Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Βδομάδα 2


Είναι τυχερός. Το νιώθει. Το ξέρει. Είναι τυχερός αφού αυτό που πιο πολύ στη ζωή του θέλησε, πόθησε, ή μάλλον αυτή, ετούτη ακριβώς τη στιγμή κάθεται δίπλα του.

Το αριστερό του χέρι μοιάζει να την αγκαλιάζει, αλλά δεν το κάνει – όχι ακριβώς. Απλά την αγγίζει, αλαφρά, όσο χρειάζεται. Αυτή και μόνο η επαφή είναι αρκετή για να του χαρίσει γαλήνη, για να τον κάνει να κλείσει τα μάτια και να φανταστεί μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη το κοινό τους μέλλον.

Εκείνη ίσως να χαμογελά τώρα. Ίσως και όχι. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι της αρέσει που βρίσκεται εκεί, χωμένη στη σχεδόν αγκαλιά του. νιώθοντας του κορμιού του τη ζεστασιά κι ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο.

υ.γ. Κομμάτι από ένα νέο εγχείρημα. Τις λεπτομέρειες θ' ανακοινώσω προσεχώς.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

Φωτο-Σάββατο

Αποβάθρα το δειλινό
Γαλάζιος μυστικισμός


Ασχολίαστη:)


Αυθόρμητη Σύνθεση


Αλλόκοτος ουρανός
Πέντε μόλις από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες, που αναδεικνύουν της Κύπρου την ομορφιά





Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Ο Παλιόφιλος

Ήτανε κάποια Κυριακή στις έντεκα το βράδυ,
σαν πήγα να δω φίλο καλό από τα περασμένα,
στην ξώπορτα καθότανε κι ύφαινε παραγάδι,
αυτό κάτι μου θύμισε από τα ξεχασμένα.

«Φίλε, παλιόφιλε καλέ, πατέρα μου στον πόνο,
χρόνια πολλά λαχτάραε να σε ιδεί η ψυχή μου,
μα τώρα που πέρασ’ ο καιρός πάλι σε βρίσκω μόνο,
τόπο, για δες, δεν έπιασε του γάμου η ευχή μου».

Ο αδελφός πήγε να πει με την ψυχή στο στόμα,
Θε μου πως φαίνονταν χλωμός μες στης νυχτιάς το χρώμα,
Το σώμα έκαιε ο πυρετός, τα μάτια ασβεστωμένα,
μέγα μου θύμισε κακό, ω ακριβέ μου, ω οϊμένα.

Το παραγάδι ’τοίμασε, φύγαμε τη μάνα,
τη μάνα μας τη θάλασσα στερνά για να ιδεί,
απ’ τη φανέλα έβγαλε σταυρό, σταυρό και παραμάνα,
και πέταξε στα πέλαγα πριν να ’ρθει η αυγή.

Ακόμη ένα τραγούδι του 1995 που ανακάλυψα τυχαία στου χάους μου τα αρχεία. Πάντως μετά την πολύωρη διακοπή ρεύματος χθες το πρωί, που μου έδωσε την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ με το «συγύρισμα», η κατάσταση έχει γίνει πολύ καλύτερη. Μάλλον αύριο πρέπει να κλείσω το γενικό διακόπτη για να τελειώσω μια και καλή:)

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Μποντλέρ - Το Άλμπατρος

Αυτό είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου ποιήματα όλων των εποχών – για ευνόητους, θέλω να πιστεύω, λόγους...

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουνε τ’ άλμπατρος -πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακλουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ’ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ’ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ’ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά που ’ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πώς είναι τώρα κωμικά κι άσκημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ’ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πώς μοιάζει!
Δε σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά.
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ’ τα γιγάντιά του φτερά σαν περπατά.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Γαλανή και Λεύκιος

Ναι, ναι, και τούτο το παλιό μου "παραμύθι" πρέπει κάποια μέρα να ξαναγράψω...

«Άγγελος γιά ξωτικό, βλοημένο απ’ το Θεό ή το διάολο είν’ τούτο το κορίτσι;». Τούτο ρωτούσαν φωναχτά, μα απάντηση δεν παίρναν, γυναίκες κι άντρες, χωριανοί κι αλλομερήτες.
Τέτοιο μωρό, σα ζωγραφιά, δεν είχαν ξαναδεί ποτές τους. «Διαόλου έργο είν’ το παιδί», έλεε ο παπάς και προσεύχονταν σε Χριστοπαναγίες για να γλιτώσει το χωριό απ’ το κακό που παραμονεύει. Αλλά, κανείς δεν άκουε τον παπά κι όλοι τρέχαν μια και δυο να δούνε το παιδάκι. Ένα ξανθό μωρό και γελαστό, που δεν το άκουσαν ποτές να κλαίει.
Πέρφανη μάνα η Ειρηνιώ υποδέχονταν τους ξένους μ’ ένα χαμόγελο ζεστό και με αγάπη. «Ω, τι παιδάκι είν’ αυτό;», «Τύχη μεγάλη Ειρηνιώ», «Αγαπημένη των θεών», τέτοια της λέγαν όλοι. Κι η μάνα έχοντας με το παιδί κι εκείνη ξαναγεννηθεί, γλυκά ευχαριστούσε. Αλλά, ο κύρης του, ο Μιχαλιός, άντρας γερός, βαρύς κι ασήκωτος, καθότανε πίσω απ’ το σπίτι σκεφτικός και μονολοούσε: «Ευλογία γιά κατάρα είν’ το μωρό; Πως βγήκε έτσι τρυφερό; Σαν αμαρτία!»
Σαν κλείσαν οι μήνες οι εννιά πήγαν να το βαφτίσουν. Ο παπάς με το στανιό ήθελε να το βαφτίσει Βαγγελιώ ή Μαριγώ, να τιμηθεί η Παναγία. Άλλη σκέψη είχ’ όμως η Ειρηνιώ και είπε πως το μωρό θα το ’νομάσουν Γαλανή, σαν και το χρώμα των ματιών της. Ταράχτηκαν οι χωριανοί και κοίταξαν το Μιχαλιό να δούνε τι θα ειπεί. «Δουλειά με τ’ όνομα δεν έχω εγώ. Ό,τι η γυναίκα πει, αυτό θα γίνει».
Έτσι, το βαφτίσαν Γαλανή, μα άλλοι το φωνάζαν Γαλανιώ κι άλλοι Γαληνιώ, καταπώς στο χωριό το συνηθίζαν. Όλοι αγαπούσαν το μωρό, που μεγαλώνοντας όλο και πιότερη ομορφάδα αποχτούσε. Έφτασε ως και δυο χρονών και δεν είχε δακρύσει. Τα πρώτα λογάκια σαν νερό γλυκό έρεαν απ’ τα χείλη.

Δεν είναι αυτή η ζωή μου. Δεν ανήκω εδώ. Σαν παραπεταμένος νιώθω. Σαν ένα της τύχης κλοτσοσκούφι. Είναι η μοναξιά που με σκοτώνει, είναι αυτή που μου παίρνει τις πνοές, αλλά ξέρω ότι αυτή είναι που θα μου τις φέρει κιόλας πίσω. Γεννήθηκα σε λάθος τόπο ή σε λάθος εποχή; Γιατί πιστεύω ότι όλα είναι μάταια; Τι είναι εκείνο μέσα μου που με σπρώχνει όλο και πιο συχνά, όλο και πιο μακριά απ’ τον κόσμο; «Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, μονάχα ψάρι είσαι» μου είπε τις προάλλες ο γέρο Φώτης. Τι να ξέρει αυτός; Η αλήθεια είναι ότι μόνο στη θάλασσα και στις σπηλιές που εξερευνώ νιώθω ζωντανός. Εκεί βρίσκεται η ουσία μου. Αλλά, ποια ουσία είν’ αυτή; Και θα μπορέσει τάχα να με βγάλει απ’ το λαβύρινθο της μοναξιάς όπου χρόνια τώρα τριγυρίζω;
Πολλά τα ρωτήματα, λίγες οι απαντήσεις. Δε νομίζω να τις μάθω απ’ τους ανθρώπους. Πιο πιθανόν είναι να τις βρω ψάχνοντας στ’ αστέρια, ή ίσως να μου τις ψιθυρίσει μια βραδιά στα ανοικτά κάποια σειρήνα, ή - ποιος ξέρει; - ίσως και να τις δω στις ζωγραφιές κάποιας σπηλιάς προτού χαράξει.
Μα, ας αφήσω πια τις σκέψεις. Ας πάω να βρω το Φώτη να πιούμε κάνα τσίπουρο, να μου διηγηθεί καμιά ιστορία.

Ο καιρός περνούσε σα νερό, απαλά αφήνοντας πίσω του σημάδια. Η Γαλανή μεγάλωνε σαν η πριγκηπέσα του χωριού, κι ολονών δεχότανε τα χάδια. Και των ματιών της το χρώμα γίνονταν όλο και πιο γαλανό, «σαν του διαόλου» επέμενε ο παπάς, μα όλοι τον αγνοούσαν. Σαν πήγε πια και στο σκολειό ο κόσμος όλος φαίνονταν γύρω της να γυρίζει. Αγόρια, κορίτσια, δάσκαλοι, όλοι την αγαπούσαν. Πρώτη στα μαθήματα, πρώτη στη χαρά, με ένα βλέμμα, μια καρδιά, που στάζαν καλοσύνη.
Η μάνα της δόξαζε το θεό για το όμορφο εκείνο δώρο, αλλά ο Μιχαλιός κάπου φοβότανε για το τι μ’ αυτή τη μορφονιά τους περιμένει. Χαιρόταν για το βλαστάρι του και το αγαπούσε, μα ήξερε πως την εμορφιά πολλές φορές ακλουθεί η ασκήμια.
Κάποια μέρα μια φήμη διέτρεξε όλο το χωριό πως κάποιος είδε τη Γαλανή στην ακροθαλασσιά να μιλάει με τα ψάρια, και κάποιος άλλος πως μαζί με ένα δελφίνι την έκοψε το μάτι του να κολυμπά ως τα βαθιά. Οι πιότεροι γελάσανε μ’ αυτές τις ιστορίες, ο παπάς είπε πάλι τα δικά του, κι ο κύρης με το που ο ήλιος κρύφτηκε κίνησε για τα βράχια ν’ αφουγκραστεί τους βρουχηθμούς της θάλασσας, και να προσευχηθεί μην και τους έρτει το κακό που μέσα του καρτερούσε.

Παραμύθια αλλόκοτα ακούω απ’ το Φώτη. Τη μια μου λέει για μάγισσες και ξωτικά, την άλλη για ψάρια που μιλάνε. Και επιμένει: «Δεν είναι παραμύθια αυτά, είν’ θρύλοι, είν’ αλήθεια»! Χθες το βράδυ μου διηγήθηκε την ιστορία κάποιας Γαλανής, που έζησε, λέει, κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Ήτανε όμορφη σα ζωγραφιά, γλυκιά σαν Παναγία. Κάποια μέρα εξαφανίστηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Μονάχα ο κύρης της έλεγε πως γνώριζε που ήταν, αλλά όλοι πιστεύαν πως απ’ τον πόνο είχε τρελαθεί και κανείς καμιά δεν του ’δινε σημασία.
Μόλις τέλειωσε την αφήγηση άρχισα να γελώ, αλλά μετά καθώς κίνησα για το σπίτι, κι αυτά που λίγο πριν άκουσα σκεφτόμουνα, ένιωσα να με λούζει ολόκληρο κρύος ιδρώτας. Θυμήθηκα ένα όνειρο που είδα κάποτε, που μ’ είχε συνταράξει. Βρισκόμουνα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι και στεκόμουνα ακίνητος θαυμάζοντας τη γύρω φύση, όταν είδα ένα κορίτσι ψηλό, ξανθό και στα λευκά ντυμένο να προβάλλει ξαφνικά απ’ το πουθενά και να με πλησιάζει. Έμοιαζε σχεδόν διάφανο το πανέμορφο εκείνο πλάσμα, και σαν κοντά μου έφτασε είδα τα μάτια της δυο φλόγες γαλανές να με τυλίγουν. Μες στο γαλάζιο των ματιών της χάθηκα σα μέσα σε μια δίνη, και όταν ξύπνησα άκουσα μια φωνή, μες στο μυαλό σα φύσημα του αέρα απαλό να ψιθυρίζει: «Έλα μαζί να κολυμπήσουμε».

Στα δεκάξι της η Γαλανή ήταν στ’ αλήθεια μία καλλονή, που κι ας ήταν αγνή σαν κρίνο ολάνθιστο, άναβε τα πάθη. Όλοι οι νιοι του χωριού, μα κι όλης της περιοχής τη θέλανε δικιά τους. Στο σκολειό όλοι οι συμμαθητές τηνε κυνηγούσαν, αλλά κι οι δάσκαλοι σαν την αντίκριζαν δεν μπόρααν να κρύψουν την ταραχή τους.
Ήτανε ξύπνια, ξύπνια πολύ, κι όσο κι αν όλους τους έδιωχνε, όλοι την αγαπούσαν. Ποτέ δεν άκουσε κανείς άσκημο απ’ τα χείλη της λόγο να βγει για κάποιον. Σε όλους την αγάπη της τη μοίραζε, σε όποιον τη χρειαζότανε ένα χέρι έδινε βοήθειας. Ακόμη κι ο παπάς που μέσα της έβλεπε το διάολο κρυφά τη συμπαθούσε. Μονάχα μια γριά καρακάξα η Φραγκώ κάποια φορά ανακοίνωσε πως, φως φανάρι, η μικρή μαζί της κάποια κουβάλαε κατάρα.
Ίσως να ήταν όντως καταραμένη. Καταδικασμένη να μη γνωρίσει ποτέ τον έρωτα κι ας οι νιοι όλοι τηνε ποθούσαν.

Τι μου συμβαίνει; Μήπως στ’ αλήθεια τρελαίνομαι, ή με πείραξε η αϋπνία; Πώς να το εξηγήσω αλλιώς; Ν’ ακούω φωνές στον ύπνο μου, εντάξει. αλλά και στον ξύπνιο μου πια; και μάλιστα μέρα μεσημέρι! Και να βλέπω και… Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ούτε λεπτό ψες. Μάλλον με τάραξε υπερβολικά η ιστορία του Φώτη. Σκεφτόμουνα συνέχεια τη Γαλανή, και μόλις ένιωθα τον ύπνο να με παίρνει, τότε με τα μάτια κλειστά την έβλεπα, την ένιωθα κοντά μου. Κάποια στιγμή κιόλας ένιωσα το χέρι της να χαϊδεύει το δικό μου, και τινάχτηκα τρομαγμένος. Άγγιξα την παλάμη μου και μου φάνηκε απαλή, τη μύρισα κι ήταν αρωματισμένη. Μύριζε αλμύρα και αγριολούλουδα και το δικό μου φόβο.
Μόλις ξημέρωσε πήγα να εξερευνήσω μια θαλάσσια σπηλιά, λίγο έξω απ’ το μικρό λιμάνι. Μπήκα μέσα με το φανό κι έψαχνα στα τοιχώματα να βρω κάποια σχέδια και σχηματισμούς. Όλο και πιο βαθιά σιγά σιγά σκυφτός επροχωρούσα. Το νερό δεν ήτανε βαθύ. Σε λίγο, όμως, βρέθηκα σε αδιέξοδο κι έτσι αναγκαστικά, κίνησα πίσω για να γυρίσω. Με το που φτάνω όμως λίγο πριν την έξοδο μου κόπηκαν τα πόδια κι η ανάσα. Ένα φως λευκό, εκτυφλωτικό, κάλυπτε το στόμιο της σπηλιάς και στο κέντρο του μου φάνηκε πως διέκρινα μια γυναικεία φιγούρα. Τότε άκουσα μια απαλή φωνή να με καλεί: «Λεύκιε, Λεύκιε…». Έκλεισα τα μάτια για μια στιγμή, και όταν τα ξανάνοιξα, είχαν όλα πια τελειώσει. Το φως είχε χαθεί, μα η φωνή συνέχισε να διατρέχει το είναι μου όλο. Όπως και τώρα.

Η φήμη για την ομορφιά της Γαλανής είχε εξαπλωθεί παντού, έως τη μακρινή πολιτεία, και κάποια μέρα ήρτε στο χωριό κάποιος πλούσιος έμπορος για να τηνε δει κι αν του άρεσε σε γάμο να τη ζητήσει. Το κορίτσι είχε πια μπει στα δεκαοκτώ δίχως τον έρωτα να γνωρίσει. Μόλις την είδε ο έμπορας, απ’ την ομορφάδα την πολλή εθαμπώθη, και χωρίς να χάσει ούτε λεπτό το χέρι της ζήτησε απ’ το Μιχαλιό, τάζοντας πλούτη μεγάλα. «Ας τη ρωτήσουμε», είπε εκείνος, «κι ό,τι ποθεί θα γίνει».
Μα, η Γαλανή αρνήθηκε. Δεν ήτανε εμπόρευμα για να την αγοράσουν, αλλά ούτε και πίστευε πως θα μπορούσε ποτέ τον έρωτα να βρει στον άντρα αυτό που η αύρα του ανάβλυζε κακία. Ο έμπορος, μαθημένος καθώς ήτανε ό,τι ζητούσε να το παίρνει, άσκημα πήρε την απόρριψη, κι είπε βρίζοντας δαιμόνους και θεούς, πως θα την έκανε δική του. Μπροστά σε τούτη την εξέλιξη ο Μιχαλιός τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον πέταξε όξω. Δε βρέθηκε ακόμη εκείνος που θα μπόραε μες στο δικό του σπιτικό τον μέγα νταή να κάνει. Μα, κι αν τον ξεφορτώθηκε μέσα του ένιωθε πως: «Άσκημα ξεμπερδέματα θα έχουμε μ’ αυτόνε». Θα ήτανε, όμως, αυτός εκεί, ασπίδα για τη Γαλανή, για όσο κρατάν οι πνοές του.

Είπα στο Φώτη για τη φωνή εκείνη που με συντάραξε, αλλά αντί να με κοροϊδέψει όπως περίμενα, έσκυψε το κεφάλι σκεφτικός δίχως να πει μια λέξη. Μετά από ώρα πολλή όταν το σήκωσε, αλλάζοντας κουβέντα, μου είπε ότι κάποιοι ψαράδες είδανε, να τριγυρνά στα ανοικτά ένα παράξενο δελφίνι. Λέγαν πως όπου βρισκότανε αυτό η θάλασσα ήταν ημερεμένη, και τα ψάρια μαζεύονταν σωρό για να το συντροφέψουν.
Το επόμενο πρωί πήγα και πάλι στη σπηλιά θέλοντας να διώξω τους μέσα μου δαιμόνους. Μα, πάλι συνέβηκε το ίδιο: λευκό φως, απαλή φωνή, να με καλεί. Τ’ όνομά μου απ’ τα χείλη της έβγαινε σαν ζεστή πνοή και έφτανε σε με σα χάδι. Σε λίγο χάθηκε και πάλι. Αλλά, αυτή τη φορά αντί να τρομάξω γι’ αυτό που μου συνέβαινε, ένιωσα παράξενα, κάτι πρωτόγνωρο, για λίγο ένιωσα πλήρης. Δεν ξέρω πως αλλιώς να περιγράψω εκείνο το συναίσθημα.

Κάποια νυχτιά αφέγγαρη ενώ όλο το χωριό είχε βυθιστεί στον ύπνο, κάποιες σκιές γλιστρήσανε αθόρυβα προς του Μιχαλιού το σπίτι, που σε λίγο τραντάχτηκε από δυο τουφεκιές και μια σπαρακτική κραυγή: «Όχιιιιι». Ξυπνήσανε οι χωριανοί και τρέξανε να δούνε τι συμβαίνει. Σαν έφτασαν εκεί αντίκρισαν τη φρίκη. Η μάνα, η Ειρηνιώ, κείτονταν νεκρή από μια σφαίρα φονική που δέχτηκε στο στήθος, ενώ ο Μιχαλιός, πνιμένος μες στα αίματα, ψυχορραούσε. Ψάξαν να βρουν τη Γαλανή, μα ήταν εξαφανισμένη.
Τρόμαξε όλο το χωριό απ’ το κακό, κι όλοι αναρωτιόνταν «Γιατί; Γιατί ετούτο το κακό;», καθώς ο θρήνος απλωνόταν. Ο Μιχαλιός επέζησε τελικά για να πιει το φαρμάκι όλο του πόνου. Σε μια μονάχα νύχτα έχασε αυτές που πιότερο αγαπούσε. αν και η Γαλανή, μέσα του βαθιά, πίστευε πως ζούσε.

Τα έχω παρατήσει όλα: τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τη ζωή μου. δηλαδή αυτό που αποκαλώ ζωή μου. Το μόνο που με νοιάζει πια είναι να πηγαίνω στη σπηλιά και ν’ ακούω τη φωνή της άγνωστης αγαπημένης. Ω, πόσο με γεμίζει! Πόσο με κάνει ζωντανό. Κάθε πρωί είναι εκεί. Κάθε πρωί με φωνάζει. «Λεύκιε, Λεύκιε… έλα», μου ψιθύρισε σήμερα. Ναι, μου ζήτησε να πάω κοντά της, αλλά μέχρι να την πλησιάσω χάθηκε. Μονάχα απ’ έξω άκουσα μια φωνή: «Είναι κανείς εκεί;» Ήταν ο Φώτης, που χαμογέλασε σαν με είδε να βγαίνω απ’ τη σπηλιά. «Ήμουνα σίγουρος πως θα σε βρω εδώ. Ήρθα να σου πω το τέλος εκείνης της ιστορίας. Της ιστορίας της Γαλανής»!

Λίγο καιρό μετά ξεβράστηκε στην παραλία του νησιού η σκισμένη νυχτικιά της Γαλανής, κι όλοι είχαν πια πειστεί πως σαν τη μάνα της κι αυτή, είχε πεθάνει. Μονάχα ο Μιχαλιός επέμενε πως είναι ακόμα ζωντανή. «Έγινε δελφίνι» έλεε, «και όλο ταξιδεύει». «Τρελάθηκε απ’ τον καημό» σκέφτονταν οι χωριανοί, και τον αντίκριζαν με οίκτο. «Ίσως να μην είναι τρελός», είπε μια μέρα φωναχτά, η καρακάξα η Φραγκώ, αλλά κανείς δε θέλησε να τηνε ακούσει. Κι όμως, πολλοί ψαράδες και κολυμπητές λέγαν πως τον τελευταίο καιρό, βλέπαν συχνά ένα δελφίνι παράξενο να σκίζει τα νερά της θάλασσάς τους.

Πολύ με τάραξε το τέλος αυτής της ιστορίας, αλλά μέσα μου πιστεύω πως κάτι ακόμη της λείπει. Είτε για μύθο πρόκειται, είτε για μια αλλόκοτη αλήθεια, δεν μπορεί να τελειώνει έτσι. Δεν ακούγεται σωστό στο μέσα αυτί μου. Αλλά, ας κινήσω τώρα, γλυκιά μου νύχτα πάλι, κάτω απ’ την εξαίσια τούτη της ψυχής μου φεγγαράδα, για τη σπηλιά όπου κρύβεται το μισό καλύτερό μου, που και σκιά να είναι εγώ το αγαπώ.

Κάποιοι λεν πως σ’ ετούτη τη σπηλιά ένας νιος, ο Λεύκιος, γνώρισε μια γοργόνα, που στην ψυχή του γέννησε τον έρωτα και γι’ αυτό στην αγκαλιά της επαραδόθη. Μα κάποιοι άλλοι υποστηρίζουνε πως δεν ήτανε γοργόνα, παρά μια άστεγη ψυχή που έψαχνε να βρει κορμί για να φωλιάσει, και διάλεξε το δικό του. Είναι και ένας εκατοχρονίτης γέροντας, ο Μιχαλιός, που ζει σε μια καλύβα φτωχική κι όλο μονολοάει: «Βρήκες την αγάπη Γαλανή, τον έρωτα τον ήβρες!» και καθώς με τη γέρικη ματιά τη θάλασσα γρικάει, δυο δελφίνια έρχονται απ’ τα βαθιά για να τον χαιρετίσουν. Τόνα έχει φωτεινά βαθιά γαλάζια μάτια, ενώ το άλλο λάμπει παράξενα, σκορπίζοντας τριγύρω του απόκοσμη γαλήνη.

υ.γ. Τα λέμε την Παρασκευή εκτός κι αν καταφέρω να βάλω ίντερνετ στο χωριό σε χρόνο μηδέν ή κι αν τύχει να...

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει, με γαλήνια τη μοναχική ψυχή, στα ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν ένας άνθρωπος της γης, αγρότης απ’ τα γεννοφάσκια του, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του, εκείνη που τον συντρόφευε λες από πάντα, παράτησε μεμιάς και δίχως ενοχές τα κτήματα, κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, έλεγε, στη φρέσκια αλμύρα και την απεραντοσύνη της ανοικτής θάλασσας, μπορούσε να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε πρωί, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, κάτω από καθάριους φωτεινούς ουρανούς και γκρίζους απειλητικούς, μέσα από γαληνεμένα κύματα ευλογίας και άλλα οχτρικά καταραμένα, ψάχνοντας της λειψής ζωής του την ουσία. Κάθονταν για ώρες αμέτρητες εκεί, μέσα στη θαλασσοδαρμένη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τους αγγέλους και τους δαίμονές του, με τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από το μακρινό χθες και τη σημερινή δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν -μ’ ένα πικρό χαμόγελο και μια γλυκιά πίκρα- τότε που η τύχη του χαμογέλασε πλατιά και γνώρισε την αγαπημένη, τότε που η χαρά ήταν ο κανόνας στην καθημερινότητά τους, τότε που και οι δυο θαρρούσαν, μέσα στην αβυσσαλέα νεανική τους άγνοια, ότι θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Ω, πόσο απόλυτα ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην πλούσια λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την πλούσια, τη ζωοδότρα αγάπη τους, και τίποτα άλλο στον κόσμο δε χρειάζονταν. Ένιωθαν ανίκητοι, άφθαρτοι, αθάνατοι, ενώ οι άκαρδοι θεοί γελούσαν εις βάρος τους.
Έτσι, θέλοντας και μη, τα χρόνια γρήγορα πέρασαν χαράζοντας βαθιά αυλάκια στις ζωές τους, και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο, με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η γιάτραινα, η θάλασσα, μπορούσε κάπως να το αλαφρύνει, να το κάνει λίγο πιο ανεκτό. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε ολοκληρωτικά, με την ψυχή του όλη, γι’ αυτό και τη λάτρεψε, σα διάβολο και σα θεό.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, λυτρωτικές, ξόδευε μέσα στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα της φαντασίας του, θυμίζοντάς του όλ’ αυτά που έζησαν μαζί και τα άλλα, τα πολλά, που δεν πρόλαβαν, και παραπονούμενος συνεχώς, ο δόλιος, για την εγκατάλειψή του εκ μέρους της. Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα. Έφυγες και μ’ άφηκες, κυρά μου!, μονολογούσε. Αλλά, τι στ’ αλήθεια του ’φταιξε κι αυτή η κακομοίρα, και ούτε και στο θάνατο ακόμη δεν την άφηνε να ξαποστάσει; Αφού το ήξερε δα πολύ καλά, πώς ο φαφούτης ο χάρος, δεν σκέφτεται αγάπες και μοναξιές προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές έπιασε τον εαυτό του να σιγοψιθυρίζει στο κύμα, να παρακαλεί τις γοργόνες να ’ρθουν να τον ακούσουν και να τον συμπαθήσουν, να τον λυπηθούν και παίρνοντάς τον αγκαλιά να τον οδηγήσουν κι αυτόν στον κάτω κόσμο. Μια ζωή σαν παραμύθι, αυτό χρειαζόταν, μια και στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν τέτοια η ζωή του, εκλιπαρούσε κάποιους άγνωστους θεούς, ας ήταν τέτοια και θα πουλούσε δίχως κανένα δισταγμό την ψυχή του στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, ώστε να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, να την κρατήσει και πάλι στη γερασμένη του αγκαλιά. Αλλά, ξέρει! Βαθιά μέσα του το ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι, κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο, που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης καρδιάς του το σκίρτημα. Κάνε υπομονή ψυχή μου, ψιθυρίζει, και στα στοιχεία όλα της φύσης χαμογελά. Κάνε υπομονή και σύντομα θα έρθω να σε βρω...
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη να ’ρθει, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει αυτό, έτσι ξανά και ξανά, κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και καλημερίζοντας τον ήλιο που ξεπροβάλλει αυτοκρατορικός απ’ τα θαλασσινά πέρατα του ορίζοντα, βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Τ’ όνομα της είναι Θάλασσα

Κάποιοι πάντα μου έλεγαν ότι αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω γράψει. Και πάντα διαφωνούσα μαζί τους. Ωστόσο, είναι η πιο αληθινή, και γι' αυτό της έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Διαβάστε, λοιπόν, για το κορίτσι που ήθελε να το φωνάζουν Θάλασσα:

Στη θαλασσιά Μαρίνα

- Ποια είσαι;
- Δεν ξέρω!
- Τι φοβάσαι;
- Εμένα.
- Φοβάσαι κάτι που δεν ξέρεις;
- ...


Κάπως έτσι έγινε η αρχή για τη γνωριμία μας κάποια απ’ τις πολλές, σημαντικές κι ασήμαντες, αλλά πάντα μοναχικές, βραδιές στο mirc.
Τ’ όνομά μου είναι Μαρίνα, αλλά θα ήθελα να με αποκαλούν Θάλασσα, μου ομολόγησε λίγο μετά. Χαμογέλασα! Χαμογέλασα πλατιά μπροστά στην οθόνη ενός καινούριου τότε, αλλά απηρχαιωμένου τώρα, ηλεκτρονικού υπολογιστή. Λες μέσα από όλο αυτό το συρφετό των ανθρώπων, που τριγυρνούν μέρα νύχτα στο διαδίκτυο της πλάνης και της μοναξιάς, να συνάντησα, επιτέλους, μια αληθινή ψυχή; αναρωτήθηκα.
Ναι, αυτό τελικά αποδείχτηκε πώς ήταν η Μαρίνα. Μια αληθινή, πλην μοναχική, ψυχή. μια από εκείνες τις υπάρξεις που ψάχνουν για το μαγικό, που δημιουργούν μαγεία, που ξεχωρίζουν για του μέσα τους κόσμου την αλήθεια, κι όχι για την τόσο παραπλανητική κάποτε εικόνα.
Μετά από εκείνη την πρώτη, την αναγνωριστική συνάντηση, κλείσαμε πολλά ραντεβού στα δωμάτια και τα δώματα του κυβερνοχώρου, ανταλλάξαμε πολλά απρόσωπα αλλά γιομάτα ψυχή ηλεκτρονικά μηνύματα, μιλήσαμε για ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο, για το λίγο και το πολύ της ζωής μας. Και όταν τελικά συναντηθήκαμε, σε μια άλλη μακρινή αλλά όχι άγνωστη πόλη, σε μια άλλη χώρα, νιώσαμε μεμιάς σα να γνωριζόμασταν από πάντα, από τα βάθη του χρόνου τα απροσμέτρητα. λες και δε μας χώριζαν χιλιόμετρα σιωπής, αιώνες απουσίας, ασήκωτα βάρη προσωπικού πόνου, πόθου και απώλειας. Συναντηθήκαμε στα σύνορα του αληθινού με το φανταστικό, που όχι μόνο μοιάζουν, αλλά είναι κιόλας όμορφα.
Από τότε πέρασαν χρόνια, πολλά. κύλησαν αβίαστα και γοργά και χάθηκαν στη δίνη του όμορφου χθες. Η επικοινωνία μας, λόγω αποστάσεων και καταστάσεων, είναι πια πιο αραιή, περιορισμένη, αλλά πάντοτε το ίδιο αληθινή. γιομάτη αγάπη για τις μέρες που έφυγαν, μα μέσα μας ζούνε, μ’ αισιοδοξία γι’ αυτές που έρχονται, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Λείπει η παλιά επαφή, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει εκείνο το κάτι που μας διατηρεί τον ένα κοντά στον άλλο, που δίνει χρώματα και ζωή σ’ αυτά που ζήσαμε και μοιραστήκαμε, που εξιδανικεύει τις στιγμές μας, οι αναμνήσεις.
Πιάνω στα χέρια μου προσεκτικά, στ’ αλήθεια τρυφερά, τα e-mail που μου έχει στείλει. Κρατώντας γερά την ανάσα μου, κάνω βουτιά στα γαλανά νερά της ύπαρξής της. Γεμίζει με γλυκιά αλμύρα το κορμί μου, με απέραντη θαλπωρή η ψυχή μου. Κλέβω χαρά απ’ τις στιγμές, τα λόγια που κάποτε με όλη τη γενναιοδωρία της μου είχε χαρίσει: Λίγη θάλασσα να γίνω, αλμυρένια και ποτέ ξανά η ίδια.
Το ’πε και τόκανε. Έγινε κύμα, έγινε θάλασσα, η Μαρίνα, και ταξιδεύει ανάλογα με τα κέφια του καιρού μακριά πολύ, χαϊδεύει άλλες ακτές, τραγουδά συντροφιά με άγνωστους γλάρους. μα, κάθε τόσο, μου στέλνει μεθυστικό ένα μήνυμα: ...Να είσαι νερό. Υγρός, ρευστός, δροσιστικός, διάφανος... Αυτά μου λέει. Και με θέλει ακόμη, μου ζητάει να χαμογελώ στο ατέλειωτο μπλε των ονείρων μου. Μου μιλάει για τους ανθρώπους, για το πόσο αγαπά την ποίηση μέσα τους.
Αχ, μωρέ Μαρίνα, Μαρινάκι, γιατί μου τόκανες αυτό; Γιατί έγινες κύμα και μου έφυγες; Όμορφες δεν ήταν οι ατέλειωτες, μα τόσο τελειωτικές, συζητήσεις μας; Γλυκές, σαν τα εκλέρ που τόσο αγαπούσα, δεν ήταν οι στιγμές που ζήσαμε μαζί; Θυμάσαι εκείνη την ολική, την τυλιγμένη σ’ ένα πέπλο μυστηριακό, έκλειψη σελήνης που μας μάγεψε μια δροσερή και χαρούμενη, μα παράταιρα σιωπηλή, νύχτα στην παραλία; Εικόνες! Εικόνες αμέτρητες, στη φύση τους μοναδικές, που με κυνηγάνε, που στοιχειώνουν τα γραπτά και τα όνειρά μου. κι αναμνήσεις, πολύ ξεχωριστές για να σβήσουν στου χρόνου το πέρασμα. Μου έφυγες! Σε άφησα να φύγεις. Πήρες το δρόμο σου. το δρόμο της καρδιάς σου. Κι εγώ παρέμεινα πίσω εδώ ν’ αναρωτιέμαι: Ζηλεύεις ακόμη τους γλάρους; Αγαπάς, όπως πάντα, τα Πράσινα Μάτια της Ντυράς; Λατρεύεις, όπως τότε, σα θεό, σαν αμαρτία, τον Πάμπλο Νερούδα, με το όνομα το υγρό; Ω, πόσο αγαπούσες τον τελευταίο. Θυμάσαι; Θυμάσαι που πλημμύριζες τα μηνύματά σου με στίχους του και συνήθιζες να με ταξιδεύεις με τις υδάτινες κραυγές του;
Ο χρόνος προχωρά και πίσω δε γυρνά, λέει το τραγούδι. Έλα, όμως, που εγώ τον θέλω, τον θέλω απ’ της ψυχής μου τα απόμακρα βάθη, να γυρίσει πίσω, να με γεμίσει θάλασσα και ήχους από κογχύλια, να γίνω ναυάγιο στην ακροθαλασσιά της ύπαρξής σου, όπως μου αρέσει να λέω, κλέβοντας ασύστολα τους στίχους της Έμιλι Ντίκινσον.
Αλλά, στ’ αλήθεια απορώ, γιατί σου γράφω σε πρώτο πρόσωπο; Τώρα, είσαι μακριά, πολύ μακριά από μένα. όσο κι η αιωνιότητα. Ακόμη κι αν γράψω αυτό το γράμμα στ’ αστέρια, ακόμη κι αν εισβάλω με τούτα τα φτωχά, τα ασήμαντα λόγια, σε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του κόσμου, πολύ πιθανόν ετούτο το μήνυμα, ο χαρούμενος θρήνος και ύμνος στη ζωή, να μη φθάσει ποτέ σε σένα. Έτσι, ας αλλάξω ρώτα, ή μάλλον πρόσωπο...
Εκείνο που ζει πιο έντονα στη μνήμη μου από κείνη είναι το πρόσωπό της, τόσο γαλήνιο, τόσο αλλού, αλλά και οι απορίες της, οι επαναλαμβανόμενές της ερωτήσεις. Πάντα ρωτούσε γιατί, για το καθετί! Για την μορφιά και την ασκήμια, για τη χαρά και τη θλίψη, για την ευδαιμονία και τον πόνο, για τις απαραίτητες αλήθειες και τ’ αναγκαία ψέματα. Ήθελε να τα γνωρίσει όλα, να τα μάθει όλα, να ταξιδέψει παντού -με σώμα και με πνεύμα- να ρουφήξει όλες τις εμπειρίες που υπάρχουν εκεί έξω. Κι υποστήριζε ότι σ’ ετούτη τη ζωή τίποτα δεν είναι τυχαίο. ήταν σίγουρη πώς κι αυτή ακόμη, η γνωριμία μας, ήταν γραμμένη κάπου εκεί ψηλά, σε ουρανούς ανείπωτους, να συμβεί.
Ονειρευόταν πολύ, κι έβλεπε θαλασσένια όνειρα. Ζούσε την κάθε μέρα σαν κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο. Όταν μιλούσε για το υδάτινο στοιχείο που πλημμύριζε το μέσα της, γινόταν ποιητική, χανόταν σε κυματισμούς ολόδικούς της: Όταν βλέπω τα δαντελωτά κύματα ξέρω ότι μπορώ να αναπνέω... Ονειρεύομαι δίχως όνειρο, κι αυτό το όνειρο το μοιράζομαι με τη θάλασσα... Απέραντη ήταν η Μαρίνα, ατέλειωτη, κι εγώ ήμουνα τόσο λίγος, τόσο μικρός... πώς να χωρέσω μέσα στην απεραντοσύνη της;
Πολλές φορές οι αναμνήσεις γίνονται δίκοπο μαχαίρι, επικίνδυνο, και σου χαρακώνουν την καρδιά, σου ματώνουν την ψυχή. Οι δικές μου δεν είν’ απ’ αυτές. Είναι αναμνήσεις γλυκές, σα χάδι, σα γιατρικό, σαν ανταμοιβή. Είναι αναμνήσεις που με σπρώχνουν με αγάπη και απαλά προς το αύριο, καθώς μέσα απ’ αυτές μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου, μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου. Όπως ακριβώς ήμουν μ’ εκείνη. τη μάγισσα και τη μαγική, τη διάφανη, την εξομολογήτριά μου, τη μάνα, την κόρη, τη φίλη κι αδελφή μου. Εκείνη που έγραφε ποίηση και ζούσε ποιητικά, που είχε μεγάλη καρδιά, που ήξερε ν’ ακούει, που αγαπούσε με πάθος τους ανθρώπους, τους ανθρώπους που την πλήγωναν και την έδιωχναν όλο και πιο μακριά: Βαρέθηκα τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια πράγματα. Θέλω την τρέλα και το πάθος και τους αληθινούς ανθρώπους. Ναι, αυτούς έψαχνε, γι’ αυτό μεταμορφώθηκε σε κύμα κι έφυγε. αφού οι γύρω της νόμιζαν: ότι είναι ζωντανοί, αλλά αγνοούν το νόημα της ζωής.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη μου ομολόγησε ένα κρυφό όνειρό της: Θέλω να βρέξει μπλε βροχή, και τότε, θα τρέξω στην αγκαλιά της θάλασσας.
Είχαμε τόσα πολλά κοινά οι δυο μας κι άλλες τόσες διαφορές. Κάποτε, σε διαφορετικούς κόσμους, σε άλλες εποχές, θελήσαμε να πεθάνουμε από ευτυχία. Αγαπούσαμε κι οι δυο με πάθος την τέχνη της φωτογραφίας. μας άρεσε να κλέβουμε στιγμές απ’ το χρόνο και τους ανθρώπους. Κι ήμασταν αθεράπευτα ερωτευμένοι, με τα όνειρα. Υποστηρίζαμε πώς ξέραμε από τι ήταν φτιαγμένα, την ύλη και την ουσία τους, κι ας τα βλέπαμε πού και πού να αιμορραγούν. Ίσως, κάποτε, να ονειρευόμαστε και τα ίδια όνειρα, μου έλεγε, για να ρίξει, την αμέσως επόμενη στιγμή, τον αφορισμό της: Ψάχνουμε τα όνειρά μας στον ουρανό, αλλά τι διάολο θα κάνουμε αν πραγματοποιηθούν;
Πολλές φορές τα κοινά σημεία -τα κοινά ενδιαφέροντα, οι κοινές απόψεις- είναι εκείνα που χωρίζουν τους ανθρώπους, γιατί από κάποια στιγμή και μετά παύει να υφίσταται η διαφορετικότητα, το πραγματικό είναι, η ουσία του καθενός. Στη δική μας περίπτωση δε συνέβηκε κάτι τέτοιο, αλλά αν συνεχίζαμε να διασχίζουμε τους ίδιους δρόμους (θυμάσαι Μαρίνα;... πάντα άγνωστός ο δρόμος, πάντα ανηφορικός) πολύ πιθανόν κάποια μέρα όσα ζήσαμε να εκμηδενίζονταν, να περνούσαν ανεπίστρεπτα και ανεπίτρεπτα στη λήθη, να αργοπέθαιναν. Φανήκαμε, ωστόσο, τυχεροί πολύ. το όμορφο χθες μας στιγμή δε μας εγκατέλειψε, κι είμαι ανείπωτα χαρούμενος γι’ αυτό. Το ίδιο, είμαι σίγουρος, θα νιώθει κι αυτή, η θαλασσιά μου η Μαρίνα.
Ποιος ξέρει, όμως; Ποιος ξέρει τι θα μας φέρει το αύριο; Ίσως ν’ ανεβαίνουμε κι οι δυο στο ίδιο βουνό από διαφορετικό μονοπάτι και κάποτε συναντηθούμε ξανά. Ίσως και όχι. Δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι την έχω μέσα μου, στης ύπαρξής μου το απέραντο γαλάζιο, αλμυρή πλημμύρα και με γεμίζει, μου ζεσταίνει την κάποτε μοναχική ψυχή, χαρίζει γαλήνη στην σκέψη μου.
Τώρα, κάθε φορά που ακούω Loreena McKennitt ή Enya, την σκέφτομαι και ταξιδεύω νοερά στους κέλτικους προορισμούς που ποτέ δεν κατορθώσαμε να περπατήσουμε, στο δρόμο των ονείρων της, του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στην τεράστια εκείνη πανσέληνο του Ιουνίου στην Αθήνα, στο αστείο μου δυστύχημα με τ’ αυτοκίνητο που μας χάρισε τόσο γέλιο, στα λόγια και τις σιωπές μας στην αγαπημένη της προκυμαία, στα ποιήματά της που ποτέ δεν είχαν τίτλους, στα γράμματά της τρυφερά φυλακτά όλων των μικρών στιγμών του μακρινού παρελθόντος μας, σε όλ’ αυτά που μου χάρισε απ’ της ψυχής της τα βάθη προτού πετάξει μακριά για άλλα παραμύθια.
Η λατρεία μου, ασάλευτα με βασανίζει και με περιγελά, αλλά ταυτόχρονα μου θυμίζει ότι κάποτε στάθηκα τυχερός πολύ και γνώρισα έναν πραγματικά αληθινό άνθρωπο, που μου έκλεψε και μου έδωσε ζωή, που έγινε για μένα η πιο ζωντανή ανάμνηση κι η πιο γλυκιά προσμονή. Δεν ξέρω, ετούτη τη στιγμή, που τριγυρνά και ποιες θάλασσες τη γοητεύουν. Ξέρω μονάχα πώς αν κάποτε γυρίσει, θα βρει φιλόξενο λιμάνι, αν το θελήσει, στη δική μου αγκαλιά. Έως τότε, θα της κρατάω συντροφιά από μακριά, διαβάζοντας τα ολοζωή μηνύματα που μου ’χει στείλει, κοιτώντας τις φωτογραφίες της, ανασύροντας απ’ της καρδιάς μου τον παλμικό υπολογιστή όλες τις στιγμές της θαλασσιάς συνύπαρξής μας.

υ.γ. Όλα τα λόγια με ιταλικούς χαρακτήρες είναι δικά της. Της ανήκουν από τότε. Από πάντα...

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν άνθρωπος της γης, αγρότης, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του παράτησε τα κτήματα κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, στο νερό, στην ανοικτή θάλασσα, μπορούσε, λέει, να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε αυγή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, ψάχνοντας την ουσία, τη δική του ουσία. Καθόταν για ώρες πολλές μες στη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τις σκέψεις του, με τους δαίμονές του, με την ευτυχία και τη δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν, τότε που γνώρισε την αγαπημένη, τότε που και οι δυο θαρρούσαν πως θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Πόσο ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην άγνοια και τη λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την αγάπη τους, και τίποτα άλλο δε χρειάζονταν.
Τα χρόνια όμως πέρασαν αφήνοντας πίσω τα σημάδια τους και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η θάλασσα, θα μπορούσε να το απαλύνει. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε, γι’ αυτό και τη λάτρεψε.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, ξόδευε μες στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, θυμίζοντάς του αυτά που έζησαν και τα άλλα που δεν πρόλαβαν, παραπονούμενος για την εγκατάλειψή του. «Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα, έφυγες και μ’ άφηκες!» Αλλά, τι του ’φταιγε κι αυτή η καημένη; ο χάρος δεν σκέφτεται μοναξιές κι αγάπες προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές ευχότανε η ζωή του να ήταν σαν ένα παλιό παραμύθι. στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν, λοιπόν, η ζωή του τέτοια, παραμυθένια, ώστε να μπορούσε κι αυτός να πουλήσει την ψυχή στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, για να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, αυτήν που έφυγε παίρνοντας μαζί της τη ζωή του. Αλλά, ξέρει, ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης ψυχής του το σκίρτημα. «Κάνε υπομονή, καρδιά μου,» ψιθυρίζει, «κάνε υπομονή και σύντομα θα ’ρθω να σε βρω!»
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει, έτσι ξανά και ξανά κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό...



υ.γ. το μπλογκ απέκτησε αγγλόφωνο αδελφάκι...

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η Θαλασσινή

Στεκόταν στην παλιά αποβάθρα
και κοιτούσε προς του ήλιου την ανατολή.
Το πρωινό αγιάζι της χάιδευε το πρόσωπο
τα κύματα που έσπαζαν μελωδικά κάτω
από τα πόδια της τής ξυπνούσαν τις αισθήσεις.
Στη ζωή της όλη ίσως να μην αγάπησε
τίποτ’ άλλο περισσότερο απ’ τη θάλασσα,
“μάνα” την αποκαλούσε.
Την κοιτούσε για ώρες μέρες χρόνια
και σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να
γεννηθεί ψάρι για να είναι συνέχεια μέσα της
πουλί για να την κοιτά από ψηλά.
Ρομαντική; Ναι, ήταν! Σε μια εποχή
που οι λέξεις είχαν χάσει τη σημασία τους
που οι άνθρωποι έχασαν τα χρώματα
εκείνη επέμενε να κοιτά το απέραντο γαλάζιο
να πιάνει τους αλμυρούς σφιγμούς του
να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει
να διασχίζει θάλασσες ονείρων
ουρανούς αισθημάτων
ανάσες ελευθερίας!