Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουβέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουβέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 10

«Δε θέλει να με βλέπει. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Ίσως και ποτέ. Αν με δει, λέει, αν του μιλήσω, αν προσπαθήσω να δικαιολογηθώ, δε θα αντέξει, δε θα συγκρατήσει τα νεύρα του. θα με σκοτώσει, επί τόπου...»
«Φοβάσαι, Αναστασία; Τον φοβάσαι;»
«Όχι! Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι φονιάς. Απλά...»
«Ναι, ξέρω, ο πόνος. Κι η κακιά η ώρα.»
«Γιατί η κακιά η ώρα να μην έρθει κάποια άλλη... ώρα; Ή, ακόμη καλύτερα, γιατί να μην έρθει ποτέ; Τουλάχιστον θα συνεχίζαμε να ζούμε όπως-όπως μέσα στο ψέμα μας. δε θα ξυπνούσαμε τόσο απότομα στον πραγματικό κόσμο.»
«Κι εσύ, κακομοίρα μου...»
«Κι εγώ τι; Τι να έκανα; Για χρόνια ολόκληρα με απατούσε. Το ήξερα. Τον ανεχόμουνα. Κάπου κιόλας τον συγχωρούσα. Αλλά, το κορμί δεν άντεχε. Δεν άντεχε άλλη μοναξιά, άλλη στειρότητα. Ήθελε να γευτεί. Πεθύμησα έναν άντρα. έναν οποιοδήποτε άντρα. Καταλαβαίνεις, Μαίρη;»
«Καταλαβαίνω, αλλά...»
«Ου, όλο αλλά και αλλά είσαι. Καλύτερα θα ’ταν να μη σου μιλούσα. Να τα κρατούσα όλα μέσα μου μέχρι να εκραγώ!»
«Μη με παρεξηγείς, Αναστασία, αδελφούλα μου. Απλά, δεν ξέρω τι να σου πω και τι παρηγοριά να σου χαρίσω. Είναι ξένια χωράφια αυτά για μένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε ακούσω και να εκφράσω τις απορίες μου. Αν θες, θ’ ακούσω μόνο, αλλά δεν έχω καμία συμβουλή να σου δώσω. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα...»
«Εδώ που έφτασαν τα πράγματα!»
Δεν άντεχε άλλο να μένει κλεισμένη στη σιωπή και τον εαυτό της η Αναστασία, δεν άντεχε άλλο τον καθημερινό θάνατο της μοναξιάς και των ενοχών της. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. ν’ αφήσει του είναι της τον πόνο να ξεχειλίσει απ’ τα χείλη της, να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει για ν’ αντέξει το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Φίλες πολλές και καλές δεν είχε, κι έτσι είπε ν’ ανοίξει την καρδιά της στη Μαίρη, την αδελφή της. Σε ποια άλλη θα μπορούσε να μιλήσει ειλικρινά; Σε ποια άλλη θα μπορούσε να ομολογήσει τα κρίματά της;
Αφήνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της σιγής και της αμηχανίας να τις τυλίξει. Πρέπει να κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν μια ανάσα, για να σκεφτούνε τα πράγματα καλύτερα, πιο καθαρά. Αλλά, στ’ αλήθεια η Μαίρη δεν ξέρει τι να της πει της δόλιας. Παράξενα πολύ φαντάζουν όλα αυτά που έγιναν, όλα αυτά που συμβαίνουν, στα αθώα της μάτια, στο αμάθητό της βλέμμα. Σα μια ευθεία. πάντα έτσι έβλεπε τη ζωή εκείνη. Αλλά να που, πού και πού, προκύπτουν και ανατροπές, αδιέξοδα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαίρη. Θα σπάσω...» διέκοψε η Αναστασία τη σιωπή.
«Δε φταις μονάχα εσύ, ψυχή μου, φταίει κι εκείνος. Ίσως περισσότερο εκείνος.»
«Τι ζήτησα κι εγώ η δόλια; Λίγη αγάπη. Κι αυτός πήγε και τη χάρισε, τη χαράμισε αλλού. Πώς να μη ραγίσω;»
«Μα νόμιζα ότι περνούσατε καλά, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι οι δυο σας.»
«Ήμασταν ευτυχισμένοι! Άλλοτε, ήμασταν. Στις αρχές-αρχές όταν τον ερωτεύτηκα, όταν μ’ αγάπησε, με είχε στ’ αλήθεια σαν πριγκίπισσα. με κανάκευε, με φρόντιζε πολύ, μου έκανε δώρα πολλά -με το τσουβάλι- αλλά σαν πέρασε ο καιρός άλλαξε. κι αντί για δώρα άρχισε να μου κάνει παράπονα και παρατηρήσεις.»
«Γι’ αυτό τον απάτησες;»
«Μα, δεν τον απάτησα εγώ πρώτη. Εκείνος με απατούσε για χρόνια κι εγώ...»
«Για εκδίκηση, λοιπόν;»
«Όχι! Όχι για εκδίκηση. Τον απάτησα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!»
«Και τώρα μετανιώνεις;»
«Μετανιώνω για το αποτέλεσμα. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω και θα μετανιώνω όσο ζω. ακόμη κι αν στο τέλος τα πράγματα πάνε καλά. Ωστόσο ποτέ δε θα απολογηθώ σε κείνον, ποτέ δε θα ζητήσω τη συγχώρεσή του. Εκείνος ήταν που έστρωσε το δρόμο για την καταστροφή.»
«Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις, Αναστασία. Μπορώ μονάχα να σου πω τι να μην κάνεις...»
«Μίλα.»
«Μην τα παρατήσεις. Μην παραιτηθείς. Κράτα για λίγο ακόμη. Το ξέρω, το νιώθω πώς δεν έχουν όλα χαθεί ακόμη.»
«Εύκολο να το λες...»
«Και δύσκολο να το κάνεις. Λες να μην το ξέρω; Ωστόσο, ζήσατε τόσα πολλά μαζί οι δυο σας, μοιραστήκατε μια ζωή. Πιστεύω ότι κάπου καλά κρυμμένο θα βρίσκεται το νήμα εκείνο που σας δένει. Κι αν...»
«Δεν είναι κρυμμένο το νήμα. έξω στο φως είναι και ψυχορραγεί. Το νήμα εκείνο είναι η ζωή είναι κι ο θάνατός μας. Σα να κρεμόμαστε αγκαλιασμένοι, αλλά από απόσταση, πάνω από ένα τεράστιο κενό. αν χωρίσουμε θα πέσουμε κι οι δυο μέσα, θ’ αφανιστούμε.»
«Βλέπεις, λοιπόν;»
«Βλέπω. Αλλά, για πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις: Ακόμη κι αν δεν προκύψει το χειρότερο, εκείνο που τόσο φοβάμαι, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μετά ξανά μαζί χωρίς αγάπη, δίχως εμπιστοσύνη;»
«Ο χρόνος...»
«Άσε το χρόνο. Αυτός δουλεύει για πάρτη του. Δε δίνει μία για μας.»
«Αν, λέω, αν πάνε τα πράγματα καλά, ίσως ν’ αλλάξει κάτι.»
«Δεν το νομίζω, αδελφούλα μου. Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω. Το παιχνίδι ήταν καθαρό. τα χαρτιά δεν ήταν σημαδεμένα. παίξαμε με το διάβολο και χάσαμε!»
«Φταίτε κι οι δύο, ωστόσο, ασυγχώρητα πολύ. Φταίτε επειδή δεν εκτιμήσατε σωστά τις προτεραιότητές σας. Φταίτε γιατί ξεχάσατε τα πιο σημαντικά. Φταίτε...»
«Φταίμε, φταίμε και φταίμε. Στάχτες κι αποκαΐδια έγιναν τώρα οι διπλές ζωές μας. Θέλαμε κι οι δύο περισσότερα, και τώρα είμαστε μια ανάσα μακριά από το να χάσουμε το πολύ που είχαμε, που έχουμε ακόμη.»
«Δεν ήξερες...»
«Κανείς δεν ήξερε. Αλλά αυτό τι σημασία έχει τώρα; Ωστόσο...»
Σωπαίνει. Στα χείλη της παίρνει να ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, αλλά όχι της χαράς. του σαρκασμού, της χλεύης.
«Ωστόσο,» συνεχίζει αμείλικτα τη σκέψη της, «δεν είναι ειρωνεία -τραγική ειρωνεία- ο ένας οργασμός να οδηγεί στη ζωή κι ο άλλος στο θάνατο;»
Τώρα, σ’ αυτό τι ν’ απαντήσει η Μαίρη; Τίποτα! Χαμηλώνει το βλέμμα. Κοιτάει χάμω, τα παπούτσια της. Κοιτάει κατάμουτρα το βούρκο μέσα στο οποίο έχει καταπέσει η ψυχή της αδελφής της. Δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα και να τη δει στα μάτια δίχως θλίψη, χωρίς οίκτο. Δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να την πληγώσει με την κραυγαλέα ένοχη σιωπή της. Πρέπει να σταθεί δίπλα της. Πρέπει να της συμπαρασταθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει, να ελπίζει, αλλά πώς; Πώς;

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 5

«Σαν κουνούπι, που σου πίνει σιγά-σιγά, γουλιά-γουλιά το αίμα είν’ ο χρόνος...»
«Σαν κουνούπι!»
Κάθονται η Βασιλική και η Δανάη, κάθονται και πάλι και συζητάνε, και της ζωής τα καμώματα τα φιλοσοφούνε. Ο ήλιος σήμερα λάμπει αφόρητα, λες και θέλει να τους φωνάξει το ζήτω της ύπαρξης, αλλά αυτές κλεισμένες στη βιτρίνα μιας κεντρικής και πολύ μοδάτης καφετέριας δε μοιάζουν ν’ ακούνε το κάλεσμά του. Παρατηρούνε μόνο πού και πού τους περαστικούς, προσπαθούνε ν’ ανακαλύψουν και σ’ αυτούς, τους εμφανώς ανυποψίαστους, τα σημάδια του πόνου, της δυστυχίας.
«Τελικά, κανείς δεν είναι καλά, Δανάη!»
«Μην προβάλλεις τη θλίψη σου στους άλλους, καλή μου. Όλα είναι σχετικά...»
«...και άσχετα.»
«Και άσχετα!»
Κοιτά προσεχτικά τη φίλη της. Όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο ραγισμένη της φαίνεται η Βασιλική. Λες κι έχει χάσει τη θέλησή της για ζωή. Κι όμως, ακόμη είναι νέα κι όμορφη πολύ. Τη νιώθει. Νιώθει το σαράκι που της τρώει σάρκα και ψυχή. Τη νιώθει, αλλά δεν την καταλαβαίνει. Καθόλου! Ή, μάλλον, σχεδόν καθόλου. Δεν καταλαβαίνει πια το κόλλημά της μ’ αυτόν τον άνθρωπο. τον Αντρέα. Εντάξει, είναι ελκυστικός, καταφερτζής, πολύ καλός με τα λόγια, αλλά... Αλλά, πρέπει να τον ξεχάσει.
«Μη φοβάσαι,» μου έλεγε, «τίποτα δε θα πάει καλά!» και γελούσε. «Ήταν προφήτης, μα δεν τον ήξερε,» τη βγάζει εκείνη απ’ τις σκέψεις της.
«Κι εσύ το ήξερες ότι κάποτε θα ερχόταν το τέλος, αλλά δεν ήθελες να το παραδεχτείς.»
«Δε μου αρέσει να μαντεύω δεινά. Προτιμώ να τα ζω από πρώτο χέρι.»
«Μα, τόσο σε μισείς πια;»
«Δεν είναι ότι με μισώ, Δανάη. Είναι ότι απλά... απλά, άλλοτε δούλευα σκληρά για να ζήσω, τώρα για να πεθάνω.»
«Για έναν άντρα;»
«Για μένα.»
«Για να σωθείς απ’ τον εαυτό σου.»
«Για να σώσω τους άλλους από μένα.»
«Είσαι υπέροχο πλάσμα, Βασιλική, γιατί δεν ανοίγεις επιτέλους τα μάτια για να το δεις, όπως το βλέπουν οι άλλοι, για να το παραδεχτείς;»
«Μα, θαρρώ, ετούτη είναι η πρώτη στ’ αλήθεια φορά που έχω τα μάτια ορθάνοιχτα, τα μέσα και τα έξω. Τώρα τα βλέπω όλα. Τώρα βλέπω την αλήθεια.»
«Και ποια αλήθεια είν’ αυτή, παρακαλώ;»
«Ότι το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω τώρα πια είναι να μην ελπίζω...»
«Α, εδώ θα τα χαλάσουμε. Αλλιώς μου τα ’λεγες παλιά.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν.»
«Δεν είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν, είναι οι καταστάσεις. Οι άνθρωποι απλά, λίγο ή πολύ, προσαρμόζονται.»
«Ε, λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να προσαρμοστώ.»
«Δεν προσπαθείς καν. Το πήρες απόφαση ότι θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου μες στη δυστυχία και άντε να σου βγάλει κανείς αυτή την ιδέα απ’ το μυαλό...»
«Δεν καταλαβαίνεις...»
«Καταλαβαίνω. Και πολύ καλά μάλιστα. Και μου φαίνεται ότι σου αρέσει πολύ ετούτο το βούρκο της αυτολύπησης, όπου έχεις βουλιάξει. Την έχεις δει, ξαφνικά, μοιραία γυναίκα. Για...»
«Το πώς την έχω δει, το τι κάνω και τι σκέφτομαι, δε σε αφορά. Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω στη ζωή μου...»
«Μα, ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Το πρόβλημα δεν είναι το τι κάνεις ή δεν κάνεις στην ζωή σου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κάνεις απολύτως τίποτα,» ύψωσε τη φωνή της λογικής, η απηυδισμένη Δανάη.
Η Βασιλική δεν απαντάει. Σκύβει μονάχα το κεφάλι και παίρνει να παρατηρεί τις γραμμές των χεριών της, τα οδοντοφαγωμένα της νύχια. Τα δάκρυα προσπαθούν να βρουν την έξοδο για τους καλά χαραγμένους δρόμους του προσώπου της, αλλά τα εμποδίζει πεισματικά. Δεν της αρέσει να κλαίει μπροστά σε ξένους ανθρώπους, κι ας γίνεται θέαμα συζητώντας μεγαλόφωνα τα προβλήματά της.
Νιώθει ένα χέρι ν’ αγγίζει το αριστερό δικό της, να το πιάνει, να το σφίγγει με ζεστασιά, με αγάπη. Σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει εκείνο, το επίσης λυπημένο μα καθόλου παραδομένο, της Δανάης.
«Κράτα. Κράτα γερά και θα το ξεπεράσεις κι αυτό,» της ψιθυρίζει η φίλη της.
Θα το ξεπεράσει; Πώς; Αφού από τη ζωή της έχουν εξαφανιστεί όλες οι χαρές, έχουν χαθεί όλα τα χρώματα. Πάντα είναι λυπημένη, πάντα αναστατωμένη, το μέσα της μια τρικυμία μεγάλη, η καρδιά της μια βαρυσυννεφιά, η ψυχή της το θανατερό τρίγωνο των Βερμούδων. Τώρα πια, καθημερινά, παίρνει χάπια για να κοιμηθεί, πίνει αλκοόλ για να ηρεμήσει. χάπια και αλκοόλ για να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
«Έχω γίνει άπιστος Θωμάς, Δανάη. Βλέπω τη ζωή, τη μυρίζω, την αγγίζω, μα την απαρνιέμαι.»
«Η σωτηρία ποτέ δεν είναι μακριά...»
«Μα, ούτε και κοντά είναι...»
«Δεν την ψάχνεις.»
«Για να μην απογοητευτώ σαν δεν την βρω!»
Σκοτάδι! Ένα τεράστιο πέπλο ψυχικού σκότους καλύπτει και τις δυο τους. Η μια προσπαθεί να το σηκώσει, κι η άλλη γαντζώνεται πεισματικά απ’ αυτό, φοβάται μην την πληγώσει το φως.
Ήταν από πάντοτε φίλες η Δανάη με τη Βασιλική, αλλά πρώτη φορά της οδηγήσε της κοινής τους ζωής ο δρόμος σ’ ένα τέτοιο, αδιέξοδο σταυροδρόμι. Θα κρατήσει η φιλία τους, θ’ αντέξει τους κραδασμούς, ή θα διαλυθεί κι αυτή σαν ένα σύννεφο στο ορμητικό πέρασμα του αγέρα των καιρών.
«Για ό,τι χρειαστείς είμ’ εδώ, Βασιλική!»
«Το ξέρω. Το μόνο που δεν μπορείς να μου τον φέρεις πίσω.»
«Κανείς δεν μπορεί. Μόνο ο ίδιος. Και είμαι σίγουρη ότι αυτή την ώρα υποφέρει πιότερο απ’ τον καθένα.»
«Ναι, ναι, υποφέρει. Σίγουρα. Αλλά, αυτό δεν κάνει τον πόνο μου ελαφρύτερο, την απουσία του λιγότερο οδυνηρή.»
«Δε χάθηκαν όλα ακόμη.»
«Έχεις δίκιο, δε χάθηκαν. Αλλά... Αλλά, απλά νιώθω... Προαισθάνομαι... Ω, δεν ξέρω τι νιώθω. Κατασκευάζω τα προαισθήματά μου και τα ντύνω στα μαύρα. Τρελάθηκα, κι έχω βαλθεί να τρελάνω κι όλους γύρω μου. Πάμε να φύγουμε.»
Σηκώνεται απότομα κι αποφασιστικά απ’ τη φτιαγμένη από μπαμπού καρέκλα της, πηγαίνει στο ταμείο, πληρώνει το λογαριασμό και βγαίνει φουριόζα στους δρόμους της πόλης, με τη φίλη της να την ακολουθεί κατά πόδας. να τρέχει ξοπίσω της, με σώμα και ψυχή, προσπαθώντας ν’ ανακόψει τη φρενήρη πορεία της προς -ποιος ξέρει;- ίσως μια κάποια άλλη πτώση.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 3

«Με ρωτάς τι έπαθα και κόλλησα μαζί της. Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Ένα μόνο ξέρω και αν σου το πω θα γελάσεις. Να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό!»
«Για λέγε.»
«Ξέρεις ποιο ήταν το πρώτο δώρο που μου έκανε;»
«Ξέρω ’γω; Καμιά γραβάτα;»
«Ένα κουτί με προφυλακτικά: Για τις νύχτες ηδονής που σε περιμένουν, μου είπε.»
Πήραν κι οι δυο να γελάνε. Να γελάνε και να πνίγονται, απ’ τον καπνό των τσιγάρων τους και το πιοτό.
«Καλή!» επικρότησε ο Γιώργος.
«Πολύ καλή!» σιγόνταρε ο Αντρέας. «Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. πώς αφήνεις, πώς παρατάς μια τέτοια γυναίκα;»
«Καλά μωρέ, υπάρχουν κι άλλες γυναίκες στον κόσμο. Όλο και κάποια θα βρεθεί και για σένα.»
«Δε θέλω άλλες, ρε φίλε, εκείνη θέλω. Αλλά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, πρέπει να χωρίσουμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.»
«Ό,τι κι αν σου πω θα ’ναι λόγια του αέρα, το ξέρω. Κάνε ό,τι νομίζεις.»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω. Αλλά αυτό είναι που με σκοτώνει κιόλας.»
«Τόσο πολύ την αγαπάς, λοιπόν;»
«Δεν είναι αγάπη, ρε Γιώργο, είναι χημεία, είναι κάτι άλλο, κάτι περισσότερο, κάτι πιο μεγάλο. Μόλις τη βλέπω το κορμί μου παίρνει φωτιά, θέλει να την αγκαλιάσει με ορμή, να μπει μέσα της για να καταλαγιάσει ο πόθος, να σβήσει η φωτιά. Ω, δεν ξέρω τι μου γίνεται. Τώρα στα γεράματα μ’ έπιασε να λέω ποιητηκούρες...»
«Πλάκα έχεις, φίλε μου, μα δε μας πήραν και τα χρόνια. Σε καταλαβαίνω, ωστόσο. Μου έτυχε κι εμένα μια φορά αυτό που λες, και τα ’χασα ολότελα, δεν ήξερα ποιος ήμουνα και που πήγαινα. Μα, δεν κράτησε. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Δεν ξέρω.»
«Οι γυναίκες!» αναστέναξε ο Αντρέας.
«Στις γυναίκες!» σήκωσε το ποτήρι του σε πρόποση ο Γιώργος.
Μένουν για λίγο σιωπηλοί. Παρατηρούν τους άλλους θαμώνες στο καφενείο, που δε μοιάζει να τους σκιάζει σκοτούρα καμιά. Τους ζηλεύουν λίγο. η αλήθεια να λέγεται. Αρχίζουν και πάλι να μιλάνε.
«Πόσα χρόνια είσαστε μαζί;»
«Πέντε, θαρρώ.»
«Καυγάδες;»
«Ου, αμέτρητοι. Αλλά, γι’ αυτό μ’ αρέσει. Επειδή μ’ αυτή μπορώ να τσακώνομαι άγρια, να βγάζω τα απωθημένα μου. Αν δεν ήτανε αυτή που είναι, τόσο οργισμένη, τόσο αλανιάρα, δε θα ήθελα να την έχω. Δεν είναι δα κι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο. Ωστόσο, ίσως να είναι η πιο ειλικρινής. Έτσι και πει κι ανοίξει το στόμα της, όλοι τρέχουνε για να κρυφτούν.»
«Ακόμη και τώρα;»
«Τώρα; Τώρα άλλαξε. Σα να μαλάκωσε κάπου, σα να ράγισε. Και φταίω εγώ γι’ αυτό. Αλλά, φταίει κι εκείνη. Της είπα ποιος είμαι απ’ την αρχή. Της είπα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τι αγαπώ πιότερο στον κόσμο. Της τα είπα όλα και τάχατες τα κατάλαβε, τάχατες δεν είχε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό, όμως τώρα...»
«Έχει και τα δίκια της.»
«Τα έχει δε λέω, αλλά...»
«Μη μιλήσεις. Ξέρω, ρε συ. Άσε να δούμε τι θα φέρει ο χρόνος. Ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα.»
«Ελπίζω αλλά φοβάμαι, Γιώργο. Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που ήμασταν στην εφηβεία. Όλο να κοιτάμε μπροστά. όλο αυτό μας έλεγαν. Μα τώρα, ούτε μπροστά, μήτε πίσω δεν τολμάω να κοιτάξω. Εδώ και πολλή καιρό δεν περιμένω πια τον ήλιο, αλλά μονάχα περισσότερη βροχή.»
«Ίσως να βρέξει και να ξεπλύνει τα κακώς έχοντα...»
«Μαλακίες. Ακούς εκεί, τα κακώς έχοντα! Αφού κι εκείνα εγώ, εμείς τα δημιουργήσαμε ρε. λες να νοιαστεί ξαφνικά για μας ο καλός θεούλης και να τρέξει να μας βοηθήσει;»
«Ποτέ δεν ξέρεις!»
«Δεν ξέρω, δεν προσεύχομαι, δεν ελπίζω. Σ’ αυτά τα βρώμικα νερά θα κολυμπήσουμε εγώ κι εκείνη, μοναχοί.»
«Άντε, γεια μας. Και καλή καρδιά...»
«Γεια μας!»