Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Ο χαρταετός


Η ζωή της δεν ακολούθησε το δρόμο που κάποτε ονειρευόταν – ίσως επειδή τα περισσότερα όνειρα δε βγαίνουνε ποτέ αληθινά. Φυσικά, ίσως να φταίει και το ότι άλλαζε συχνά γνώμη στο παρελθόν σε ότι αφορά αυτά τα όνειρα. Πότε ονειρευόταν να γίνει το ένα και πότε το άλλο, και πού και πού δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί.
Ούτε και σήμερα ονειρεύεται, όχι πολύ, αφού δεν της περισσεύει πια ο χρόνος. Τι κατάντια κι αυτή! Μα να μην μπορεί καν να βρει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει λίγο στο μέσα της και να δει άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, εποχές και δράματα που της ξεφύγαν;
Αν της ελεγε κάποιος πριν από χρόνια, τότε που ακόμη ήταν στη φάση της καθυστερημένης της εφηβείας, ότι θα έφτανε κάποτε σ' αυτό το χάλι θα τον έβγαζε τρελό. “Εγώ; Ποτέ!” θα του έλεγε. “Εγώ θα παραμείνω για πάντα φευγάτη, ονειροπόλα”.
Φευγάτη παραμένει ακόμη, αλλά μόνο όταν οδηγεί, όταν είναι στο μπάνιο και αφήνει το νερό να της χαϊδέψει τις αισθήσεις και όταν, όλο και πιο σπάνια, ταξιδεύει. Πολλές φορές συλλαμβάνει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι πιο πολύ απ' το καθετί επιθυμεί το λίγο των πιο πάνω να γίνει πολύ – οι σταγόνες δροσιάς της να μετατραπούν σε ουρανών καταρράκτες και να την παρασύρουν στο υπέροχο πέρασμα τους. Πόσοι δεν το επιθύμησαν αυτό; Και πόσοι δεν το είδαν ποτέ να συμβαίνει;
Πού τριγυρνάς, κορίτσι μου;” τη ρώτησε μόλις ψες μια φίλη της, καθώς την είδε να δίνει το παρόν της, μα να απουσιάζει ψυχικά από μια κοινωνική εκδήλωση.
Σκέφτηκε πολύ μέχρι να της απαντήσει, αλλά ακόμη και τότε δεν είπε την αλήθεια. “Σκέφτομαι τη μικρή και μου λείπει”, της είπε.
Η “μικρή” είναι η κόρη της – η σωτήρας και η καταδίκη της. Αν δεν την είχε κι αυτή δεν ξέρει πώς θα άντεχε ακόμη να ζει. Τα λογάκια, τα γέλια και τα χαμόγελά της, οι ατέλειωτές της ερωτήσεις και οι εξερευνήσεις της σ' ένα κόσμο που μόλις τώρα αποκτά σημασία γι' αυτή – αυτά είναι τα πράγματα που τώρα την κρατούν σε εγρήγορση, που της δίνουν κάποιο σκοπό.
Αλλά – πάντα υπάρχει ένα “αλλά” που πολύ μας τυραννεί – όσο κι αν δεν το θέλει, νιώθει ότι κι αυτό ακόμη, το παιδί της, δεν είναι αρκετό για να γεμίσει της ζωής της τα μεγάλα κενά. Τι της λείπει; Κάποιος ίσως που να την καταλαβαίνει. Τι της λείπει; Η σιωπή, την οποία από πάντοτε αγαπούσε. Τι της λείπει; Οι εικόνες απ' τις οποίες εμπνεόταν για να δημιουργήσει τέχνη.
Θυμάται τη ζωή στην πόλη που γεννήθηκε και απρόσκλητα κάνουν την εμφάνισή τους στα μάτια της δυο δάκρυα και λίγα ακόμη. Τα σκουπίζει με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιο λεκέ, και γεύεται την αλμύρα τους. Τι ωραία που ήταν όλα παλιά! Μα, ωραία δεν φαντάζουν όλα, ή έστω τα περισσότερα, στον καμβά των αναμνήσεών μας;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Κάθε φορά που έφτανε κάπου, ένιωθε μέσα της την ανάγκη να πάει κάπου αλλού, και κάθε που πετύχαινε κάτι έθετε ένα νέο στόχο, διαφορετικό. Ένα ταξίδι υπήρξε τελικά η μέχρι τώρα ζωή της, όχι στο χώρο και στο χρόνο, αλλά απλά στις καταστάσεις. Τι της έμεινε απ' αυτό το ταξίδι; Κάποιες στιγμές μαγικές.
Δεν ήταν πολλές, αλλά χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη της, και για κάποιο λόγο η πιο σημαντική από αυτές ήταν όταν ο πατέρας της τη δίδαξε πως να πετά χαρταετό, ένα χαρταετό που ο ίδιος έφτιαξε με υλικά φτωχικά, μα που στα δικά της μάτια φάνταζε υπέροχος. Αυτή η ανάμνηση τη στοιχειώνει τώρα τόσο, επειδή αυτή ήταν ίσως η μοναδική φορά που οι δυο τους ξόδεψαν τόσο χρόνο μαζί. Βοήθησε, όπως μπορούσε, στη δημιουργία του χαρταετού, έμαθε με μεγάλη χαρά πως να τον πετά, και μετά τον παράτησε. Κι αυτό επειδή ο μπαμπάς της πήγε και της πέθανε. Ήταν εφτά χρόνων τότε.
Το πρόσωπό του έχει γίνει πια θολό στις θύμησές της, αλλά αυτό που μοιράστηκαν τότε είναι πιο ζωντανό παρά ποτέ – μια ψηφίδα στο λειψό παζλ της ύπαρξής της. Οι βόλτες στην προκυμαία και το φάρο της γενέθλιας πόλης, το τραγούδι των γλάρων και η εμφάνιση κάποτε στ' ανοικτά ενός δελφινιού, είναι οι υπόλοιπές της γλυκές αναμνήσεις, και γι' αυτό νιώθει πολύ φτωχή.
Είμαστε το σύνολο των εμπειριών και των αναμνήσεών μας”, διάβασε κάπου. Πόσο θα ήθελε ν' αρχίσει τώρα δα να εμπλουτίζει όσο περισσότερο μπορεί τα πιο πάνω. Μα, πώς; Εδώ, μετά βίας βρίσκει το χρόνο, με το συμπάθιο, να κατουρήσει, πώς να μπορέσει λοιπόν να κάνει κάτι μεγάλο, κάτι συνταρακτικό που θα της αλλάξει τη ζωή όλη; Εκτός – πάντα υπάρχει ένα “εκτός” κι ας οι περισσότεροι δεν μπορούν να το δουν ή έστω να το παραδεχτούν – κι αν κινήσει προς τα μπρος εκκινώντας από τα πίσω. Το παρελθόν ίσως μπορέσει να της δείξει το δρόμο, μαζί μ' ένα ταλέντο κρυφό που, θέλοντας και μη, άφησε στο χρόνο να ατροφήσει.
Τρέχει στο δωμάτιο της κόρης της, που μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, απολαμβάνει τη σιέστα της. “Μακάρι να συνεχίσει να κοιμάται για λίγο ακόμη”, εύχεται, καθώς της κλέβει δυο μαρκαδόρους, ένα κίτρινο κι ένα γαλάζιο, μαζί μ' ένα μεγάλο χαρτόνι από το μικροσκοπικό γραφείο, ενώ ξεθάβει και δύο πενάκια από ένα κουτί που είχε κρύψει ψηλά στο ντουλάπι, ώστε να μην μπορεί να το φτάσει η μικρή.
Επιστρέφει στην κουζίνα βιαστικά, κουβαλώντας τα υλικά των πόθων της. Κάθεται στο τραπέζι και κλείνει τα μάτια. Προσπαθεί να γαληνέψει, αλλά δεν της είναι εύκολο αφού η ανησυχία είναι η φυσική της κατάσταση. “Έλα, Μαρίνα”, ψιθυρίζει, προσπαθώντας να καλοπιάσει τον εαυτό της. “Έλα. Θα τα καταφέρεις...”
Μετά από αρκετή ώρα ανοίγει και πάλι τα μελισσιά της μάτια και μέσα εκεί βλέπει κανείς να αναδύονται κάποιες εικόνες. Μια γυναίκα, ένας χαρταετός, κάτι γλάροι, ο φάρος και ένα δελφίνι να κάνει βουτιά στης θάλασσας τα ανάλαφρα κύματα.
Αρχίζει να ζωγραφίζει, και οι σκέψεις της παίρνουν ζωή, κι οι αναμνήσεις της αποκτούν σχήματα, κι ας μοιάζουν να κρύβονται στο σκοτάδι. Το κίτρινο του φωτός, το γαλάζιο της θάλασσας, το γκρίζο του δελφινιού, και το μαύρο που δεσπόζει μέσα σ' ένα φόντο λευκό – αυτές είναι οι αντιθέσεις που δίνουν στη σύνθεση ουσία.
Δεν της παίρνει και πολλή χρόνο να τελειώσει τη ζωγραφιά της και όταν τελικά το κάνει του προσώπου της διεκδικούν την προσοχή ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. “Λες;” αναρωτιέται. “Λες, το μόνο που χρειαζόμουνα όλα αυτά τα χρόνια για να ξεφύγω απ' τη μίζερή μου φύση ήταν να αρχίσω και πάλι να δημιουργώ;”
Η απάντηση σ' αυτής της φύσης τα ερωτήματα δεν είναι ποτέ απλή και σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος κανείς είναι ότι, ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, πρέπει να βρίσκει τον καιρό να κάνει και κάτι που αληθινά αγαπά, κάτι για το οποίο παθιάζεται, αφού οι άνθρωποι δίχως πάθη δεν είναι άνθρωποι, αλλά απλά ζόμπι που σέρνονται στης ζωής την καθημερινή πλήξη. Η Μαρίνα, ζόμπι ήταν κι αυτή, για καιρό πολλή, μέχρι που ήρθε ένας χαρταετός από το χθες για να της θυμίσει, ότι αν πραγματικά το επιθυμεί, μπορεί ακόμη να πετάξει σε άλλους ουρανούς, έστω και δίχως τα φτερά που κάποτε θαρρούσε ότι έχει.

Η πρώτη γραφή μιας ιστορίας βασισμένης στην πιο πάνω ζωγραφιά της Έλενας Σιούφτα.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Εγκληματικά Ασύστολα - Δωρεάν eBook


Αστυνομικό είναι και το σημερινό βιβλίο. Το μόνο που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά απαρτίζεται από μια σειρά ιστοριών που έγραψα πριν τρία-τέσσερα χρόνια ή και παλαιότερα. Μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ. Θα αντικαταστήσω το σύνδεσμο με ελληνικό αν και όταν μού δοθεί η ευκαιρία.

Το «Εγκληματικά Ασύστολα» είναι μια συλλογή με ιστορίες – ιστορίες παθών και λαθών. Ιστορίες ανθρώπων που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έφτασαν στο έγκλημα.

Οι χαρακτήρες που κόβουν βόλτες σ’ αυτές τις σελίδες είναι ο ένας πιο ιδιόρρυθμος από τον άλλο. Κάποιος αποφασίζει να κάνει ένα δώρο ακριβό στη γυναίκα του, κι ας ξέρει ότι αυτό μάλλον θα του κοστίσει την ίδια του την ελευθερία. Ένας άλλος επίσης κάνει δώρα, κάθε χρόνο, σ’ ένα ερωτευμένο ζευγάρι στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Μια δυστυχισμένη ψυχή αναλογίζεται πόσα υπέφερε στα χέρια κάποιας άλλης κι αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή της. Δύο νέοι πληρώνουν με τρόπο τραγικό το τίμημα της αγάπης. Ένα ορφανό αφηγείται την ιστορία της μικρής ζωής του. Κάποια γυναίκα οδηγεί τον άντρα της στα όρια της τρέλας. Και κάποιος επιστρέφει στην πατρίδα του για να διεκδικήσει αυτήν που έχασε. Ο γιος μιας μητέρας σκληρής ακούει φωνές και τις υπακούει φτάνοντας στο έγκλημα. Μια μάνα, με τη σειρά της, επιβάλλει το δίκαιο των Γραφών. Ένα μαχαίρι υποχρεώνει τον κάτοχό του ν’ ακολουθήσει τους δικούς του κανόνες. Κι ο θάνατος πάντα καραδοκεί.

Γραμμένες με ένα τρόπο λιτό και απέριττο, αλλά και πού και πού λυρικό, οι ιστορίες αυτές μιλάνε όχι τόσο πολύ για το έγκλημα, όσο για τα αίτια που το προκαλούν. Κάνουν ένα μακροβούτι στις πιο σκοτεινές γωνιές των ψυχών, τις διυλίζουν. Οι ήρωές τους είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, της διπλανής πόρτας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμπαθητικοί, άνθρωποι πονεμένοι.

Εμπνευσμένες οι περισσότερες από υποθέσεις που ήρθαν πρόσφατα ή και πιο παλιά στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αυτές οι ιστορίες μοιάζουν σαν ένας καθρέφτης του σύγχρονου, λαμπερού, αλλά και συνάμα τρομακτικού μας κόσμου.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Νέοι σύνδεσμοι για τα δωρεάν eBooks


Οι σύνδεσμοι στο Λούλου όπου διέθετα δωρεάν τα βιβλία μου ψόφησαν, έτσι είπα να σας δώσω τους νέους.

Το Λάθος Πάθος μπορείτε να το βρείτε εδώ.
Η Γαλανή και ο Λεύκιος ακουμπάνε εδώ.
Και, τέλος, το Δυο φωνές και μια σιωπή κόβει βόλτες εδώ και εδώ.

Ίσως πολύ σύντομα να προσφέρω και κάποια άλλα βιβλία δωρεάν στο διαδίκτυο.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ο Άγιος Πότης στον Φιλελεύθερο


Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Λάκης Φουρουκλάς, Ο Άγιος Πότης, Εκδ. Πάργα, 2011

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Πριν λίγες ημέρες συνάντησα στο Διαδίκτυο την ακόλουθη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα: «Ο “Άγιος Πότης” θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα “βιβλίο ζωής” για μένα». Και στη συνέχεια ξεκαθαρίζει πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα 29 διηγήματα που συνθέτουν το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες και σίγουρα κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Και ορθώς αποσαφηνίζει τον χαρακτηρισμό «βιβλίο ζωής», γιατί έχοντας παρακολουθήσει τα λογοτεχνικά βήματα του Λ. Φουρουκλά από την αρχή -έστω και αναδρομικά-, θα πρότεινα πως τον συγκεκριμένο όρο δικαιούνται να τον νέμονται από κοινού η νουβέλα του «Το λάθος πάθος» και η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου». Εν τούτοις, ο «Άγιος Πότης» γράφεται διαρκώς, ξανά και ξανά, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Συγκεντρώνει τα διηγήματα που διανύουν τη μέσα απόσταση της λογοτεχνικής παραγωγής του Φουρουκλά. Δεν είναι όμως το εργαστήριό του· και θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί η αντίληψη πως πρόκειται για διηγήματα που δεν «εκχωρήθηκαν» στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ή για τα κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου.
Στον «Άγιο Πότη» ο φακός του Φουρουκλά μένει σταθερά προσηλωμένος στον άνθρωπο και την καθημερινότητά του: αφηγείται τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις του σ’ έναν κόσμο που ισορροπεί επικίνδυνα στο εσωτερικό οικοδόμημα των πρωταγωνιστών του που γκρεμίζεται και στήνεται διαρκώς ως την οριστική ερήμωση ή την τέλεια κάθαρση. Κι η τελευταία συνθήκη -η κάθαρση- συχνά κάνει την εμφάνισή της όχι ως τέλος της διήγησης μα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ηρώων του Φουρουκλά. Σαν να σκύβει σπλαχνικά ο συγγραφέας πάνω από τους φτωχοδιαβόλους της ζωής και να τους καθαρίζει από το σκοτάδι τους, για να λάμψει ως σπάνιο ορυκτό η αγνότητα των συναισθημάτων τους· αυτή που φαινομενικά έχει χαθεί στους δρόμους του αλκοόλ, της πορνείας ή του μικροαστικού νοικοκυριού.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπάρχει μια χρονική απόσταση δεκαπέντε ετών ανάμεσα στην παλαιότερη ιστορία του βιβλίου («Έρωτας στη Βενετία», 1995) και την πλέον πρόσφατη που είναι «Η θυσία» (2009). Φυσική συνέπεια αυτής της μακράς διαδρομής που διανύει ο «Άγιος Πότης» είναι η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων, παρόλο που ο συναισθηματικός τόνος και η γλώσσα του συγγραφέα έχουν λειανθεί. Έτσι, η ανισότητα μάλλον αφορά τις περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη της πλοκής υπερκαλύπτει ή υπολείπεται της αναλυτικής προσέγγισης των χαρακτήρων.
Συνολικά, τα διηγήματα της συλλογής κινούνται από τους ματαιωμένους έρωτες που γνωρίζουν την άνθισή τους μεταγενέστερα στη ζωή των πρωταγωνιστών τους ή μένουν για πάντα ανεκπλήρωτοι μέχρι τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται κάποιος προς χάριν του άλλου μισού του. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βιογραφικές, συντεταγμένες άλλοτε στον πλήρη ρεαλισμό κι άλλοτε σε συνθήκες ονείρου. Ιστορίες δραματικές ή και εκφορές της ανθρώπινης κωμωδίας. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο και την παραφορά των ανθρώπινων παθών που εκτυλίσσονται με σκηνικό τη Βενετία, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά ακόμα και την Ταϊλάνδη ή την Ινδία. Συνθήκη που οδηγεί τον αναγνώστη να αναπλάσει τη μυθολογία του έρωτα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μα όχι να εστιάσει στην ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθένας από τους παραπάνω αστικούς ιστούς.
Άλλωστε, στο εν λόγω βιβλίο ο άνθρωπος είναι η αναζήτηση έξω από χωροχρονικές παραμέτρους.
Κάποιοι από τους χαρακτήρες θα βρουν τις επιθυμητές απαντήσεις στην πορεία του βίου τους κι άλλοι όχι. Κάποιοι θ’ αγγίξουν την ευτυχία κι άλλοι θα συνεχίσουν να την ονειρεύονται ή να την εφιαλτούν.

Φιλελεύθερος 27 Νοε. 11

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ο Άγιος Πότης - Διηγήματα

Ο Άγιος Πότης είναι μια συλλογή από ιστορίες. Ιστορίες σοβαρές ή και λίγο αστείες.
Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο, τα λάθη και τα πάθη.
Το βιβλίο μάς ταξιδεύει στη Βενετία και στην Κρήτη, στην Αθήνα και στη Λευκωσία, στην Ινδία και την Ταϊλάνδη, όπου ανακαλύπτουμε θαυμαστούς καινούριους κόσμους. Παρέα με τη Μήδεια φτάνουμε μέχρι και την αρχαία Ελλάδα.
Οι άνθρωποι βρίσκονται στο επίκεντρο σ’ αυτές τις ιστορίες.  Κάποιοι απ’ αυτούς βρίσκουν διά μέσω τους τις απαντήσεις που ζητούν και κάποιοι όχι. Ορισμένοι αγγίζουν την ευτυχία και άλλοι την αφήνουν να ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά τους. Μερικοί ονειρεύονται. Κι ο τροχός της ζωής εξακολουθεί να γυρίζει… με κινητήρια δύναμη την αλήθεια του κάθε ήρωα, αλλά και του καθενός από μας.

Αυτά από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πάργα στη Λευκωσία και το οποίο σύντομα θ’ αρχίσει να διατίθεται και σε επίλεκτα βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα.
Ο Άγιος Πότης θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα «βιβλίο ζωής» για μένα. Κι αυτό γιατί οι ιστορίες του γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε σχεδόν χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η πρώτη ήταν ο «Έρωτας στη Βενετία» και η τελευταία «Η θυσία». Και κατέχοντας τη θέση που κατέχουν σ’ αυτή τη μακρά διαδρομή θα έλεγα ότι είναι οι πιο ξεχωριστές για μένα. Η μια μιλά για ένα ματαιωμένο έρωτα που γνώρισε με μεγάλη καθυστέρηση την άνθισή του και η άλλη για την ύστατη θυσία που μπορεί να κάνει κάποιος για μια ψυχή που αγαπά. Η μια γραμμένη στο πρώτο πρόσωπο, η άλλη στο τρίτο. Η μια το 1995 η άλλη το 2009.
Ανάμεσά τους κόβουν βόλτες πολλές άλλες ιστορίες, που μοιάζουν να χαράζουν τα μονοπάτια τους στις αναμνήσεις μου. Λίγο αυτοβιογραφικές όπως πάντα, περισσότερο φανταστικές όπως σχεδόν πάντα. Ποιες ξεχωρίζω; Η απάντησή μου θα είναι υποκειμενική φυσικά αλλά η αιρετική «Απολογία της Μήδειας» και «Ο περιττός» είναι οι αγαπημένες μου.
Οι παλιοί επισκέπτες σ’ αυτό το μπλογκ θα έχουν διαβάσει τις περισσότερες από τις 29 ιστορίες που περιλαμβάνονται σ’ αυτή τη συλλογή. Όλες έχουν γραφτεί ξανά και ξανά και παρά το ό,τι έχουν πια εκδοθεί δεν αποκλείεται να τις επισκεφθώ και πάλι στο μέλλον. Ίσως κάποιες απ’ τις παλιές αγάπες να πηγαίνουν όντως στον παράδεισο, αλλά οι περισσότερες απ’ αυτές παραμένουν εδώ και ακολουθούν το κάθε μας βήμα.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Πάργα που αποφάσισαν να εκδώσουν μια συλλογή διηγημάτων σ’ αυτούς τους χαλεπούς, εκδοτικά, καιρούς, την Ντίνα Παμπαλλή για την επιμέλεια, τη Γιαννούλα Μπανάσιου, που μετά την «Αγγελική», μου χάρισε και πάλι ένα υπέροχο εξώφυλλο και για την Άνα Ρακέλ Ζουμάνη για το βίντεο που ακολουθεί.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Γαλανή & Λεύκιος. Δωρεάν eBook

Το βιβλίο αυτό φιλοξενεί μια συλλογή από ιστορίες. Από Αληθινές Μυθιστορίες. Ιστορίες για άντρες παράξενους και για γυναίκες ξωτικά. Ιστορίες για κόσμους μυστικούς και για της ζωής τη μεγάλη φάρσα. Ιστορίες για τη χαρά του τώρα και την πίκρα του χθες.

     Μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα μέσα απ’ αυτές τις αφηγήσεις, και ταξιδεύουν τον αναγνώστη προς όνειρα ανείπωτα και παραδείσιους τόπους. Του μιλάνε γι’ αυτά που ίσως κι ο ίδιος σκέφτηκε, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει.

Από το οπισθόφυλλο.

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν το πυρετικό καλοκαίρι του 2002 και κυκλοφόρησαν σε μια κακοτυπωμένη έκδοση το χειμώνα του 2003, στην οποία δε θέλησα να κάνω καμία διόρθωση ή αλλαγή. Σκέφτηκα πολλές φορές ότι έπρεπε να καθίσω να τις ξαναγράψω, να τους δώσω νέα πνοή, αλλά κάτι το ότι άρεσαν σε όσους τις διάβασαν όπως ακριβώς είναι, κάτι οι νέες ιστορίες που ζητούσαν την προσοχή μου, κάτι το ότι… βαριόμουνα, ποτέ δεν το έκανα. Αν και προσπάθησα. Κάθισα και ξανάγραψα τρεις από αυτές, αλλά δε θέλησα να τις βάλω στη θέση των πρωτότυπων σ’ αυτή την ηλεκτρονική έκδοση. Αντίθετα, αφαίρεσα μια ιστορία που ένιωσα ότι δε συμβάδιζε με το πνεύμα του βιβλίου.
     Τώρα, εννιά χρόνια μετά τη συγγραφή, αυτές οι ιστορίες που θυμίζουν πολύ παραμύθια, εξακολουθούν να είναι από τις αγαπημένες μου. Η τρελή του χωριού, Ο γέρος που σκέφτεται, Το στοιχειωμένο σπίτι, η Σάριτα, Το Τάμα, Ο αληθινός, Το αίμα της Ερατώς, Η Λουτσία και τα μάτια της (Για τα μάτια της Λουτσίας), Το τίμημα, Το μυστικό του παππού, Το χωριό φάντασμα και η Γαλανή και (ο) Λεύκιος, έχουν χαράξει βαθιά τους δρόμους τους μέσα μου. Κι οι ήρωές τους είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Επειδή δεν είναι σε τίποτα συνηθισμένοι. Γιατί τολμούν. Επειδή ερωτεύονται παράφορα. Και διότι κυνηγούν τα όνειρά τους.

Κατεβάστε το βιβλίο δωρεάν από εδώ

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Το μελαγχολικό τραγούδι της Σάντρας

Με λένε Σάντρα και είμαι τυφλή. Δεν ήμουνα πάντα, αλλά τώρα είμαι. Εδώ και δέκα χρόνια. Από τα δύο μου δηλαδή. Είμαι τυφλή, αλλά όχι δυστυχισμένη, αφού έχω τη μάνα μου που πάντα στέκεται δίπλα μου και με ενθαρρύνει, τον μπαμπά που όλο δουλεύει από δω κι από κει και σπάνια μένει στο σπίτι, και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου που είναι μεγαλύτερα από μένα και βλέπουν. Τι ακριβώς βλέπουν; Δεν ξέρω. Υποθέτω αυτά που μου περιγράφει από τότε που έχασα το φως μου η μαμά. Δηλαδή το νερό, τα σπίτια, τον ουρανό, τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους.
Ό,τι όμως δεν μπορώ να δω το ζωγραφίζω μέσα μου. Το ξέρω ότι οι περισσότερες από τις ζωγραφιές μου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά δε με νοιάζει, αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τις βλέπει. Εξάλλου, όπως λέει κι ο μπαμπάς, όλη η ομορφιά του κόσμου κρύβεται στην ψυχή μου και να υμνώ τον Κύριο γι’ αυτό. Ναι, τον υμνώ, παρά το κακό που με βρήκε. «Ευλογία είναι, κόρη μου, αυτό που σου συνέβηκε», επιμένει η μαμά, «ευλογία, αφού δεν μπορείς πια να δεις την ασχήμια αυτού του κόσμου». Κι όμως εγώ πιστεύω ότι ο κόσμος είναι όμορφος, αλλά να, οι άνθρωποι τον χαλάνε, και τον κάνουν να μοιάζει πολύ λυπημένος.
Ακόμη και η μαμά λυπημένη είναι, κι ας μην το λέει. Από τότε που ήρθε εκείνος ο τυφώνας, η Κατρίνα, και βύθισε το σπίτι μας -ή ίσως και να το παρέσυρε, δεν ξέρω- έχει αλλάξει η φωνή της, έχει γίνει πιο σιγανή, πιο αδύναμη. Ωστόσο, «φανήκαμε τυχεροί», υποστηρίζει, «αφού τουλάχιστον εμείς σωθήκαμε». Ναι, τυχεροί, και γι’ αυτό υμνούμε τον Κύριο αλλά, όπως και να το κάνουμε, η ζωή μας δεν είναι πια η ίδια. Φτωχοί ήμασταν πριν, φτωχοί είμαστε και τώρα, αλλά τουλάχιστον πριν είχαμε το σπίτι μας, ενώ τώρα δεν έχουμε σχεδόν τίποτα – πέρα από ο ένας τον άλλο δηλαδή.
Κάθε τόσο, καθώς τριγυρνώ με τη μαμά και τα αδέλφια μου από δω κι από κει, σ’ αυτό το άγνωστο μέρος που μας φιλοξενεί, κρυφακούω κουβέντες από φωνές δίχως πρόσωπο, που πιότερο μου ματώνουν την καρδιά. Όλοι μιλάνε γι’ αυτά που έχασαν, γι’ αυτούς που πέθαναν, για την προηγούμενή τους ζωή και προβλέπουν μεγαλύτερα δεινά για το μέλλον. «Μην ακούς τις Κασσάνδρες», μου ψιθύρισε κάποια φορά ο μεγαλύτερός μου αδελφός, κι εγώ αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν σ’ ετούτο τον τόπο να έχουν όλοι, άντρες και γυναίκες, το ίδιο όνομα. Τον ρώτησα λοιπόν και άρχισε να γελά και δεν σταμάτησε μέχρι που φτάσαμε στο σπίτι – αν μπορεί να αποκαλέσει δηλαδή κανείς σπίτι ετούτη τη μικρή κάμαρα όπου μας έχουν στοιβάξει όλους.
Ώρες-ώρες νιώθω να πνίγομαι, νιώθω κάτι να μου λείπει, εκτός από την όρασή μου φυσικά, αλλά δεν ξέρω τι. Και τότε, αν δεν έχω καμία άλλη επιλογή, αρχίζω να γράφω μέσα μου στίχους και να τους ψιθυρίζω σαν τραγούδια.
Πολύ λυπημένα είναι τα τραγούδια μου. Μιλάνε για μια ομορφιά που χάθηκε χωρίς ποτέ ν’ αντικρίσω, για την πόλη μου που βούλιαξε κάτω από τα νερά του ωκεανού, για τις ψυχές που σβήσανε.
Κάποια φορά, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, πήρα να τραγουδώ με δυνατή φωνή, ένα κομμάτι που έμοιαζε με γκόσπελ, και σαν το τέλειωσα, άκουσα μια γυναίκα να μου λέει μ’ ένα κόμπο στο λαιμό ότι πολύ την συγκίνησα. Κι ύστερα άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα από πριν ότι ήταν εκεί και όταν το έμαθα δεν ήξερα που ακριβώς ήταν. Έτσι ακολούθησα τους λυγμούς της. Πήγα και στάθηκα λοιπόν μπροστά της και την παρακάλεσα να σταματήσει να κλαίει, της είπα να υμνεί τον Κύριο, και όλα θα πάνε καλά. «Είσαι ένας άγγελος», μου αποκρίθηκε. «Το ξέρεις;» «Πώς είναι οι άγγελοι;» τη ρώτησα και άκουσα ένα γελάκι να ξεφεύγει απ’ τα χείλη της, κι αμέσως μετά ένα επιφώνημα, έκπληξης ίσως. Ή ξέχασε ή δεν ήξερε ότι ήμουν τυφλή. Μετά από μια στιγμή, που μου φάνηκε πώς κράτησε πολύ, μου είπε: «Όμορφοι είναι, σαν και σένα. Και τραγουδάνε όμορφα, ακριβώς όπως κι εσύ. Αλλά όχι τόσο μελαγχολικά. Ωστόσο…» Σώπασε. Άφησε την πρότασή της στη μέση. Ωστόσο, «αυτοί δεν τραβούν τα ζόρια που τραβάμε εμείς», είμαι σίγουρη ότι αυτό θα μου έλεγε. Την άκουσα να σηκώνεται από εκεί που καθόταν, κάπου στο κοινόβιό μας σαλόνι, και την ένιωσα να με αγκαλιάζει. «Συνέχισε να τραγουδάς μικρή», μου ψιθύρισε, «είναι μεγάλο το χάρισμα που έχεις». Αλήθεια; Ήθελα να τη ρωτήσω, αλλά δεν το έκανα, παρέμεινα μονάχα σιωπηλή κι απορημένη. Ήταν όντως ωραία η φωνή μου, όμορφο το λυπημένο μου τραγούδι; Με απελευθέρωσε από τη μεγάλη αγκαλιά της και άκουσα τα βήματά της να κατευθύνονται βαριά προς την πόρτα. Κάθισα επιτόπου, στο πάτωμα, και βυθίστηκα στις σκέψεις μου.
Το ίδιο βράδυ, καθώς τρώγαμε το λιτό μας δείπνο, περιέγραψα στους δικούς μου το πιο πάνω περιστατικό, και με κάποια έκπληξη άκουσα τον συνήθως αμίλητο μπαμπά μου να με παροτρύνει: «Άντε λοιπόν τραγούδα, να σε ακούσουμε κι εμείς». Υπάκουσα. Τους είπα το λυπημένο μου τραγούδι, και μετά, αφού μου ζήτησαν κι άλλο, συνέχισα να τους τραγουδώ. Όλοι οι στίχοι που έγραφα μέσα μου, έμοιαζαν μεμιάς να παίρνουν ζωή, να αποκτούν υφή και μια αλλιώτικη ουσία. Όσο πιο πολύ τραγουδούσα, όσο μεγάλωνε το πάθος και δυνάμωνε η φωνή μου, τόσο περισσότερο ένιωθα ν’ απλώνεται γύρω μου η σιγή, αλλά και κάτι να αλλάζει στην ατμόσφαιρα, που σιγά-σιγά γινόταν πιο ζεστή, σαν μια μεγάλη αγκαλιά και μια ανάσα. Σαν πέρασε η ώρα και κουράστηκα σταμάτησα και τους ρώτησα πως τους φανήκαν τα τραγούδια μου. Στην αρχή μου απάντησε η σιωπή κι αμέσως μετά ένιωσα πολλά ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω μου, να με τρυπάνε λες με την επιμονή τους, προτού χέρια γνωστά και άγνωστα αρχίσουν να με χειροκροτούν. Ένα μεγάλο πλήθος είχε μαζευτεί εκεί, παρασυρμένο απ’ τη φωνή μου.
Από τότε η τύχη μας άλλαξε, ή μάλλον η δική μου τύχη, αφού απέκτησα επιτέλους ένα σκοπό στη ζωή, μια και μπορούσα πια να προσφέρω στους άλλους κάτι. Ναι, τώρα το νιώθω επιτέλους κι εγώ και, υμνώντας τον Κύριο, μπορώ να το πω, ότι είμαι στ’ αλήθεια ευλογημένη. Η φωνή μου είναι η ευλογία μου, τα τραγούδια που γράφω μέσα μου και ποτέ δεν ξεχνώ η περιουσία μου, η παρηγοριά που χαρίζουν στους άλλους της φτωχής μου ζωής η δικαίωση.
Όλα ξεκίνησαν την ημέρα εκείνη, που το φως μου πήρε να τρεμοσβήνει, τότε που άρχισε στης μικρής μου ψυχής το τετράδιο να γράφεται, το μελαγχολικό τραγούδι της Σάντρας.
«Τραγούδα, κόρη μου», μού λέει η μαμά. «Τραγούδα να κάνεις πιο όμορφο τον κόσμο!»

Πρώτη γραφή

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Ένας άνθρωπος με αποστολή

Είμαι ένας άνθρωπος που έχει μια αποστολή στη ζωή του, ή που τουλάχιστον είχε κάποτε. Το όνομά μου είναι Απόστολος, αλλά οι φίλοι μου με φωνάζαν Αποστόλη. Ο Αποστόλης με την αποστολή! Αστείο δεν ακούγεται; Ακούγεται, αλλά αστείο δεν είναι.
Τραγική είναι η ιστορία μου, αλλά και συνηθισμένη. Σίγουρα την έχετε ακούσει κι από άλλους, με διαφορετικά όμως ονόματα. Κατάγομαι από ένα χωριό της Πελοποννήσου. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί τα έκανα όλα σκατά. Ακριβώς έτσι όπως τα λέω. Τι έκανα; Και τι δεν έκανα! Ίσως να φταίει το ότι μεγάλωσα χωρίς γονείς. Ίσως το ότι δεν μορφώθηκα πολύ. Ίσως το ότι βιάστηκα να παντρευτώ. Ίσως! Γεμάτη ίσως είναι η ζωή μου. Κι αυτά τα ίσως είναι που πιότερο τώρα με τυραννάνε.
Αλλά, ας πάρω τα πράματα από τη μέση. Δεν θα τα πάρω από την αρχή, αφού δεν με παίρνει ο χρόνος. Είμαι πενήντα χρονών και πεθαίνω. Καρκίνος. Δεν σώζομαι με τίποτα. Και δεν θέλω να σωθώ κιόλας, τη συγχώρεση, την εξιλέωση ψάχνω. Και την κόρη μου. Αυτήν που πέταξα με τις κλωτσιές έξω απ’ το σπίτι πριν δέκα χρόνια. Αυτήν που ήρθε εδώ, στην Αθήνα, ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή. Ψάχνοντας ζωή. «Θα πάω στην Αθήνα να ζήσω τη ζωή μου», είπε στη μάνα της προτού εξαφανιστεί. Στη μακαρίτισσα τη μάνα της. Ναι, μου πέθανε. Πέθανε έτσι στα ξαφνικά. Πήγε και μού πνίγηκε. Αυτοκτόνησε. Και άφησε πίσω της ένα σημείωμα και μια παραγγελιά: να βρω την Σωτηρία – αυτό είναι το όνομα της κόρης.
Εδώ και δυο χρόνια τις ψάχνω: τη σωτηρία και τη Σωτηρία. Τη σωτηρία της ψυχής μου, κι αυτήν της ζωής μου. Θέλω να σταθώ έστω και τώρα, στο τέλος, στο πλευρό της, να γίνω ο πατέρας που ποτέ δεν ήμουνα για κείνη, ένας πατέρας καλός, γεμάτος κατανόηση κι αγάπη, ένας πατέρας… Θέλω; Ήθελα, ήθελα να πω. Ήθελα, αφού τώρα πια έχω χάσει κάθε ελπίδα να τη βρω, αφού και στο δρόμο να τη δω σίγουρα δε θα την αναγνωρίσω. Αλλά, ούτε κι εκείνη θ’ αναγνωρίσει εμένα, αφού έχω καταντήσει ένας κουρελής, ένα απομεινάρι του αλλοτινού μου εαυτού.
Παλιά ήμουνα… Ένα κάθαρμα ήμουνα, αυτό ακριβώς. Δουλευταράς, αλλά πότης κι άγριος, ποτέ δεν άφησα ν’ ακουστεί στο σπίτι άλλη φωνή εκτός απ’ τη δική μου. Επέστρεφα πάντα εκεί απ’ τη δουλειά γεμάτος οργή, συνοφρυωμένος, έτρωγα λίγο, ξαπόσταζα κι ύστερα έφευγα για τον καφενέ ή την ταβέρνα, όπου καθόμουνα και τα έπινα με τις ώρες, συνομιλώντας φωναχτά, κάνοντας εχθρούς, μπλέκοντας σε καυγάδες. Σε καυγάδες που ποτέ δεν μπορούσα να κερδίσω αφού είμαι μικροκαμωμένος, μια αντρική μινιατούρα που ό,τι δεν διέθετε σε μπόι και κότσια το διέθετε σε φωνή, μια φωνή που μεταμορφώνονταν σε βία όταν ήμουνα στο σπίτι με τις γυναίκες. Τις χτυπούσα, και τις δύο. Και απατούσα τη γυναίκα μου, με κάθε ευκαιρία. Οι πουτάνες ξέρανε πώς να με κουμαντάρουν, εκείνη όχι.
Τώρα, που πέρασε πια ο καιρός και με χαράκωσε ο χρόνος, τώρα, που μπορώ και τα βλέπω όλα καθαρά, έφτασα να μισώ τον εαυτό μου. Διέλυσα την οικογένειά μου. Και γιατί; Έστειλα τη γυναίκα μου στον τάφο και την κόρη μου στην εξορία. Και γιατί; Και κατόπιν εορτής μετανιώνω; Γιατί; Αφού τίποτα δεν μου λέει, τίποτα δεν εγγυάται ότι αν μου δινόταν μια καινούρια ευκαιρία στη ζωή δεν θα έκανα και πάλι τα ίδια. Έτσι γεννήθηκα, έτσι μεγάλωσα, τέτοιος είμαι: ένας άνθρωπος εντελώς αστοιχείωτος που πίστευε σαν δίκιο μόνο το δικό του, που ποτέ του δεν εκτίμησε αυτά που είχε. Μέχρι που ήταν πια απελπιστικά αργά.
Τη Σωτηρία την έδιωξα απ’ το σπίτι επειδή μ’ ατίμασε. Ακούς εκεί, μ’ ατίμασε! Νέα γυναίκα ήτανε, κοιμήθηκε με κάποιον, και τι μ’ αυτό; Ήταν λόγος αυτός για να τη διώξω; Τι υποκριτής ήμουνα, τι υποκριτής! Έκανα ό,τι έκανα κι απαιτούσα από κείνην να το παίζει μωρή παρθένα. Σιγά να μη με άκουγε. Όχι πώς της μίλησα και ποτέ κιόλας για να με ακούσει, αλλά, λέω τώρα. Σιγά! Εγώ έφταιγα για όλα. Εγώ που το μόνο που της έδωσα ποτέ ήταν φαγητό, βία κι αγωνία.
Με εξέπληξε, αυτή είναι η αλήθεια. Με εξέπληξε βαθιά, μού έριξε ένα γερό χαστούκι. Όταν της είπα να φύγει απ’ το σπίτι περίμενα να λυθεί στα κλάματα, να πέσει στα γόνατα και να μου ζητήσει συγχώρεση -λες και παίζαμε σε κάποια ταινία-, να μου πει πώς δεν θα το ξανακάνει. Αλλά, αντί αυτών, απλά μου χαμογέλασε, με τα πράσινά της μάτια τα υγρά να με κοιτούν άφοβα, σαρκαστικά, κι ύστερα πήγε κι ετοίμασε ένα σακίδιο με λίγα ρούχα, αποχαιρέτησε τη μάνα της κι έφυγε.
Για οκτώ χρόνια έβραζα στα ζουμιά μου. Για οκτώ χρόνια την καταριόμουνα και έλεγα ότι αν την έπιανα στα χέρια μου θα την έπνιγα, τη συφοριασμένη. Για οκτώ χρόνια. Μέχρι που πέθανε η Νίκη μου, κι επιτέλους άνοιξαν τα μάτια, κι επιτέλους άρχισα στ’ αλήθεια να πονώ.
Την έκλαψα πολύ τη μακαρίτισσα, αλλά σίγουρα όχι τόσο έκανα εκείνη να κλάψει, και μετά ήρθα σ’ ετούτη τη βρώμικη πόλη για να βρω την κόρη μας, για να συμφιλιωθώ μαζί της και να ζητήσω μια άφεση αμαρτιών, που έτσι κι αλλιώς δεν μου αξίζει.
Στην αρχή άρχισα να την ψάχνω μόνος ρωτώντας άγνωστους από δω κι εκεί δείχνοντάς τους μια παλιά φωτογραφία, πηγαίνοντας καθημερινά στο αστυνομικό τμήμα, ξοδεύοντας νύχτες ατελείωτες τριγυρνώντας στα διάφορα στέκια, σε όσα με άφηναν να μπω μέσα δηλαδή. Σαν ένας ξένος κόσμος, ένας άλλος πλανήτης έμοιαζε στα μάτια μου η Αθήνα, με τους βιαστικούς και λες πάντα οργισμένους κατοίκους της, με το κυκλοφοριακό, με τις φωνές και το νέφος της, με τους μπρατσάδες που στέκονταν στις εισόδους διάφορων μαγαζιών απαγορεύοντάς μου την είσοδο, παρά το ό,τι προσπαθούσα να τους εξηγήσω το λόγο που ήθελα να πατήσω πόδι στο ιερό τους άβατο. Όλοι μου φάνταζαν εχθροί, κι εγώ ήμουν ο εχθρός όλων.
Αφού είδα κι απόειδα και πουθενά δε βρήκα λυτρωμό, ακολουθώντας τη συμβουλή ενός αστυνομικού που έμοιαζε να καταλαβαίνει τον πόνο μου, προσέλαβα ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ, αφού ήταν η μοναδική λύση που μου είχε απομείνει. Αλλά κι εκείνος, ύστερα από μήνες και μήνες έρευνας, ή αδράνειας -δεν ξέρω- δεν έφτασε πουθενά, και μια και ξέμεινα από λεφτά αναγκάστηκα να τον απολύσω. Την ίδια μέρα παράτησα και το φτηνό δωμάτιο όπου έμενα, κι από τότε ζω στους δρόμους. Ξέρω ότι δεν μου απομένει και πολύς χρόνος να ζήσω, έτσι δεν με νοιάζει τίποτα πια. Ή σχεδόν τίποτα. Με νοιάζει εκείνη ωστόσο, λες κι εξακολουθώ και ψάχνω τώρα πλέον από συνήθεια, για να κάνω κάτι. Για να κάνω κάτι όταν δεν ζητιανεύω.
Ναι, δύσκολη είν’ η ζωή μου, αλλά είναι κιόλας αυτή ακριβώς που μου αξίζει. Αυτή η φτώχεια, η βρωμιά, δείχνει ποιος ήμουνα, είναι σαν ένας καθρέφτης του χθες. Καθώς τριγυρνώ από γωνιά σε γωνιά, από γειτονιά σε γειτονιά, προσπαθώντας να εξασφαλίσω το φαγητό μίας ακόμη ημέρας, μονολογώ συνεχώς, μιλώ με τον εαυτό μου. Τον ρωτώ ό,τι μου κατέβει στο μυαλό, κι αυτός συνήθως μου απαντά, άλλοτε όχι. Πού και πού με παίρνουν από πίσω τα σκυλιά, οι μοναδικοί μου φίλοι, και όταν μπορώ μοιράζομαι μαζί τους το φαγητό μου, τα ευχαριστώ που είναι εκεί, γίνομαι γι’ αυτά ό,τι δεν ήμουνα ποτέ για την κόρη μου. Τις νύχτες κοιμάμαι κάτω από τα παγκάκια, στις στοές και στις σκιές, συνήθως έχοντας μια μουσούδα σκύλου να μου χαρίζει ζεστασιά, να μου θυμίζει ότι είμαι άνθρωπος. Και τις μέρες, όταν δεν εκλιπαρώ συμπάθεια, σέρνω τη λεκιασμένη μου μορφή, από δω κι από κει, σταματώντας άγνωστους στο δρόμο, δείχνοντάς τους μια παλιά φωτογραφία, και λέγοντάς τους πώς είμαι ο Αποστόλης και ψάχνω τη Σωτηρία.

Πρώτη γραφή, ως συνήθως

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Γεννημένος νικητής

Ζω στη Λούανγκ Πραπάνγκ, την ομορφότερη πόλη στον κόσμο, τουλάχιστον για μένα. Είμαι σχεδόν πενήντα χρονών και τ’ όνομά μου είναι Σαϊσάνα, που σημαίνει «να νικάς». Καλό έτσι; Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω γιατί αποφάσισαν να μου δώσουν αυτό το όνομα, όχι στα σίγουρα. Σύμφωνα με τον πατέρα μου ήταν ιδέα της γιαγιάς, την οποία δε θυμάμαι ποτέ να έχω συναντήσει, αφού πέθανε πολύ νέα. Ωστόσο η μητέρα μου λέει μια άλλη ιστορία. Τ’ όνομα της το υπέδειξε λέει ένας βουδιστής μοναχός, αφού διέβλεψε ότι ήμουνα γεννημένος νικητής.
Όπως και νάχει, το όνομα δεν έχει και μεγάλη σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ζωή μου, ή μάλλον η ζωή μας, εδώ στο Λάος. Όχι, δε λέω ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολη ή κατά κάποιο τρόπο συναρπαστική. Εκείνο που λέω είναι ότι υπήρξε μια γεμάτη ζωή. Ποτέ δε με θυμάμαι να πλήττω, ποτέ να βαριέμαι, αφού πάντα είχα κάτι να κάνω. Μικρό παιδί βοηθούσα τη μάνα μου στο σπίτι και μετά τον πατέρα στα χωράφια, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να μάθω γράμματα. Δεν πήγα για πολύ στο σχολείο, αλλά ας είναι καλά οι μοναχοί που πάντα έβρισκαν λίγο χρόνο για να με βοηθήσουν, κι ας είναι καλά κι η επιμονή της μητέρας μου, που φορτωνόταν κάθε τόσο τις δουλειές μου για να μορφωθώ. Τα γράμματα είναι σημαντικά, μου έλεγε, κάποια μέρα μπορεί ακόμη και να σου σώσουν τη ζωή. Υπερβολές; Ίσως. Το θέμα είναι ότι δεν περνά μια μέρα που να μη θυμάμαι με ευγνωμοσύνη αυτή την πίστη της στη μόρφωση.
Δεν έζησα μια ξέγνοιαστη παιδική ηλικία – όχι τουλάχιστον όπως τη βλέπω να φτάνει στα μάτια μου απ’ τα τηλεοπτικά κανάλια της Ταϊλάνδης. Πάντα με θυμάμαι να δουλεύω, πάντα να είμαι καταπονημένος, πάντα θυμάμαι τον μπαμπά να παραπονιέται, για τις δυσκολίες της ζωής. Εκείνος παραπονιότανε, εγώ όχι. Εγώ, για κάποιο λόγο, ήμουνα πάντα ευχαριστημένος, έψαχνα συνεχώς αφορμές για να χαρώ και να γελάσω, κι ας νιώθω ακόμη και σήμερα ότι γεννήθηκα κουρασμένος.
Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε; Δυο ζωές. Μια ζωή στο φτωχικό των γονιών, με τα τρία αδέλφια μου, στα ρυζοχώραφα και στη βοσκή των ζώων. Και μια ακόμη, στα χωράφια του ρυζιού και πάλι και στο μεγάλο μας ποτάμι, τον Μεκόνγκ, που μας χαρίζει ζωή με τα νερά του. Αγρότης και ψαράς, σύζυγος και πατέρας, φτωχός μα πλούσιος πολύ. Ναι, πλούσιος, γιατί η ζωή αποδείχτηκε καλή μαζί μου, οι μοίρες μου χαμογέλασαν και στον αγώνα που άρχισα από παιδί να δίνω αναδείχτηκα ο νικητής.
Η Αλίκα, η γυναίκα μου, λέει ότι είμαστε ευλογημένοι, κι ας μην άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς οι συμβίωσή μας. Όταν γνωριστήκαμε, όταν παντρευτήκαμε, δεν ήμασταν παρά δύο νέοι άνθρωποι που ένωναν τις φτώχειες τους κάτω από μια στέγη κοινή. Τα χρόνια που ακολούθησαν κάθε άλλο παρά ρόδινα ήταν. Η γυναίκα μου έχανε το ένα παιδί μετά το άλλο στη γέννα ή και πριν, τα λεφτά ήταν λιγοστά, η ζωή έμοιαζε στα μάτια μας ένας συνεχής πλην μάταιος αγώνας. Προσπαθούσαμε με νύχια και με δόντια να τα βγάλουμε πέρα καθώς οι κακοτυχίες η μια μετά την άλλη άρχισαν να μας χτυπούν την πόρτα. Μέσα σε τρία χρόνια χάσαμε κι οι δύο τους γονείς μας, μετά από τρία χρόνια -καθώς ήμουνα ο πρωτότοκος και έπρεπε να στηρίξω τα μικρά ακόμη αδέλφια μου- γίναμε πιο φτωχοί παρά ποτέ. Πού και πού ένιωθα το θάρρος μου να χάνεται, τον κόσμο γύρω μου να καταρρέει, κι αν δεν ήταν η καλή μου η Αλίκα, το στήριγμά μου, δεν ξέρω ούτε κι εγώ τι θα γινόταν. Είχα φτάσει πια στο αμήν, αλλά εκείνη όλο μου έδινε κουράγιο, όλο μου ψιθύριζε στο σκοτάδι του ασφυκτικά μικρού σπιτιού μας ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, θα επιβιώσουμε.
Και επιβιώσαμε, δύσκολα, αλλά επιβιώσαμε. Και κάποτε οι οιωνοί άρχισαν ν’ αλλάζουν. Στον πέμπτο χρόνο του γάμου μας η Αλίκα έμεινε έγκυος, κι αυτή τη φορά το παιδί γεννήθηκε, ένα αγόρι. Από την πρώτη στιγμή ξέραμε ποιο θα ήταν το όνομά του, ποιο θα του πήγαινε πιο πολύ, έτσι τον αποκαλέσαμε Κεόνα, το Γεμάτο χάρι δώρο του θεού. Κι αυτό ακριβώς ήταν. Ένα δώρο του θεού, που αποφάσισε πολύ νωρίς να επιστρέψει σ’ αυτόν. Όχι, δεν πέθανε. Επέλεξε να γίνει μοναχός, από τα έξι του χρόνια. Και δε σταθήκαμε εμπόδιο στο δρόμο του. Εξάλλου την ευλογία του μας την είχε ήδη χαρίσει, αφού τη γέννηση του ακολούθησαν άλλες πέντε. Τέσσερα κορίτσια κι ένα ακόμη αγόρι.
Τώρα πια έχουν κι αυτά μεγαλώσει. Όλα μεγάλωσαν. Κι αύριο η πρώτη κόρη μου, η λεπτεπίλεπτή μου Άνι, η εύθραυστη σα γυαλί, θα παντρευτεί και θα μου φύγει. Θα φύγει, αλλά όχι για μακριά -ίσως και να τη βλέπω κάθε μέρα, μα θα μου φύγει- και, λίγο πικρά, λίγο γλυκά, χαμογελώ.
Κάθομαι σ’ ένα πεζούλι στην κορυφή του λόφου Φου Σι που υψώνεται στο κέντρο της πόλης και μιλώ με τον Κεόνα, θυμάμαι τα παλιά και σκέφτομαι γαλήνια το σήμερα. Τον θαυμάζω το γιο μου. Είναι τόσο νέος και μοιάζει τόσο σοφός, λες και όλα όσα εγώ ξόδεψα μια ζωή για να τα μάθω, αυτός τα ξέρει ήδη. Κάθε μέρα μαθαίνω κάτι καινούριο πατέρα, μου λέει με σεβασμό, και νιώθω τα μάτια μου να βουρκώνουν. Κάθε μέρα μαθαίνει και κάτι καινούριο! Κάθεται με τις ώρες και μελετά τα βουδιστικά κείμενα, ένας ξένος που ξέμεινε για κάποιο λόγο στην πόλη του δείχνει πώς να ζωγραφίζει, συζητά με τους τουρίστες που ανεβαίνουν εδώ πάνω για να θαυμάσουν τους ναούς, την πόλη και τη φύση ολόγυρα, και μαθαίνει πράματα και θάματα για άλλες χώρες, για μακρινούς πολιτισμούς. Έτσι όπως τον κοιτώ, με φόντο τα μακρινά βουνά, τα δέντρα και τα ορμητικά καφέ νερά του ποταμού, νιώθω ότι δεν πρόκειται παρά για μια ψευδαίσθηση, μια ζωγραφιά.
Τον αφήνω. Περνώ όπως πάντα για λίγο από το Μαυσωλείο της Θεάς των Νερών και ύστερα κατηφορίζω προς την πόλη, ρίχνοντας μια θαυμαστική ματιά στον αρχαίο ναό Ουάτ Πρα Βουδαμπάτ. Φτάνοντας κάτω και προτού βγω στο δρόμο, συναντώ τη γυναίκα μου, που κάθεται στα σκαλιά με μια από τις αδελφές της, μιλούν μεταξύ τους και προσπαθούν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να πουλήσουν ενθύμια στους πάντα βιαστικούς τουρίστες. Τους χαμογελώ αμίλητα και συνεχίζω για το ποτάμι -τι κι αν αύριο παντρεύεται η κόρη μου;- σε λίγο νυχτώνει και πρέπει να ρίξω τα δίχτυα.
Δεν ξέρω ποιοι είστε, από πού είστε και τι κάνετε, αλλά εγώ είμαι ο Σαϊσάνα και είμαι ευτυχισμένος. Καθώς ο ήλιος δύει, τα νερά του Μεκόνγκ βάφονται στο χρώμα του πορτοκαλιού και η γαλήνη πλημμυρίζει όλη τη φύση -ενώ εσείς με τις φωτογραφικές σας μηχανές προσπαθείτε να κλέψετε τις εικόνες που αντικρίζω μια ζωή- νιώθω πια πιο σίγουρος παρά ποτέ ότι είμαι γεννημένος νικητής, κι ας μην αποκτήσω ποτέ τίποτα απ’ όλ’ αυτά που εσείς έχετε, κι ας μην επισκεφτώ τα μέρη που πήγατε. Έχω την οικογένειά μου, τα χωράφια του, τον Βούδα, το βουνό και το ποτάμι. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Πρώτη γραφή της ιστορίας, όπως πάντα. Εμπνευσμένη από την πιο πάνω φωτογραφία, αλλά κι από κάποιες άλλες που έβγαλα στη διάρκεια της επίσκεψής μου στο Λάος το 2004

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Η θυσία

Ακολουθεί η δεύτερη γραφή της ιστορίας "Η θυσία", την πρωτότυπη μορφή της οποίας μπορείτε να διαβάσετε δίπλα, στη στήλη με τα διηγήματά:

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα, περισσότερο απ’ το καθετί. Αν δεν ήταν κι αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουν, σκέφτεται, καθώς στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα ανήσυχο και γαλήνιο ταυτόχρονα την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω απ’ τα πόδια του, καθώς θαυμάζει με μάτια υγρά, βουρκωμένα, το ξεβαμμένο λες στο χρόνο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια εδώ και χρόνια πολλά ήταν η ζωή του, από τότε που συνέβηκε το μοιραίο, από τότε που… Τώρα πια όμως κι αυτά θα λάβουν τέλος, ένα τέλος οριστικό και αμετάκλητο…

«Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει άλλη λύση».
«Ναι, ρε συ. Το έψαξα. Τόσο καιρό το ψάχνω, αλλά τίποτα. Μόνο λόγια. Μόνο υποσχέσεις…».
«Καλά. Δε μου λες και κάτι καινούριο, αλλά έλπιζα…»
«Εγώ δεν ελπίζω τίποτα πια».
«Έλα τώρα, όλο και κάτι μπορεί να γίνει. Θα βοηθήσω κι εγώ όσο μπορώ».
«Σ’ ευχαριστώ, Μελίνα, σ’ ευχαριστώ καλή μου, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να κάνεις κάτι αυτή τη φορά. Τα λεφτά που απαιτούνται είναι πολλά. Δεν έχουμε και κάνα σπίτι να βάλουμε υποθήκη βλέπεις. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, που λένε».
Χαμογελά. Πικρά. Κι εκείνη απλά κάθεται εκεί και τον κοιτάει. Δεν ξέρει με τι λόγια, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο, πώς να σηκώσει το βάρος απ’ τους ώμους του. Είναι δυνατός, πάντα ήταν, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται αυτό το τελευταίο χτύπημα της μοίρας του έκοψε τα πόδια, τον έκανε να χάσει οριστικά πια τη θέλησή του για ζωή. Αν… Αν του έλεγε τότε πόσο τον αγαπούσε; Αν δεν τον άφηνε να της φύγει; Αν… Θα ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα; Μάλλον όχι. Ίσως να τον έσωζε την πρώτη φορά, αφού η ιστορία θα γραφόταν σίγουρα αλλιώς, αλλά αυτή τη δεύτερη... Τώρα θέλει να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει γλυκά στο στόμα, όπως πάντα ονειρευόταν, όμως γι’ αυτό είναι πια αργά. Βρήκε κάποιον άλλον άντρα, τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, έχει και δύο μικρά παιδιά μαζί του, δεν μπορεί, δε θα μπορούσε ποτέ να τον απατήσει. Έτσι κι αλλιώς το σεξ τίποτα δε θ’ άλλαζε, θα ξεδιψούσε μοναχά τους δικούς της πόθους, αλλά σ’ εκείνον δε θα προσέφερε ποτέ αυτό που ζητούσε. Τελικά…
«Πάμε να πιούμε. Κερνάω εγώ», του λέει χαμογελώντας λυπημένα.
«Πάμε», απαντάει εκείνος.
Είναι καλοκαίρι. Η νύχτα υγρή και ζεστή, αλλά πού και πού ένα αεράκι φυσάει τη δροσιά του, χαρίζοντάς τους το δικό του χάδι. Κάθονται στην ταρατσούλα ενός παλιού μπαρ και παρατηρούν σχεδόν αμίλητοι τον κόσμο να περνάει κάτω απ’ τα πόδια τους και τους άλλους θαμώνες. Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται, σκέφτεται εκείνος, και δεν προλαβαίνει να συγκρατήσει το δάκρυ προτού γλιστρήσει απ’ τα μάτια του. Το σκουπίζει αβίαστα. Φέρνει τα δάχτυλα στο στόμα και το γεύεται. Αυτή είναι η γεύση του θανάτου, αναρωτιέται. Νιώθει ένα χέρι να παίρνει απαλά το δικό του, ακούει τη φωνή της να του ψιθυρίζει στ’ αυτί, εγώ είμαι εδώ, και τα δάκρυα τρέχουν και πάλι. Λύγισε. Λύγισε πια για τα καλά.
Η Μελίνα του, η μελένια του, αφουγκράζεται τις μέσα του κραυγές, τις νιώθει να της διαπερνούν σώμα και ψυχή, να την κατακλύζουν και θυμάται. Θυμάται τότε που ήταν παιδιά. Τότε που τον πρωτογνώρισε. Η ευαισθησία του, εκείνο ήταν εκείνο το κάτι που την έκανε να τον προσέξει, κι η αγάπη του για τους άλλους. Ήτανε σκληρός στο σώμα, αλλά στα λόγια, στην πράξη όχι. Ποτέ του δε χαλούσε χατίρι σε κανένα. Ποτέ δεν μπλέχτηκε σε καυγάδες. Ποτέ δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Με άγιο έμοιαζε. Μ’ ένα άγιο έφηβο, μα ποτέ οργισμένο. Μ’ ένα άγιο…
«Γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Θυμόμουνα τα παλιά. Τότε που γνωριστήκαμε. Ο ίδιος είσαι, όπως και τότε. Εσύ δεν έχεις αλλάξει καθόλου».
«Άλλαξα, Μελίνα. Πώς δεν άλλαξα! Όλοι αλλάξαμε. Γίναμε λίγο πιο σοφοί, κάναμε περισσότερα λάθη, πάθαμε, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι μάθαμε».
«Για την ψυχή σου μιλώ».
«Μαύρη είναι τώρα, ενώ τότε…»
«Η ίδια είναι, μοναχά ρούχα άλλαξε. Και τότε ήσουνα πρόθυμος να κάνεις θυσίες για τους άλλους, το ίδιο και τώρα. Εσένα η ζωή δε σ’ έκανε σκληρό, κυνικό σαν κι εμάς».
«Η ζωή με σκότωσε…»
«Κι όμως είσαι ακόμη εδώ!»
«Όχι για πολύ…»
Είδε τα μάτια της να βουρκώνουν κι αμέσως μετάνιωσε για τις τρεις αυτές λέξεις. Γιατί; Γιατί της το έκανε αυτό; Γιατί της φόρτωνε τον πόνο του;
«Συγγνώμη. Δεν ήθελα…»
Έβαλε το δείχτη του δεξιού της χεριού στα χείλη του, δεν τον άφησε να συνεχίσει. Δεν έπρεπε να απολογείται για τίποτα, δεν έκανε κάτι κακό. Άφησε τα δάκρυά της να κυλούν ελεύθερα στα μάγουλα, να της ποτίζουν με αλμύρα το μπλουζάκι, και κρύφτηκε στην αγκαλιά του. Έμεινε για λίγη ώρα εκεί ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του να τυμπανίζουν μέσα της.
«Είσαι τρελή, το ξέρεις;» τη ρώτησε με το που σήκωσε το κεφάλι της.
«Όχι όσο θα ήθελα», απάντησε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. «Όχι όσο θα ήθελα. Και τώρα μετανιώνω…»
«Για τι;»
«Για όλ’ αυτά που δεν έκανα!»
«Μα νόμιζα ότι ήσουν ευτυχισμένη».
«Είμαι. Αλλά όπως σου είπα και πιο πριν, όχι όσο θα ήθελα. Αν ήμουνα πιο τρελή, σε εισαγωγικά, θα ήμουνα και πιο ευτυχισμένη. Αλλά…»
«Ο Κώστας;»
«Μια χαρά είναι ο Κώστας. Καλός άνθρωπος, καλός σύζυγος, καλός πατέρας. Αλλά… Αλλά… Κάτι του λείπει, ή ίσως και κάτι να λείπει σε μένα. Κάτι που δεν μπορώ να ορίσω. Ίσως να φταίει το ότι είναι άνθρωπος της συνήθειας. Ίσως να φταίει και το ότι εγώ δεν έζησα αρκετά προτού τρέξω να παντρευτώ και ν’ αποκτήσω οικογένεια».
«Μετάνιωσες;»
«Και ναι και όχι. Από τη μια είμαι μ’ αυτό τον υπέροχο άνθρωπο, με τον οποίο έχω αποκτήσει δυο πανέμορφα παιδιά, αλλά από την άλλη…»
«Ίσως θα μπορούσαν να περιμένουν;»
«Ναι!»
«Είναι παράξενη η ζωή, Μελίνα, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Ίσως, στην τελική, το σωστό και το λάθος να μην υπάρχουν. Ίσως τα πράγματα να είναι όπως είναι, απλά επειδή έτσι πρέπει να είναι».
«Εσύ δε μετανιώνεις για κάτι;»
«Περισσότερο γι’ αυτά που μου πήρε η ζωή και γι’ αυτό που δε θα προλάβει να μου πάρει, παρά γι’ αυτά που δεν έζησα ή που δεν έκανα».
Τον κοιτάει για λίγο αμίλητη. Παρατηρεί το ραγισμένο καστανό των ματιών του. Βλέπει τη φλόγα να καίει ακόμη μέσα εκεί, αλλά πιο αδύναμη παρά ποτέ. Μοιάζει έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να σβήσει. Θα της φύγει, της το λέει, τον πιστεύει, θα της φύγει κι ας μην ήτανε δικός της ποτέ. Πώς θα είναι η ζωή μετά από αυτόν; Πώς; Η εικόνα του και μόνο κάποτε την έκανε να χαμογελά, η απουσία του πόσα δάκρυα θα της χαρίσει; Μείνε, θέλει να του φωνάξει. Μείνε. Αλλά, ο χρόνος κυλά αμείλικτος και ξέρει ότι δε θα την ακούσει. Πρέπει να φύγει. Πρέπει. Αλλά, γιατί διάολε, γιατί;

Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν ερμητικά τα μάτια σ’ ετούτο τον κόσμο τον απτό, τον σκληρό, του θυμίζουν χαμόγελα πλατιά και παλιά, εμπειρίες υπέροχα μοναδικές. Ναι, ήταν τυχερός, όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά όμορφη. Έζησε πολλά, πολλά έκανε, πήγε σε πολλά μέρη και γνώρισε ανθρώπους πολλούς. Ανάμεσά τους ήταν κι Εκείνη. Εκείνη! Ο μεγάλος του έρωτας, ο ονειρικός, που του χάρισε στιγμές ευτυχίας αφάνταστης, ο οποίος όμως δεν κράτησε για πολύ – ήταν μια νύχτα της Άνοιξης, μια από τις πιο όμορφες, που μύριζαν νέα ζωή, όταν ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε βιαστικά στο διάβα του, στέλνοντας Εκείνη στον άλλο κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα. Ωστόσο, επιβίωσε…

«Μην το κάνεις, και στο υπόσχομαι, θα βρω εγώ τη λύση».
«Δε με παίρνει ο χρόνος, Μελίνα».
«Πόσο καιρό έχεις;»
«Το πολύ ένα μήνα, μετά δε γίνεται τίποτα. Θα είναι πια πολύ αργά».
«Ένα μήνα;»
Παρέμεινε να τον κοιτάει με απορία. Ένα μήνα; Πώς να βρει τόσα λεφτά σ’ ένα μήνα; Ίσως αν… Αλλά όχι. Όχι! Αυτό δεν είναι σωστό. Αλλά, πώς άλλως; Είναι μεγάλη ανάγκη. Θα τα ζητήσει απ’ τον Κώστα. Σίγουρα δε θα της πει όχι. Αν της πει όμως; Αν της πει; Τότε… Ω, δε θέλει να σκέφτεται το τότε. Φοβάται. Τώρα φοβάται όχι μόνο για κείνον, αλλά και γι’ αυτή την ίδια. Θα τον σκοτώσω αν μ’ αρνηθεί, σκέφτεται, θα τον σκοτώσω. Ναι, μέχρι και στο φόνο θα έφτανα για σένα φίλε μου. Αγάπη μου. Φίλε μου…
«Θα ζητήσω τα λεφτά απ’ τον Κώστα. Δε νομίζω να μου αρνηθεί».
«Δε θέλω να φορτώνομαι στους άλλους, Μελίνα. Γιατί να τον φέρεις σε δύσκολη θέση; Και γιατί να μπεις σε τέτοια θέση εσύ; Δικό μου είναι το πρόβλημα. Δε θέλησα να σε συναντήσω για να μου το λύσεις, αλλά απλά για να πω ό,τι έχω πω, για να εξηγήσω τα γιατί μου προτού…»
«Σκάσε, βλάκα. Να σε βοηθήσω θέλω, όχι να σε ακούσω. Τις δικαιολογίες σου τις ξέρω και είναι, δυστυχώς, σοβαρές, απλά δεν μπορώ να σε αφήσω να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Δε θα συγχωρούσα τον εαυτό μου μετά».
«Έκανα λάθος που σε κάλεσα, καλή μου. Δεν έπρεπε. Τώρα το βλέπω. Είναι που είσαι η καλύτερή μου φίλη, πάντα ήσουνα. Περίμενα να με καταλάβεις».
«Μα σε κατάλαβα. Σε καταλαβαίνω. Απλά σου λέω ότι το πρόβλημά σου θα μπορούσε ίσως να λυθεί διαφορετικά. Δεν υπάρχει λόγος να φτάσεις στα άκρα».
«Λόγος υπάρχει. Αν υπάρχει ωστόσο μια εναλλακτική επιλογή ευχαρίστως να την επιλέξω αυτή. Ξέρεις ποιο είναι το αστείο της υπόθεσης;»
«Το αστείο; Ποιο αστείο;» Παρέμεινε για μια στιγμή να τον κοιτά απορημένη, κι είδε για μια στιγμή να εμφανίζεται στα χείλη του ένα αχνό, φευγαλέο χαμόγελο.
«Ότι είτε έτσι είτε αλλιώς εσύ είσαι αυτή που θα σώσει την κατάσταση. Αν δε με έπειθες τότε να…»
«Μη μου το θυμίζεις. Μη! Με κάνεις να νιώθω χειρότερα τώρα. Αν ήξερα…»
«Κανείς δεν ήξερε. Να όμως που τόσα χρόνια μετά μπορεί να οδηγήσει σε κάτι καλό».
«Καλό το αποκαλείς αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις».
«Ναι, καλό. Και μην ξεχνάς ότι σκέφτομαι να το κάνω, δεν το έκανα ακόμη. Θα ήθελα να μου υποσχεθείς κάτι όμως».
«Τι;»
«Υποσχέσου μου πρώτα».
«Μα πώς να σου υποσχεθώ αν δεν ξέρω τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Υποσχέσου…»
«Όχι!»
«Υποσχέσου, Μελίνα μου. Υποσχέσου. Σε παρακαλώ…» Οι λέξεις του μοιάζουν να στάζουν ικεσία κι αυτή δεν μπορεί πια να του κάνει τη δύσκολη. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος θα έβρισκε τρόπο να την πείσει.
«Καλά. Υπόσχομαι. Τι, όμως;»
«Ότι αν τελικά δε βρεθεί άλλη λύση, αν δε βρεθούν τα χρήματα, θα βάλεις αμέσως, με το που θα μάθεις τα νέα, μπροστά τις διαδικασίες. Αλλιώς θα πάνε όλα χαμένα…»
Την παγίδεψε! Την παγίδεψε ο μπαγάσας, την παγίδεψε. Και τώρα τι; Και τώρα πώς; Πώς να πάρει το λόγο της πίσω; Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν μπορεί. Αδύνατον. Θέλει να του βάλει τις φωνές, να τον βρίσει, να σηκωθεί απ’ την καρέκλα και με οργή και δύναμη πολλή να τον χτυπήσει. Αλλά, δε θα το κάνει. Τον αγαπάει τόσο. Και τον ξέρει τόσο καλά. Δεν υπάρχει λόγος να του εναντιώνεται. Ο Κώστας, μόνο αυτός μπορεί να σώσει την κατάσταση. Μα τώρα, ας του πει αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Μου την έφερες, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ. Στο υπόσχομαι. Θέλω κι εγώ να μου υποσχεθείς όμως ότι δε θα κάνεις κάτι βιαστικά. Περίμενε, αν μπορείς, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ίσως γίνω η από μηχανής θεά σου…» Του χαμογέλασε λυπημένα.
«Μα είσαι ήδη η θεά μου, ή η μάγισσα με τα δώρα. Το φωτεινό αστέρι μου…»
«Πάψε. Μη μιλάς άλλο…»
«Ό,τι θέλει η κυρία», της είπε εκείνος πειραχτικά, για να σκάσουν και οι δύο μεμιάς στα γέλια, ανασηκώνοντας για μια στιγμή το σκοτεινό πέπλο της θλίψης τους.
Πέρασε η ώρα. Πέρασε βαρύθυμα και γοργά. Πήραν το δρόμο για το σταθμό του μετρό. Για να πάρει εκείνη το δρόμο για το σπίτι της, για την οικογένειά της, κι εκείνος, ποιος ξέρει για πού. Πάντως στο σπίτι δε θέλει να πάει. Νιώθει να πνίγεται εκεί, λες και είναι μικρό και αποπνιχτικό σαν μπουντρούμι. Μάλλον θα πάρει τους δρόμους. Κι όπου τον βγάλει.
«Τι σκέφτεσαι;» τον βγάζει εκείνη απ’ το μέσα του.
«Ω, τίποτα. Απλά, το που θα πάω μετά».
«Πού;»
«Δεν ξέρω. Θα πάρω το δρόμο και…»
«Γιατί δεν πας…»
«Όχι, δεν μπορώ να πάω στο σπίτι. Είναι…»
«Καλά. Κατάλαβα. Όπου σε βγάλει λοιπόν».
«Τον Κώστα δεν τον πειράζει που ήρθες νυχτιάτικα να με συναντήσεις;»
«Όχι. Με εμπιστεύεται. Και σ’ εμπιστεύεται και σένα. Μού το είπε από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισε. Είναι καθαρό το βλέμμα σου, είπε. Αν το έβλεπε τώρα…»
«Και τώρα στο βάθος καθαρό είναι, Μελίνα. Απλά το περίβλημά του είναι κάπως υγρό, λίγο θολό».
«Η ομίχλη της ζωής;»
«Ποιητικό!»
Τον κρατάει απ’ το χέρι καθώς περπατάνε με το ίδια αργόσυρτα βήματα για το σταθμό. Γύρω τους ακούγονται χαρούμενες φωνές, μουσικές, ψίθυροι, ενώ ένα χλωμό φεγγάρι προσπαθεί απεγνωσμένα να προβάλει ανάμεσα απ’ τα κτήρια που όλο και πληθαίνουν. Το χέρι του είναι ιδρωμένο, αλλά το άγγιγμα του απαλό, εφαρμόζει λες τέλεια στην παλάμη της. Του ρίχνει κλεφτές ματιές. Τα μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά του, το μουσάκι του που πήρε να μεγαλώνει, τα μάτια που μοιάζουν να κοιτάνε στο πουθενά. Είναι δικός μου, σκέφτεται, αλλά δεν είναι, και το ξέρει. Δε μοιάζει πια να ανήκει εκεί, δε φαίνεται να περπατά σ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνος σταματά απότομα να περπατά, φρενάροντας κι αυτή και τις σκέψεις της, και της δείχνει κάτι.
«Για δες», της λέει μ’ ένα βλέμμα ξάφνου φωτεινό, θαυμαστικό. Ένα ζευγάρι γερόντων κάθεται εκεί, ανάμεσα στο πλήθος των νέων, κι ο άντρας αγκαλιάζει τη γυναίκα προστατευτικά καθώς απολαμβάνουν το παγωτό τους. «Θα το πίστευες αν σου έλεγα ότι έτσι ακριβώς με φανταζόμουνα να είμαι κάποια μέρα; Να γεράσω δηλαδή μ’ αυτήν που αγαπώ και να κάνω ό,τι ακριβώς κάνουν τώρα αυτοί οι δύο!»
Δάκρυσε η Μελίνα και τα μελένια μάτια της πήραν φωτιά. Τόση αγάπη! Γυρνά προς το μέρος του και τον αγκαλιάζει σφικτά, αποφασιστικά. Τον κλείνει στην αγκαλιά της, χάνεται στη δική του και από μέσα της παρακαλεί η γη να σταματήσει στη στιγμή να γυρίζει. Αλλά, η προσευχή της δεν εισακούεται. Το πάντα της δεν παίρνει σάρκα και οστά. Σε λίγο βρίσκεται σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τις γλυκές της συνήθειες. Όσο για κείνον, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και χάνεται μέσα στη βουή των δρόμων. Αποφάσισε που θέλει να πάει. Στην ακροθαλασσιά. Να ξοδέψει όλη τη νύχτα συντροφιά με τον ήχο και την ηχώ τον κυμάτων. Ν’ αντικρίσει τον ήλιο να βγαίνει πυρακτωμένος μέσα από τη θάλασσα, σα φλεγόμενη ελπίδα.

Συνέχισε να ζει όπως-όπως, κάπως λειψά, λίγο φτωχικά, κατά βάθος λυπημένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά όπως παλιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σα δώρο θεού, σαν ένα πραγματικό θαύμα, έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Αυτός της χάρισε το όνομά της, αφού πίστευε ότι της ταίριαζε, μαγική καθώς ήταν κι η ίδια. Εκείνη τον έφερε πίσω στο φως πεισματικά, με χαμόγελα και φωνές πολλές και με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή. Από την ημέρα που γεννήθηκε, ένιωσε να ξαναγεννιέται και κείνος. Κι από τότε, από την πρώτη κιόλας στιγμή της δόθηκε, αφοσιώθηκε σ’ αυτή με την ψυχή του όλη. Έγινε της για πολύ καιρό θεοσκότεινης ζωής του ο φάρος. Λες και στο λευκό απαλό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα παιδικά της δάκρυα αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε. Και τα χρόνια πέρασαν…

«Δεν είναι ότι δε θέλω να βοηθήσω, Μελίνα, θέλω και το ξέρεις, το πρόβλημα είναι ότι το ποσό που μου ζητάς είναι πολύ μεγάλο. Δεν έχουμε μόνο λεφτά, χρωστάμε κιόλας. Και όπως είναι σήμερα τα πράγματα δεν κάνει να παίρνουμε τέτοια ρίσκα».
«Αλλά…» Τι να του πει τώρα; Έχει δίκιο και το ξέρει. Και στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να ξηλωθεί εκείνος για το φίλο της. Αλλά…
«Τι αλλά; Πες μου τι σκέφτεσαι».
«Ε, να, ξέρεις ποιο είναι το τίμημα εδώ. Και ξέρεις ότι αν δεν ήσουν εσύ η τελευταία λύση δε θα σου ζητούσα βοήθεια. Είναι κρίμα να πάει χαμένη μια ζωή για τα άτιμα τα λεφτά. Αυτό ήθελα να πω».
«Τη ζωή τη δική μας την σκέφτηκες; Τις ζωές των παιδιών μας; Πες και βρήκα τα λεφτά. Πες και του τα δώσαμε. Λες να μπορέσει μετά να μας εξοφλήσει; Δεν είναι ότι δεν τον εμπιστεύομαι, απλά είναι τόσο μεγάλο το ποσό που απλά δε θα μπορέσει ποτέ να το επιστρέψει όσο κι αν προσπαθήσει. Είναι σαν να υποθηκεύουμε το μέλλον των παιδιών μας, το καταλαβαίνεις αυτό;»
Το καταλαβαίνει, πώς δεν το καταλαβαίνει. Αλλά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί και το κάνει. Ωστόσο ο χρόνος περνά αμείλικτα, παίρνοντας μαζί του τις όποιες λύσεις. Λες να προσπαθήσει να πάρει δάνειο απ’ τη δουλειά; Θα της το δώσουν όμως; Ίσως και ναι. Πάνε τόσα χρόνια που δουλεύει εκεί, έχει καλό μισθό, τους πήγε πολλούς πελάτες, ανάμεσά τους και κείνον. Ναι, αυτό θα κάνει.
«Συγγνώμη, Κώστα. Συγγνώμη που σε αναστάτωσα. Μιλάς σωστά. Θα προσπαθήσω να βρω κάποιο άλλο τρόπο να τον βοηθήσω».
«Το κράτος; Κάποια οργάνωση; Η εκκλησία; Δεν μπορεί να βάλει το χεράκι του κάποιος απ’ τους φορείς, ή όπως αλλιώς τους λένε τέλος πάντων;»
«Προσπάθησαν και προσπαθούν να βρουν βοήθεια εδώ και μήνες, αλλά μάταια. Ο ένας τον στέλνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Και τώρα έφτασαν στο αμήν. Αν δε βρεθεί κάτι πολύ σύντομα…»
Ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό και δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Καθόλου δεν προσπάθησε να τα κρύψει. Τα άφησε να κυλούν έτσι γοργά, άηχα, οδυνηρά. Ο Κώστας έσπευσε να την αγκαλιάσει, να την καθησυχάσει, να την πείσει με λόγια που και στα δικά του αυτιά ακούγονταν ψεύτικα ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Στο τέλος, Κώστα, θέλει να τον ρωτήσει. Στο τέλος; Τελικά στο τέλος, είτε έτσι είτε αλλιώς, το μόνο που είναι σίγουρο είναι το τέλος.
«Γιατί κλαις, μαμά;» Μια φωνούλα παιδική τη βγάζει απ’ τις σκέψεις, σκοτώνει με τρεις λέξεις προτού καλά-καλά γεννηθεί την οργή της. Σκουπίζει τα μάτια της και συνέρχεται λες αυτόματα. Ξεφεύγει απ’ την αγκαλιά του άντρα της και πηγαίνει σχεδόν τρέχοντας και σηκώνει στην αγκαλιά της την κόρη της, την ανεβάζει ψηλά και με μάτια υγρά της λέει ότι κλαίει από χαρά, απ’ τη χαρά της που τη βλέπει. Κι η μικρή παίρνει να γελά. Κι η θλίψη κρύβεται βιαστικά σ’ ένα ντουλάπι του μυαλού. Θα έρθει να την επισκεφθεί ξανά αργά το βράδυ, όταν θα ξαπλώνει άγρυπνη στο συζυγικό κρεβάτι, όταν θα έχει πια το χρόνο να σκεφθεί ελεύθερα όλ’ αυτά που την απασχολούν, να καταστρώσει τα σχέδια και να πάρει τις αποφάσεις της.

Η μικρή άρχισε αμετάκλητα να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, συνεχώς να ρωτά, χαριτωμένα να απαιτεί και πολλές φορές απ’ τη χαρά της να χορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο, όπως όλα τα παιδιά. Αλλά για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα θα ήταν η μικρή, πάντα θα ήταν η αγαπημένη του, όσος καιρός κι αν περνούσε, όσο κι αν η ζωή τον άλλαζε. Και δε θα ξεχνούσε ούτε και για μια στιγμή την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, μια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη μέσα στον πόνο και το οδυνηρό παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να ψιθυρίσει αδύναμα το όνομά του, Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι ολοκληρωτικά στη δίνη της αρρώστιας. Και τώρα… Και τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Και θα ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δε θα την αφήσει να περάσει το δικό της αυτή τη φορά, θα της τη φέρει πισώπλατα, ακριβώς όπως του την έφερε κι εκείνη, θα επιβάλει το δικό του δίκαιο νόμο. Εσύ έζησες πολλά Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του, λες και μιλά σε κάποιο ξένο. Εσύ έζησες πολλά, του ξαναλέει λες και προσπαθεί να τον πείσει, κι ας μην πολυπιστεύει ούτε κι ο ίδιος τα λόγια του. Εσύ έζησες πολλά, πεισμώνει, τώρα είναι η σειρά της…

«Δώσε μου λίγο ακόμη χρόνο, Φώτη, και θα δεις. Θα δεις που θα τα καταφέρω. Θα τα καταφέρουμε. Είναι πολύ μεγάλο το ποσό που χρειάζεσαι κι όπως καταλαβαίνεις…»
Μιλάνε στο τηλέφωνο. Τον πήρε για να του πει τα ευχάριστα νέα. Συζήτησε με το αφεντικό της και μάλλον θα της εγκρίνουν το δάνειο που ζήτησε. Και μόλις γίνει αυτό θα του μεταβιβάσει αμέσως το ποσό. Κι όλα θα πάρουν το δρόμο τους.
«Σε μεγάλους μπελάδες σε έβαλα Μελίνα. Δεν έπρεπε να το κάνω. Κι εσύ δεν έπρεπε… Δεν έπρεπε…» Κομπιάζει. Οι λέξεις προσπαθούν μα δεν μπορούν να βγουν απ’ τα χείλη του. Δείχνει, όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, έτοιμος να κλάψει. Ακούει την ανάσα του στο ακουστικό, την ακούει βαριά και της πλακώνει το στήθος. Αλλά, δεν του μιλά. Τον αφήνει να ηρεμήσει, να ’ρθει στα συγκαλά του. Προσπαθεί να μιλήσει και πάλι. Και προσπαθεί μάταια. «Δεν έπρεπε…» ψιθυρίζει και μένει ξανά σιωπηλός. Μα από μέσα του βράζει. Είναι οργισμένος πολύ με τις μοίρες, θέλει να τα βάλει με τους θεούς και τους δαίμονες που τον έφεραν ως εδώ, να ξεσπάσει, να βρίσει, να χτυπήσει, να χτυπηθεί. Ωστόσο, καταπίνει την οργή του. Σκέφτεται τα πυρετικά μάτια της Μάγιας του, τα φωτεινά της Μελίνας που πάντοτε τον τύλιγαν με τόση ζεστασιά και λίγο γαληνεύει. «Είσαι ο άγγελός μου», της ψιθυρίζει τελικά. «Είσαι ο άγγελός μου», της λέει, κι από τα βάθη της ψυχής του το εννοεί.
«Κι εσύ ο δικός μου, Φώτη. Κι εσύ ο δικός μου. Κι ας μην το κατάλαβες ποτέ. Πάντα σε αγαπούσα, αλλά όχι πάντα φιλικά», απαντά εκείνη σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, για να συνέλθει αμέσως και ν’ αφήσει ένα εκκωφαντικό, ωχ όχι, να ξεφύγει απ’ τα στήθια της. Ξεχάστηκε! Και καθώς ξεχάστηκε του είπε εκείνο που δεν τόλμησε, τουλάχιστον στον ίδιο, να παραδεχτεί ποτέ. Και τώρα. Τώρα τους πνίγουν οι σιωπές. Εκείνος κοιτάει αμήχανα τα χέρια του, εκείνη τον απέναντι τοίχο με το στερεότυπο καδραρισμένο λευκό οικοτοπίο κάποιου νησιού. Τους χωρίζουν τα χιλιόμετρα, τα σύρματα, τα γεγονότα. Τους ενώνουν η κοινή ζωή τους του χθες και τα κενά του χρόνου.
«Από πότε;» Μίλησε πρώτος εκείνος.
«Όπως σου είπα: από πάντα. Κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες…»
«Γιατί μήπως κατάλαβες εσύ;»
«Τότε…»
«Για τα γέλια είμαστε, Μελίνα, και για τα κλάματα. Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Αλλά εμείς οι βλάκες κοιτούσαμε δίχως να βλέπουμε. Κι έπρεπε να… Ω, διάολε, θέλω να χτυπήσω κάποιον, να σπάσω κάτι. Είμαι τόσο οργισμένος, ψυχή μου. Τόσο οργισμένος…»
«Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ οργισμένη είμαι, αλλά όχι με τους άλλους. Με μένα την ίδια. Αν ήξερα… Ωστόσο τώρα είναι αργά. Μακάρι να ήτανε τα πράγματα αλλιώς, αλλά δεν είναι. Κάποια απ’ αυτά δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Ας αλλάξουμε λοιπόν αυτά που μπορούμε. Τουλάχιστον…» Άφησε την πρότασή της στη μέση, αλλά εκείνος δεν την άφησε να πέσει κάτω. Την άρπαξε στον αέρα και της την επέστρεψε.
«Τουλάχιστον τι;»
«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε. Θα μας μείνει όμως αιώνιος βραχνάς, το πώς θα ήταν αν… Αλήθεια, πώς θα ήταν; Δε σε ρωτώ, απλά αναρωτιέμαι».
«Ποιος μπορεί να πει; Κανείς! Κανείς δεν ξέρει. Έχω δει όλα τα δεδομένα στη ζωή μου να ανατρέπονται, όλες τις σιγουριές να συντρίβονται, τα όμορφα όλα να χάνονται. Δεν μπορώ να σου πω πώς θα ήταν, Μελίνα. Θα προσπαθούσα όμως, κι αυτό μπορώ να στο πω με σιγουριά, να κάνω το καλύτερο, να σου χαρίσω όλη την αγάπη που σου αξίζει».
«Γιατί δεν τόλμησα τότε;»
«Για τον ίδιο λόγο που δεν τόλμησα ούτε κι εγώ. Φοβήθηκες. Κι οι δυο φοβηθήκαμε. Φοβηθήκαμε ότι το όνειρο θα έβγαινε αληθινό και δε θα ξέραμε τι να κάνουμε μετά».
«Ξέρεις, όταν σε σκεφτόμουνα τότε, ή όταν ήμουνα κοντά σου μα δεν με παρατηρούσες, πού και πού έκλεινα τα μάτια και προσπαθούσα να σε φανταστώ σαν τον πατέρα των παιδιών μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ήσουνα πολύ ελεύθερος εσύ, έδειχνες ατίθασος πολύ, δεν μπορούσα να σε φανταστώ οικογενειάρχη».
«Έτσι ήμουνα. Κι ίσως να είμαι τουλάχιστον λίγο έτσι ακόμη. Αλλά ο ερχομός της Μάγιας στη ζωή μου με άλλαξε, μ’ έκανε ν’ αγαπήσω όλα τα παιδιά στο πρόσωπό της και πήρα κι εγώ κάθε τόσο να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα κάποια μέρα να γίνω πατέρας. Ο χρόνος, βλέπεις…»
«Ο χρόνος! Μπορεί να μη γιατρεύει τις πληγές, αλλά τουλάχιστον τις βγάζει στο φως, σου επιτρέπει να τις δεις καθαρά, να τις ξύσεις απαλύνοντας τον πόνο».
«Έτσι είναι. Ποιος να μου το έλεγε ότι κάποια μέρα θα είχα αυτή τη συζήτηση μαζί σου. Το υποψιαζόμουνα, αλλά ανίδεος ήμουν, όπως κι εσύ».
«Όπως κι εγώ. Ίσως ν’ ακουστεί παράδοξο κάτω από τις παρούσες συνθήκες αυτό που θα σου πω, Φώτη, αλλά θα στο πω: χαίρομαι. Χαίρομαι που βγήκε το μυστικό στη φόρα. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου».
«Σε καταλαβαίνω. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αν δεν ήταν αυτή η καταραμένη η μοίρα…»
«Μη λες τίποτ’ άλλο. Ας τ’ αφήσουμε εδώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να πάρω τα λεφτά στα χέρια μου σύντομα και όταν περάσει η μπόρα είμαι σίγουρη ότι θα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας να μιλήσουμε».
«Αν περάσει η μπόρα. Αν…»
«Θα περάσει, αγάπη μου. Θα περάσει…»
«Μακάρι».

Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του και την κοιτάει για ώρα πολλή έντονα, επίμονα, με ένα βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη απέραντη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στο μοναχικό άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, ξεψυχισμένος, συνένοχος στη θλίψη του. Ναι, θα μπορούσε να είναι κόρη του, κόρη τους, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι, το πιο γλυκό ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί τους, και εδώ και καιρό κόβει βόλτες στο κατώφλι του θανάτου. Χαϊδεύει με δάχτυλα που τρέμουν απ’ το παράπονο και τη συγκίνηση το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, φιλά με τρυφερότητα περισσή το αποτυπωμένο στο χαρτί μέτωπο, ανασαίνει πάνω σ’ αυτό την αγάπη του, το αποχαιρετά, αποχαιρετά εκείνη: αντίο, Μαγιούλα μου. Αντίο και σ’ ευχαριστώ απ’ της ψυχής μου τα βάθη που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, τοποθετεί προσεκτικά εκείνο το πλάνο, το αλάνθαστο ντοκουμέντο μιας αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, και σηκώνει αποφασιστικά το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο, που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται καθώς το κοιτά με θαυμασμό. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά. Όπως κι εκείνη. Εκείνη. Η Μελίνα. Πρέπει να την πάρει τηλέφωνο. Θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της για τελευταία φορά. Όχι, δε θα της πει την αλήθεια. Όχι. Απλά θα της μιλήσει και θα την ακούσει. Βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη και για μια στιγμή μένει ακίνητος, σα μαρμαρωμένος. Δεν πιάνει σήμα. Αλλά πώς να πιάσει κιόλας στην ερημιά που βρίσκεται; Ένα χαμόγελο πικρό, σαν γκριμάτσα, του παραμορφώνει το πρόσωπο. Ακόμη και τώρα, ψιθυρίζει, μη μπορώντας κι ο ίδιος να το πιστέψει. Ακόμη και τώρα, οι μοίρες γελάνε στην πλάτη του…

Επιτέλους εγκρίθηκε το δάνειο. Εγκρίθηκε. Έχει την επιταγή στα χέρια της. Θέλει να πετάξει απ’ τη χαρά της, στ’ αλήθεια να πετάξει. Τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα! Πρέπει να πει τα νέα στον Φώτη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τρέξει να τον συναντήσει και να του δώσει τα λεφτά. Τον παίρνει τηλέφωνο. Δε χτυπά. Τον ξαναπαίρνει. Τον ίδιο. Πού να είναι άραγε, αναρωτιέται. Α, ναι, στο νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο. Θα έχει το κινητό του κλειστό. Αναστενάζει με ανακούφιση. Θα πάρει άδεια το απόγευμα και θα σπεύσει να τον συναντήσει εκεί. Ω, νιώθει τόσο χαρούμενη τώρα. Είναι τόσο ευτυχισμένη που θέλει ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο όλο.
Σκέφτεται. Τον σκέφτεται. Σκέφτεται τους δυο τους μαζί. Ελκυστική η εικόνα, αλλά… Αλλά δεν έχει σκοπό να διαλύσει την οικογένειά της. Τον αγαπούσε, τον αγαπά και θα τον αγαπά, αλλά μέχρι εκεί. Ο Κώστας… Ο Κώστας είναι ο άντρας της. Τα παιδιά της είναι και δικά του παιδιά. Δε λέει…
Ω, δεν αντέχει πια εκεί, νιώθει να πνίγεται. Πρέπει να φύγει αμέσως, να πάει στο νοσοκομείο και να τον συναντήσει στη στιγμή. Πετάγεται απ’ τη θέση της, σαν ελατήριο, και φεύγει τρέχοντας σχεδόν απ’ το γραφείο δίχως να πει τίποτα σε κανένα. Είναι ώρα αιχμής, δε θα πάρει το αμάξι της, καλύτερα με το μετρό. Κατεβαίνει δυο-δυο τα σκαλιά στο σταθμό του Συντάγματος και διασχίζει σα σίφουνας το χώρο. Δεν προσέχει τον κόσμο γύρω της, δε δίνει σημασία καμιά στα επιτιμητικά βλέμματα. Βιάζεται, και σ’ όποιον αρέσει.
Βγαίνει έξω σ’ έναν ήλιο εκκωφαντικό και μια ζέστη αφόρητη. Έχει πολύ περπάτημα ακόμη. Τα βήματά της γοργά, τη φέρνουν όλο και πιο κοντά σ’ εκείνον, στης αδελφής του τη σωτηρία.
Φτάνει επιτέλους στον προορισμό της. Την κατευθύνουν στο δωμάτιο που ψάχνει, όπου μπαίνει σιγοπατώντας. Δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη πια. Κοιτάει γύρω της. Η μικρή, ένας άγγελος που κοιμάται αδύναμα στο κρεβάτι, η μάνα της κι ο πατέρας. Ο Φώτης πουθενά. Τους πλησιάζει.
«Γεια σας, η Μελίνα είμαι, αν με θυμάστε».
«Σε θυμόμαστε, κόρη μου. Σε θυμόμαστε», της απαντά ψιθυριστά η γυναίκα.
«Ο Φώτης;»
«Δεν ξέρουμε που είναι. Έχουμε να τον δούμε από χθες το βράδυ».
Δεν ξέρει τι άλλο να τους πει και τι να τους ρωτήσει. Έτσι, τους παραδίδει απλά το φάκελο με την επιταγή και κάνει να φύγει.
«Τι είν’ αυτό, Μελίνα μου», τη ρωτάει η μάνα.
«Τα λεφτά για την εγχείρηση της μικρής», απαντά μ’ ένα μικρό χαμόγελο, τους γυρνά αβίαστα την πλάτη και παίρνει γρήγορα να απομακρύνεται. Επιφωνήματα χαράς μεγάλης ακολουθούν για λίγη ώρα το κάθε της βήμα.

Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του, την ξεκινά και παίρνει να κατεβαίνει το βουνό σαν οργισμένος βοριάς, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε μια στροφή του δρόμου, όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, χάνει τον έλεγχό της κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να έχει πάρει μορφή ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του κι αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά. εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει! Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του από την ασφάλεια ζωής που του έκανε χρόνια πριν η Μελίνα, θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στο εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που έχει ανάγκη. Αρκετά για ν’ αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό! Η θυσία του δε θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Για τα μάτια της μόνο

Τα φώτα άλλοτε χαμηλά κι άλλοτε εκτυφλωτικά, η μουσική τη μια στιγμή απαλή την άλλη δυνατή, εκκωφαντική, ο χορός, οι φιγούρες, οι κινήσεις οι νωχελικές και άγριες, τα πεινασμένα κορμιά και οι ξελιγωμένες αισθήσεις.
Κάθεται σ’ ένα ξύλινο σκαμπό, μπροστά από ένα ψηλό τραπέζι και πίνει σιγά-σιγά κάποιο κοκτέιλ στο χρώμα του καρπουζιού. Δείχνει σκληρή και λυπημένη. Λες και δε θέλει να είναι εκεί, λες και δεν έχει άλλη επιλογή από το να είναι εκεί. Τα μαλλιά της πλούσια ξανθιά, είναι πιασμένα σε μια μακριά κοτσίδα, σα να θέλει μ’ αυτό τον τρόπο να δείξει ότι δε δίνει μία γι’ αυτά που συμβαίνουν γύρω της. «Ήρθα εδώ να πιω, να δω και να φύγω», μοιάζει να υποδεικνύει η στάση της.
Να δει. Αυτό ακριβώς κάνει. Βλέπει. Τίποτ’ άλλο. Ακόμη και στον συνοδό της δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία. Εκείνος πού και πού σκύβει στ’ αυτί της, της λέει κάτι, αλλά εκείνη καθόλου δεν αντιδρά. Απλά με τα δυο τεράστια πράσινά της μάτια, κοιτάει ανέκφραστα μπροστά. Κάθε τόσο οι βλεφαρίδες πεταρίζουν, μια σκιά χαράς περνάει βιαστικά απ’ το βλέμμα της προτού την κάνει γι’ αλλού.
Παράξενη που είναι η ζωή! Τόσο παράξενη. Να, είναι όμορφη, είναι ξύπνια, είναι πλούσια, θα μπορούσε να έχει όποιο άντρα της έκανε κέφι, αλλά… Αλλά, τους βαρέθηκε όλους. Όλοι οι ίδιοι της φαίνονται, ο ένας αντίγραφο του άλλου. Κανένας δεν της προκαλεί πια το ενδιαφέρον, κανείς δεν μπορεί να της προκαλέσει την έκπληξη. Προβλέψιμοι και βαρετοί. Όπως και τούτος δω που κάθεται δίπλα της και κορδώνεται σαν κοκόρι επιδεικνύοντας τα μπράτσα του. Όλο σκύβει και της ψιθυρίζει στ’ αυτί λόγια γλυκά και χιλιοειπωμένα, της κάνει κομπλιμέντα αβέρτα μήπως και την καταφέρει. Πού να ’ξερε!
Δεν πίνει όπως παλιά και τώρα νιώθει ότι θέλει να πεθάνει από την πλήξη. Να σηκωθεί άραγε να φύγει και να πάει κάπου αλλού; Μα όχι, την προσκάλεσε στα γενέθλιά της η καλύτερή της φίλη, δεν μπορεί να της κάνει χαλάστρα, την αγαπάει. Θα υπομείνει λοιπόν. Θα υπομείνει μέχρι…
Ξάφνου χαμογελά. Κοιτάει μια κίνηση στην πίστα και χαμογελά πλατιά. Η προσοχή της όλη στρέφεται εκεί. Αφήνει τον ηλίθιο δίπλα της να λέει τα δικά του, κι αυτή χάνεται στους ρυθμούς ενός κορμιού, που ακολουθώντας λες όχι τον ήχο, αλλά την ηχώ της μουσικής στροβιλίζεται στου χώρου το αποπνικτικό κενό. «Φανταστικό», σκέφτεται, «φανταστικό. Δε δίνει μία. Θέλει απλά να χορεύει και τίποτ’ άλλο». Και τίποτ’ άλλο; Όχι ακριβώς. Η αλήθεια είναι ότι χορεύει για κείνην, για τα μάτια της μόνο. Την πρόσεξε από την πρώτη στιγμή. Είδε το φευγάτο της βλέμμα, την αφηρημάδα και τη σκληρότητα που ανέδιδε όλο της σώμα, την ανάγκη της για κάτι το διαφορετικό. Πώς να την πλησιάσει όμως; Πώς; Ο τύπος δίπλα της δεν έμοιαζε από εκείνους που σήκωναν κουβέντα από κανένα, έδειχνε να τη θεωρεί τρόπαιό του. Αν και μάλλον δεν ήτανε μαζί της, απλά έτυχε να κάθεται δίπλα της. Τότε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάνει εκείνο που κάνει καλύτερα από καθετί άλλο, να χορέψει, κι αν η τύχη έβαζε λίγο το χεράκι της…
Το έβαλε το χεράκι της η τύχη, οι κινήσεις τράβηξαν τη ματιά, τα βλέμματα σε κάποια ανύποπτη στιγμή συναντήθηκαν και τα είπαν όλα ή σχεδόν όλα. Τα υπόλοιπα τα είπαν οι ανάμεσά τους σιωπές. Ο κόσμος, οι καπνοί, οι μουσικές και οι φωνές, όλα έσβησαν. Δυο ζευγάρια μάτια γέμιζαν πια το χώρο, σε αποχρώσεις πράσινες και μελένιες.
Σηκώθηκε απότομα απ’ τη θέση της, είπε κάτι στ’ αυτί της φίλης της, αποχαιρέτισε τον επίδοξο εραστή και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Περνώντας σιγά-σιγά ανάμεσα στο πλήθος που χόρευε, πέρασε δίπλα από το αντικείμενο του πόθου της για να του ψιθυρίσει «έλα», προτού χαθούν τα βήματά της πίσω από τα ιδρωμένα κορμιά των νέων, που έκρυβαν τη θέα προς την έξοδο. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να πατήσει το πόδι της έξω, στο φρέσκο και δροσερό αέρα της ολόφωτης εκείνης καλοκαιρινής νύχτας, όταν ένιωσε ένα χέρι να την αγγίζει απαλά στον ώμο. Γύρισε. Κοίταξε βαθιά στα μάτια που είχε αντίκρυ της ψάχνοντας την απάντηση σ’ ένα ερώτημα που ποτέ δεν έθεσε.
«Σε θέλω!» είπε.
«Πάμε», απάντησε εκείνη, της έπιασε το χέρι απαλά και πήραν να περπατάνε σιγαλά μαζί στα μονοπάτια της επερχόμενης αυγής.


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η καλή μάνα

Πώς μπόρεσαν και της το έκαναν αυτό; Την ατίμωσαν! Ατίμωσαν το όνομά της. Την έκαναν να ντρέπεται να παρουσιαστεί στην κοινωνία. Μα πάνω απ’ όλα αμάρτησαν. Αμάρτησαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, πρόδωσαν τα πιστεύω που τους κληρονόμησε για το χρήμα. Και τώρα; Τι να κάνει; Πώς να ξεπλύνει τα κρίματά τους, το δικό της κρίμα; Γιατί ναι, το κρίμα είναι και δικό της, η μισή αμαρτία ανήκει σ’ αυτή, αφού τις γέννησε, αφού έφερε στον κόσμο αυτές τις οχιές που ονομάζει κόρες.
«Ω, θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό;» μοιάζει να ρωτά, μα απάντηση δεν περιμένει, αφού είναι άγνωστες, όπως λένε κι οι γραφές, οι βουλές του Κυρίου. Ωστόσο, δεν της άξιζε. Δεν της άξιζε μια τέτοια τύχη. Αυτή σ’ ολόκληρή της τη ζωή δεν πλήγωσε κανένα, κακή κουβέντα δεν άκουσε κανείς να βγαίνει απ’ τα χείλη της. Πάντα ήταν φτωχή και πάντα έδινε, ό,τι μπορούσε. Σκεφτότανε πώς ήταν τυχερή, είχε να φάει και που να κοιμηθεί, κι ένιωθε την ανάγκη να βοηθήσει και τους γύρω της.
Όλοι την αγαπούσαν, τη θεωρούσαν αγία γυναίκα, έναν άγγελο με σάρκα και οστά, που απλά έτυχε να λάβει ανθρώπινη μορφή, κι όλοι τη σέβονταν, ακόμη περισσότερο κι απ’ τον παπά, επειδή αν και αμόρφωτη ήξερε πάντα ποιος ήταν ο δρόμος ο σωστός, κι αυτόν δίχως δισταγμό και αμετάκλητα ακολουθούσε. «Ω, μακάρι να ήμασταν σαν κι αυτήν…» έλεγαν οι συγχωριανές, κι ας ήξεραν ότι δε θα μπορούσαν ποτέ τους να της μοιάσουν. Το κουτσομπολιό, οι ζήλιες, οι μικρότητες και η κακία, δε θα τις άφηναν. Αλλά τώρα…
Τώρα, αν και κανείς άλλος πέρα από τους άμεσα εμπλεκομένους δεν ξέρει τι συνέβηκε, η καλή αυτή γυναίκα πήρε όλο και πιο πολύ να μαραζώνει, να σβήνει. Αδικία μεγάλη ήταν αυτή που έκαναν οι κόρες της και παρακαλεί: «Μακάρι, θεέ μου, να πέσει φωτιά και να τις κάψει». Τις καταριέται. Αυτή που στη ζωή της όλη δεν καταράστηκε ποτέ τίποτα και κανένα, που ούτε καν κάποτε έμαθε τι πάει να πει οργή, τώρα καταριέται τα ίδια της τα παιδιά. Θέλει να καούν στην κόλαση. Θέλει να υποφέρουν. Έτσι τις μεγάλωσε αυτή; Έτσι; Αυτή δεν ήταν που τους έμαθε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πώς πρώτα πρέπει να μάθουν ν’ ακούνε και μετά να μιλούν; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πάντα για την ιερότητα της οικογένειας; Τα ξέχασαν όλα; Ή, απλά την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια οι παραδόπιστες;
Γονατίζει μπροστά από την εικόνα ενός οργισμένου Χριστού μέρα νύχτα και προσεύχεται και ζητά τη συμβουλή του. «Τι να κάνω; Πες μου τι!» Αφουγκράζεται την ηχώ της σιωπής και νιώθει τους ψηλούς τοίχους του παλιού της του σπιτιού να την πνίγουν. Τα δάκρυα της τρέχουν καυτά, βουβά, μετανοεί αυτή για των άλλων τις αμαρτίες.
Κι ύστερα ξημερώνει ξανά. Και μετά νυχτώνει και πάλι. Και νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά απ’ το γέρικο κορμί της και να χάνεται. «Δεν πρέπει να τους κάνω το χατίρι», σκέφτεται. «Δεν πρέπει να πεθάνω, αφού μαζί μου θα πεθάνουν κι οι ενοχές τους – αν έχουν ενοχές βέβαια τα βρωμοθήλυκα».
Νιώθει τόσο μόνη. Ο άντρας της πέθανε. Οι γονείς και τ’ αδέλφια της το ίδιο. Δεν έχει πια σε ποιον να στραφεί για να ζητήσει κάποια συμβουλή, που να ψάξει να βρει έναν ώμο ν’ ακουμπήσει. Σκέφτεται. Σκέφτεται τον οργισμένο Χριστό που πέταξε τους έμπορους με τις κλωτσιές έξω απ’ το ναό. Σκέφτεται. Σκέφτεται την Παλαιά Διαθήκη και τον εκδικητή θεό. Σκέφτεται. Κι αποφασίζει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει για μια ακόμη φορά να ντυθεί με το μανδύα της καλής μητέρας, αυτόν που ποτέ δεν έβγαλε, και να κάνει το σωστό, αυτό που απαιτούν η πίστη της κι οι περιστάσεις.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το κρύο είναι τσουχτερό, κι η βροχή εδώ και μέρες πέφτει ασταμάτητα χαρίζοντας ζωή στων ανάξιων αμαρτωλών τη γη. Εποχή γιορτινής ευδαιμονίας, ημέρες κάθαρσης. Θα μπορέσει επιτέλους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει εδώ και καιρό.
Είναι μεσάνυχτα. Στριφογυρνά στο κρεβάτι, μα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όχι πως την ενοχλεί ιδιαίτερα αυτό, αλλά να, δεν περνά η ώρα. Κι όσο δεν περνά η ώρα τόσο πιο πολύ την τυραννάνε οι σκέψεις της. Πού και πού μοιάζει να κλαίει κι ύστερα φαίνεται να χαμογελά. Τα μάτια της γυαλίζουν στο σκοτάδι απάνθρωπα, τρομακτικά, λες και την έχει καταλάβει μια ιερή τρέλα. «Πότε θα ξημερώσει;» αναρωτιέται. Πότε θα ξημερώσει πια;
Ακούει την καμπάνα να χτυπά. Πετάγεται απ’ το στρώμα. Επιτέλους Χριστούγεννα. Πλένει το γερασμένο της πρόσωπο με το παγωμένο νερό της βρύσης, πλέκει τα χιονισμένα της μαλλιά περίτεχνα πλεξούδες, φοράει το καλύτερο μαύρο φουστάνι της κι ένα βαρύ γκρίζο παλτό, παίρνει την αρχαία της τσάντα και βγαίνει στο πρωινό αγιάζι.
Όταν φτάνει στην εκκλησιά είναι σχεδόν άδεια. Δυο-τρεις μόνο άλλες γριές πρόλαβαν και πήγαν εκεί πριν απ’ εκείνη. Τις καλημερίζει ζεστά και στέκεται αγέρωχη σε μία γωνία έχοντας αντίκρυ της την είσοδο. Θέλει να τις δει να έρχονται. Το λαδί των ματιών της μοιάζει απαλό, σχεδόν νοσταλγικό. Το βλέμμα της φαίνεται να τριγυρίζει στο χώρο, μια πιότερο να εξερευνά το μέσα της. Τα λόγια του παπά, οι ύμνοι των ψαλτών, δεν φτάνουν στ’ αυτιά της. «Εγώ τα έχω βρει με το θεό!» μάλλον θα σκέφτεται.
Να τες! Να τες τις δυο τους που μπαίνουν στην εκκλησιά μαζί, ταυτόχρονα. Συνένοχες στο έγκλημα, συνένοχες και στο κοινωνικό γεγονός της πίστης. Κοινωνικό γεγονός, ναι, αυτό ακριβώς είναι για κείνες η λειτουργία. Δεν πιστεύουν. Αν πίστευαν δεν θα έκαναν αυτό που έκαναν. Ωστόσο, τις κοιτάει με βλέμμα τρυφερό και λίγο λυπημένο αντί με οργή. Τις λυπάται, επειδή πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο.
Ο χρόνος τώρα περνά όλο και πιο γρήγορα, ξεγλιστρά λες απ’ τις χαραμάδες της γιορτής της ζωής που είναι τα Χριστούγεννα και χάνεται. Η λειτουργία τελειώνει. Βγαίνει έξω, όπως πάντα αβίαστα, και παίρνει να εύχεται Χρόνια Πολλά σε όλους τους συγχωριανούς, να μιλά λίγο μαζί τους να τους χαρίζει μια στάλα απ’ της ψυχή της το περίσσεμα. «Σας αγαπάω. Όλους σας αγαπάω», σα να θέλει να τους πει, μα κάτι την εμποδίζει.
Σιγά-σιγά κινά για το φτωχικό της σπιτικό, να φτιάξει τη σούπα. Δε θα αργήσουν να την ακολουθήσουν κι οι κόρες της, πιστές στην παράδοση της μέρας.
Όταν τις βλέπει να μπαίνουν στην κουζίνα της τις καλωσορίζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και τις προσκαλεί να καθίσουν στο τραπέζι. Τα πιάτα με την αχνιστή πεντανόστιμη σούπα είναι ήδη εκεί και τις περιμένουν. Κάνει την προσευχή της. Ευχαριστεί ψιθυριστά σχεδόν το θεό, που κι αυτά τα Χριστούγεννα βρέθηκαν όλες τους εκεί και με υγεία.
Τρώνε σιωπηλά. Εκείνες σχεδόν με βουλιμία κι αυτή σιγά-σιγά, κουταλιά την κουταλιά, σαν σε ιεροτελεστία. «Το τέλος πλησιάζει», σκέφτεται. Κι έχει δίκιο. Σε λίγο η μια μετά την άλλη οι κόρες της πέφτουν αναίσθητες, σύντομα θα είναι νεκρές. Το δηλητήριο έκανε καλά τη δουλειά του. Όταν είναι πια σίγουρη ότι έχουν αφήσει το μάταιο ετούτο κόσμο, τους κλείνει τα μάτια απαλά, τις φιλά στο μέτωπο, στα μαλλιά. «Έκανα το σωστό», τους ψιθυρίζει. Σε λίγο θα τηλεφωνήσει στην αστυνομία και θα τους πει τι έγινε. Θα πάει φυλακή. Για το αμάρτημα των παιδιών της, εκείνο της απληστίας, που ήταν και δικό της, αφού αυτή τις γέννησε. Τα κρίματά της θα τα πληρώσει και σ’ αυτή και στην επόμενη ζωή, μα δεν τη νοιάζει. Έκανε το σωστό κι ας έβαψε τα χέρια της με αίμα. Ήταν καλή μάνα…

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Ο περιττός

Ήταν ένας απ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι με τον τρόπο τους ξεχωριστοί, που δεν μοιάζουν στ’ αλήθεια να ζούνε τη ζωή, αλλά απλά να διαβαίνουν αβίαστα τα μονοπάτια της κι αργά ή γρήγορα να χάνονται.
Τον ήξερα προτού τον γνωρίσω. Τον έβλεπα σχεδόν παντού, όπου πήγαινα στη μικρή μας πόλη. Γύρω στα πενήντα, κοντός και λίγο υπέρβαρος, φαφούτης, με μαλλιά που όλο και πιο πολύ έπαιρναν το χρώμα του γκρίζου και μάτια μαύρα, τα οποία αντί να τρομάζουν αυτόν που τα έβλεπε, απλά του φώναζαν την αθωότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάννης, ένας άνθρωπος αθώος, αγνός, ένας παραπεταμένος της ζωής, που ωστόσο ποτέ του δε βαρυγκωμούσε. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη πήγαιν’ αυτός κι εγώ κάπου έφτασα να τον ζηλεύω.
Τον ζήλευα επειδή δεν τον ήξερα. Όταν όμως τον γνώρισα, όταν έμαθα την ιστορία του, πήρα να τον θαυμάζω. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία, μέσα στα πλούτη. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης, κι η μάνα του κρατούσε από μεγάλο τζάκι. Είχε και δυο αδέλφια μεγαλύτερα απ’ αυτόν. Όλα στη ζωή του έμοιαζαν ν’ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία. Θα τέλειωνε το σχολείο, θα σπούδαζε, θα έπιανε μια δουλειά, θα γινόταν κάποιος. Αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς.
Είχε δεν είχε πατήσει τα δεκαεννιά του χρόνια όταν από τη μια στιγμή στην άλλη όλα ανατράπηκαν, όλες του οι βεβαιότητες έγιναν συντρίμμια και τα έχασε. Το μυαλό του σάλεψε. Κάποια νύχτα, οδηγώντας πιωμένος το αυτοκίνητο του πατέρα του, σκότωσε κατά λάθος μια νέα γυναίκα, κι η πτώση στην προσωπική του άβυσσο δεν άργησε καθόλου να επέλθει.
Στην αρχή ήταν το σοκ. Και μετά η συνειδητοποίηση. Η συνειδητοποίηση ότι είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Το μυαλό του άρχισε να παίζει παράξενα παιχνίδια, να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα, να επιστρέφει ξανά και ξανά στη μοιραία νύχτα και να τον τυραννά, και πήρε να τραυλίζει. Το δικαστήριο αποφάσισε να τον θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση, αφού δεν πέρασε από κανενός το νου η σκέψη ότι θα μπορούσε να υποκρίνεται. Τον έκλεισαν λοιπόν σε μια κλινική, τον φόρτωσαν με χάπια και πήραν να του μιλάνε και να τον ακούνε με τις ώρες, μέχρι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά ν’ αναρρώνει, να ανακτά την επικοινωνία του με τον κόσμο. Κάποτε αντιλήφθηκαν ότι δε θα γινόταν εντελώς καλά, κι έτσι του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι υπό την επιτήρηση της μητέρας του, αφού δεν τον θεωρούσαν επικίνδυνο. Όπως και έγινε.
Η μητέρα του στάθηκε δίπλα του σα βράχος. Πάντα τον φρόντιζε, και όσο περνούσε απ’ το χέρι της, δεν του χάλαγε χατίρι. Πίστευε ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει.
Προτού όμως περάσουν λίγοι μήνες η κακοτυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας ξανά. Ο πατέρας του πέθανε, έτσι στα ξαφνικά, από ανακοπή καρδίας καθώς περπατούσε στο δρόμο. Ο θάνατός του, είν’ η αλήθεια, δε φάνηκε να επηρεάζει και πολύ τον Γιάννη, δεν του προκάλεσε τη θλίψη που θα περίμενε κανείς, αφού από την ημέρα που μπήκε στην κλινική ο πατέρας του πήρε να τον αντιμετωπίζει σαν ξένο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον «τρελό». Γι’ αυτό και φρόντισε -αν και ήταν ακόμη πολύ νέος- λες από ένα προαίσθημα, να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στα άλλα δυο παιδιά του. Εκείνος θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι με τη μητέρα του, αλλά μόνο αυτό.
Με λίγες μικρές χαρές και πολλές μεγάλες πίκρες ξόδεψε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Τις χαρές τις έπαιρνε απ’ τη μάνα του, που μέρα και νύχτα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κάνει ευτυχισμένο, τις πίκρες απ’ τους άλλους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν, που τον κοιτούσαν μα δεν τον έβλεπαν.
Η αγάπη της μάνας έκανε το μικρό της θαύμα, αλλά δεν κατάφερε να τον γιατρέψει εντελώς, αφού κάποτε πέθανε κι αυτή. Ο Γιάννης ήταν στα τριάντα του και τώρα πια στον κόσμο δεν είχε άλλο κανένα. Τ’ αδέλφια του, άκαρδα, τον αντιμετώπιζαν σαν παράσιτο, σα στίγμα στο καλογυαλισμένο μωσαϊκό της οικογένειάς τους και δεν άργησαν να τον πετάξουν έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Του έδωσαν μονάχα λίγα λεφτά και τα κλειδιά ενός σπιτιού που είχαν στο νησί και τον ξαπόστειλαν. Κι εκείνος δεν άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί καθόλου. Ήξερε ότι σ’ εκείνο το σπίτι, μ’ εκείνους τους ανθρώπους, θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς περιττός. Μάζεψε λοιπόν τα λιγοστά υπάρχοντά του και έφυγε.
Πώς να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή κάποιος που δεν έχει τίποτα πια και είναι ολότελα μόνος; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Αλλά ο Γιάννης τα κατάφερε. Πήγε στο έτοιμο να καταρρεύσει σπίτι κι άρχισε σιγά-σιγά να το φτιάχνει. Το σοβάτισε, το έβαψε, έφτιαξε τα παλιά ξύλινα παράθυρα, αντικατέστησε τα παλιά κατεστραμμένα μάρμαρα στο πάτωμα, μπάλωσε όπως-όπως και τα αρχαία φθαρμένα έπιπλα. Έπιαναν τα χέρια του.
Κάνοντάς τα όμως όλ’ αυτά, σύντομα ξέμεινε από λεφτά. Μη έχοντας άλλη επιλογή πήρε να ψάχνει για δουλειά, αλλά όπως θα περίμενε κανείς, δεν υπήρχε κάποιος πρόθυμος, ή έστω καλόψυχος αρκετά, ώστε να προσλάβει τον «τρελό». Θα πεθάνω από την πείνα, σκεφτότανε με παράπονο εκείνος. Θα πεθάνω από την πείνα και δε θα το μάθει κανείς. Κανένας δε θα κλάψει για μένα.
Η μοίρα ωστόσο είχε άλλα σχέδια για κείνον, έτσι κάποια μέρα καθώς περιφερόταν άσκοπα στους δρόμους της πόλης άκουσε κάποιον να τον φωνάζει να πάει κοντά του. Αυτός υπάκουσε και όταν εκείνος τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να δουλέψει για λίγες ώρες, για πρώτη φορά άφησε να εμφανιστεί στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο. Θέλω, απάντησε συνεσταλμένα. Ξόδεψε τις επόμενες λίγες ώρες ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες από ένα φορτηγό και στο τέλος της μέρας πήρε στα χέρια του τον πρώτο μισθό. Το βράδυ στο σπίτι του, απολαμβάνοντας επιτέλους ένα καθώς πρέπει δείπνο σκέφτηκε ότι, Αυτό είναι. Αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Να ψάχνει δηλαδή για μικροδουλειές της μέρας, που ίσως να μην του αποφέρουν πολλά λεφτά αλλά που θα είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Από το τίποτα..
Περισσότερα από είκοσι χρόνια έζησε έτσι ο Γιάννης. Κι όλοι οι μάστορες της πόλης έφτασαν να τον γνωρίσουν και να τον συμπαθήσουν, αλλά φίλος του δεν έγινε κανένας. Δεν ήθελαν και πολλά πάρε-δώσε μαζί του οι «αξιοπρεπείς». Εκείνος τους καθάριζε τα υπόγεια και τις αποθήκες, τους μάζευε τα σκουπίδια, τους μπογιάτιζε τους τοίχους, τους μετέφερε τα εμπορεύματα, τους έκανε όλα τα θελήματα. ήτανε πολύ χρήσιμος, αλλά στη ζωή τους ξένος. το θύμα και της δήθεν καλοσύνης τους το άλλοθι. Κάποια φορά μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς, ένας άνθρωπος κατά βάθος καλός που για μια στιγμή σαλτάρισε, δίχως κανένα απολύτως λόγο τον χτύπησε, του έσπασε τα δόντια, αλλά αυτός δεν κράτησε κακία. Μα ούτε και παραπονέθηκε ποτέ για τον τρόπο που τον μεταχειρίζονταν, που στην ουσία τον εκμεταλλεύονταν, οι άνθρωποι. Ποτέ του δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Πάντα δούλευε σκληρά και χαμογελούσε, και διέσχιζε τραυλίζοντας, παραμιλώντας, την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Ποτέ δε ζητιάνεψε. Ποτέ δεν παρακάλεσε κανένα για τίποτα.
Κάποια μέρα, έτσι απλά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Για μέρες και μέρες δεν έκανε πουθενά την εμφάνισή του κι όλοι αναρωτιόντουσαν τι του συνέβηκε. Ωστόσο κανείς δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να κάνει κάτι. Τι ήταν άλλωστε ο Γιάννης γι’ αυτούς; Ένα τίποτα.
Μετά από μερικές βδομάδες άκουσα ότι κάποιος τον βρήκε νεκρό στο πάρκο κάτω από τα τείχη της πόλης. Καθότανε σ’ ένα παγκάκι κι έμοιαζε να χαμογελάει. Η αστυνομία όταν πήγε στο σπίτι του βρήκε ένα φάκελο γεμάτο λεφτά κι ένα σημείωμα: «Για μένα και τη μητέρα μου», έγραφε. Κατάλαβαν. Προέβλεψε το θάνατό του κι η στερνή του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στη μάνα του. Επικοινώνησαν με τα γερασμένα, μα αμετανόητα ακόμη αδέλφια του, και κανόνισαν τα της μεταφοράς. Νεκρός, δεν ήταν πια περιττός.


Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ