Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γυναίκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γυναίκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Το παράπονό της

Κι είναι το παράπονο που τώρα σε πνίγει.
Ποτέ δεν έχεις χρόνο για τον εαυτό σου λες
Ποτέ!
Αλλά εσύ δεν ήσουνα που διάλεξες αυτή τη φυλακή;
Εσύ δεν ήσουνα που πήρες πεισματικά ετούτο το δρόμο;
Τότε, γιατί παραπονιέσαι;
Γιατί;
Ναι, ξέρω, σε καταλαβαίνω,
Δίνεις πολλά, θέλεις και κάτι να πάρεις, αλλά…
Αλλά παίρνεις και το ξέρεις καλά.
Το παράπονο ωστόσο…
Το παράπονο!
Τυχερή είσαι όμως, σκέφτομαι εγώ, τυχερή,
Επειδή μπορείς!
Η φυλακή σου είναι αυτή που σε κάνει να ξεχωρίζεις,
Αυτή που αναδεικνύει εκείνο που
Από τον κόσμο μας πια τόσο λείπει,
Την ανθρωπιά.
Δύσκολος ο δρόμος που διάλεξες και μοναχικός,
Αλλά εσύ τουλάχιστον φεύγοντας
Θ’ αφήσεις πίσω σου κάτι,
Ενώ οι άλλοι…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Φύλλα





Εκείνο το παλιόπαιδο που λέγαμε, η μούσα, επέστρεψε φαίνεται για τα καλά. Έτσι άρχισα να ξαναγράφω ένα μυθιστόρημα που άφησα στη μέση. Ο τίτλος του είναι "Δυο φωνές και μια σιωπή" και κάποια από τα κεφάλαιά του μπορείτε να αναζητήσετε στα αρχεία Μαϊου και Ιουνίου. Προς το παρόν απολαύστε... φύλλα:)

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Αδιέξοδη ζωή

Κι αυτό παλιό. Δε θυμάμαι αν το ανέβασα εδώ ξανά. Αν ναι, ευκαιρία να το θυμηθείτε. Αν όχι, πάρε κόσμε ένα ακόμη τερατούργημά μου...

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Της μοναξιάς

Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται:«Τι γυρεύω εγώ εδώ;»Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει.Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη,αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου,στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα,κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια,λες κι αντικρίζει ένα θαύμα.Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ,συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται.«Αχ, και νάμουν αλλιώς».Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους,αναπολώντας μια μελλοντική ζωή.Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει.Χαμογελά.Πικρά!Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα.Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…
υ.γ. Παλιό το κείμενο αλλά εικόνες και σκέψεις σαν κι αυτές δεν αλλάζουν ποτέ

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

Απόσπασμα από... το μέλλον

Ένα απόσπασμα, το πρώτο μάλλον κεφάλαιο, από το μυθιστόρημά μου "Δεύτερη Ζωή", το οποίο θα κυκλοφορήσει εκτός απροόπτου από την Εμπειρία τον Οκτώβρη, σας δίνω σήμερα. Κάποιοι λιγοστοί άτυχοι είχαν την ευκαιρία να το διαβάσουν στο μπλογκ με τα διηγήματά μου προτού το διαγράψω...

Θ’ αρχίσουνε μια νέα, μια δεύτερη ζωή, μαζί, μακριά από όλους και όλα, μακριά απ’ τους μικρόνοες και μικρόκαρδους ανθρώπους, μακριά απ’ το χθες που ήταν πόνος και φως και μοναξιά και τρυφερότητα.
Θα είναι επιτέλους ξανά μαζί, αν και δεν υπήρξαν ποτέ πριν, αν και πάντοτε ήταν. Ταίριαζαν, όπως η πρωινή δροσιά στα φύλλα των δέντρων, όπως η αγάπη στην ψυχή, όπως η ζωή στη ζωή. Ταίριαζαν οριστικά και αμετάκλητα, κι ας μην συναντήθηκαν ποτέ τα κορμιά, κι ας τα φιλιά που αντάλλαξαν ήταν εκείνα της φιλίας, στο μάγουλο και στο μέτωπο. Στο αγαπημένο μάγουλο και στο αγαπημένο μέτωπο.
Ναι, σύντομα θα είναι κοντά της ο αγαπημένος. Ανυπομονεί, αγωνιά, ανατριχιάζει, αναρωτιέται. Τι θα της φέρει το αύριο, αναρωτιέται. Θα είναι λαμπερό, όπως το φαντάζεται, όπως το ζωγράφισε στο μέσα της, ή θα είναι κι εκείνο γεμάτο πόνο, με μικρές εκλάμψεις χαράς, όπως ήταν το παρελθόν;
Κι εκείνος! Πώς θα αντιδράσει στη συμβίωση μαζί της; Θα μπορέσει να επουλώσει σύντομα τις πληγές που τον χάραξαν; Θα της δώσει την αγάπη που της αξίζει; Της αξίζει;
Εφτά χρόνια φαγούρας και τώρα που έφτασε στην πηγή, τώρα που είναι έτοιμη να πιει το νερό και να δροσίσει τους πόθους της, τώρα νιώθει πιο αβέβαιη παρά ποτέ. Πριν, τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά απλά. Αυτός αλλού, αυτή αλλού, υπήρχε μία τάξη, στο μέσα και στο έξω της. Ήξερε που πήγαινε, ήξερε τι ζητούσε. Προς εκείνον πήγαινε, την αγκαλιά του ζητούσε, ένα ανεκπλήρωτο έρωτα ζούσε.
Κάθεται στη μικρή της αυλή, παρέα με τα λουλούδια, τις γάτες και κάποια περαστικά κοτσύφια και σκέφτεται. Σκέφτεται! Το μυαλό της ταξιδεύει συνέχεια στο χθες, προσπαθεί να συλλάβει το αύριο. «Θα μπορέσει να την ξεπεράσει;» αναρωτιέται. «Θα μπορέσει; Αλλά, και γιατί, παρακαλώ, να μην μπορέσει; Έχουν περάσει, άλλωστε, τόσα χρόνια... Άλλαξε! Αλλάξαμε...»
Μοιάζει να πονάει, πολύ. Τον κόσμο εντός της τρώνε οι αμφιβολίες, οι ανασφάλειες, ο φόβος. Ο φόβος ότι το όνειρο δε θα βγει αληθινό, ότι τα χρόνια που θυσίασε θα πάνε χαμένα, ότι ποτέ δε θα την αγκαλιάσει, ότι ποτέ δε θα την αγαπήσει όπως Εκείνη. Εκείνη τη μία, τη μοναδική, Εκείνη που του χάρισε μια νέα ζωή και που έκλεψε τη δική του, Εκείνη που θα έπρεπε να μισεί με όλη της την ψυχή, αλλά δεν, αφού το μίσος της θα ήταν μικρόπρεπο, δίχως αντικείμενο, χωρίς ουσία.
Εφτά χρόνια! Πόσο γρήγορα, πόσο βασανιστικά αργά πέρασαν. Και τώρα; Τώρα μετρά τις ώρες, τις στιγμές που απομένουν, μέχρι που να βρεθεί κοντά του. Να τον κρατήσει στην αγκαλιά της δίχως όρους, χωρίς περιορισμούς και διακοπές, να τον κρατήσει, ως το τέλος.
Την αγκαλιά του σκέφτεται και χαμογελά, τα φιλιά του σκέφτεται και μαλακώνει, την αγκαλιά και τα φιλιά του σκέφτεται και τρομάζει. «Πώς θα είναι, άραγε; Πώς θα είναι;»
Οι σκιές του δειλινού ζωγραφίζουν τους τοίχους, η ροδιά ζωντανεύει καταπράσινη μπρος στα μάτια της ετούτη τη μοναδική στιγμή του Ιούνη.
«Λίγες ώρες μόνο μείνανε... Λίγες ώρες μείνανε... Μετά θα ξέρω... Εφτά χρόνια μοναξιάς... Εφτά χρόνια φαγούρας... Θα ξέρω αν θα φτάσουν στο τέλος τους... Εκείνος λέει πως με αγαπά, αλλά... Αλλά, ίσως να ήμουν το αποκούμπι του... Γι’ αυτό... Ίσως...»
Τα δάκρυα αρχίζουν να ρέουν σιωπηλά, το βλέμμα της να φωτίζει. «Το τέλος ή η αρχή,» σκέφτεται. «Το τέλος ή η αρχή!»
Κάθεται εκεί, στη μικρή αυλή, μέχρι να σκοτεινιάσει, μέχρι το φεγγάρι να ανατείλει στον πλήρη κύκλο του. Κάθεται μέχρι να στραγγίξουν τα πηγάδια της ψυχής. Κάθεται μέχρι να ανατείλει η καινούρια μέρα στη ζωή της. Κάθεται, και περιμένει, και πλάθει την εικόνα του μέσα της. Το χαμόγελο του. Το πικρό του χαμόγελο. Τα κοντοκουρεμένα μαλλιά. Το μέλι των ματιών του. Τα χέρια του που σκλήρυναν. Τα χέρια του, που ανυπομονεί να την κρατήσουν, να τη χαϊδέψουν, τα χέρια του...

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

"Ποιος είσαι;"

«Ποιος είσαι;»
«Μια ψυχή.»
«Ποιος είσαι;»
«Μια σκιά!»
«Ποιος είσαι;»
«Η σκιά του εαυτού μου!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας αλύτρωτος!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ανέστιος!»
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που θα βρεις μέσα σου!»
«Πως λένε αυτόν που θα βρω μέσα μου;»
«Κάποιος με είπε δέντρο!»
«Θέλω να σκαρφαλώσω στα κλαδιά σου!»
«Καλύτερα να βρεις πρώτα τις ρίζες!»
«Που να ψάξω;»
«Στα έγκατα της ύπαρξής σου!»
«Της δικής μου;»
«Αφού είμαι μέσα σου!»
Της χαμογελά και την κοιτά βαθιά στα μάτια. Εκείνη δείχνει να πεισμώνει μ’ ένα τρόπο γλυκό κι αποφασίζει να συνεχίσει την επίθεσή της.
«Ποιος είσαι;»
«Αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ταξιδιώτης στο χρόνο!»
«Ποιος είσαι;»
«Μια ελπίδα απέθαντη!»
«Τι ζητάς;»
«Το αδύνατο!»
«Γιατί το ζητάς;»
«Αν ήξερα το γιατί δε θα το ζητούσα!»
«Από που έρχεσαι;»
«Από το χθες!»
«Και που πας;»
«Στην άγνωστη ουσία!»
«Θα φτάσεις κάποτε μέχρι εκεί;»
«Αν φτάσω θα είναι το τέλος μου!»
«Γιατί;»
«Επειδή δε θα ’χω που να πάω. Εσύ που θες να πας;»
«Στην αγάπη!»
«Δύσκολο το ταξίδι σου και απαιτεί πολλά φονικά!»
«Φονικά;»
«Πρέπει να σκοτώσεις συνήθειες, απόψεις, δισταγμούς, αμφιβολίες. Πρέπει να φτάσεις ως το μη παρέκει. Τότε θα συναντήσεις την αγάπη ή το τέλος μιας οδυνηρής ψευδαίσθησης!»
«Ποιος θα με βοηθήσει για να τα καταφέρω;»
«Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής σου!»

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Ανάξια

«Ποτέ σου μη με πάρεις για δεδομένο!»
Αυτό μονάχα της είπε σαν προειδοποίηση
Σαν προτροπή
Εκείνος κάποιο βράδυ, μα δεν τον άκουσε,
Συνέχισε να κάνει τα δικά της.
Να τον αγαπά αφ’ υψηλού,
Να θεωρεί ότι τον είχε για πάντα αιχμαλωτίσει
Στης ομορφιάς της το μαγικό πέπλο.
Κι όμως...
Κι όμως να που της έφυγε.
Να που κίνησε γι’ αλλού και την άφησε μόνη.
Για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά στη ζωή της, μόνη.
Τώρα, κάθεται σκεφτική και λυπημένη σ’ ένα εστιατόριο,
Μα δεν τρώει, μονάχα πίνει,
Κι αναρωτιέται για της ζωής της τα γιατί,
Για την εγωμανή της τύφλα,
Που δεν την άφησε να δει, ν’ ακούσει τις αλήθειες του.
Ω, πόσο σίγουρη ήταν για τον εαυτό της!
Πόσο σίγουρη ήταν ότι το κορμί ήταν αρκετό,
Για να τον κρατήσει μόνιμο πιστό και λατρευτή της.
Πόσο έξω έπεσε!
Και τώρα πόσο χαμηλά...
Ωστόσο, καλά να πάθει, σκέφτεται,
Καλά να πάθει, μήπως και μάθει.
Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο δα πολύ αμφιβάλλει,
Καθώς είναι όμορφη, όμορφη πολύ,
Και σίγουρα κάποιος θα βρεθεί σύντομα να την αγαπήσει και πάλι.
Όχι! Όχι, όπως εκείνος, αλλά τουλάχιστον
Όπως η ίδια θέλει,
Τυφλά,
Χωρίς να της αξίζει.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει, με γαλήνια τη μοναχική ψυχή, στα ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν ένας άνθρωπος της γης, αγρότης απ’ τα γεννοφάσκια του, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του, εκείνη που τον συντρόφευε λες από πάντα, παράτησε μεμιάς και δίχως ενοχές τα κτήματα, κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, έλεγε, στη φρέσκια αλμύρα και την απεραντοσύνη της ανοικτής θάλασσας, μπορούσε να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε πρωί, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, κάτω από καθάριους φωτεινούς ουρανούς και γκρίζους απειλητικούς, μέσα από γαληνεμένα κύματα ευλογίας και άλλα οχτρικά καταραμένα, ψάχνοντας της λειψής ζωής του την ουσία. Κάθονταν για ώρες αμέτρητες εκεί, μέσα στη θαλασσοδαρμένη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τους αγγέλους και τους δαίμονές του, με τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από το μακρινό χθες και τη σημερινή δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν -μ’ ένα πικρό χαμόγελο και μια γλυκιά πίκρα- τότε που η τύχη του χαμογέλασε πλατιά και γνώρισε την αγαπημένη, τότε που η χαρά ήταν ο κανόνας στην καθημερινότητά τους, τότε που και οι δυο θαρρούσαν, μέσα στην αβυσσαλέα νεανική τους άγνοια, ότι θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Ω, πόσο απόλυτα ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην πλούσια λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την πλούσια, τη ζωοδότρα αγάπη τους, και τίποτα άλλο στον κόσμο δε χρειάζονταν. Ένιωθαν ανίκητοι, άφθαρτοι, αθάνατοι, ενώ οι άκαρδοι θεοί γελούσαν εις βάρος τους.
Έτσι, θέλοντας και μη, τα χρόνια γρήγορα πέρασαν χαράζοντας βαθιά αυλάκια στις ζωές τους, και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο, με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η γιάτραινα, η θάλασσα, μπορούσε κάπως να το αλαφρύνει, να το κάνει λίγο πιο ανεκτό. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε ολοκληρωτικά, με την ψυχή του όλη, γι’ αυτό και τη λάτρεψε, σα διάβολο και σα θεό.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, λυτρωτικές, ξόδευε μέσα στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα της φαντασίας του, θυμίζοντάς του όλ’ αυτά που έζησαν μαζί και τα άλλα, τα πολλά, που δεν πρόλαβαν, και παραπονούμενος συνεχώς, ο δόλιος, για την εγκατάλειψή του εκ μέρους της. Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα. Έφυγες και μ’ άφηκες, κυρά μου!, μονολογούσε. Αλλά, τι στ’ αλήθεια του ’φταιξε κι αυτή η κακομοίρα, και ούτε και στο θάνατο ακόμη δεν την άφηνε να ξαποστάσει; Αφού το ήξερε δα πολύ καλά, πώς ο φαφούτης ο χάρος, δεν σκέφτεται αγάπες και μοναξιές προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές έπιασε τον εαυτό του να σιγοψιθυρίζει στο κύμα, να παρακαλεί τις γοργόνες να ’ρθουν να τον ακούσουν και να τον συμπαθήσουν, να τον λυπηθούν και παίρνοντάς τον αγκαλιά να τον οδηγήσουν κι αυτόν στον κάτω κόσμο. Μια ζωή σαν παραμύθι, αυτό χρειαζόταν, μια και στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν τέτοια η ζωή του, εκλιπαρούσε κάποιους άγνωστους θεούς, ας ήταν τέτοια και θα πουλούσε δίχως κανένα δισταγμό την ψυχή του στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, ώστε να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, να την κρατήσει και πάλι στη γερασμένη του αγκαλιά. Αλλά, ξέρει! Βαθιά μέσα του το ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι, κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο, που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης καρδιάς του το σκίρτημα. Κάνε υπομονή ψυχή μου, ψιθυρίζει, και στα στοιχεία όλα της φύσης χαμογελά. Κάνε υπομονή και σύντομα θα έρθω να σε βρω...
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη να ’ρθει, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει αυτό, έτσι ξανά και ξανά, κάθε πρωί με την αυγή, παίρνει τη βαρκούλα του και καλημερίζοντας τον ήλιο που ξεπροβάλλει αυτοκρατορικός απ’ τα θαλασσινά πέρατα του ορίζοντα, βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, αλλά και πάλι ίσως ναι, και γι’ αυτό.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Αδιέξοδη Ζωή

Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.

υ.γ. παλιό και ξαναδουλεμένο

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 12

Πότε ακριβώς έφτασε η αρχή του τέλους δε θυμάται. Θυμάται μονάχα έντονα, φαρμακερά, εκείνη την τρομαχτική αίσθηση απόγνωσης που εξαπλώθηκε σα στίγμα ανίατο και μάτωσε ολάκερό της το κορμί.
Είναι αργά το μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα, και κάθεται δίπλα απ’ το κρεβάτι της ελπίδας και της απελπισίας η Αναστασία. δίπλα στο παιδί της, το παιδί τους, που δεν ξέρει αν ζει ή αν πεθαίνει. Του χαϊδεύει νωχελικά, με φροντίδα και λύπη τα μαλλιά, το καλεί νοητικά, το εκλιπαρεί να βγει απ’ τον κόσμο που εδώ και καιρό κατοικεί, να ξυπνήσει στο φως, στη ζωή. Να σωθεί για να τη σώσει.
Αλλά, εκείνο δε μοιάζει να την ακούει, μα ούτε και να νιώθει την παρουσία της δίπλα του. Σαν ένα κατηγορώ είναι η σιωπή του και τη ματώνει. Όσο ζει, μαζί του ζούνε κι οι ελπίδες μου. Αν πεθάνει, θα πεθάνω κι εγώ. Κι όχι μόνο στα λόγια, σκέφτεται.
Αν πεθάνει ο γιος της, θα πεθάνει κι εκείνη. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι πάει καιρός πολύς που νιώθει ήδη νεκρή. Τώρα, απλά προσπαθεί να ξεγράψει απ’ τη μνήμη της τής ζωής την ανάμνηση.
Τόσα σχέδια, τόσα όνειρα, όλα χαμένα. Όλα παρανάλωμα στην πυρά του χρόνου. Βλέπει τον Αλέξη της σ’ εκείνο το κρεβάτι, τον βλέπει να ψυχορραγεί και να δίνει τον αγώνα του για τη ζωή και θυμάται με βαριά καρδιά όλες τις υποσχέσεις που έδωσαν όταν είχε γεννηθεί. όταν ακούστηκε το πρώτο κλάμα κι η πρώτη ανάσα του στον κόσμο ετούτο. όταν ήρθε να επιβεβαιώσει το απόλυτο του έρωτά τους. Όλα θα τα έκαναν για κείνον, έλεγαν. Όλα! Θα δούλευαν σκληρά, θα τον καλομάθαιναν, θα του έδιναν ό,τι οι ίδιοι δεν μπόρεσαν ποτέ ν’ απολαύσουν στη ζωή τους, θα τον έκαναν το μελλοντικό τους αστέρι, εκείνο που θα τους έδειχνε το δρόμο, εκείνο που θα τους μεταμόρφωνε το είναι τους. Λόγια! Λόγια μεγάλα, λόγια άδεια, ελαφρά, διάφανα. υποσχέσεις του αέρα. Δεν ήταν ότι δεν τον αγάπησαν όπως του έπρεπε, δεν είναι ότι δεν τον φρόντισαν όσο καλύτερα μπορούσαν, δεν είναι ότι δεν έγινε για μια εποχή ο κόσμος τους, το επίκεντρο της ζωής τους. είναι ότι αποδείχτηκαν κι οι δύο κατώτεροι των περιστάσεων, υποκριτές, και αθέλητα ή ηθελημένα ψεύτες. Έκλειναν τα μάτια και τ’ αυτιά όταν οι διαφορές τους έδιναν επιβλητικά το παρόν και φώναζαν την ύπαρξή τους. Έβλεπαν σα σωστά τα λάθη τους. Κι όταν προέκυπταν προβλήματα σοβαρά, απλά κοιτούσαν αλλού. Εκείνος. ένας ερωτύλος. Εκείνη. μια δειλή. Ένας ερωτύλος που πάντοτε έκανε το δικό του και χαιρόταν τη ζωή. Μια δειλή που κρυβόταν πίσω από την εικόνα και τις ανασφάλειές της, που μία και μοναδική φορά τόλμησε το αδιανόητο, κι έφερε την καταστροφή. Φταίω δυο, φταίει μία. Φταίμε δυο φωνές και μια σιωπή γι’ αυτό που έγινε, σκέφτεται και πικρά πολύ χαμογελά.
Θα ήθελε να ήταν τώρα εκείνος εκεί κοντά της. Να σταθεί δίπλα της. Για μια, έστω, στιγμή να γίνουν και πάλι ένα, κάτω απ’ το κατώφλι του πόνου. Αλλά, εκείνος... Εκείνος δε θέλει να μοιραστεί μαζί της τις ενοχές του, τις ενοχές τους. Κι ας βαδίζουν στα ίδια μονοπάτια, κι ας απειλούνται απ’ τις ίδιες φωνές. Γιατί; Γιατί δεν έρχεται να μιλήσουμε; Ίσως ξαλαφρώσουμε λίγο έτσι. Ίσως βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, κι ας μη γίνουν καλύτερα. Ίσως... Ω, ως πότε θα κοιτώ τον τοίχο ψάχνοντας εκεί τις απαντήσεις;
Αλλά, ας είναι καλά η Μαίρη, τώρα πια δε νιώθει τόσο άσχημα. όχι όπως τις πρώτες μέρες μετά το δυστύχημα. Όταν της μίλησε, όταν άδειασε το μέσα της και ξετύλιξε το κουβάρι των ενοχών της, ένιωσε καλύτερα μετά. Ένιωσε ότι όσο υπάρχει η αγάπη, ακόμη και κάτω από τις πιο τραγικές συνθήκες, όλα μπορούν να συμβούν. Δεν της είπε κάτι για να τη βοηθήσει, δεν είχε συμβουλές για κείνη η αδελφή της, αλλά μόνο και μόνο το ότι κάθισε και την άκουσε ήταν αρκετό για να την κάνει να διακρίνει, με βλέμμα έστω θολωμένο, μια αχτίδα φωτός στον ορίζοντά του μέλλοντός της. Αν δεν είχα κι αυτήν; αναρωτιέται, αλλά δε συμπληρώνει την σκέψη της. Βγαίνει από το μέσα της κι αντικρίζει το διάφανο φως που μπαίνει απ’ το λεκιασμένο παράθυρο στο δωμάτιο και παρατηρεί το χλωμό προσωπάκι του γιου της. Θα τα καταφέρουμε; Μοιάζει να τον ρωτά μ’ αβεβαιότητα. Θα τα καταφέρουμε! του ψιθυρίζει με μεγαλύτερη σιγουριά.
Κοιτά τριγύρω της, το θάλαμο. Κρεβάτια κατειλημμένα από κάποιους άλλους μελλοθάνατους ή μελλοζώντανους. Μόνο το τώρα υπάρχει, σκέφτεται. Το αύριο δεν ξέρει κανείς αν κάποτε θα ’ρθει, ενώ το χθες μοιάζει μ’ ερημωμένη, μ’ ακατοίκητη χώρα.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 7

«Δεν κρύβομαι στο σκοτάδι, στο φως κρύβομαι. Για να με βλέπω!»
Στο φως κρύβεται, επειδή το φοβάται το σκοτάδι. Φοβάται τις σκέψεις που φέρνει μαζί του, τις ενοχές που στοιχειώνουν το είναι της με την άφιξή του.
Όλα λάθος τα έκανε στη ζωή της. Όλα! Ερωτεύτηκε πολύ νέα, παντρεύτηκε πολύ νέα, απογοητεύτηκε πολύ νέα, τα έκανε όλα σκατά πολύ νέα. Μα, αυτό το λάθος της, το τελευταίο, το τραγικό, αυτό είναι που πάντα θα την κυνηγάει, αυτό είναι που δε θα την αφήσει στιγμή να ησυχάσει και να κάνει εκεχειρία με το μέσα της, με το δόλιο της τον εαυτό, αυτόν που την πρόδωσε. Εκτός κι αν γίνει το θαύμα. Το θαύμα! Κατάντησε μοιρολατρία! Ακούς εκεί, το θαύμα. Αυτά συμβαίνουνε μόνο στα παραμύθια. Τον χάνει, τον έχασε, και το μυαλό της το χάνει, όλ’ τ’ άλλα είναι ιστορίες για αγρίους. Ωστόσο... Ωστόσο, δε θέλει να το λέει, αλλά κάπου μέσα της ελπίζει. Για τι ακριβώς, δεν ξέρει. Ή, μάλλον ξέρει. Το μόνο που δεν έχει από κάπου να πιαστεί, κάπου να στηρίξει αυτή την ελπίδα. Είναι μόνη. Απόλυτα, αφόρητα μόνη. Σε ποιον κουφό της ζωής να μιλήσει; Σε ποιο απομεινάρι της αντίληψης να εξομολογηθεί το κρίμα και τον πόνο της;
Παρατηρεί τις σκιές των δέντρων να κινούνται ρυθμικά και να χαρίζουν ζωή στα γκρίζα χρώματα της απέναντι πολυκατοικίας. Σκιές είμεθα σκιών, θυμάται το στίχο και προσπαθεί να χαμογελάσει, αλλά μάταια. Σκέφτεται. Σκέφτεται την τροπή που πήραν τα πράγματα, πώς όλα ανατράπηκαν. Ένα μικρό παραστράτημα, ένα στιγμιαίο ολίσθημα. τίποτ’ άλλο δε χρειάστηκε για να καταρρεύσει με πάταγο ο χάρτινος πύργος της κοινής τους ζωής, της ψευδαίσθησης ευτυχίας που ζούσαν. Σα μια οδοντογλυφίδα, που έσπασε στη μέση, έτσι παρομοιάζει τη ζωή τους. σα μια ευθεία που απότομα κόπηκε, και απ’ το κέντρο της αναδύθηκε η άβυσσος.
Όσο για κείνον; Τα έμαθε. Τα έμαθε τα νέα του. Κατέρρευσε. Έγινε... Χώμα έγινε. Πληγή αγιάτρευτη. Είναι κλεισμένος μέρα νύχτα στο δωμάτιο ενός άθλιου φτηνού ξενοδοχείου κοντά στο κέντρο και τα κοπανάει. Γίνεται ολημερίς λιώμα για να μην αντικρίσει κατάματα την αλήθεια και γίνει... Τι άλλο να γίνει; Ό,τι ήτανε να γίνει έγινε!
Τι να πει κανείς; Τι; Αλλιώς τα περίμενε όλα, αλλιώς της ήρθανε. Ωστόσο, δεν ήξερε. Δεν ήξερε καλύτερα. Τίποτα δεν ήξερε τότε. Όλα καλά καμωμένα ήτανε – μέχρι που τον γνώρισα, μέχρι που με γνώρισε, σκέφτεται. Μα, κάνει λάθος. Τίποτα στη ζωή δεν είναι καλά καμωμένο. Ή εμείς, μετά από πολλούς κόπους και βάσανα το κάνουμε έτσι, ή αυτό μας οδηγεί στα δικά του μονοπάτια, εκείνα που απευχόμαστε, μα όλο και πιο πρόθυμα κυνηγάμε.
Φεύγει απ’ το παράθυρο. Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο. Ξαπλώνει στο κρεβάτι χωρίς να γδυθεί, αφού θέλει ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμη. έτοιμη για να πάρει εκείνη την κλήση που ελπίζει και φοβάται. έτοιμη για να τρέξει προς τη σωτηρία ή την καταδίκη της. Παλιά για να κοιμηθεί έβαζε ωτοασπίδες, αλλά δεν το κάνει πια. Όχι μόνο επειδή υπάρχει κίνδυνος να χάσει εκείνη την ευλογημένη ή καταραμένη κλήση, αλλά και γιατί αν έκλεινε τ’ αυτιά -ήταν σίγουρη γι’ αυτό- θα άκουγε πιο εκκωφαντικά τις δόλιες σκέψεις της.
Κουλουριάζεται πάνω από τα στρώματα, στη στάση του εμβρύου, αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι και προσπαθεί να κλείσει τα μάτια της όσο πιο δυνατά μπορεί, να τ’ αποκλείσει απ’ το φως που τη λυτρώνει και την απειλεί. Μα, δεν κοιμάται. Όχι ακόμη. Όχι μέχρι να εξαντληθεί τελείως και ν’ αφεθεί σ’ ένα ύπνο παράξενο, παραληρηματικό – στον οποίο όλες οι αισθήσεις της, εσωτερικές κι εξωτερικές, θα μοιάζουν σε συνεχή επαγρύπνηση. σ’ ένα ύπνο κατευναστικό κι αγωνιώδη.

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 4

Νιώθει σα μια ύπαρξη σε χωράφια ξένα. Με κλεμμένο νερό και φροντίδες δανεικές επιβιώνει. έτσι ζει. Ο Αντρέας όλο και πιο πολύ φεύγει, όλο και πιο πολύ απομακρύνεται από κείνη, όλο και την αφήνει. Γιατί; Σε τι του έφταιξε; Για τόσα χρόνια δεν ήταν όλα μεταξύ τους καλά καμωμένα;
Δεν ξέρει τι να σκεφτεί, σε ποιον να μιλήσει. Θυμάται τα παλιά. πιάνεται σα σε αγκίστρι σωτηρίας απ’ τις αναμνήσεις της. Πάει καιρός πολύς από τότε. Από τότε που τον πρωτοείδε, που την πρωτοαντίκρισε. Από τότε που την ακολουθούσε παντού και πάντα, νύχτα και μέρα, λες και μυριζόταν τον αγέρα, σαν σκυλί, σαν ένα καλό λαγωνικό.
Τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν η κορμοστασιά του, ήταν τα μάτια του τα παιχνιδιάρικα, ήταν τα λόγια του που την έκαναν να νιώθει τόσο όμορφη, τόσο ξεχωριστή. Ο χρόνος που γρήγορα πέρασε, τα γεγονότα που τραγικά μεσολάβησαν, αυτά τα χάλασαν όλα. Κάποτε κάνανε όνειρα μαζί, τώρα κάνουν συμβιβασμούς με τους άλλους, σκέφτεται και πικρά δακρύζει. Αλλά, δεν φταίει αυτός που άλλαξε η κατάσταση. η κατάσταση φταίει που άλλαξ’ αυτός!
Κάθεται στο σαλόνι μ’ όλα τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Λες και θέλει μ’ αυτά να ξορκίσει της ζωής της τους ζωντανούς εφιάλτες. Την αγκαλιάζει από παντού, την πνίγει μέσα της η σιωπή, της κλέβει λεπτό το λεπτό, όλο και περισσότερες ανάσες. Οι μαύροι κύκλοι του κλάματος και της αγρύπνιας βαθαίνουν όλο και πιο πολύ γύρω από τα μεγάλα της μάτια.
Η ζωή της όλη μοιάζει να έχει φτάσει πια σ’ ένα τελειωτικό αδιέξοδο, απ’ όπου δεν μπορεί να διακρίνει καμία έξοδο κινδύνου, ούτε μία αχτίδα φωτός. Ο ήλιος φέγγει αλλού και: «Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να ελπίζω!» σκέφτεται. Να ελπίζει. Όταν όλοι και όλα της φωνάζουν ότι η ελπίδα πέθανε, πώς το παιχνίδι χάθηκε.
Σηκώνεται με κόπο απ’ το χαλί – όπου εγκαταλείπει το κορμί της σωριασμένο όλη νύχτα, κάθε νύχτα. Όλες οι αρθρώσεις της μοιάζουν πιασμένες, σα να έχουν αποκοιμηθεί. Τεντώνεται λίγο και στριφογυρίζει τα χέρια της, προσπαθεί να αναγκάσει τα πόδια της που μυρμηγκιάζουν να κάνουν ένα βήμα, κι άλλο ένα. Σέρνει τη μαραμένη της ύπαρξη προς τον καθρέφτη. Με μια μεγάλη προσπάθεια χαμογελά στο είδωλό της, που μοιάζει σαν ένα ερείπιο, ένα απομεινάρι του παλιού της εαυτού, κι εκείνο άκαρδα, σαρκαστικά, πιότερο ραγίζει. Θυμάται κάτι που διάβασε παλιά σ’ ένα ποίημα και αρχίζει να γελά δυνατά, νευρικά, ανεπίκαιρα. «Κοιμήθηκα φεγγαράδα και ξύπνησα νεφικό!» έλεγε ο στίχος, κι η ειρωνεία του την κτύπησε κατακέφαλα, την έκανε ξαφνικά να φλερτάρει με την πραγματική παράκρουση. «Για δες,» σκέφτεται πικρά και πιότερο γελά. «Για δες» σκέφτεται γλυκά κι όλο και πιο σπαρακτικά κλαίει.
«Αν ήταν εκείνος εδώ, όλα θα ήταν αλλιώς,» είναι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά, δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πια, λέει. Πέρασαν μαζί τόσα και τόσα. γιατί τώρα, στην πιο δύσκολή της ώρα, αποφάσισε να την εγκαταλείψει;
«Θα φύγω για λίγο,» της είπε. «Για λίγο μονάχα,» έλεγε αυτός, «Για πάντα,» φώναζαν τα μάτια του. Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει γιατί το έκανε; Ίσως να μην ήταν τόσο δυνατός όσο φάνταζε στα μάτια της. Ίσως να ήταν κι αυτός ένα δειλό ανθρωπάκι όπως όλα τ’ άλλα. Τον αγαπούσε όμως. τυφλά, με αφοσίωση. Τον μισούσε, με την ψυχή της όλη. Τον ήθελε κοντά της. Κι ας ήταν δειλός. Τον χρειαζόταν, κι ας ήταν κάποιος άλλος. Τον αγαπούσε. Τον μισούσε. Τον...
Νιώθει τις λειψές της δυνάμεις να την εγκαταλείπουν και πάλι. Αφήνει το σαρκίο της να καταρρεύσει και να πέσει μ’ ένα γδούπο στο πάτωμα. Ίσως μπορέσει να κοιμηθεί τώρα και να ονειρευτεί. Να ονειρευτεί την ελπίδα.
Έξω ξημερώνει, μέσα πέφτει το σκοτάδι.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 1

Επιτέλους, κάτι καινούριο!
Δεν ξέρω που ακριβώς θα με βγάλει αυτή η ιστορία, τους δρόμους που θα ακολουθήσει, αλλά εύχομαι τουλάχιστον να είναι ενδιαφέρουσα, τόσο για σας όσο και για μένα.
Ιδού, λοιπόν, το πρώτο κεφάλαιο από ένα -άγραφο ακόμη- μυθιστόρημα με τίτλο:
"Δυο φωνές και μια σιωπή"

Κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα και κοιτά έξω τη βροχή να πέφτει απαλά, σα σε χορογραφία, και νιώθει το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;» αναρωτιέται. «Πώς;» βροντοφωνάζει. Αλλά, η μοναξιά της, οι τοίχοι κι η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Δεν την περιμένει, άλλωστε. Την ξέρει. Την ξέρει πολύ καλά. Κι η απάντηση αυτή είναι που την σκοτώνει, που τη φέρνει κάθε μέρα, κάθε ώρα, όλο και πιο πολύ στο χείλος του γκρεμού, που την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει και τον κάτασπρο διάφανο καπνό από ένα τσιγάρο που έχει φτάσει στο τέλος του, που σε λίγο θ’ αναπαυθεί δίπλα-πάνω σε άλλα πολλά, στο τασάκι.
«Πρέπει να κάνω κάτι,» σκέφτεται, «αλλά τι;» Τι να κάνει; Αφού ο έλεγχος ξέφυγε απ’ τα χέρια της – απ’ τα χέρια τους. Όχι πώς τον είχαν ποτέ, όχι απόλυτα. Τη ζωή κανείς δεν την ελέγχει, πάντα τα δικά της κάνει, χαρίζοντας την ίδια ώρα στους δόλιους τους ανθρώπους ψευδαισθήσεις σιγουριάς και ασφάλειας. Να, σαν κι αυτές που είχε η Βασιλική. Όλα νόμιζε ότι θα πήγαιναν καλά, ότι αυτοί ποτέ δε θα την πάθαιναν όπως οι άλλοι, ότι ήταν γραμμένη στ’ αστέρια η ευτυχία τους. Κάποια φορά, μάλιστα, πλήρωσε αδρά κάποια περιπλανώμενη χειρομάντισσα για να της επιβεβαιώσει τις άκυρές της ψευδαισθήσεις. Κι εκείνη το έκανε. Της υποσχέθηκε μια υπέροχη ζωή, μα τα όνειρά της έμειναν ανεκπλήρωτα.
Και τώρα; Στέκεται σ’ ένα σταυροδρόμι και δεν ξέρει προς τα που να κινηθεί, που θα τη βγάλει ο δρόμος της. Κλείνεται ερμητικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και του μέσα της, κι αναπολεί ένα παρελθόν λειψό, ένα μέλλον που δε θα ανατείλει ποτέ.
Η βροχή πού και πού τη βγάζει απ’ τις σκέψεις της, αλλά όχι για πολύ. Ανοίγει τα μάτια και κοιτά προς τα έξω, προς τον κόσμο που εξακολουθεί πεισματικά να υπάρχει. Ακούει τις σταγόνες καθώς πέφτουν με δύναμη αναπηδώντας στο πλακόστρωτο, βλέπει τα πρώτα φώτα της νύχτας να τους ζωγραφίζουν πορτοκαλοκίτρινες σκιές. Ένα κορίτσι με όμορφο κόκκινο φουστάνι, βρεγμένο ως το κόκαλο, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σε κότσο και μ’ ένα μικρό σακίδιο στον ώμο, στέκεται κάτω από μια τέντα και σα να τουρτουρίζει. Την έπιασε εξ’ απροόπτου αυτή η φθινοπωρινή μπόρα. Για μια στιγμή σκέφτεται να την προσκαλέσει μέσα, στο σπίτι της, να στεγνώσει, να ζεσταθεί, αλλά δεν το κάνει. Τα προβλήματα των άλλων δεν την αφορούν. όχι πια! Εξάλλου είναι πολύ μικρά, πολύ ασήμαντα, μπροστά στα δικά της τα αιματοβαμμένα.
Η βροχή αγριεύει, το μέσα της θεριεύει. Που να ’ναι τώρα εκείνος; Που να ’ναι ο Αντρέας; Δε ρωτάει στ’ αλήθεια. Ξέρει. Ξέρει που είναι, αλλά να, τον χρειάζεται. Το κορμί της τον χρειάζεται. Η ψυχή της τον χρειάζεται. Μόνο εκείνος μπορεί και την ηρεμεί, μονάχα εκείνος την κάνει κι εκρήγνεται. Έχει τον τρόπο του.
Προτού τον γνωρίσει δεν πίστευε πώς θα μπορούσε ποτέ της να ερωτευτεί. Όλοι ίδιοι τής φαίνονταν οι άντρες, παιδιά της μαμάς, απλώς παιδιά, ανούσιοι. Αλλά όχι ο Αντρέας. Όχι εκείνος. Απ’ την πρώτη φορά που τον είδε, κατάλαβε. Ήταν διαφορετικός αυτός. Ήταν δυνατός. Αν τον κατακτούσε, αν τον έκανε δικό της, αυτός ποτέ δε θα της κλαιγόταν. Θα ήταν πάντα εκεί, πάντα δίπλα της, να τη στηρίζει.
Αλλά, τώρα δεν είναι. Τα ’φερε έτσι η ζωή η πλανεύτρα και τον έχασε. Τον έχασε δίχως να τον χάσει. Δεν την απογοήτευσε ποτέ. Δεν την εγκατέλειψε. Ήταν ο άντρας. ο άντρας της! Ποιος ξέρει; Ίσως όταν περάσει η φουρτούνα -κάνε θεέ μου να περάσει γρήγορα, μέσα της κρυφά παρακαλεί- γυρίσει πίσω κοντά της. Όχι ίσως, θα το κάνει αυτό, θα γυρίσει σίγουρα σ’ εκείνη. Φτάνει τα πράγματα να παν καλά. Φτάνει να μην πληρώσουν στον κόσμο ετούτο, σ’ αυτή τη ζωή, για τις αμαρτίες τους, φτάνει να ζήσει...


Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Απόσπασμα;

Κάθεται στο κρεβάτι και κοιτά έξω απ' το παράθυρο τη βροχή να πέφτει, το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" αναρωτιέται. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" βροντοφωνάζει. Αλλά, οι τοίχοι, η μοναξιά της, η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει. Πρέπει να κάνει κάτι, αλλά τι; Αφού ο έλεγχος έχει πια ξεφύγει για τα καλά απ' τα χέρια της - απ' τα χέρια τους. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" ρωτάει νοητικά τώρα εκείνον, που δεν είναι εκεί. "Πώς;" Η βροχή συνεχίζει να πέφτει...

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Η Κυρία Μόνη

Θα βγει μόνη ετούτη τη νύχτα -μάλλον θα βγει μόνη Κι ετούτη τη νύχτα- αυτή με τον καλούλη, τον εαυτό της. Χρωματίζει μ’ ένα ελαφρύ κραγιόν τα χείλη, με μολύβι βάφει τους κύκλους γύρω απ’ τα χαραγμένα της μάτια. Όχι, δε βάζει μέικ απ, δεν της αρέσει. Έτσι κι αλλιώς δεν το χρειάζεται για να γίνει όμορφη, είναι ήδη. Παρατηρεί για μια στιγμή προσεκτικά, αλλά φευγαλέα, το είδωλό της στον καθρέφτη. Τα μακριά βαμμένα μαύρα μαλλιά, το χλωμό πρόσωπο, τα πράσινα μάτια που όταν χαμογελάνε φωτίζει η πλάση. Ναι, είναι όμορφη.
Ελπίζει να βρει κι απόψε κάποιον. Όχι ένα συγκεκριμένο, απλά κάποιον. Κάποιον για να περάσει για λίγες ώρες καλά, ε, κι αν προκύψει και κάνα κρεβάτι μετά, αυτό καθόλου δε θα τη χαλάσει. Δεν το επιδιώκει ποτέ άλλωστε, δεν είναι διψασμένη για σεξ, χορτασμένη είναι, αλλά όταν οι σειρήνες των αισθήσεων την καλούν, απλά αφήνει τα πράγματα να συμβούν, καθόλου δεν αντιστέκεται. Θα ήταν ανθυγιεινό κάτι τέτοιο.
Όσο για αγάπες κι έρωτες, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχει καθόλου χώρο στη ζωή της. Όχι πως δε θέλει, όχι πως δε νιώθει την ανάγκη να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει αληθινά και με πάθος, αλλά να, οι άντρες στο τέλος-τέλος τη χαλούν. με τις ζήλιες τους, τις απαιτήσεις, τα θέλω και τις ιδιοτροπίες τους, με τους εγωισμούς τους. Έτσι κι αυτή κάποτε είπε: Ως εδώ και μη παρέκει, και έγινε η απόλυτη κυρίαρχος του εαυτού της και των αναγκών του.
Πάνε δύο σχεδόν χρόνια τώρα που είναι μόνη, χωρίς δηλαδή κάποιο μόνιμο σύντροφο στη ζωή της κι η αλήθεια είναι -η πικρή αλήθεια είναι- ότι δε νιώθει και τόσο άσχημα γι’ αυτό. Της αρέσει αυτή η ασύδοτη ερωτική ελευθερία, να φλερτάρει ασύστολα, να κάνει έρωτα δίχως σκέψεις για το αύριο. Μια ζωή την έχουμε, λέει.
Συνήθως -όχι απόψε, όμως- βγαίνει με μεγάλες αντροπαρέες, συνάδελφούς της απ’ τη δουλειά, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, καταφέρνει και βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της εξαιρετικής της ομορφιάς, αλλά κι επειδή είναι ευγενική, πρόσχαρη και ανοικτή σε όλα. προσόντα που την κάνουν πολύ ελκυστική. Όσο όμως κι αν προκαλεί το θαυμασμό στους άντρες, άλλο τόσο τους τρομάζει. Δε μοιάζει με καμιά συνηθισμένη γυναίκα, τουλάχιστον απ’ αυτές που οι ίδιοι γνωρίζουν. Δεν μπορούν να εισβάλουν στο μυαλό και να διαβάσουν τις σκέψεις της. Πολλές φορές την παρατηρούν καθώς χάνεται κάπου μέσα της, κι ολότελα ξεχνιέται, και δεν ξέρουν πώς να το ερμηνεύσουν αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πάει είναι κάπου αλλού. Ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι της και δεν πολυβλέπει, δεν ενδιαφέρεται να δει, τι συμβαίνει γύρω της. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ένας στους δύο άντρες που συναντά τη βλέπει σαν κάτι περισσότερο από μια πιθανή ερωμένη. Τους μιλά, τους ακούει, πολλές φορές τους χαρίζει κάποιες στιγμές ηδονής, αλλά πέρα απ’ αυτά τίποτα. Έτσι, κι αλλιώς, όλα τα ξεχνάει μετά. Οι άντρες είναι τα πιόνια της. Οι δικές της συσκευές ηδονής. Τους χρειάζεται μα δεν τους θέλει. Γίνεται γι’ αυτούς η καλύτερη φίλη, η πιο τρυφερή ερωμένη, μα μετά τους διαγράφει με μια μονοκοντυλιά. Πάντα! Πάντα κάπου αλλού το μυαλό της ταξιδεύει.Θα βγει, λοιπόν, απόψε μόνη. Θα πάει κάπου, θα πιει, θα τραγουδήσει και θα γελάσει, κι αν όλα πάνε πρίμα θα συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι της. Με ποιον, δεν ξέρει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περάσει καλά, χωρίς πιέσεις και δίχως υποχρεώσεις. Κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Τι θα ξημερώσει; Μα, ακριβώς ό,τι θέλει αυτή. αφού είναι κυρία του εαυτού της. Κυρία και μόνη. Η κυρία Μόνη.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

Ένα σημάδι στο δρόμο

Την έβλεπαν όλοι έτσι όπως ήταν, λυπημένη, σκυθρωπή, καταρρακωμένη, και τη συμπονούσαν με όλο της ψυχής τους το περίσσευμα. Την προηγούμενη μόλις ημέρα είχε χάσει τον άντρα της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, και τώρα στην κηδεία, στο στερνό του τον αποχαιρετισμό, έμοιαζε να τα ’χει τελείως χαμένα. Όχι, δεν έκλαιγε με λυγμούς, όπως συνήθως κάνουν οι χήρες, αλλά ούτε και κτυπιόταν φωνάζοντας το νεκρό να επιστρέψει πάλι πίσω κοντά της. Απλά, είχε υιοθετήσει μια στάση ψυχρής, θα έλεγε κανείς, αξιοπρέπειας. Κάθε τόσο κάποιο μικρό δάκρυ επιχειρούσε να βρει διέξοδο στους χλωμούς διαδρόμους του προσώπου της, αλλά στο τέλος πάντα κατάφερνε να το εμποδίσει, να το καταπιέσει. Ούτε καν ένα ξεφύσημα αναστεναγμού δεν άφησε να ξεφύγει απ’ τα πονεμένα της στήθια. Δημόσια, τουλάχιστον, θα αντιμετώπιζε τον πόνο της, το προσωπικό της δράμα, με περήφανη αξιοπρέπεια.
Η πιο καλή της φίλη, η κολλητή της από τότε που ήταν μικρές, κάποια με την οποία πέρασαν τα μύρια όσα μαζί, η Δήμητρα, την κοιτούσε και σιωπηλά μαράζωνε. Αχ, καλή μου, μονολογούσε από μέσα της, σε χτύπησε σκληρά πολύ, η μοίρα. Ναι, την ήξερε πολύ καλά τη Βάσω, διάβαζε την ψυχή της σαν ένα φανερό χαρτί στην τράπουλα της ζωής, μάντευε την κάθε της σκέψη, κι ας εκείνη υποστήριζε το αντίθετο: Δεν είμαι αυτή που νομίζεις, φιλενάδα, της έλεγε κάθε φορά που συναντιόνταν, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά να την ακούσει. Και τώρα σκεφτόταν: Το καλό είναι ότι με το φευγιό του Αντρέα, ο θεός ας αναπάψει την ψυχή του, θα έρθουμε και πάλι κοντά, όπως παλιά, όπως τότε που δεν υπήρχαν άντρες μέσα στη μέση για να μας χωρίζουν.
Δεν ήξερε, δε ρώταγε; Η Βάσω είχε άλλα, δικά της σχέδια, για το μέλλον, και όσο κι αν της κόστισε ο χαμός του άντρα της, εκείνη ήταν αποφασισμένη να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή, να φύγει για άλλους τόπους, να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, να μάθει νέα, πιο συναρπαστικά κόλπα. Αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το σκοτισμένο της μυαλό στη διάρκεια της κηδείας, και το πρόσωπό της, αν και την περισσότερη ώρα σκυθρωπό, για κάποιες φευγαλέες στιγμές έμοιαζε παράξενα να λάμπει.
Σαν τέλειωσε το τελετουργικό, όταν απέθεσαν το νεκρό κορμί στη γη και το κάλυψαν με τη μυρωδιά του φρεσκοσκαμμένου χώματος, φίλοι και γνωστοί, συγγενείς και άγνωστοι, την ακολούθησαν στο σπίτι για τον καφέ, τα ούζα και τα μεζεδάκια της παρηγοριάς. Τι να έκανε κι αυτή η καημένη; Θα υπέμενε κι ετούτο το μαρτύριο. Ως συνήθως όλοι, με τη σειρά, πήραν να την παρηγορούν. Της έλεγαν να έχει πίστη και κουράγιο, να βάλει τα δυνατά της και όλα θα πάνε καλά. Εκείνη τους άκουγε υπομονετικά, με σκυμμένο το κεφάλι, με χαμηλωμένο το βλέμμα, και τους ευχαριστούσε ψιθυριστά, σχεδόν άηχα, ραγισμένα.
Ύστερα από δυο-τρεις ώρες το σαλόνι του σπιτιού της πήρε να αδειάζει. Τελευταίοι έμειναν κάποιοι αργόσχολοι, από κείνους που περιμένουν να γίνει κάνας γάμος, καμιά κηδεία ή βάφτιση για να κλέψουν λίγες ανάσες ζωής, και η Δήμητρα, που δεν το έκανε το μεγαλείο της ψυχής της να φύγει και να εγκαταλείψει τη φιλενάδα της, στην πιο δύσκολή της ώρα. Αφού είδε κι απόειδε και λυτρωμό απ’ αυτούς δε βρήκε, η νια χήρα επικαλέστηκε ένα φοβερό πονοκέφαλο, μήπως μπορέσει και τους ξεφορτωθεί. Επιτέλους, έφεξε, έπιασαν το εμφανές υπονοούμενο και με αεροφιλήματα και λίγες τελευταίες κουβέντες παρηγοριάς, σηκώθηκαν και φύγαν. Μόνο η Δήμητρα παρέμεινε, η οποία πίστευε ακράδαντα ότι δεν είχε ακόμη φέρει σε πέρας το ιερό της καθήκον.
Όχου, μάνα μου, που μπλέξαμε! Ετούτη δω δε θα μου αδειάσει με τίποτα τη γωνιά, σκέφτονταν με σιωπηλή οργή, η Βάσω.
Πριν περάσει πολλή ώρα η φιλενάδα άρχισε να την πυροβολεί με ερωτήσεις σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του μακαρίτη, ο οποίος χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο σε κάποια διασταύρωση, για να εγκαταλειφθεί αιμόφυρτος στο δρόμο και να ξεψυχήσει καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο.
Τον είδες, καλή μου, τον άντρα σου προτού ξεψυχήσει; Τον είδες; Πώς όταν;
Ήταν... Ήταν... Ήταν σαν ένα σημάδι στο δρόμο, απάντησε εκείνη, και μη μπορώντας άλλο πια να καταπιέζει μέσα της όλα εκείνα τα συναισθήματα, που για ώρες ατέλειωτες αμείλικτα την τυραννούσαν, έτρεξε στο υπνοδωμάτιό της, κλειδαμπάρωσε την πόρτα, ρίχτηκε μπρούμυτα, ακριβώς έτσι όπως ήταν ντυμένη, στο κρεβάτι κι άρχισε να γελά με την ψυχή της. Γελούσε τόσο πολύ, τόσο τρανταχτά, τόσο από καρδιάς, που ώρες-ώρες ένιωθε να της κόβεται η ανάσα.Η Δήμητρα, που με κάποια μικρή καθυστέρηση την ακολούθησε και βρήκε την πόρτα κλειστή, έστησε για λίγο αυτί απ’ έξω και την άκουσε, έλεγε μετά στους κοινούς τους γνωστούς, να κλαίει με λυγμούς, σπαρακτικά πολύ, τόσο πολύ που έμοιαζε να πνιγόταν!

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την πείραζε.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Της μοναξιάς

Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται: «Τι γυρεύω εγώ εδώ;» Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει. Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει. Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει. Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη, αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου, στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα, κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια, λες κι αντικρίζει ένα θαύμα. Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ, συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται. «Αχ, και νάμουν αλλιώς». Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους, αναπολώντας μια μελλοντική ζωή. Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει. Χαμογελά. Πικρά! Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα. Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…

Αχ, τελειώσαμε και μ' αυτό...