Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναισθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναισθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Ο χαρταετός


Η ζωή της δεν ακολούθησε το δρόμο που κάποτε ονειρευόταν – ίσως επειδή τα περισσότερα όνειρα δε βγαίνουνε ποτέ αληθινά. Φυσικά, ίσως να φταίει και το ότι άλλαζε συχνά γνώμη στο παρελθόν σε ότι αφορά αυτά τα όνειρα. Πότε ονειρευόταν να γίνει το ένα και πότε το άλλο, και πού και πού δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί.
Ούτε και σήμερα ονειρεύεται, όχι πολύ, αφού δεν της περισσεύει πια ο χρόνος. Τι κατάντια κι αυτή! Μα να μην μπορεί καν να βρει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει λίγο στο μέσα της και να δει άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, εποχές και δράματα που της ξεφύγαν;
Αν της ελεγε κάποιος πριν από χρόνια, τότε που ακόμη ήταν στη φάση της καθυστερημένης της εφηβείας, ότι θα έφτανε κάποτε σ' αυτό το χάλι θα τον έβγαζε τρελό. “Εγώ; Ποτέ!” θα του έλεγε. “Εγώ θα παραμείνω για πάντα φευγάτη, ονειροπόλα”.
Φευγάτη παραμένει ακόμη, αλλά μόνο όταν οδηγεί, όταν είναι στο μπάνιο και αφήνει το νερό να της χαϊδέψει τις αισθήσεις και όταν, όλο και πιο σπάνια, ταξιδεύει. Πολλές φορές συλλαμβάνει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι πιο πολύ απ' το καθετί επιθυμεί το λίγο των πιο πάνω να γίνει πολύ – οι σταγόνες δροσιάς της να μετατραπούν σε ουρανών καταρράκτες και να την παρασύρουν στο υπέροχο πέρασμα τους. Πόσοι δεν το επιθύμησαν αυτό; Και πόσοι δεν το είδαν ποτέ να συμβαίνει;
Πού τριγυρνάς, κορίτσι μου;” τη ρώτησε μόλις ψες μια φίλη της, καθώς την είδε να δίνει το παρόν της, μα να απουσιάζει ψυχικά από μια κοινωνική εκδήλωση.
Σκέφτηκε πολύ μέχρι να της απαντήσει, αλλά ακόμη και τότε δεν είπε την αλήθεια. “Σκέφτομαι τη μικρή και μου λείπει”, της είπε.
Η “μικρή” είναι η κόρη της – η σωτήρας και η καταδίκη της. Αν δεν την είχε κι αυτή δεν ξέρει πώς θα άντεχε ακόμη να ζει. Τα λογάκια, τα γέλια και τα χαμόγελά της, οι ατέλειωτές της ερωτήσεις και οι εξερευνήσεις της σ' ένα κόσμο που μόλις τώρα αποκτά σημασία γι' αυτή – αυτά είναι τα πράγματα που τώρα την κρατούν σε εγρήγορση, που της δίνουν κάποιο σκοπό.
Αλλά – πάντα υπάρχει ένα “αλλά” που πολύ μας τυραννεί – όσο κι αν δεν το θέλει, νιώθει ότι κι αυτό ακόμη, το παιδί της, δεν είναι αρκετό για να γεμίσει της ζωής της τα μεγάλα κενά. Τι της λείπει; Κάποιος ίσως που να την καταλαβαίνει. Τι της λείπει; Η σιωπή, την οποία από πάντοτε αγαπούσε. Τι της λείπει; Οι εικόνες απ' τις οποίες εμπνεόταν για να δημιουργήσει τέχνη.
Θυμάται τη ζωή στην πόλη που γεννήθηκε και απρόσκλητα κάνουν την εμφάνισή τους στα μάτια της δυο δάκρυα και λίγα ακόμη. Τα σκουπίζει με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιο λεκέ, και γεύεται την αλμύρα τους. Τι ωραία που ήταν όλα παλιά! Μα, ωραία δεν φαντάζουν όλα, ή έστω τα περισσότερα, στον καμβά των αναμνήσεών μας;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Κάθε φορά που έφτανε κάπου, ένιωθε μέσα της την ανάγκη να πάει κάπου αλλού, και κάθε που πετύχαινε κάτι έθετε ένα νέο στόχο, διαφορετικό. Ένα ταξίδι υπήρξε τελικά η μέχρι τώρα ζωή της, όχι στο χώρο και στο χρόνο, αλλά απλά στις καταστάσεις. Τι της έμεινε απ' αυτό το ταξίδι; Κάποιες στιγμές μαγικές.
Δεν ήταν πολλές, αλλά χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη της, και για κάποιο λόγο η πιο σημαντική από αυτές ήταν όταν ο πατέρας της τη δίδαξε πως να πετά χαρταετό, ένα χαρταετό που ο ίδιος έφτιαξε με υλικά φτωχικά, μα που στα δικά της μάτια φάνταζε υπέροχος. Αυτή η ανάμνηση τη στοιχειώνει τώρα τόσο, επειδή αυτή ήταν ίσως η μοναδική φορά που οι δυο τους ξόδεψαν τόσο χρόνο μαζί. Βοήθησε, όπως μπορούσε, στη δημιουργία του χαρταετού, έμαθε με μεγάλη χαρά πως να τον πετά, και μετά τον παράτησε. Κι αυτό επειδή ο μπαμπάς της πήγε και της πέθανε. Ήταν εφτά χρόνων τότε.
Το πρόσωπό του έχει γίνει πια θολό στις θύμησές της, αλλά αυτό που μοιράστηκαν τότε είναι πιο ζωντανό παρά ποτέ – μια ψηφίδα στο λειψό παζλ της ύπαρξής της. Οι βόλτες στην προκυμαία και το φάρο της γενέθλιας πόλης, το τραγούδι των γλάρων και η εμφάνιση κάποτε στ' ανοικτά ενός δελφινιού, είναι οι υπόλοιπές της γλυκές αναμνήσεις, και γι' αυτό νιώθει πολύ φτωχή.
Είμαστε το σύνολο των εμπειριών και των αναμνήσεών μας”, διάβασε κάπου. Πόσο θα ήθελε ν' αρχίσει τώρα δα να εμπλουτίζει όσο περισσότερο μπορεί τα πιο πάνω. Μα, πώς; Εδώ, μετά βίας βρίσκει το χρόνο, με το συμπάθιο, να κατουρήσει, πώς να μπορέσει λοιπόν να κάνει κάτι μεγάλο, κάτι συνταρακτικό που θα της αλλάξει τη ζωή όλη; Εκτός – πάντα υπάρχει ένα “εκτός” κι ας οι περισσότεροι δεν μπορούν να το δουν ή έστω να το παραδεχτούν – κι αν κινήσει προς τα μπρος εκκινώντας από τα πίσω. Το παρελθόν ίσως μπορέσει να της δείξει το δρόμο, μαζί μ' ένα ταλέντο κρυφό που, θέλοντας και μη, άφησε στο χρόνο να ατροφήσει.
Τρέχει στο δωμάτιο της κόρης της, που μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, απολαμβάνει τη σιέστα της. “Μακάρι να συνεχίσει να κοιμάται για λίγο ακόμη”, εύχεται, καθώς της κλέβει δυο μαρκαδόρους, ένα κίτρινο κι ένα γαλάζιο, μαζί μ' ένα μεγάλο χαρτόνι από το μικροσκοπικό γραφείο, ενώ ξεθάβει και δύο πενάκια από ένα κουτί που είχε κρύψει ψηλά στο ντουλάπι, ώστε να μην μπορεί να το φτάσει η μικρή.
Επιστρέφει στην κουζίνα βιαστικά, κουβαλώντας τα υλικά των πόθων της. Κάθεται στο τραπέζι και κλείνει τα μάτια. Προσπαθεί να γαληνέψει, αλλά δεν της είναι εύκολο αφού η ανησυχία είναι η φυσική της κατάσταση. “Έλα, Μαρίνα”, ψιθυρίζει, προσπαθώντας να καλοπιάσει τον εαυτό της. “Έλα. Θα τα καταφέρεις...”
Μετά από αρκετή ώρα ανοίγει και πάλι τα μελισσιά της μάτια και μέσα εκεί βλέπει κανείς να αναδύονται κάποιες εικόνες. Μια γυναίκα, ένας χαρταετός, κάτι γλάροι, ο φάρος και ένα δελφίνι να κάνει βουτιά στης θάλασσας τα ανάλαφρα κύματα.
Αρχίζει να ζωγραφίζει, και οι σκέψεις της παίρνουν ζωή, κι οι αναμνήσεις της αποκτούν σχήματα, κι ας μοιάζουν να κρύβονται στο σκοτάδι. Το κίτρινο του φωτός, το γαλάζιο της θάλασσας, το γκρίζο του δελφινιού, και το μαύρο που δεσπόζει μέσα σ' ένα φόντο λευκό – αυτές είναι οι αντιθέσεις που δίνουν στη σύνθεση ουσία.
Δεν της παίρνει και πολλή χρόνο να τελειώσει τη ζωγραφιά της και όταν τελικά το κάνει του προσώπου της διεκδικούν την προσοχή ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. “Λες;” αναρωτιέται. “Λες, το μόνο που χρειαζόμουνα όλα αυτά τα χρόνια για να ξεφύγω απ' τη μίζερή μου φύση ήταν να αρχίσω και πάλι να δημιουργώ;”
Η απάντηση σ' αυτής της φύσης τα ερωτήματα δεν είναι ποτέ απλή και σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος κανείς είναι ότι, ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, πρέπει να βρίσκει τον καιρό να κάνει και κάτι που αληθινά αγαπά, κάτι για το οποίο παθιάζεται, αφού οι άνθρωποι δίχως πάθη δεν είναι άνθρωποι, αλλά απλά ζόμπι που σέρνονται στης ζωής την καθημερινή πλήξη. Η Μαρίνα, ζόμπι ήταν κι αυτή, για καιρό πολλή, μέχρι που ήρθε ένας χαρταετός από το χθες για να της θυμίσει, ότι αν πραγματικά το επιθυμεί, μπορεί ακόμη να πετάξει σε άλλους ουρανούς, έστω και δίχως τα φτερά που κάποτε θαρρούσε ότι έχει.

Η πρώτη γραφή μιας ιστορίας βασισμένης στην πιο πάνω ζωγραφιά της Έλενας Σιούφτα.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Ψυχή

Κι ήρθε κι αυτή, η απουσία σου, για να μας φέρει πιο κοντά. Είσαι μακριά μου, αλλά η εικόνα σου δε φεύγει ποτέ από τα μέσα μου μάτια, δε χάνεται στιγμή απ’ την ψυχή μου. Κάθε ανάσα μου ταξιδεύει σε σένα. Ακόμη κι αυτός ο εκκωφαντικός άνεμος που πνέει ανελέητα απ’ το πρωί φαίνεται να θέλει να σου μεταφέρει το μήνυμά μου: εγώ είμαι για σένα, κι εσύ για μένα, και οι αποστάσεις δε θα σταθούν ποτέ ικανές να μας χωρίσουν. Τουλάχιστον όχι όσο είσαι η πρώτη σκέψη μου όταν ξυπνώ κι η τελευταία όταν κοιμάμαι, όχι όσο κατοικείς στα όνειρά μου, όχι όσο μου δίνεις χαρά και αγαλλίαση μόνο και μόνο γιατί υπάρχεις. Λένε πολλά για την αγάπη, είπα κι εγώ πολλά, αλλά αν με ρωτούσαν τώρα τι είναι δε θα ήξερα τι να τους απαντήσω. Ίσως να τους έλεγα απλά: είναι αυτό που νιώθω. Αυτό που νιώθω για σένα, η θλίψη του να είμαι μακριά σου, η χαρά του να σε έχω μέσα μου, η γιορτή της ζωής που είναι η ένωσή μας. Λόγια, ε; Στα λόγια πάντα τα κατάφερνα, κάπου στα έργα υστερούσα. Το λοιπόν, θα προσπαθήσω να κάνω αλμάτα και στα έργα, να γίνω καλύτερος άνθρωπος, για σένα, για μας. Πόσο μου αρέσει αυτό το “μας”, αυτός ο πληθυντικός που θέλει να σκοτώσει το δόλιο το εγώ! Τώρα, καθώς κάθομαι και γράφω αυτά τα λόγια, καθώς ακούω αυτή το υπέροχο κλασικό “Καλοκαίρι” του Βιβάλντι, καθώς νιώθω την ψυχούλα σου κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, σκέφτομαι πόσο τυχερός στάθηκα στη ζωή: αγάπησα κι αγαπήθηκα! Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ετούτες οι γραμμές γράφονται για την κάθε ψυχή που ένιωσε τον πόνο και τη χαρά μας, που δεν ξέχασε πως είναι να αγαπάς και να μοιράζεσαι, να δακρύζεις και να χαμογελάς, να πονάς και να υπομένεις. Είναι αφιερωμένες και στην κάθε ψυχή που τόλμησε να κάνει τα μεγάλα, που δεν υποχώρησε ποτέ μπροστά στα δύσκολα, που με νύχια και με δόντια αγωνίστηκε και πραγματοποίησε τα όνειρά της. Τέτοια ψυχή, πιστεύω είναι κι η δικιά σου, γλυκιά μου αγαπημένη, και θέλω να ξέρεις ότι πάντοτε θα έχεις κάποιο δίπλα σου για να σε στηρίξει, για να σε σπρώξει να ανέβεις πιο ψηλά, στους δικούς σου ουρανούς. Όπως κάνεις κι εσύ για μένα, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεσαι. Πιστεύω σε σένα και στα όνειρά σου, πιστεύω ότι μπορείς να ζωγραφίσεις ένα πιο όμορφο κόσμο και να ζήσεις μέσα του, πιστεύω ότι εκεί που υπάρχει η θλίψη μπορεί να ανθίσει το χαμόγελο, και ότι τη θέση του πόνου μπορεί να πάρει η χαρά. Φτάνει, ό,τι κι αν γίνει, να μην αλλάξεις ψυχή, να μείνεις εσύ! Κάθε σταγόνα ευτυχίας δικής σου είναι ένας ωκεανός ευτυχίας για μένα. Θέλω να σε βλέπω πάντα χαρούμενη, αισιόδοξη και να χαμογελάς. Κι αν κάποτε σε επισκεφθεί το δάκρυ, να το καλοδεχτείς σα φίλο κι αδελφό, αλλά μετά να το αφήσεις να συνεχίσει το δρόμο του. Ψυχή που δε δάκρυσε, δεν πόνεσε και δεν ξαναναστήθηκε είναι ψυχή χαμένη! Θέλω τόσα να σου πω, αλλά και πάλι δε μου βγαίνουν οι λέξεις. Θα σ’ τα πω με τη σιωπή, κάποια βραδιά, κάτω από ’να ολόφεγγο αστρολουσμένο ουρανό, κρύβοντάς σε μες στην αγκαλιά μου, γεμίζοντάς σε με φιλιά. Σε μια απ’ τις πολλές στιγμές μαγείας που ίσως να μας είναι γραφτό να ζήσουμε…

υ.γ. σήμερα θα ανέβαζα φωτογραφίες αλλά ο κύριος μπλόγκερ αρνείται, έτσι είπα να ανεβάσω (προ-προ-προ-) πέρσινα ξινά σταφύλια. Ένα κείμενο γραμμένο εν βρασμώ ψυχής πριν οκτώ χρόνια. Chok Tee

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 22

Έφυγε γρήγορα και καταφρονημένη η άνοιξη, ήρθε απρόσκλητο και βαρύ το καλοκαίρι. φέρνοντας μαζί του νέους επισκέπτες, νέες πραγματικότητες. Ωστόσο, η ζωή παρέμεινε σκληρή για τους ήρωές μας, καθώς ήταν όλοι τους -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- έγκλειστοι σε μπουντρούμια διαστροφής, σε κελιά απόγνωσης.
Για καιρό πολλή η ζωή κι ο θάνατος έμοιαζαν να παίζουν στα ζάρια τις τύχες των ανθρώπων, αλλάζοντας στην τύχη, στη ζούλα, τη δόλια μοίρα τους, περιφέροντας τα συντρίμμια της ύπαρξής τους απ’ τη μια πραγματικότητα στην άλλη. απ’ τον πόθο στην απέχθεια, απ’ την αγάπη στο μίσος, απ’ την ελπίδα στην απελπισία.
Οι δυνάμεις κι οι αδυναμίες των πρωταγωνιστών βγήκαν με πάταγο στην επιφάνεια, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στο σκοτάδι να διεισδύσει μέσα τους, να κάνει κατάληψη στο μυαλό και την ψυχή τους και να τους ορίσει το δρόμο. Κανένας δεν έμεινε ανέγγιχτος, ανεπηρέαστος, απ’ αυτό το παιχνίδι – κανένα απ’ τα πιόνια. Άλλα έχασαν πόντους, άλλα -χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν- κέρδισαν, άλλα φαγώθηκαν, και άλλα παραδέρνουν ακόμη αβοήθητα στις αχαρτογράφητες ατραπούς της απώλειας.
Πολλοί λένε ότι πάντα το ένα κακό το ακολουθεί το άλλο. Και κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Είναι κι εκείνοι που πιστεύουν ότι από κάθε κακό κάτι καλό μπορεί να προκύψει. Έχουν όλοι δίκιο. ο καθείς με το δικό του τρόπο.
Καθώς ετούτη η ιστορία θα συνεχίζει την πορεία της θα μάθουμε κι άλλες μύχιες σκέψεις, κι άλλα ματωμένα μυστικά. Θα κοιτάξουμε βαθιά στην άβυσσο κάποιας ψυχής, και θα εξερευνήσουμε με προσοχή τις σπηλιές μιας άλλης. Με μεγεθυντικό φακό θα μελετήσουμε εκείνο το λεπτό νήμα όπου όλοι μας ακροβατούμε, αυτό που οδηγεί από την ευτυχία στη δυστυχία ή αντίστροφα, ή και που μας αφήνει να παραδέρνουμε μάταια στη μέση της διαδρομής. Και θα κάνουμε ένα ακόμη μακροβούτι στο συνειδητό και το ασυνείδητο των ψυχών που περιπλανιόνται στις σελίδες αυτού του οδοιπορικού, που ανέγκλητα οδηγεί στη θλίψη και την αυτογνωσία.
Τίποτα δε σου χαρίζεται σ’ αυτή τη ζωή, λέει σε κάποια ανύποπτη φάση η Μαίρη, κι αυτό θα το επιβεβαιώσουμε από πρώτο χέρι. Ναι, τίποτα δε σου χαρίζεται. Για όλα πρέπει ν’ αγωνιστείς, να ιδρώσεις, να κουραστείς, να πέσεις, να σηκωθείς και ν’ αρχίσεις ξανά. Φαύλος κύκλος; Μάλλον όχι. Απλά αυτός είναι ο κύκλος της ζωής.
Κάποιοι από τους ήρωές μας θ’ αλλάξουν ριζικά την οπτική τους, τη ματιά τους στον κόσμο, στο πέρασμα του χρόνου, θα γίνουν καλύτεροι. κάποιοι όχι. Κάποιοι θα πικραθούνε πιο πολύ και κάποιοι θα γευτούνε μια ώρα χαράς. Απ’ το ίδιο κουτί θα γευτούνε τα σοκολατάκια και τα πικραμύγδαλα οι περισσότεροι απ’ αυτούς.

Τέλος Πρώτου Μέρους

υ.γ. Δεν άρχισα να γράφω ακόμη τη συνέχεια αφού έχω "στραγγίξει". Ελπίζω σύντομα...

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 5

«Σαν κουνούπι, που σου πίνει σιγά-σιγά, γουλιά-γουλιά το αίμα είν’ ο χρόνος...»
«Σαν κουνούπι!»
Κάθονται η Βασιλική και η Δανάη, κάθονται και πάλι και συζητάνε, και της ζωής τα καμώματα τα φιλοσοφούνε. Ο ήλιος σήμερα λάμπει αφόρητα, λες και θέλει να τους φωνάξει το ζήτω της ύπαρξης, αλλά αυτές κλεισμένες στη βιτρίνα μιας κεντρικής και πολύ μοδάτης καφετέριας δε μοιάζουν ν’ ακούνε το κάλεσμά του. Παρατηρούνε μόνο πού και πού τους περαστικούς, προσπαθούνε ν’ ανακαλύψουν και σ’ αυτούς, τους εμφανώς ανυποψίαστους, τα σημάδια του πόνου, της δυστυχίας.
«Τελικά, κανείς δεν είναι καλά, Δανάη!»
«Μην προβάλλεις τη θλίψη σου στους άλλους, καλή μου. Όλα είναι σχετικά...»
«...και άσχετα.»
«Και άσχετα!»
Κοιτά προσεχτικά τη φίλη της. Όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο ραγισμένη της φαίνεται η Βασιλική. Λες κι έχει χάσει τη θέλησή της για ζωή. Κι όμως, ακόμη είναι νέα κι όμορφη πολύ. Τη νιώθει. Νιώθει το σαράκι που της τρώει σάρκα και ψυχή. Τη νιώθει, αλλά δεν την καταλαβαίνει. Καθόλου! Ή, μάλλον, σχεδόν καθόλου. Δεν καταλαβαίνει πια το κόλλημά της μ’ αυτόν τον άνθρωπο. τον Αντρέα. Εντάξει, είναι ελκυστικός, καταφερτζής, πολύ καλός με τα λόγια, αλλά... Αλλά, πρέπει να τον ξεχάσει.
«Μη φοβάσαι,» μου έλεγε, «τίποτα δε θα πάει καλά!» και γελούσε. «Ήταν προφήτης, μα δεν τον ήξερε,» τη βγάζει εκείνη απ’ τις σκέψεις της.
«Κι εσύ το ήξερες ότι κάποτε θα ερχόταν το τέλος, αλλά δεν ήθελες να το παραδεχτείς.»
«Δε μου αρέσει να μαντεύω δεινά. Προτιμώ να τα ζω από πρώτο χέρι.»
«Μα, τόσο σε μισείς πια;»
«Δεν είναι ότι με μισώ, Δανάη. Είναι ότι απλά... απλά, άλλοτε δούλευα σκληρά για να ζήσω, τώρα για να πεθάνω.»
«Για έναν άντρα;»
«Για μένα.»
«Για να σωθείς απ’ τον εαυτό σου.»
«Για να σώσω τους άλλους από μένα.»
«Είσαι υπέροχο πλάσμα, Βασιλική, γιατί δεν ανοίγεις επιτέλους τα μάτια για να το δεις, όπως το βλέπουν οι άλλοι, για να το παραδεχτείς;»
«Μα, θαρρώ, ετούτη είναι η πρώτη στ’ αλήθεια φορά που έχω τα μάτια ορθάνοιχτα, τα μέσα και τα έξω. Τώρα τα βλέπω όλα. Τώρα βλέπω την αλήθεια.»
«Και ποια αλήθεια είν’ αυτή, παρακαλώ;»
«Ότι το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω τώρα πια είναι να μην ελπίζω...»
«Α, εδώ θα τα χαλάσουμε. Αλλιώς μου τα ’λεγες παλιά.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν.»
«Δεν είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν, είναι οι καταστάσεις. Οι άνθρωποι απλά, λίγο ή πολύ, προσαρμόζονται.»
«Ε, λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να προσαρμοστώ.»
«Δεν προσπαθείς καν. Το πήρες απόφαση ότι θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου μες στη δυστυχία και άντε να σου βγάλει κανείς αυτή την ιδέα απ’ το μυαλό...»
«Δεν καταλαβαίνεις...»
«Καταλαβαίνω. Και πολύ καλά μάλιστα. Και μου φαίνεται ότι σου αρέσει πολύ ετούτο το βούρκο της αυτολύπησης, όπου έχεις βουλιάξει. Την έχεις δει, ξαφνικά, μοιραία γυναίκα. Για...»
«Το πώς την έχω δει, το τι κάνω και τι σκέφτομαι, δε σε αφορά. Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω στη ζωή μου...»
«Μα, ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Το πρόβλημα δεν είναι το τι κάνεις ή δεν κάνεις στην ζωή σου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κάνεις απολύτως τίποτα,» ύψωσε τη φωνή της λογικής, η απηυδισμένη Δανάη.
Η Βασιλική δεν απαντάει. Σκύβει μονάχα το κεφάλι και παίρνει να παρατηρεί τις γραμμές των χεριών της, τα οδοντοφαγωμένα της νύχια. Τα δάκρυα προσπαθούν να βρουν την έξοδο για τους καλά χαραγμένους δρόμους του προσώπου της, αλλά τα εμποδίζει πεισματικά. Δεν της αρέσει να κλαίει μπροστά σε ξένους ανθρώπους, κι ας γίνεται θέαμα συζητώντας μεγαλόφωνα τα προβλήματά της.
Νιώθει ένα χέρι ν’ αγγίζει το αριστερό δικό της, να το πιάνει, να το σφίγγει με ζεστασιά, με αγάπη. Σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει εκείνο, το επίσης λυπημένο μα καθόλου παραδομένο, της Δανάης.
«Κράτα. Κράτα γερά και θα το ξεπεράσεις κι αυτό,» της ψιθυρίζει η φίλη της.
Θα το ξεπεράσει; Πώς; Αφού από τη ζωή της έχουν εξαφανιστεί όλες οι χαρές, έχουν χαθεί όλα τα χρώματα. Πάντα είναι λυπημένη, πάντα αναστατωμένη, το μέσα της μια τρικυμία μεγάλη, η καρδιά της μια βαρυσυννεφιά, η ψυχή της το θανατερό τρίγωνο των Βερμούδων. Τώρα πια, καθημερινά, παίρνει χάπια για να κοιμηθεί, πίνει αλκοόλ για να ηρεμήσει. χάπια και αλκοόλ για να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
«Έχω γίνει άπιστος Θωμάς, Δανάη. Βλέπω τη ζωή, τη μυρίζω, την αγγίζω, μα την απαρνιέμαι.»
«Η σωτηρία ποτέ δεν είναι μακριά...»
«Μα, ούτε και κοντά είναι...»
«Δεν την ψάχνεις.»
«Για να μην απογοητευτώ σαν δεν την βρω!»
Σκοτάδι! Ένα τεράστιο πέπλο ψυχικού σκότους καλύπτει και τις δυο τους. Η μια προσπαθεί να το σηκώσει, κι η άλλη γαντζώνεται πεισματικά απ’ αυτό, φοβάται μην την πληγώσει το φως.
Ήταν από πάντοτε φίλες η Δανάη με τη Βασιλική, αλλά πρώτη φορά της οδηγήσε της κοινής τους ζωής ο δρόμος σ’ ένα τέτοιο, αδιέξοδο σταυροδρόμι. Θα κρατήσει η φιλία τους, θ’ αντέξει τους κραδασμούς, ή θα διαλυθεί κι αυτή σαν ένα σύννεφο στο ορμητικό πέρασμα του αγέρα των καιρών.
«Για ό,τι χρειαστείς είμ’ εδώ, Βασιλική!»
«Το ξέρω. Το μόνο που δεν μπορείς να μου τον φέρεις πίσω.»
«Κανείς δεν μπορεί. Μόνο ο ίδιος. Και είμαι σίγουρη ότι αυτή την ώρα υποφέρει πιότερο απ’ τον καθένα.»
«Ναι, ναι, υποφέρει. Σίγουρα. Αλλά, αυτό δεν κάνει τον πόνο μου ελαφρύτερο, την απουσία του λιγότερο οδυνηρή.»
«Δε χάθηκαν όλα ακόμη.»
«Έχεις δίκιο, δε χάθηκαν. Αλλά... Αλλά, απλά νιώθω... Προαισθάνομαι... Ω, δεν ξέρω τι νιώθω. Κατασκευάζω τα προαισθήματά μου και τα ντύνω στα μαύρα. Τρελάθηκα, κι έχω βαλθεί να τρελάνω κι όλους γύρω μου. Πάμε να φύγουμε.»
Σηκώνεται απότομα κι αποφασιστικά απ’ τη φτιαγμένη από μπαμπού καρέκλα της, πηγαίνει στο ταμείο, πληρώνει το λογαριασμό και βγαίνει φουριόζα στους δρόμους της πόλης, με τη φίλη της να την ακολουθεί κατά πόδας. να τρέχει ξοπίσω της, με σώμα και ψυχή, προσπαθώντας ν’ ανακόψει τη φρενήρη πορεία της προς -ποιος ξέρει;- ίσως μια κάποια άλλη πτώση.