Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νοσοκομείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νοσοκομείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 18

Νιώθει ακόμη τη μυρωδιά του, την αύρα του, να περιπλανιέται στο χώρο. Να της γεμίζει τα στήθια αμυχές, το μυαλό αναμνήσεις. Της λείπει. Της λείπει ο άτιμος, πολύ. Θέλει να τον δει, θέλει να του μιλήσει και να τον ακούσει. Ποτέ δε μιλούσαν ιδιαίτερα οι δυο τους, όχι μεταξύ τους δηλαδή, κι ίσως αυτό να ήταν που οδήγησε στην αποξένωση και στην απομάκρυνση, στη θανατερή μοναξιά, στα τετελεσμένα. Δε σκότωσα τη σχέση μας. Την άφησα ν’ αυτοκτονήσει στα χέρια του, σκέφτεται.
Τον αγαπάει τον Αντρέα. τον αγαπάει ακόμη. Αλλά να, δεν ξέρει -μετά απ’ όλα αυτά που συνέβησαν- αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί του και πάλι. Πρέπει να βρούνε ένα νέο κοινό σημείο επαφής – ένα λόγο, ένα άτομο, που θα μπορέσει να τους φέρει και πάλι κοντά. Δεν είναι όλα χαμένα, όχι ακόμη. Όχι όσο αναπνέει το παιδί της, όχι όσο έχει δίπλα της εκείνη τη γυναίκα-φως που ήρθε για να τη βγάλει απ’ τη σκοτοδίνη των ενοχών, την αδελφή της.
Ναι, είναι μαζί της σήμερα η Μαίρη, εκεί, στο νοσοκομείο. Κάθεται σιωπηλή σε μια γωνιά δίπλα απ’ το παράθυρο και διαβάζει ένα βιβλίο. Τόσο γαλήνια! Ναι, τη ζηλεύει, κι ας υποστηρίζει πώς είναι κι εκείνη μόνη. Εκείνη είναι μόνη επειδή είναι μία και μοναδική, η ίδια για τον ακριβώς αντίθετο λόγο.
«Όπως σου είπα: Όλα θα πάνε καλά. Τώρα που είμαι εδώ, νιώθω περισσότερο σίγουρη από ποτέ!»
Σηκώνει το κεφάλι απ’ τη θέα του γιου της, την κοιτά με αγάπη, της γνέφει σχεδόν με πίστη, καταφατικά. Όλα θα πάνε καλά!
Κάποιος μπαίνει στο θάλαμο. Γυρνά το βλέμμα της προς τα κει. Αναστατώνεται. Παγώνει. Εκείνος! Ο Αντρέας. Τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ; Τον κοιτάει σιωπηλά, άφοβα, άφωνα. Πόσο έχει αλλάξει! Μοιάζει να έχει καταρρεύσει. Έγινε κουρέλι, ολόκληρος ένας πόνος, που περιφέρεται σα φάντασμα στους διαδρόμους της ζωής. Πάει να πει κάτι, να του μιλήσει, μα δεν μπορεί. Δε βγαίνουνε τα λόγια. Δεν ξέρει και πώς ν’ αντιδράσει.
«Γεια σου, Αντρέα!»
Σπάει η Μαίρη τη σιωπή. Εκείνος λίγος ταράζεται. Δεν την είδε. Τώρα νιώθει περισσότερο άβολα. Νιώθει χαμένος. Σα να στέκεται μπροστά από κατήγορο και δικαστή και προσπαθεί κάπως να δικαιολογήσει τις πράξεις του, μα δεν του βγαίνουν τα λόγια. εφιάλτη του θυμίζει η σκηνή. Έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο θέλει να ξεφύγει, μα δεν μπορεί. Ένα εφιάλτη βαρύ, που όσο κι αν φωνάζει κανείς βοήθεια η φωνή του δεν μπορεί να ακουστεί.
«Έλα, κάθισε. Θα σας αφήσω μόνους.»
Μεταφέρει την καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι του παιδιού η Μαίρη, φιλά στο μάγουλο την αδελφή της και καθώς κατευθύνεται προς τα έξω αγγίζει τον Αντρέα φιλικά, σχεδόν με στοργή στον ώμο, δίχως ωστόσο να πει λέξη. Τους εγκαταλείπει στην αμηχανία και τις σιωπές τους.
Για λίγη ώρα απλά στέκεται εκεί και κοιτάει ο Αντρέας. εκείνη και το παιδί τους. Νιώθει ότι ήταν λάθος του που πήγε εκεί τέτοια ώρα. Αλλά, λάθος ή σωστό, το έκανε ήδη. Δεν μπορεί να δειλιάσει. Δεν μπορεί να υποχωρήσει. Όχι τώρα. Πλησιάζει αργά, δισταχτικά, προς το κρεβάτι. Κάθεται δίπλα στην Αναστασία. Δε μιλά. Φοβάται. Φοβάται μήπως και μυρίσει το πιοτό στο χνώτο του. Έκανες το πρώτο βήμα. Κάνε και το δεύτερο, μοιάζει να προστάζει τον εαυτό του, όμως εκείνος δε δείχνει πρόθυμος να υπακούσει.
Όσο για την Αναστασία κι αυτή χαμένα τα ’χει. Δεν τολμά να τον κοιτάξει. Δεν τολμά να του μιλήσει. Δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, έτσι ντύνεται πατόκορφα με τα ρούχα της απάθειας για να επιβιώσει. για να επιβιώσει απ’ αυτό το αναπάντεχο συναπάντημα. Όλα λάθος τα κάνεις, Αντρέα, όλα τη λάθος ώρα, θέλει να του πει. Αν ερχόταν λίγο πιο νωρίς ή λίγο πιο αργά, ίσως τα πράγματα να ήταν κάπως καλύτερα. Ωστόσο, αναρωτιέται τι ήταν εκείνο που τον έκανε να έρθει εδώ. Τι; Ποιος; Αφού εκείνος ο ίδιος της είχε απαγορεύσει να επιδιώξει να τον συναντήσει. Τώρα γιατί ήρθε;
Δε θα πάρει καμία απάντηση στο ερώτημά της -όχι ετούτη τη φορά- αφού έτσι ξαφνικά όπως ήρθε, αποφάσισε να φύγει ο Αντρέας. Σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα, χάιδεψε αμίλητα το πρόσωπο το παιδιού, της έπιασε για μια στιγμή φευγαλέα το χέρι κι απομακρύνθηκε.
Μια στιγμή αργότερα μπήκε στο δωμάτιο η Μαίρη.
«Λοιπόν;» Μπήκε αμέσως στο θέμα.
«Λοιπόν τι;»
«Τι έγινε;»
«Απολύτως τίποτα! Κάθισε, σιώπησε, έφυγε...»
«Έχει τα χάλια του.»
«Είναι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.»
«Τον λυπάσαι;»
«Δεν ξέρω. Μάλλον όχι. Ή ίσως ναι. Τον λυπάμαι, αλλά όχι πολύ. Τον αγαπώ, αλλά όχι και τόσο. Ω, δεν ξέρω τι λέω!»
«Σε καταλαβαίνω. Μια ζωή περάσατε μαζί, κι αυτό ποτέ μην το ξεχνάς. Πάντως δε μου φάνηκε οργισμένος, όπως τον περίμενα, αλλά μάλλον καταπονημένος, ηττημένος. Το πήρε πολύ βαρύτερα από σένα αυτό που συνέβηκε.»
«Είναι που εγώ άδειασα κι αδειάζω καθημερινά τον κουβά του πόνου, ενώ εκείνος μάλλον τα κρατάει όλα μέσα του.»
«Δεν έχει φίλους;»
«Ένα και μοναδικό. Κι εκείνος είναι φονιάς. Ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισε ποτέ στη ζωή μου, αλλά φονιάς. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει. Και δεν ξέρω κι αν ο δικός μου θα ήθελε να τον ακούσει. Πάντα ξεροκέφαλος ήταν ο Αντρέας, πάντα το δικό του έκανε. ποτέ δεν άκουγε κανένα.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν, Αναστασία μου, ειδικά όταν τους το επιβάλλουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι περιστάσεις. Τώρα, όσο κι αν τον πληγώνει, όσο κι αν τον καταθλίβει αυτό, πρέπει να ξεχάσει τον εγωισμό του. Πρέπει ν’ αρχίσει να σκέφτεται τους άλλους, εσάς, εσένα και τον Αλέξη, περισσότερο απ’ τον εαυτό του.»
«Δεν είναι κακός άνθρωπος, χαμένος είναι.»
«Δεν είπα ότι είναι κακός. Είπα ότι πρέπει να διορθώσει τα λάθη του. Κανένας δεν είναι αλάνθαστος, αυτό το είπαμε χιλιάδες φορές, αλλά πού και πού πρέπει να τολμάμε ν’ αλλάζουμε τα πάντα, να γυρίζουμε τον κόσμο ανάποδα, για να κάνουμε τα λάθη μας σωστά. Το να βλέπεις την αλήθεια δεν είναι αρκετό, πρέπει να την καταλαβαίνεις κιόλας, κι αυτό, προς το παρόν, ο Αντρέας δε φαίνεται να το κάνει. Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, αδελφούλα μου, είναι η αδιαφορία. Η δική του αδιαφορία για σένα και το παιδί σας ήταν που έφερε την καταστροφή...»
Άφησε τα λόγια της να πλανιόνται για λίγο στον αποπνικτικό αγέρα του θαλάμου η Μαίρη, να γεμίζουν τις σιωπές, σηκώνοντας σκόνη, ψάχνοντας στόχο. Είδε τα ματιά της αδελφής της να φωτίζονται και να σκοτεινιάζουν, ν’ αναπολούν και ν’ απορούν, προτού μιλήσει και πάλι, πριν βάλει μία ακόμη πινελιά στο σουρεαλιστικό σκηνικό της μέρας.
«Θυμάσαι, Αναστασία; Θυμάσαι πώς ήσουνα κάποτε; Θυμάσαι πόσο όμορφα σχέδια, πόσο πολύχρωμα όνειρα έκανες; Πάρε, λοιπόν, εκείνον τον κόσμο τον ιδανικό, το χαρούμενο που άλλοτε έκτιζες μέσα σου και οδήγησέ τον προς τα έξω. κάνε τον μ’ ένα χτύπημα των δαχτύλων να εμφανιστεί, να γίνει ζωή.»
«Τα όνειρα, Μαίρη... Τα όνειρα! Εκείνος με δίδαξε να ονειρεύομαι, ξέρεις και με δίδαξε καλά. Για να μ’ αφήσει, όμως, σαν πέρασε ο χρόνος μετεξεταστέα!»
«Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ αλλάξεις πορεία...»
«Μα ποιος ξέρει στ’ αλήθεια ποιος είναι ο σωστός δρόμος; Ποιος μπορεί στα σίγουρα να πει που οδηγεί;»
«Αν δεν αρχίσεις να περπατάς, δε θα το μάθεις ποτέ!»
«Αν δεν αρχίσω να περπατώ θα μείνω εδώ, που είναι η θέση μου...»
«Η θέση σου είναι εκεί έξω. Εκεί έξω που θα βγεις σύντομα πολύ, κρατώντας σφικτά το χέρι του Αλέξη.»
Άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει βιαστικά απ’ τα μάτια της η Αναστασία. Άπλωσε τα χέρια κι αγκάλιασε την αδελφή της. Την αγκάλιασε για τις σκληρές κι ανώδυνες αλήθειες της, για τη σιγουριά της, επειδή ήταν εκεί, επειδή της θύμιζε ποια ήταν η ίδια και ποια θα μπορούσε να γίνει. Δεν της είπε ευχαριστώ, τίποτα δεν της είπε. Μόνο την κράτησε έτσι για ώρα πολλή, μεταδίδοντας σώμα με σώμα την ευγνωμοσύνη της. Όσο υπάρχουν τέτοιες ψυχές, μπορώ κι εγώ η δόλια να ονειρεύομαι μια καλύτερη μέρα, σκέφτηκε, μα δε μίλησε, για να μη μολύνει με λέξεις τη μαγεία της στιγμής.

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 12

Πότε ακριβώς έφτασε η αρχή του τέλους δε θυμάται. Θυμάται μονάχα έντονα, φαρμακερά, εκείνη την τρομαχτική αίσθηση απόγνωσης που εξαπλώθηκε σα στίγμα ανίατο και μάτωσε ολάκερό της το κορμί.
Είναι αργά το μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα, και κάθεται δίπλα απ’ το κρεβάτι της ελπίδας και της απελπισίας η Αναστασία. δίπλα στο παιδί της, το παιδί τους, που δεν ξέρει αν ζει ή αν πεθαίνει. Του χαϊδεύει νωχελικά, με φροντίδα και λύπη τα μαλλιά, το καλεί νοητικά, το εκλιπαρεί να βγει απ’ τον κόσμο που εδώ και καιρό κατοικεί, να ξυπνήσει στο φως, στη ζωή. Να σωθεί για να τη σώσει.
Αλλά, εκείνο δε μοιάζει να την ακούει, μα ούτε και να νιώθει την παρουσία της δίπλα του. Σαν ένα κατηγορώ είναι η σιωπή του και τη ματώνει. Όσο ζει, μαζί του ζούνε κι οι ελπίδες μου. Αν πεθάνει, θα πεθάνω κι εγώ. Κι όχι μόνο στα λόγια, σκέφτεται.
Αν πεθάνει ο γιος της, θα πεθάνει κι εκείνη. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι πάει καιρός πολύς που νιώθει ήδη νεκρή. Τώρα, απλά προσπαθεί να ξεγράψει απ’ τη μνήμη της τής ζωής την ανάμνηση.
Τόσα σχέδια, τόσα όνειρα, όλα χαμένα. Όλα παρανάλωμα στην πυρά του χρόνου. Βλέπει τον Αλέξη της σ’ εκείνο το κρεβάτι, τον βλέπει να ψυχορραγεί και να δίνει τον αγώνα του για τη ζωή και θυμάται με βαριά καρδιά όλες τις υποσχέσεις που έδωσαν όταν είχε γεννηθεί. όταν ακούστηκε το πρώτο κλάμα κι η πρώτη ανάσα του στον κόσμο ετούτο. όταν ήρθε να επιβεβαιώσει το απόλυτο του έρωτά τους. Όλα θα τα έκαναν για κείνον, έλεγαν. Όλα! Θα δούλευαν σκληρά, θα τον καλομάθαιναν, θα του έδιναν ό,τι οι ίδιοι δεν μπόρεσαν ποτέ ν’ απολαύσουν στη ζωή τους, θα τον έκαναν το μελλοντικό τους αστέρι, εκείνο που θα τους έδειχνε το δρόμο, εκείνο που θα τους μεταμόρφωνε το είναι τους. Λόγια! Λόγια μεγάλα, λόγια άδεια, ελαφρά, διάφανα. υποσχέσεις του αέρα. Δεν ήταν ότι δεν τον αγάπησαν όπως του έπρεπε, δεν είναι ότι δεν τον φρόντισαν όσο καλύτερα μπορούσαν, δεν είναι ότι δεν έγινε για μια εποχή ο κόσμος τους, το επίκεντρο της ζωής τους. είναι ότι αποδείχτηκαν κι οι δύο κατώτεροι των περιστάσεων, υποκριτές, και αθέλητα ή ηθελημένα ψεύτες. Έκλειναν τα μάτια και τ’ αυτιά όταν οι διαφορές τους έδιναν επιβλητικά το παρόν και φώναζαν την ύπαρξή τους. Έβλεπαν σα σωστά τα λάθη τους. Κι όταν προέκυπταν προβλήματα σοβαρά, απλά κοιτούσαν αλλού. Εκείνος. ένας ερωτύλος. Εκείνη. μια δειλή. Ένας ερωτύλος που πάντοτε έκανε το δικό του και χαιρόταν τη ζωή. Μια δειλή που κρυβόταν πίσω από την εικόνα και τις ανασφάλειές της, που μία και μοναδική φορά τόλμησε το αδιανόητο, κι έφερε την καταστροφή. Φταίω δυο, φταίει μία. Φταίμε δυο φωνές και μια σιωπή γι’ αυτό που έγινε, σκέφτεται και πικρά πολύ χαμογελά.
Θα ήθελε να ήταν τώρα εκείνος εκεί κοντά της. Να σταθεί δίπλα της. Για μια, έστω, στιγμή να γίνουν και πάλι ένα, κάτω απ’ το κατώφλι του πόνου. Αλλά, εκείνος... Εκείνος δε θέλει να μοιραστεί μαζί της τις ενοχές του, τις ενοχές τους. Κι ας βαδίζουν στα ίδια μονοπάτια, κι ας απειλούνται απ’ τις ίδιες φωνές. Γιατί; Γιατί δεν έρχεται να μιλήσουμε; Ίσως ξαλαφρώσουμε λίγο έτσι. Ίσως βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, κι ας μη γίνουν καλύτερα. Ίσως... Ω, ως πότε θα κοιτώ τον τοίχο ψάχνοντας εκεί τις απαντήσεις;
Αλλά, ας είναι καλά η Μαίρη, τώρα πια δε νιώθει τόσο άσχημα. όχι όπως τις πρώτες μέρες μετά το δυστύχημα. Όταν της μίλησε, όταν άδειασε το μέσα της και ξετύλιξε το κουβάρι των ενοχών της, ένιωσε καλύτερα μετά. Ένιωσε ότι όσο υπάρχει η αγάπη, ακόμη και κάτω από τις πιο τραγικές συνθήκες, όλα μπορούν να συμβούν. Δεν της είπε κάτι για να τη βοηθήσει, δεν είχε συμβουλές για κείνη η αδελφή της, αλλά μόνο και μόνο το ότι κάθισε και την άκουσε ήταν αρκετό για να την κάνει να διακρίνει, με βλέμμα έστω θολωμένο, μια αχτίδα φωτός στον ορίζοντά του μέλλοντός της. Αν δεν είχα κι αυτήν; αναρωτιέται, αλλά δε συμπληρώνει την σκέψη της. Βγαίνει από το μέσα της κι αντικρίζει το διάφανο φως που μπαίνει απ’ το λεκιασμένο παράθυρο στο δωμάτιο και παρατηρεί το χλωμό προσωπάκι του γιου της. Θα τα καταφέρουμε; Μοιάζει να τον ρωτά μ’ αβεβαιότητα. Θα τα καταφέρουμε! του ψιθυρίζει με μεγαλύτερη σιγουριά.
Κοιτά τριγύρω της, το θάλαμο. Κρεβάτια κατειλημμένα από κάποιους άλλους μελλοθάνατους ή μελλοζώντανους. Μόνο το τώρα υπάρχει, σκέφτεται. Το αύριο δεν ξέρει κανείς αν κάποτε θα ’ρθει, ενώ το χθες μοιάζει μ’ ερημωμένη, μ’ ακατοίκητη χώρα.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 9

Μακρύς και δύσκολος κι ανηφορικός πολύ ήταν ο δρόμος που περπάτησε βήμα το βήμα, λεπτό το λεπτό, μέχρι να φτάσει ως εδώ. ώσπου να φτάσει στο κατώφλι της χαράς και να το προσπεράσει, για να κινήσει ολοταχώς για το ξωπόρτι της απώλειας. Θα ζήσω για πάντα, φώναζε κάποτε ο τρελός, μα, απ’ ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν περίμενε ότι θα έβλεπε άλλους δίπλα του να πεθαίνουν.
Κάθεται δίπλα από ένα κρεβάτι, σε κάποιον θάλαμο αφόρητα παραμελημένου και φαινομενικά ξεχασμένου απ’ το χρόνο, νοσοκομείου. Βλέπει σωλήνες και σωληνάκια να εισβάλλουν στο στόμα και τα χέρια ενός κορμιού αγαπημένου, ένα καρδιογράφο να καταγράφει τις κινήσεις του μέσα του και ραγίζει. Θέλει ν’ αφήσει να ξεφύγει απ’ τα στήθια του μια σπαρακτική κραυγή, μια βλαστήμια, μια προσευχή-απειλή, για ν’ αδειάσει, να ξαλαφρώσει, αλλά κρατά γερά τα λουριά του εαυτού του, δεν τον αφήνει να ξεφύγει απ’ τον έλεγχο.
Σα να κρατά συντροφιά στο γέρο άρχοντα, το θάνατο, έτσι νιώθει. Η απόλυτη σιγή του χώρου τον τρομάζει, τον καθησυχάζει, τον αφυπνίζει και την αφηνιασμένη του ψυχή πολύ ταλαιπωρεί. Θέλει να πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα νικήσει η χαρά, η ζωή, αλλά δεν μπορεί. όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να δει τον κόσμο φωτεινό, το μέλλον μ’ αισιοδοξία.
Στον τοίχο βλέπει μια εικόνα του Χριστού, παλιά πολύ, από χαρτί λεπτό και ξεβαμμένο. Λες; Λες να προσευχηθεί σ’ Εκείνον για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια; Αλλά, όχι. Όχι! Αν όλα στον κόσμο Του ήταν σωστά και καθώς πρέπει καμωμένα, ποτέ δε θα συνέβαινε αυτό που του συμβαίνει, ποτέ δε θα έπεφτε στο βάραθρο, ποτέ του δε θα γνώριζε τέτοιο πόνο. Εκτός κι αν πληρώνει τις αμαρτίες του, όπως λένε κι οι παπάδες. Αλλά, αν είν’ έτσι, εκείνοι γιατί δεν πληρώνουν τις δικές τους;
Σηκώνεται απ’ την καρέκλα. Περπατά όσο πιο αθόρυβα μπορεί πάνω κάτω μέσα στο θάλαμο. Αφουγκράζεται τις ανάσες των άλλων ασθενών, που λες και μετά βίας αφήνουν τα στήθια τους. Πηγαίνει στο παράθυρο, αλλά τι θέα ν’ απολαύσει; Γκρίζες πολυκατοικίες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα -κολλημένα σχεδόν το ένα πάνω το άλλο- στα πεζοδρόμια, ένα ξερό χωράφι αφημένο στη μοίρα του, δυο-τρία δέντρα, που κατά τύχη μάλλον ξέφυγαν απ’ το τσεκούρι του πολιτισμού, και τα φώτα της νύχτας. Ψάχνει τον ουρανό, αλλά δεν τον βρίσκει. Αλλά και να τον έβρισκε, τ’ αστέρια θ’ απουσίαζαν. θα ’ταν αλλού, όπως και το φως που άλλοτε έλουζε τη ζωή του. Κάνει να κατευθυνθεί προς τα έξω, για να βρει κάποια γωνιά ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, αλλά αμέσως μετανιώνει. Δεν το κάνει η ψυχή του. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής του στο κρεβάτι του πόνου μοναχό του, μόνο και μόνο επειδή θέλει να ρίξει στο πηγάδι του μέσα του λίγες ακόμη ανάσες θάνατο.
Ξεφυσάει άηχα, ενοχικά, και επιστρέφει στη θέση του. Κάθεται και παίρνει να χαϊδεύει απαλά, νωχελικά, με στοργή ανείπωτη τα μαλλιά και το πρόσωπο, την αγγελική μορφή που έχει μπροστά του. Θα γίνεις καλά, ψιθυρίζει. Θα γίνεις καλά. Καλύτερα κι από πρώτα. Αλλά, δεν ακούγεται και τόσο σίγουρος, όχι και τόσο πειστικός. ούτε ακόμη και στον εαυτό μου. Α, ρε Αντρέα! Ποιος να στο ’λεγε!
Αποτραβάει το χέρι, το αφήνει να πέσει παρατημένο στο πλευρό της καρέκλας. Χαλαρώνει το κορμί. Κλείνει τα μάτια. Δε θα κοιμηθεί, το ξέρει. Αλλά να, και μια ψευδαίσθηση ύπνου του κάνει, είναι αρκετή. για να τον κάνει για λίγο να ξεφύγει απ’ τους δαίμονές του, για να ξεχαστεί.