τότε, σταθμό της Ομόνοιας. Όρθιοι και σφικτά αγκαλιασμένοι, έμοιαζαν να αγνοούν εντελώς τους γύρω τους, που δεν ήταν δα και πολλοί. Περισσότεροι ήταν οι ζήτουλες απ’ τους επιβάτες, και κανείς απ’ αυτούς δεν είχε θέση στον κόσμο τους, τον αγγελικά -από έκπτωτους ίσως- πλασμένο.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν έφθασαν στο διαμέρισμα της Άννας. Ήταν νηστικοί, αλλά όχι πεινασμένοι. Ήταν κουρασμένοι, αλλά όχι εξαντλημένοι. Ένιωθαν ζωντανοί, πιο ζωντανοί από ποτέ, αναγεννημένοι, μέσα από το θαύμα της αγάπης.
Η Άννα ήταν άφαντη, το ίδιο και οι δικοί της, κι έτσι είχαν ολόκληρο το διαμέρισμα για πάρτη τους, όπως ακριβώς είχαν κι οι δυο βαθιά μέσα τους ευχηθεί, χωρίς ωστόσο κανένας από δαύτους να το ομολογήσει. Πήγαν κατ’ ευθείαν στο υπνοδωμάτιο που φιλοξενούσε τη Σοφία, το οποίο φάνταζε στα ερωτευμένα τους μάτια σαν τη ζεστή φωλιά των χαμένων τους καημών.
Αγκαλιασμένοι με ορμή στο ημίφως, που διείσδυε πεισματικά μέσα απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα, άρχισαν να χορεύουν σαν ένα, στους ήχους μιας παλιάς μελαγχολικής μπαλάντας. Η μουσική κινούσε σα μαριονέτες τα φλεγόμενα κορμιά τους, σε ρυθμούς μαγικούς, ερωτικούς, υπνωτικούς. Τα πεταχτά φιλιά και τ’ ανάλαφρα χάδια, άρχισαν ν’ αποκτούν σιγά σιγά όλο και περισσότερο πάθος. Ανάσες καυτές, σαν ψίθυροι, σαν υποσχέσεις, μεγάλωναν τον πόθο. Τα αναψοκοκκινισμένα τους πρόσωπα έμοιαζε να φωτίζει μια αγκαλιά ηλιοβασίλεμα και δε μιλούσαν.
Η μουσική κάποτε σταμάτησε και ο μόνος ήχος που ακουγόταν, σα γλυκιά παραφωνία να σπάει τη σιωπή, ήταν αυτός απ’ τις ανάσες τους. Σώπαιναν. Σώπαιναν και με προσοχή αφουγκράζονταν τη λαχτάρα της ψυχής, ένιωθαν τη μεγάλη φωτιά να τους πυρπολεί τα κορμιά. Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι. Η ένωσή τους θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό της, στην ολοκλήρωσή της. Τόσο, μα τόσο ξαφνικά. Τόσο αναπάντεχα!
Στην αρχή ένιωσε ένα ρίγος και μετά ένα απροσδιόριστο φόβο να την κυριεύει, η Σοφία. Δεν άργησε, ωστόσο, να του παραδοθεί, να του ομολογήσει μ’ ένα παλλόμενο σώμα τον έρωτα, την πίστη της σ’ αυτόν. Άλλωστε, όλα εκείνα τ’ ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς της αυτό σκεφτόταν, αυτό περίμενε, αυτό ονειρευόταν. Και να, όπως και τώρα, δάκρυα ευτυχίας γέμιζαν τα μάτια της, πλημμύριζαν την ύπαρξή της όλη. Το μόνο που τούτα δω ήταν πιο γλυκά, απερίγραπτα, μια αποκάλυψη για κείνη.
Αφέθηκε, λοιπόν, στα χάδια του, στα πιο γνωστικά απ’ τα δικά της φιλιά του, στην πρωτόγνωρη δίνη του πόθου. Εκείνο το κάτι, που πάντα βαθιά μέσα της πολύ φοβόταν, τώρα της φάνταζε σαν κάτι εντελώς φυσιολογικό, σαν την αναμενόμενη κατάληξη, σαν την αποκορύφωση του έρωτά της. Ένιωθε με όλες της τις αισθήσεις όλη την αγάπη και την απέραντη τρυφερότητα, που εξέπεμπε της ζωής της ο σύντροφος, ο ένας και μοναδικός. Η φλόγα του πόθου, το πάθος του έρωτα, έκαιγε σαν πύρινη φλόγα τα κορμιά τους, καθώς γίνονταν ένα. Το μέγα μυστήριο λύθηκε, επιτέλους, γι’ αυτήν και το μόνο που αισθανόταν πια ήταν χαρά. Χαρά και ανακούφιση.
Παρέμειναν για πολλή ώρα στο κρεβάτι, ξαναμμένοι, γυμνοί κι αγκαλιασμένοι. Στο βλέμμα της Σοφίας ήταν ζωγραφισμένη η γαλήνη και μια ονειρική ευτυχία. Κοιτούσε το ταβάνι με μάτια που πέταγαν φωτιές και χαμογελούσε. Τα έκλεινε, τα ξανάνοιγε, έβλεπε τον Νικόλα κι απογειωνότανε σε άγνωστους ως τότε ουρανούς ευδαιμονίας, μόνο και μόνο επειδή εκείνος ήταν εκεί, μαζί της. Επειδή της ανήκε. Επειδή της χαρίστηκε. Σα δώρο θεϊκό. Σαν ανταμοιβή μετά από μια αιωνιότητα μοναξιάς.
Σηκώθηκε πρώτος απ’ το κρεβάτι, αμίλητος. Μπήκε στο μπάνιο για μερικά λεπτά και σα βγήκε αργότερα της είπε:
-Κορίτσι μου, θα πεταχτώ μια στιγμούλα μέχρι το περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και θα επιστρέψω. Μη μου φύγεις. Εντάξει, αγαπούλα;
Δεν του απάντησε. Μονάχα παρέμεινε μ’ ένα χαμόγελο, ζωγραφισμένο ακόμη στο γαληνεμένο της πρόσωπο να τον κοιτάει. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο, στα χείλη, της χάιδεψε τα μαλλιά. Έμοιαζε με το στερνό, το τελευταίο, εκείνο το χάδι.
Ύστερα από δυο λεπτά σηκώθηκε κι εκείνη απ’ το κρεβάτι. Πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Τον είδε να βγαίνει απ’ το κτήριο και ν’ απομακρύνεται. Κάποια στιγμή της φάνηκε ότι γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω και την κοίταξε λυπημένα. Αλλά, μάλλον η ιδέα της ήταν. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να διακρίνει το βλέμμα του από τόσο μεγάλη απόσταση; Απομακρύνθηκε απ’ το παράθυρο. Πήγε και πάλι στο κρεβάτι. Εκεί, στα λευκά σεντόνια, μπορούσε να διακρίνει καθαρά την αιμάτινη απόδειξη ότι ήταν γυναίκα. Ξάπλωσε. Έκλεισε τα μάτια.
Δευτέρα 5 Μαΐου 2008
Η Κυρία Μόνη
Θα βγει μόνη ετούτη τη νύχτα -μάλλον θα βγει μόνη Κι ετούτη τη νύχτα- αυτή με τον καλούλη, τον εαυτό της. Χρωματίζει μ’ ένα ελαφρύ κραγιόν τα χείλη, με μολύβι βάφει τους κύκλους γύρω απ’ τα χαραγμένα της μάτια. Όχι, δε βάζει μέικ απ, δεν της αρέσει. Έτσι κι αλλιώς δεν το χρειάζεται για να γίνει όμορφη, είναι ήδη. Παρατηρεί για μια στιγμή προσεκτικά, αλλά φευγαλέα, το είδωλό της στον καθρέφτη. Τα μακριά βαμμένα μαύρα μαλλιά, το χλωμό πρόσωπο, τα πράσινα μάτια που όταν χαμογελάνε φωτίζει η πλάση. Ναι, είναι όμορφη.Ελπίζει να βρει κι απόψε κάποιον. Όχι ένα συγκεκριμένο, απλά κάποιον. Κάποιον για να περάσει για λίγες ώρες καλά, ε, κι αν προκύψει και κάνα κρεβάτι μετά, αυτό καθόλου δε θα τη χαλάσει. Δεν το επιδιώκει ποτέ άλλωστε, δεν είναι διψασμένη για σεξ, χορτασμένη είναι, αλλά όταν οι σειρήνες των αισθήσεων την καλούν, απλά αφήνει τα πράγματα να συμβούν, καθόλου δεν αντιστέκεται. Θα ήταν ανθυγιεινό κάτι τέτοιο.
Όσο για αγάπες κι έρωτες, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχει καθόλου χώρο στη ζωή της. Όχι πως δε θέλει, όχι πως δε νιώθει την ανάγκη να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει αληθινά και με πάθος, αλλά να, οι άντρες στο τέλος-τέλος τη χαλούν. με τις ζήλιες τους, τις απαιτήσεις, τα θέλω και τις ιδιοτροπίες τους, με τους εγωισμούς τους. Έτσι κι αυτή κάποτε είπε: Ως εδώ και μη παρέκει, και έγινε η απόλυτη κυρίαρχος του εαυτού της και των αναγκών του.
Πάνε δύο σχεδόν χρόνια τώρα που είναι μόνη, χωρίς δηλαδή κάποιο μόνιμο σύντροφο στη ζωή της κι η αλήθεια είναι -η πικρή αλήθεια είναι- ότι δε νιώθει και τόσο άσχημα γι’ αυτό. Της αρέσει αυτή η ασύδοτη ερωτική ελευθερία, να φλερτάρει ασύστολα, να κάνει έρωτα δίχως σκέψεις για το αύριο. Μια ζωή την έχουμε, λέει.
Συνήθως -όχι απόψε, όμως- βγαίνει με μεγάλες αντροπαρέες, συνάδελφούς της απ’ τη δουλειά, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, καταφέρνει και βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της εξαιρετικής της ομορφιάς, αλλά κι επειδή είναι ευγενική, πρόσχαρη και ανοικτή σε όλα. προσόντα που την κάνουν πολύ ελκυστική. Όσο όμως κι αν προκαλεί το θαυμασμό στους άντρες, άλλο τόσο τους τρομάζει. Δε μοιάζει με καμιά συνηθισμένη γυναίκα, τουλάχιστον απ’ αυτές που οι ίδιοι γνωρίζουν. Δεν μπορούν να εισβάλουν στο μυαλό και να διαβάσουν τις σκέψεις της. Πολλές φορές την παρατηρούν καθώς χάνεται κάπου μέσα της, κι ολότελα ξεχνιέται, και δεν ξέρουν πώς να το ερμηνεύσουν αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πάει είναι κάπου αλλού. Ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι της και δεν πολυβλέπει, δεν ενδιαφέρεται να δει, τι συμβαίνει γύρω της. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ένας στους δύο άντρες που συναντά τη βλέπει σαν κάτι περισσότερο από μια πιθανή ερωμένη. Τους μιλά, τους ακούει, πολλές φορές τους χαρίζει κάποιες στιγμές ηδονής, αλλά πέρα απ’ αυτά τίποτα. Έτσι, κι αλλιώς, όλα τα ξεχνάει μετά. Οι άντρες είναι τα πιόνια της. Οι δικές της συσκευές ηδονής. Τους χρειάζεται μα δεν τους θέλει. Γίνεται γι’ αυτούς η καλύτερη φίλη, η πιο τρυφερή ερωμένη, μα μετά τους διαγράφει με μια μονοκοντυλιά. Πάντα! Πάντα κάπου αλλού το μυαλό της ταξιδεύει.Θα βγει, λοιπόν, απόψε μόνη. Θα πάει κάπου, θα πιει, θα τραγουδήσει και θα γελάσει, κι αν όλα πάνε πρίμα θα συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι της. Με ποιον, δεν ξέρει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περάσει καλά, χωρίς πιέσεις και δίχως υποχρεώσεις. Κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Τι θα ξημερώσει; Μα, ακριβώς ό,τι θέλει αυτή. αφού είναι κυρία του εαυτού της. Κυρία και μόνη. Η κυρία Μόνη.
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008
Τα Ναι σου και τα Όχι μου
Είδα μια φωτογραφία παλιά που βγάλαμε μαζίΚαι θυμήθηκα.
Θυμήθηκα μια νύχτα αθόρυβη σε κήπο ανοιξιάτικο
Και μας
Να καθόμαστε αγκαλιά σ’ ένα παγκάκι ξύλινο
Στο πέρασμα του χρόνου φθαρμένο.
Θυμήθηκα του κορμιού σου το ρίγος
Των ματιών σου τη φλόγα που φώναζε Ναι,
Το Όχι το δικό μου.
«Σε ποθώ μα δε σε θέλω!» σου είπα,
Και με κοίταξες απορημένη.
«Είσαι παράξενος άνθρωπος,» δήλωσες
Προτού κρυφτείς και πάλι στης αγκαλιάς μου την ασφάλεια.
Παράξενος άνθρωπος!
Ναι, ήμουν,
Στα μάτια τα δικά σου
Αφού ποτέ σου δεν κατάλαβες...
Δεν κατάλαβες ότι τότε ήσουν τα πάντα για μένα...
Ήσουν τα πάντα για μένα,
Γι’ αυτό απομακρυνόμουν.
Έφευγα μα ήμουν πάντα εκεί,
Βλέποντας κι αποφεύγοντας το βούρκο στο οποίο κολυμπούσες,
Δίνοντάς σου ένα χέρι βοήθειας κάθε φορά που το ’χες ανάγκη,
Και λέγοντας ξανά και ξανά Όχι,
Σ’ αυτά που επιθυμούσες.
Ήμασταν τόσο ίδιοι, καλή μου, τόσο διαφορετικοί.
Εγώ αγαπούσα τη ζωή,
Εσύ αγαπούσες να τη βλέπεις να φεύγει...
Σάββατο 1 Μαρτίου 2008
Διλήμματα
Τι να κάνει;Στ’ αλήθεια δεν ξέρει!
Πρώτη φορά της συμβαίνει αυτό,
Να είναι, δηλαδή, τόσο διχασμένη.
Ένα δίλημμα της καίει τα σωθικά,
Της κλέβει τα βράδια τον ύπνο,
Την κάνει να ρωτά τον εαυτό της για τα τι,
Τα πως και τα γιατί,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι απάντηση δε θα πάρει.
«Να πάρω το ρίσκο;» αναρωτιέται.
«Να παρατήσω κάτι σταθερό και σίγουρο,
για κάτι αβέβαιο μα πιθανότητα συναρπαστικό;»
Δεν της είναι καθόλου εύκολο να το κάνει αυτό,
Αφού τον αγαπάει.
Πέντε χρόνια είναι μαζί,
Πώς να τον παρατήσει τώρα για τον άλλο,
Τον τρελαμένο;
Κι όμως, της λείπει!
Αυτός που βλέπει μια μονάχα φορά τη βδομάδα της λείπει,
Όλο και περισσότερο της λείπει.
Ίσως να της θυμίζει κάτι από τα όνειρα που έκανε μικρή,
Για μια αλλιώτικη ζωή, περιπετειώδη,
Για μια ζωή που μέρα με τη μέρα θα άλλαζε πορεία,
Που δε θα έμενε ποτέ στάσιμη.
Τι να κάνει, λοιπόν;
Στ’ αλήθεια δεν ξέρει!
Και το μέσα της όλο και πιο παράφορα πονά,
Αγιάτρευτα υποφέρει...
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008
Η Ζωή
Η συνέχεια στα Διηγήματα
Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008
Η απαραίτητη
Του έγινε απαραίτητη δίχως να το περιμένει. Κι έτσι τα μεγάλα λόγια μεταμορφώθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε μεγάλες διαψεύσεις. Πόσο έξω έπεσε! Απίστευτο του φαντάζει. Κι όμως, είτε του άρεσε είτε όχι, ο Μεγάλος Μοναχικός -όπως ήθελε να αποκαλεί τον εαυτό του- κάποτε θα την πάθαινε κι αυτός. Τι διαφορετικό είχε απ’ τους άλλους ανθρώπους, άλλωστε; Κι εκείνος είχε ανάγκη από μια κάποια συντροφιά, κι ας μην τόλμησε ποτέ του να το παραδεχτεί αυτό. Τα βιβλία μου, μονάχ’ αυτά μου φτάνουν, δήλωνε κατηγορηματικά στο παρελθόν. Έλα, όμως, που δεν του έφταναν! Έλα που δεν του έφταναν και αναγκάστηκε κι αυτός να υποκύψει στον πειρασμό! Έλα που ετούτος ο πειρασμός έγινε της ζωής του ο έρωτας ο μεγάλος, στερώντας του την ίδια ώρα πράγματα πολλά που άλλοτε τον γέμιζαν!
Αχχχ, αυτή η ζωή. Αχ, αυτή η ζωή του που περνάει και χάνεται αναξιοποίητη. Πρέπει να το πάρει πια απόφαση. Πρέπει να τη διώξει. Να τη ξεφορτωθεί. Η αλήθεια είναι πως πέρασαν πολλά οι δυο τους, όλα καλά, αλλά η συνύπαρξή τους ήταν κάπως μονότονη και που και που κυκλοθυμική. Την αγαπούσε και τη μισούσε. Την αγαπούσε γι’ αυτά που του έδινε, μα τη μισούσε γι’ αυτά που δεν του χάριζε. Του ήταν απαραίτητη, αλλά κι ένα βαρίδι στο κορμί και στην ψυχή του. Τον αρρώσταινε και τον ανάσταινε. Έχω πια ξεχάσει ποιος είμαι, της έλεγε κάθε τόσο με παράπονο πικρό, κι εκείνη παρέμενε να τον κοιτάει σιωπηλή, αδυνατώντας στ’ αλήθεια να τον καταλάβει.
Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008
Η εκδίκηση της Μαριέτας
Η συνέχεια στα Διηγήματα
Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008
Αθώα
Είμαι αθώα, τους λέει. Είμαι αθώα, τους εκλιπαρεί, αλλά αυτοί που να ακούσουν. Την κλείσανε σ’ ένα κελί, εδώ και τρεις ημέρες, για τη δολοφονία του άντρα της, κι ας μην τον σκότωσε αυτή. Κάνετε λάθος -υποστηρίζει με δάκρυα στα μάτια- μεγάλο λάθος, εγώ ποτέ δε θα σκότωνα τον άντρα μου. Τον αγαπούσα. Μόνο αυτόν είχα. Κανέναν άλλο. Γιατί; Γιατί μου το κάνετε αυτό; Σας το ορκίζομαι σ’ ό,τι όσιο κι ιερό υπάρχει, δεν τον σκότωσα...
Η αλήθεια είναι πως ούτε και οι αστυνομικοί είναι σίγουροι για την ενοχή της. Κάποιοι την πιστεύουν, κάποιοι όχι, κάποιοι τη λυπούνται, κάποιοι την απεχθάνονται. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω της, αλλά δεν έχουν κάποιο σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτή ευθύνεται για το φονικό, δεν έχουν καν μια υποψία για κάποιο πιθανό κίνητρο. Κι όμως, δεν έχει άλλοθι. Υποστηρίζει ότι κοιμόταν όταν άκουσε τον πυροβολισμό, αλλά μέχρι να πάει κάτω ο δολοφόνος είχε φύγει. Έψαξαν να βρουν αν παραβιάστηκε κάποιο παράθυρο ή η πόρτα, αλλά όχι, κάτι που σήμαινε ότι είτε το ίδιο το θύμα άνοιξε την πόρτα σ’ αυτόν που θα στεκόταν ο δήμιός του, είτε ο φονιάς βρισκόταν ήδη στο σπίτι όταν αυτός επέστρεψε απ’ τη δουλειά, αργά το βράδυ. Μπερδεμένη κατάσταση.
Ξεσκόνισαν ολόκληρο το σπίτι για δακτυλικά αποτυπώματα, αλλά και πάλι τίποτα δεν προέκυψε, αφού όσα εντόπισαν ανήκαν στο ζευγάρι. Η μόνη πιθανότητα να βρουν το δράστη, αν δεν ήταν η γυναίκα, ήταν αυτός να έκανε κάποιο μοιραίο λάθος. Αλλά αυτά θαρρώ συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.
Η συνέχεια στα Διηγήματα
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008
Η Μαίρη
Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις; Ως πότε θα συνέχιζε να είναι μοναχή, χωρίς έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο θα άντεχε εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά συνέχεια για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους εραστές μέσα από τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει καλά. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να μιλά όπως το μαλακισμένο, που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν τα κραγιόν, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ, τη ζηλεύει και την απεχθάνεται. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για τον εαυτό της. Να, αυτές τις μέρες τα ’χει με δύο – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού της τον κλέψει, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος ο εαυτούλης της δεν την άφησε να του τα ρίξει, όχι όπως πρέπει, κι έτσι εκείνος δεν άργησε να πέσει στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, στη σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλο πόνο, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια.
