Τετάρτη 23 Μαΐου 2012
Τ' όνομά της είναι Θλίψη
Κοιμάται με θυμό, ξυπνά με λύπη και όλο αναρωτιέται τα γιατί.
Γιατί την άφησε; Γιατί τώρα; Γιατί μετά από τόσα χρόνια;
Κλείνει τα μάτια, όλο και πιο συχνά, και θυμάται:
Αυτά που έζησαν μαζί,
Τις μικρές μαγικές τους στιγμές,
Τα νεύρα, τις χαρές και τις λαχτάρες που μοιράστηκαν.
«Αν δεν υπήρχε τότε θα έπαυα να υπάρχω κι εγώ», σκεφτόταν κάποτε,
Κι έτσι ακριβώς νιώθει τώρα: σαν να μην υπάρχει.
Αυτά παθαίνει κανείς όταν αφιερώνεται ψυχή και σώμα σ’ ένα και μόνο πράγμα;
Αυτά;
Ή μήπως κάποιοι τη βγάζουν καθαρή και γίνονται ευτυχισμένοι;
Η ευτυχία!
Το μεγάλο Αχ και το μεγάλο Χα.
Την πόθησε άραγε ποτέ στ’ αλήθεια;
Όταν κάποτε κάποιος θέλησε να ρωτήσει αν είναι καλά,
Μετά από μια ξαφνική αρρώστια που πέρασε, απάντησε:
«Άρχισε να με πιάνει και πάλι η κατάθλιψη,
Άρα είμαι καλύτερα», και γέλασε.
Γέλασε βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του άλλου.
Γέλασε επειδή είπε την αλήθεια και δεν είχε αμφιβολία ότι σαν τέτοια
Ποτέ δεν θα γίνονταν πιστευτή.
Και τώρα περπατά σαν μια ψυχή αόρατη ανάμεσα στο πλήθος.
Δεν είναι καλά μα δεν το δείχνει,
Δεν είναι καλά μα το φωνάζει,
Το φωνάζει μέσα από ακατάλυτες σιωπές.
Δεν έχει όνομα και δεν έχει φύλο,
Έχει μονάχα εκείνο το κάτι που γεμίζει με πόνο τις ψυχές,
Εκείνο που αποκαλούνε θλίψη,
Μ’ ένα κατά να το συνοδεύει και να το ορίζει.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009
Ένα αντίο
Έχασε τα πάντα μου έλεγεΚαι τα μάτια της έσταζαν δάκρυα
Εγκαρτέρηση και πίκρα.
Αλλιώς περίμενε να ζήσει τη ζωή της
Άλλα της έτυχαν.
Όταν ήτανε νέα ήταν όμορφη και πλούσια πολύ
Ο δρόμος της έμοιαζε στρωμένος μ’ αστέρια
Μα οι μοίρες είχαν άλλα σχέδια γι’ αυτήν.
Έτσι τη μία μετά την άλλη της τις πήραν όλες
Τις χαρές της.
Μέχρι που κάποια μέρα ξέμεινε σχεδόν μόνη
Σε μια ξένη χώρα.
Τρεις φορές πρόσφυγας
Δυο στη γη και μια στην αγάπη
Τρεις φορές χαμένη.
Τα σκυλιά της
Μονάχα αυτά μπορούσαν πια να της χαρίσουν ένα χαμόγελο
Να κάνουν την καρδιά να ξαλαφρώσει για λίγο.
Αλλά κι εκείνα της πέθαναν.
Και τώρα πια ένιωθε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.
Γι’ αυτό αφέθηκε
Στα χέρια της μοίρας και του χρόνου.
Άφησε το σώμα της να μαρανθεί
Της ψυχής της τη φλογα να τρεμοσβήσει.
Έφυγε μια μέρα του Σεπτέμβρη υγρή
Και λυπημένη πολύ
Ωστόσο, η εικόνα της απ’ τις μνήμες των ανθρώπων
Που άγγιξε δε θα χαθεί ποτέ.
Τρίτη 19 Μαΐου 2009
Τα χρυσά κλουβιά του μέλλοντος
Ώρες –ώρες νιώθω ότι είναι ο φόβοςΠου ορίζει την κάθε μας κίνηση.
Αυτός αποφασίζει για όλα.
Μας δείχνει ή μας κρύβει το δρόμο
Μας κλέβει στιγμές απ’ τη ζωή.
Τι κι αν;
Ρωτάμε ξανά και ξανά και
Αρνιόμαστε πεισματικά να πάρουμε ρίσκα
Αφού το άγνωστο πολύ μας τρομάζει.
Ωστόσο σ’ αυτό το άγνωστο ίσως να κρύβεται
-όχι ίσως, εκείνη είναι κρυμμένη-
Όλης της πλάσης η ουσία.
Μια ουσία που αδυνατούμε να συλλάβουμε
Θεόκλειστοι καθώς είμαστε μέσα στα χρυσά
Κλουβιά του ασφαλούς μας μέλλοντος.
Ένα βήμα, μία λέξη, μια αγκαλιά,
Αυτή είναι συνήθως η απόσταση που μας χωρίζει
Απ’ το αλλιώτικο, απ’ το καλύτερο που πάντα ζητούμε
(ένα βήμα που δεν κάνουμε, μια λέξη που δεν λέμε, μια αγκαλιά που δεν χαρίζουμε)
Μα που δεν μπορούμε να πλησιάσουμε
Αφού μας είναι αδύνατον να κόψουμε τα
Δεσμά της συνήθειας που μας καθηλώνουν.
Τι κι αν;
Επιμένουμε να ρωτάμε
Καθώς η ζωή
-σαν τον χρόνο-
Συνεχίζει να κυλά και να χάνεται.
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Της ψυχής μονόλογος
Δεν θυμάμαι αν τον έχω ανέβασει εδώ ξανά αυτόν τον γραμμένο πριν από εφτά χρόνια μικρό μονόλογο, αλλά όταν τον βρήκα τυχαία στ' αρχείο μου πριν λίγο, δεν αντιστάθηκα καθόλου στον πειρασμό να τον αναρτήσω. με φίλο και παρηγοριά μου το ποτό
και κοιτώ ένα νυχτερινό ουρανό
χωρίς αστέρια.
Μαζί με σένα απ’ τη ζωή μου
χάθηκαν κι αυτά
όπως και κάθε τι το όμορφο
αφού ο ομορφιά συνδέθηκε στην ψυχή μου
με την παρουσία σου
μια ψυχή που έχει μείνει λειψή.
Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε
θα με άγγιζε ο πόνος
αλλά έπεσα τόσο έξω.
Τώρα παραδέρνω σα βαρκούλα
σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εσύ ήσουν και είσαι το λιμάνι μου
το μόνο που δεν είσαι πια εδώ
και νιώθω να γίνομαι θλιβερός ναυαγός
στ’ αχνάρια της θύμησής σου.
Προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου
από κάθε σκέψη αλλά
εσύ τριγυρίζεις κει μέσα σαν ένας στρόβιλος
στρόβιλος που παρασύρει τα πάντα
στο πέρασμά του και μ’ αφήνει κουρέλι.
Κι εγώ, ο πάντα χαμογελαστός
και αισιόδοξος, έχω τώρα αφεθεί
σε μια ανείπωτη θλίψη.
Νιώθω σαν ένας ζωντανός νεκρός
που ψάχνει ένα ψίχουλο ζωής
για να τολμήσει να δει ξανά
τον κόσμο αυτό κατάμματα.
Για μια ακόμη φορά δεν ζω
απλά επιβιώνω περιμένοντας εκείνη την ώρα
αν είναι να ’ρθει
που θα ’μαστε και πάλι μαζί
δυο ψυχές σε ένα ονειρόκοσμο.
Δεν ξέρω τι έφταιξε
δεν ξέρω αν έφταιξα σε κάτι
αλλά, εκείνο που ξέρω είναι ότι
είσαι η ψυχούλα μου και χωρίς
εσένα τα χρώματα χάνονται οι μουσικές
σταματούν και τα λόγια χάνουν
το νόημά τους.
Ετούτος ο πόνος που μου κεντά τώρα
τις αισθήσεις το δάκρυ που δε λέει
να τρέξει αλλά που κάποτε θα γίνει χείμμαρος
και θα με πνίξει, να, ετούτα δω μου λένε
ότι είμαι άνθρωπος και αγαπώ
και σαν άνθρωπος πονώ
μου λένε να μην το βάλω κάτω
να χαμογελάσω και πάλι…
Τα χαμόγελά μου όμως ήταν όλα για σένα
ήσουνα ο λόγος που υπήρχα
που ανέπνεα που δημιουργούσα.
Τώρα ο κόσμος σα να ’χει πια σταματήσει
για με να γυρίζει κι η έμπνευση χάθηκε.
Δε θέλω να γράφω αν δεν είσαι η μούσα μου
δε θέλω να ακούω μουσικές αν δεν τις ακούς μαζί μου
δε θέλω να χαμογελώ αν δεν είναι για σένα
δε θέλω να ονειρεύομαι αν δεν είμαι δίπλα σου
δε θέλω να αντικρύζω την ομορφιά μονάχος μου
δε θέλω…
Εκείνο που θέλω είναι να γίνουμε και πάλι ένα
όπως πάντοτε ήμασταν χωρίς
καν να γνωριζόμαστε
θέλω να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας
να γίνουμε ο ένας το δεύτερο φτερό του αλλουνού
και να πετάξουμε στους ουρανούς της
ομορφιάς που μόνο εμείς ξέρουμε
να δούμε τον ήλιο κατάμματα και αψηφόντας
κάθε εμπόδιο να ανυψωθούμε πέρα
από το νοητό τούτο κόσμο που μόνο
σαν Ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
να χαραξούμε το σημάδι μας στην άμμο
του χρόνου να ζήσουμε την κάθε μέρα
σαν να ’ναι η τελευταία.
Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον, εκείνο που ξέρω όμως είναι
ότι στο μέλλον που αρχίζει τούτη δα τη στιγμή
θέλω να ’μαι μαζί σου για να
μοιραστούμε κάθε λύπη και χαρά
για να ανακαλύψουμε την απόλυτη ουσία
της κοινής μας ψυχής…
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009
Ξημέρωσε Άδη
αφήνοντας πίσω του ανάσες αγάπης
θραύσματα πόνου ελπίδες επιστροφής.
Σκοτάδι πικρό
κόλαση άδειας φαντασίας
πλαισιωμένη από
αιμάτινο κάδρο δακρύων.
Φτερούγες ραγίζουν κάποτε τη σιωπή
σκιρτώντας αναμνήσεις κόκκινης καρδιάς
μονάχης
κλωτσοσκούφι στις ορμές του χρόνου.
Πτώση στο πηγάδι των αναίτιων πόθων
κραυγή Βοήθεια στους νεκρούς
τα παλιά να γίνονται θηλιά και
να την πνίγουν.
Πόνος αβάσταχτος θρήνος του μεσημεριού
ζωή του μη παρέκει ο
αυγερινός κλείνοντας πονηρά το
μάτι του στη θλίψη
ξημέρωσε Άδη.
Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008
Αδιέξοδη ζωή
Κι αυτό παλιό. Δε θυμάμαι αν το ανέβασα εδώ ξανά. Αν ναι, ευκαιρία να το θυμηθείτε. Αν όχι, πάρε κόσμε ένα ακόμη τερατούργημά μου...Όλοι έβλεπαν την εικόνα της, το πανέμορφο περιτύλιγμα, αλλά κανένας την ουσία της. Άκουγαν το χαριτωμένο γέλιο της, μα δεν παρατηρούσαν τον πόνο που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελο. Χαίρονταν περισσότερο από καθετί στον κόσμο τη συντροφιά της, αλλά στ’ αλήθεια τρόμαζαν όταν την πλησίαζαν πολύ.
Κανείς δε με καταλαβαίνει. Κανείς! Αυτό ήταν το παράπονό της. Και κανείς δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ, να διαβάσει της ψυχής της το μεγάλο μυστήριο.
Και να πεθάνω, εδώ και τώρα, δε με νοιάζει, έλεγε πού και πού, κι οι άλλοι την κοιτούσαν σχεδόν ειρωνικά, επιτιμητικά, σαν ένα βιτσιόζικο παιδί, που πάντα ζητούσε να του δίνουν σημασία.
Πόσο λίγο την ήξεραν! Όχι, δε ζητούσε ούτε τη σημασία, ούτε τη συμπόνια, πόσο μάλλον τις νουθεσίες κανενός. Απλά, ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Αυτό μονάχα ζητούσε. Να ζει ήσυχη, σε αρμονία με τον εαυτό της. Κι αν δεν την αντέχουν, κι αν τη φοβούνται, κι αν τη λοιδορούν οι άλλοι, ε, μπορούν να πάνε όλοι στο διάολο.
Δε θέλει ν’ αγαπήσει πια, αλλά ούτε καν και ν’ αγαπηθεί. Θέλει μόνο ν’ αφήσει τον χρόνο, με τους δικούς του προαιώνιους ρυθμούς, να την προσπεράσει. Τις στιγμές της τις ζει μία μία. νιώθει τον πόνο αυτών που χάνονται για πάντα, μα την ίδια ακριβώς ώρα τις ρουφάει με πάθος. Ναι, ρουφάει το χρόνο, σαν ένα καλό τσιγάρο, ένα τσιγάρο που τη βοηθάει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, που μετατρέπει τις σκέψεις και τα προβλήματά της σε καπνό, που εξαπολύει στον αέρα, που τη βοηθά, αργά σκοτώνοντάς την να είναι ο εαυτός της.
Δε ζητάω τίποτα, από κανένα. Δε ζητάω τίποτα, έτσι ας μην ζητάνε κι οι άλλοι από μένα. Το λέει και το εννοεί. Τι να ζητήσει άλλωστε; Άχρηστα κι αχρείαστα τα δώρα τους. Τι να τους χαρίσει; Λίγες μόνο σταγόνες αγάπης της περισσεύουν και τις δίνει μ’ όλη τη ορμή της πονεμένης της ψυχής. Τις δίνει όταν η μοναξιά γίνετ’ αβάστακτη, όταν χρειάζεται ένα κορμί για να τη γεμίσει και να τη ζεστάνει, όταν θέλει να πάρει έστω και για λίγο μια γεύση από τον παράδεισο προτού βουλιάξει και πάλι στην προσωπική της κόλαση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαριέμαι, μου παραπονιέται συχνά πυκνά. Κι όμως, μπορώ, αλλά δεν της το λέω, επειδή το ξέρω ότι θα πάρει ανάποδες. Το δράμα της είναι εξάλλου μοναδικό, κανείς άλλος δεν μπορεί να το βιώσει. Να το βιώσει ίσως όχι, να το νιώσει όμως; Όχι, δεν τη ρωτώ ούτε κι αυτό. Την αφήνω να μονολογεί. Κάνω δυο δουλειές, ζωγραφίζω, γράφω, διαβάζω, κάνω και σεξ κάθε τόσο, κι όμως η ζωή μου φαντάζει ανούσια, δίχως λόγο ύπαρξης. Ίσως αν μπορούσε ν’ αλλάξει λίγο, ν’ αρχίσει να προσθέτει στην καθημερινότητά της περισσότερη διασκέδαση και ν’ αφαιρεί ευθύνες, ίσως όλα τότε να ήταν καλύτερα. Αλλά όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Της αρέσει να τρέχει, να βιάζεται και ν’ αφήνει το χρόνο να την προσπερνά.
Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, προτού πάθω, προτού μάθω, της εξομολογούμαι. Με κοιτά σιωπηλά με μάτια κενά που ταξιδεύουν αλλού, καπνίζοντας, αφήνοντας το ελάχιστο του χρόνου να περάσει και να σκορπιστεί στης στιγμής τη λήθη, σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο της.
Οι κύκλοι γύρω από τα μάτια βαθαίνουν, η μοναξιά μεγαλώνει, τα όνειρα που κάποτε έκανε πνίγονται στα πρέπει με τα οποία έχει φλομώσει τον εαυτό της.Δε θέλει απολύτως τίποτα, ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα, αφού να, θέλει μονάχα να πεθάνει και να ξεχαστεί από όλους. Την ακούω, δε μιλώ, δε χαμογελώ, δεν την παρηγορώ. Κάνω βουτιά βαθιά μέσα στα μάτια της, όπου βλέπω αμυδρά να τρεμοπαίζει της ζωής η φλόγα.
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008
Της μοναξιάς
Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται:«Τι γυρεύω εγώ εδώ;»Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει.Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη,αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου,στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα,κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια,λες κι αντικρίζει ένα θαύμα.Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ,συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται.«Αχ, και νάμουν αλλιώς».Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους,αναπολώντας μια μελλοντική ζωή.Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει.Χαμογελά.Πικρά!Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα.Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008
Τηλεγράφημα ΙΙ
Σάββατο 24 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 10
«Δε θέλει να με βλέπει. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Ίσως και ποτέ. Αν με δει, λέει, αν του μιλήσω, αν προσπαθήσω να δικαιολογηθώ, δε θα αντέξει, δε θα συγκρατήσει τα νεύρα του. θα με σκοτώσει, επί τόπου...»«Φοβάσαι, Αναστασία; Τον φοβάσαι;»
«Όχι! Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι φονιάς. Απλά...»
«Ναι, ξέρω, ο πόνος. Κι η κακιά η ώρα.»
«Γιατί η κακιά η ώρα να μην έρθει κάποια άλλη... ώρα; Ή, ακόμη καλύτερα, γιατί να μην έρθει ποτέ; Τουλάχιστον θα συνεχίζαμε να ζούμε όπως-όπως μέσα στο ψέμα μας. δε θα ξυπνούσαμε τόσο απότομα στον πραγματικό κόσμο.»
«Κι εσύ, κακομοίρα μου...»
«Κι εγώ τι; Τι να έκανα; Για χρόνια ολόκληρα με απατούσε. Το ήξερα. Τον ανεχόμουνα. Κάπου κιόλας τον συγχωρούσα. Αλλά, το κορμί δεν άντεχε. Δεν άντεχε άλλη μοναξιά, άλλη στειρότητα. Ήθελε να γευτεί. Πεθύμησα έναν άντρα. έναν οποιοδήποτε άντρα. Καταλαβαίνεις, Μαίρη;»
«Καταλαβαίνω, αλλά...»
«Ου, όλο αλλά και αλλά είσαι. Καλύτερα θα ’ταν να μη σου μιλούσα. Να τα κρατούσα όλα μέσα μου μέχρι να εκραγώ!»
«Μη με παρεξηγείς, Αναστασία, αδελφούλα μου. Απλά, δεν ξέρω τι να σου πω και τι παρηγοριά να σου χαρίσω. Είναι ξένια χωράφια αυτά για μένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε ακούσω και να εκφράσω τις απορίες μου. Αν θες, θ’ ακούσω μόνο, αλλά δεν έχω καμία συμβουλή να σου δώσω. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα...»
«Εδώ που έφτασαν τα πράγματα!»
Δεν άντεχε άλλο να μένει κλεισμένη στη σιωπή και τον εαυτό της η Αναστασία, δεν άντεχε άλλο τον καθημερινό θάνατο της μοναξιάς και των ενοχών της. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. ν’ αφήσει του είναι της τον πόνο να ξεχειλίσει απ’ τα χείλη της, να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει για ν’ αντέξει το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Φίλες πολλές και καλές δεν είχε, κι έτσι είπε ν’ ανοίξει την καρδιά της στη Μαίρη, την αδελφή της. Σε ποια άλλη θα μπορούσε να μιλήσει ειλικρινά; Σε ποια άλλη θα μπορούσε να ομολογήσει τα κρίματά της;
Αφήνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της σιγής και της αμηχανίας να τις τυλίξει. Πρέπει να κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν μια ανάσα, για να σκεφτούνε τα πράγματα καλύτερα, πιο καθαρά. Αλλά, στ’ αλήθεια η Μαίρη δεν ξέρει τι να της πει της δόλιας. Παράξενα πολύ φαντάζουν όλα αυτά που έγιναν, όλα αυτά που συμβαίνουν, στα αθώα της μάτια, στο αμάθητό της βλέμμα. Σα μια ευθεία. πάντα έτσι έβλεπε τη ζωή εκείνη. Αλλά να που, πού και πού, προκύπτουν και ανατροπές, αδιέξοδα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαίρη. Θα σπάσω...» διέκοψε η Αναστασία τη σιωπή.
«Δε φταις μονάχα εσύ, ψυχή μου, φταίει κι εκείνος. Ίσως περισσότερο εκείνος.»
«Τι ζήτησα κι εγώ η δόλια; Λίγη αγάπη. Κι αυτός πήγε και τη χάρισε, τη χαράμισε αλλού. Πώς να μη ραγίσω;»
«Μα νόμιζα ότι περνούσατε καλά, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι οι δυο σας.»
«Ήμασταν ευτυχισμένοι! Άλλοτε, ήμασταν. Στις αρχές-αρχές όταν τον ερωτεύτηκα, όταν μ’ αγάπησε, με είχε στ’ αλήθεια σαν πριγκίπισσα. με κανάκευε, με φρόντιζε πολύ, μου έκανε δώρα πολλά -με το τσουβάλι- αλλά σαν πέρασε ο καιρός άλλαξε. κι αντί για δώρα άρχισε να μου κάνει παράπονα και παρατηρήσεις.»
«Γι’ αυτό τον απάτησες;»
«Μα, δεν τον απάτησα εγώ πρώτη. Εκείνος με απατούσε για χρόνια κι εγώ...»
«Για εκδίκηση, λοιπόν;»
«Όχι! Όχι για εκδίκηση. Τον απάτησα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!»
«Και τώρα μετανιώνεις;»
«Μετανιώνω για το αποτέλεσμα. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω και θα μετανιώνω όσο ζω. ακόμη κι αν στο τέλος τα πράγματα πάνε καλά. Ωστόσο ποτέ δε θα απολογηθώ σε κείνον, ποτέ δε θα ζητήσω τη συγχώρεσή του. Εκείνος ήταν που έστρωσε το δρόμο για την καταστροφή.»
«Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις, Αναστασία. Μπορώ μονάχα να σου πω τι να μην κάνεις...»
«Μίλα.»
«Μην τα παρατήσεις. Μην παραιτηθείς. Κράτα για λίγο ακόμη. Το ξέρω, το νιώθω πώς δεν έχουν όλα χαθεί ακόμη.»
«Εύκολο να το λες...»
«Και δύσκολο να το κάνεις. Λες να μην το ξέρω; Ωστόσο, ζήσατε τόσα πολλά μαζί οι δυο σας, μοιραστήκατε μια ζωή. Πιστεύω ότι κάπου καλά κρυμμένο θα βρίσκεται το νήμα εκείνο που σας δένει. Κι αν...»
«Δεν είναι κρυμμένο το νήμα. έξω στο φως είναι και ψυχορραγεί. Το νήμα εκείνο είναι η ζωή είναι κι ο θάνατός μας. Σα να κρεμόμαστε αγκαλιασμένοι, αλλά από απόσταση, πάνω από ένα τεράστιο κενό. αν χωρίσουμε θα πέσουμε κι οι δυο μέσα, θ’ αφανιστούμε.»
«Βλέπεις, λοιπόν;»
«Βλέπω. Αλλά, για πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις: Ακόμη κι αν δεν προκύψει το χειρότερο, εκείνο που τόσο φοβάμαι, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μετά ξανά μαζί χωρίς αγάπη, δίχως εμπιστοσύνη;»
«Ο χρόνος...»
«Άσε το χρόνο. Αυτός δουλεύει για πάρτη του. Δε δίνει μία για μας.»
«Αν, λέω, αν πάνε τα πράγματα καλά, ίσως ν’ αλλάξει κάτι.»
«Δεν το νομίζω, αδελφούλα μου. Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω. Το παιχνίδι ήταν καθαρό. τα χαρτιά δεν ήταν σημαδεμένα. παίξαμε με το διάβολο και χάσαμε!»
«Φταίτε κι οι δύο, ωστόσο, ασυγχώρητα πολύ. Φταίτε επειδή δεν εκτιμήσατε σωστά τις προτεραιότητές σας. Φταίτε γιατί ξεχάσατε τα πιο σημαντικά. Φταίτε...»
«Φταίμε, φταίμε και φταίμε. Στάχτες κι αποκαΐδια έγιναν τώρα οι διπλές ζωές μας. Θέλαμε κι οι δύο περισσότερα, και τώρα είμαστε μια ανάσα μακριά από το να χάσουμε το πολύ που είχαμε, που έχουμε ακόμη.»
«Δεν ήξερες...»
«Κανείς δεν ήξερε. Αλλά αυτό τι σημασία έχει τώρα; Ωστόσο...»
Σωπαίνει. Στα χείλη της παίρνει να ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, αλλά όχι της χαράς. του σαρκασμού, της χλεύης.
«Ωστόσο,» συνεχίζει αμείλικτα τη σκέψη της, «δεν είναι ειρωνεία -τραγική ειρωνεία- ο ένας οργασμός να οδηγεί στη ζωή κι ο άλλος στο θάνατο;»
Τώρα, σ’ αυτό τι ν’ απαντήσει η Μαίρη; Τίποτα! Χαμηλώνει το βλέμμα. Κοιτάει χάμω, τα παπούτσια της. Κοιτάει κατάμουτρα το βούρκο μέσα στο οποίο έχει καταπέσει η ψυχή της αδελφής της. Δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα και να τη δει στα μάτια δίχως θλίψη, χωρίς οίκτο. Δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να την πληγώσει με την κραυγαλέα ένοχη σιωπή της. Πρέπει να σταθεί δίπλα της. Πρέπει να της συμπαρασταθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει, να ελπίζει, αλλά πώς; Πώς;
Κυριακή 18 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 4
Δεν ξέρει τι να σκεφτεί, σε ποιον να μιλήσει. Θυμάται τα παλιά. πιάνεται σα σε αγκίστρι σωτηρίας απ’ τις αναμνήσεις της. Πάει καιρός πολύς από τότε. Από τότε που τον πρωτοείδε, που την πρωτοαντίκρισε. Από τότε που την ακολουθούσε παντού και πάντα, νύχτα και μέρα, λες και μυριζόταν τον αγέρα, σαν σκυλί, σαν ένα καλό λαγωνικό.
Τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν η κορμοστασιά του, ήταν τα μάτια του τα παιχνιδιάρικα, ήταν τα λόγια του που την έκαναν να νιώθει τόσο όμορφη, τόσο ξεχωριστή. Ο χρόνος που γρήγορα πέρασε, τα γεγονότα που τραγικά μεσολάβησαν, αυτά τα χάλασαν όλα. Κάποτε κάνανε όνειρα μαζί, τώρα κάνουν συμβιβασμούς με τους άλλους, σκέφτεται και πικρά δακρύζει. Αλλά, δεν φταίει αυτός που άλλαξε η κατάσταση. η κατάσταση φταίει που άλλαξ’ αυτός!
Κάθεται στο σαλόνι μ’ όλα τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Λες και θέλει μ’ αυτά να ξορκίσει της ζωής της τους ζωντανούς εφιάλτες. Την αγκαλιάζει από παντού, την πνίγει μέσα της η σιωπή, της κλέβει λεπτό το λεπτό, όλο και περισσότερες ανάσες. Οι μαύροι κύκλοι του κλάματος και της αγρύπνιας βαθαίνουν όλο και πιο πολύ γύρω από τα μεγάλα της μάτια.
Η ζωή της όλη μοιάζει να έχει φτάσει πια σ’ ένα τελειωτικό αδιέξοδο, απ’ όπου δεν μπορεί να διακρίνει καμία έξοδο κινδύνου, ούτε μία αχτίδα φωτός. Ο ήλιος φέγγει αλλού και: «Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να ελπίζω!» σκέφτεται. Να ελπίζει. Όταν όλοι και όλα της φωνάζουν ότι η ελπίδα πέθανε, πώς το παιχνίδι χάθηκε.
Σηκώνεται με κόπο απ’ το χαλί – όπου εγκαταλείπει το κορμί της σωριασμένο όλη νύχτα, κάθε νύχτα. Όλες οι αρθρώσεις της μοιάζουν πιασμένες, σα να έχουν αποκοιμηθεί. Τεντώνεται λίγο και στριφογυρίζει τα χέρια της, προσπαθεί να αναγκάσει τα πόδια της που μυρμηγκιάζουν να κάνουν ένα βήμα, κι άλλο ένα. Σέρνει τη μαραμένη της ύπαρξη προς τον καθρέφτη. Με μια μεγάλη προσπάθεια χαμογελά στο είδωλό της, που μοιάζει σαν ένα ερείπιο, ένα απομεινάρι του παλιού της εαυτού, κι εκείνο άκαρδα, σαρκαστικά, πιότερο ραγίζει. Θυμάται κάτι που διάβασε παλιά σ’ ένα ποίημα και αρχίζει να γελά δυνατά, νευρικά, ανεπίκαιρα. «Κοιμήθηκα φεγγαράδα και ξύπνησα νεφικό!» έλεγε ο στίχος, κι η ειρωνεία του την κτύπησε κατακέφαλα, την έκανε ξαφνικά να φλερτάρει με την πραγματική παράκρουση. «Για δες,» σκέφτεται πικρά και πιότερο γελά. «Για δες» σκέφτεται γλυκά κι όλο και πιο σπαρακτικά κλαίει.
«Αν ήταν εκείνος εδώ, όλα θα ήταν αλλιώς,» είναι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά, δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πια, λέει. Πέρασαν μαζί τόσα και τόσα. γιατί τώρα, στην πιο δύσκολή της ώρα, αποφάσισε να την εγκαταλείψει;
«Θα φύγω για λίγο,» της είπε. «Για λίγο μονάχα,» έλεγε αυτός, «Για πάντα,» φώναζαν τα μάτια του. Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει γιατί το έκανε; Ίσως να μην ήταν τόσο δυνατός όσο φάνταζε στα μάτια της. Ίσως να ήταν κι αυτός ένα δειλό ανθρωπάκι όπως όλα τ’ άλλα. Τον αγαπούσε όμως. τυφλά, με αφοσίωση. Τον μισούσε, με την ψυχή της όλη. Τον ήθελε κοντά της. Κι ας ήταν δειλός. Τον χρειαζόταν, κι ας ήταν κάποιος άλλος. Τον αγαπούσε. Τον μισούσε. Τον...
Νιώθει τις λειψές της δυνάμεις να την εγκαταλείπουν και πάλι. Αφήνει το σαρκίο της να καταρρεύσει και να πέσει μ’ ένα γδούπο στο πάτωμα. Ίσως μπορέσει να κοιμηθεί τώρα και να ονειρευτεί. Να ονειρευτεί την ελπίδα.
Έξω ξημερώνει, μέσα πέφτει το σκοτάδι.
Κυριακή 4 Μαΐου 2008
Ο Μπεκρής
Όλα τα έχασε. Όλα! Και τώρα τριγυρνά μοναχός, με σκυμμένο το κεφάλι, μέσα στους δρόμους μιας βρώμικης, οχληρής κι αφιλόξενης πόλης, και σκέφτεται. Όσο του το επιτρέπει το θολωμένο απ’ το πιοτό μυαλό του, σκέφτεται. Σκέφτεται την προηγούμενή του ζωή, τα νιάτα που ξεκίνησαν σα μέσα σ’ ένα όνειρο και κατάντησαν εφιάλτης – πήγαν χαμένα. Σκέφτεται το άθλιο, μίζερο, μισερό παρόν του, που χρόνια πριν στα μάτια της φαντασίας του φάνταζε λαμπρό κι ευτυχισμένο. Σκέφτεται και θυμάται. Θυμάται τη γυναίκα που τόσο αγάπησε, πιότερο κι απ’ τη ζωή του την ίδια, την κορούλα του, τον άγγελό του, τους καλούς του φίλους, που χάθηκαν κι αυτοί στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Θυμάται ότι κάποτε έκανε όνειρα. Θυμάται...Μ’ ένα κουρέλι, παλιό, βρώμικο και πολυμεταχειρισμένο, μοιάζει τώρα η ύπαρξή του. Ένα κουρέλι που πολύ θα ήθελε να πυρπολήσει. Απλά, να του βάλει φωτιά και για πάντα να ξεγνοιάσει. Να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
Που ήμουνα; Που είμαι; Ποιος είμαι; Που πάω; μονολογεί, καθώς διαβαίνει, με βήματα αργά που σέρνονται στο μαύρο της ασφάλτου, το ένα μετά το άλλο τα σκοτεινά σοκάκια, όπου κάνουν πιάτσα τα παιδιά της νύχτας, τα δίχως σπίτι και ασφάλεια, και τα κορίτσια τα αθώα, του πόνου και της αμαρτίας.
Κι εγώ πόρνη είμαι! σκέφτεται φωναχτά, κοιτώντας τις γυναίκες -τις έντονα βαμμένες και προκλητικά ντυμένες- που στέκονται νωχελικά στις γωνιές των δρόμων, περιμένοντας, δίχως όμως να δείχνουν να αναζητούν, κάποιον πελάτη. Χειρότερος, ακόμη, κι από πόρνη είμαι. Αυτές, τουλάχιστον, πουλάνε μόνο το κορμί, ενώ εγώ πούλησα και την ψυχή μου.
Σκύβει πιο χαμηλά το κεφάλι -λες και θέλει να κρυφτεί απ’ τον εαυτό του τον ίδιο- και δακρύζει ο μπεκρής, πικρά δακρύζει. Γιατί; Γιατί; Γιατί; από μέσα του ρωτά και φωναχτά απορεί, μα απάντηση δεν παίρνει. Κάποιοι απ’ τους βιαστικούς ανθρώπους, που σαν σκιές περνάνε και χάνονται, τον κοιτούν ειρωνικά, άλλοι μ’ ένα βλέμμα συμπάθειας, αλλά κανένας δεν ξέρει τι ν’ αποκριθεί στα γιατί του. Μονάχα κάποιοι αόρατοι θεοί, μόνο αυτοί οι μπαγαπόντηδες, θα μπορούσαν να του εξηγήσουν το λόγο, τους λόγους, που η κορούλα κι η γυναίκα του πέθαναν, που ένα αυτοκίνητο περαστικό τις πήρε και τις παρέσυρε στου χάροντα το σκοτεινό ποτάμι. Πόσο άδικο! Πόσο πολύ άδικο!
Τη θέση τους σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει το πιοτό. Τη θέση του σπιτιού του, η συνεχής, η δίχως αναπαμό περιπλάνηση στους δρόμους, η συνύπαρξη με του δόλιου ετούτου κόσμου τα ανθρώπινα απορρίμματα, με τους καταραμένους. Τα πούλησε όλα όσα είχε, παράτησε τη δουλειά και ό,τι του θύμιζε την παλιά του, την καλή ζωή, κι έγινε ένα συνεπής αλήτης, ένας συνειδητοποιημένος μπεκρής. Όχι, πώς το ποτό τον βοηθάει, όχι πολύ, αφού δεν ξεχνάει, αλλά τουλάχιστον μ’ αυτό λίγο ανακουφίζεται. Πίνει πολύ, κλαίει περισσότερο, ανακουφίζεται. Η ζωή πια δεν έχει γι’ αυτόν κανένα χρώμα. Όλα τα ίδια του μοιάζουν. παραλλαγές του μαύρου, που γεμίζει το μέσα του.
Για ποιον κόσμο όμορφο, αγγελικά πλασμένο, του μιλούσαν κάποτε οι στίχοι; Δόλιε ποιητή, τον κορόιδεψες. Ο κόσμος είναι πόνος, και στο επίκεντρο του πόνου είν’ αυτός.
Περπατάει, σκέφτεται, αποφασίζει, μετανιώνει, αποφασίζει: Πρέπει να βάλω τέρμα σε τούτη τη φάρσα, πρέπει να λυτρωθώ.Τα βήματά του, όπως κάθε βράδυ άλλωστε, τον οδηγούν στο σημείο όπου συνέβη το μοιραίο. στο μέρος όπου ακούμπησαν για τελευταία φορά τα κορμιά των αγαπημένων του, προτού ταφούν στο χώμα. Τα μάγουλα μουλιάζουν απ’ τα δάκρυα, τα μάτια του καίνε και θολώνουν. Τέλος, ψιθυρίζει και κάνει, δίχως καθόλου να διστάσει, μια βουτιά στο οδόστρωμα που ζέχνει. Ένα φορτηγό του κόβει σχεδόν μεμιάς το νήμα της ζωής, και τον στέλνει με χαμόγελο να πάει να βρει τις γυναίκες του, να τις κρατήσει για μία ακόμη φορά και για πάντα στην τρυφερή του αγκαλιά. Ένα μικρό μπουκάλι ουίσκι ίπταται για λίγο πάνω από τη σκηνή και σε λίγο πέφτει με πάταγο στο έδαφος χωρίς να σπάσει. Η ζωή τελειώνει. Η ζωή συνεχίζεται.
Κυριακή 20 Απριλίου 2008
Ο Παλιάτσος του Καθενός
Από μικρό παιδί θυμόταν τον εαυτό του να είναι παντού και πάντοτε λυπημένο. Η θλίψη ήταν το Α και το Ω στη ζωή του, κι ήταν μια θλίψη παράξενη, αφού έμοιαζε να μην έχει λόγο ύπαρξης, καμία αιτία. Αν δεν ήταν συνεχώς κι αδιαλείπτως τόσο λυπημένος θα μπορούσε να είναι απόλυτα ευτυχισμένος αφού δε στερήθηκε τίποτα, ούτε στα παιδικά χρόνια ούτε και στην εφηβεία του. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι πολύ, κι έτσι ό,τι ποθούσε, ό,τι ζητούσε, μπορούσε έτσι απλά να τ’ αποκτήσει. Το χρήμα, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό, αφού αυτό δεν μπορούσε να του αγοράσει ούτε μια στάλα προσωπικής εσώτερης ευτυχίας, που είχε τόσο ανάγκη.Τον πήγαν, λοιπόν, σε γιατρούς και τσαρλατάνους προσπαθώντας να βρουν μια γιατρειά για τη μέσα του αρρώστια, αλλά κανείς απ’ όλους αυτούς τους ειδήμονες και αδαείς δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει ποιο ήταν το σαράκι που του μάτωνε την ψυχή, που του έκλεβε τα χαμόγελα. Ούτε κι ο ίδιος εξάλλου μπορούσε να εξηγήσει αυτό που του συνέβαινε. Όταν συχνά πυκνά τον σφυροκοπούσαν με τις ερωτήσεις τους, Απλά είμαι λυπημένος, τους έλεγε, και σηκωνόταν και πήγαινε στο δωμάτιό του.
Τα χρόνια, αργόσυρτα, λειψά και λυπημένα, πέρασαν, κι οι γονείς του, που άλλοτε έκαναν όνειρα μεγάλα και φαντασμαγορικά για πάρτη του, σιγά-σιγά τον παράτησαν στη μοίρα του και έπεσαν με τα μούτρα στην ανατροφή του δεύτερού τους παιδιού, εκείνου που τους βγήκε φυσιολογικό.
Αυτό δα το γεγονός, δεν τον ενόχλησε καθόλου. Έδειχνε, μάλιστα, να τον ανακουφίζει. Σα να έφυγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω του. Επιτέλους, θα τον άφηναν ύστερα από τόσα χρόνια στην ησυχία του. Ίσως έτσι, να έβρισκε κι εκείνος το δικό του δρόμο στη ζωή. Και τον βρήκε! Μια ανοιξιάτικη κι ηλιοφώτιστη μέρα, καθώς καθόταν μοναχός σ’ ένα παγκάκι στο μεγάλο πάρκο, είδε ένα παιδάκι να κάθεται χάμω και να κλαίει με λυγμούς, και καλόψυχος καθώς ήταν πήγε κοντά του για να το παρηγορήσει. Το αγόρι, ωστόσο, που προφανώς πονούσε πολύ, δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι, αφού είδε κι απόειδε και λύση δε βρήκε, άρχισε να του κάνει ξεκαρδιστικές γκριμάτσες με το πρόσωπο και να βγάζει άναρθρες κι ακαταλαβίστικες κραυγές απ’ τα χείλη, μέχρι που το είδε να χαμογελά και σε λίγο να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Θα έπρεπε να γίνεις παλιάτσος , του είπε λίγη ώρα μετά ο μικρός, καθώς απομακρυνόταν. Παλιάτσος; Του άρεσε η ιδέα.
Απ’ το επόμενο κιόλας πρωί πήγε κι αγόρασε και φόρεσε την γνώριμη πολύχρωμη φορεσιά και το θλιμμένο χαμόγελο του παλιάτσου και άρχισε να περιφέρεται, με κάθε μέσο, σ’ ολόκληρη την πόλη, προσπαθώντας να προσφέρει στα στίφη των βιαστικών και κατσούφηδων ανθρώπων, λίγη χαρά. Και με μερικούς τα κατάφερε. Και την επόμενη μ’ ακόμη περισσότερους. Και την επόμενη... Και πάει λέγοντας.
Στο πέρασμα του γητευτή χρόνου έγινε μια από τις πλέον αγαπημένες φιγούρες, ένα σημείο αναφοράς για την πόλη. Τα παιδιά, όλα σχεδόν τα παιδιά, πήγαιναν και έπαιζαν με το θλιμμένο παλιάτσο -που γεννοβολούσε αγάπη- στο πάρκο, εκεί όπου ξαπόσταινε στο τέλος μιας κουραστικής μέρας, ενώ και κάποιοι μεγάλοι κάθονταν πού και πού και συζητούσαν μαζί του. Ως δια μαγείας κατάφερνε να χαρίσει σε όλους ένα χαμόγελο. Ο ίδιος, όμως, εξακολουθούσε να μη χαμογελάει ποτέ.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, σαν ένα μικρό τίποτα μέσα στον κυκεώνα της αιωνιότητας, κι η πόλη άλλαξε. Τα παιδιά έγιναν μεσήλικες κι οι μεσήλικες γεροντάκια. Γέρασε κι ο θλιμμένος παλιάτσος. Ήταν ένα κρύο πρωινό του χειμώνα όταν τον βρήκανε νεκρό πάνω σ’ ένα παγκάκι στη μικρή πλατεία. Κάποιος ειδοποίησε τον μικρότερό του αδελφό για να αναλάβει τα της ταφής, αφού αν και είχε φίλους αμέτρητους -που δε γνώριζαν, ωστόσο, ούτε το πρόσωπο, ούτε το όνομά του- δεν είχε άλλον κανένα τόσο κοντινό του στον κόσμο.
Εκατοντάδες άνθρωποι, παιδιά και μαμάδες και παππούδες και γιαγιάδες έσπευσαν μαζικά στην κηδεία για να του πούνε το στερνό αντίο. Και όλοι είπαν μετά ότι, όταν τον είδαν μέσα στο φέρετρό του, έμοιαζε να τους χαμογελά. Έδειχνε ικανοποιημένος, ευτυχισμένος. Λες και πέτυχε το μεγάλο του στόχο στη ζωή, σα να απόκτησε εκείνο που πάντοτε επιθυμούσε.
Γεννήθηκε και έζησε λυπημένος, στο θάνατο βρήκε τη χαρά. Τη χαρά του να είσαι ο παλιάτσος του καθενός!
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008
Αγάπη Αεροφιλική
«Πώς μπορείς και μεταμφιέζεις τόσο εύκολαΤη θλίψη σου;» με ρώτησε.
«Δε τη μεταμφιέζω,» απάντησα,
«Απλά είναι απόλυτα δική μου και δε γουστάρω να τη φανερώνω
Πουθενά και σε κανένα...»
Αλήθεια είναι!
Αυτό ακριβώς έκανα, πάντοτε.
Κι αυτό ακριβώς, πάντοτε, μου στοίχιζε.
Σε τούτο τον κόσμο τον ψεύτη, τον ευαίσθητο,
Τον κυνικό,
Το να μην επιδεικνύεις τα συναισθήματά σου,
Φανερώνει απλά και μόνο την έλλειψή τους.
Αν δεν κλάψεις, αν δε φωνάξεις, αν δεν καταρρεύσεις,
Αν δεν οργιστείς, αν δεν χτυπήσεις και δεν χτυπηθείς,
Αν... Αν... Αν...
Αν δεν τα κάνεις όλ’ αυτά σημαίνει πως είσαι άρρωστος,
Ένα ξένο σώμα, παρασιτικό στην κοινωνία.
Ένας εξόριστος στις καθεστωτικές απόψεις του σήμερα.
Για να γλιτώσεις...
Για να γλιτώσεις από τους άλλους και τις ερωτήσεις τους
Πρέπει να γίνεις σαν κι αυτούς.
Πρέπει να μάθεις τους τρόπους τους σωστούς,
Να πάρεις διδακτορικό στα κροκοδείλια δάκρια,
Να ξεχάσεις το εαυτό σου, αυτά που πιστεύεις,
Και ν’ αρχίσεις να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου κατά το δοκούν,
Κατά προτίμηση όποτε παίζει η πιθανότητα να σου αποφέρουν κάποια ψήγματα
Κατανόησης και αγάπης μοντέρνα κάλπικης,
Αεροφιλικής...
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008
Η Μαίρη
Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις; Ως πότε θα συνέχιζε να είναι μοναχή, χωρίς έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο θα άντεχε εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά συνέχεια για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους εραστές μέσα από τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει καλά. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να μιλά όπως το μαλακισμένο, που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν τα κραγιόν, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ, τη ζηλεύει και την απεχθάνεται. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για τον εαυτό της. Να, αυτές τις μέρες τα ’χει με δύο – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού της τον κλέψει, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος ο εαυτούλης της δεν την άφησε να του τα ρίξει, όχι όπως πρέπει, κι έτσι εκείνος δεν άργησε να πέσει στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, στη σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλο πόνο, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια.
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008
Της θλίψης τ' αδιέξοδα
Κανείς δεν τη νιώθει,Κανείς δεν την καταλαβαίνει.
Είναι σίγουρη...
Γι’ αυτό και δε μιλά σε κανένα
Για όσα την απασχολούν,
Γι’ αυτό και κλείνεται όλο και πιο πολύ
Όλο και πιο βαθιά στον εαυτό της,
Προσπαθώντας να ξεφύγει από τα
Αδιέξοδα της μονόδρομος θλίψης της.
Ερωτεύτηκε...
Ερωτεύτηκε ραγδαία κι έπεσε με πάταγο.
Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και κεραυνοβολήθηκε.
Ζει μέσα στο κεφάλι της,
Μέσα εκεί ζει έντονα την απογοήτευσή της.
Την απέρριψαν,
Για δεύτερη φορά στη ζωή της την απέρριψαν,
Και δεν ξέρει πως να το χειριστεί αυτό.
Γι’ αυτό και εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη,
Μ’ αυτόν που την έδιωξε.
Προσπαθεί να καταλάβει το γιατί,
Γιατί εκείνος δεν επιθυμούσε αυτό
Που δεκάδες άλλοι κυνήγησαν.
Μήπως δεν του άρεσε;
Μην ήταν ο χαρακτήρας της;
Ίσως η γλώσσα της που δύσκολα συγκρατούσε;
Ποτέ δεν της πέρασε της κακομοίρας απ’ το μυαλό η ιδέα
Ότι δε γίνεται πάντοτε να κερδίζουμε σ’ αυτή τη ζωή,
Και πως έφτασε η δική της σειρά για να χάσει.
Έτσι χώθηκε στο μέσα της κι απομακρύνθηκε
Από τους ανθρώπους που στ’ αλήθεια την αγαπούσαν,
Αφού νόμιζε πως δεν την καταλάβαιναν,
Κι ας στο βάθος την ήξεραν καλύτερα κι απ’ τον εαυτό της τον ίδιο.
Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008
Της μοναξιάς
Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται: «Τι γυρεύω εγώ εδώ;» Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει. Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει. Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει. Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη, αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου, στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα, κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια, λες κι αντικρίζει ένα θαύμα. Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ, συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται. «Αχ, και νάμουν αλλιώς». Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους, αναπολώντας μια μελλοντική ζωή. Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει. Χαμογελά. Πικρά! Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα. Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…Αχ, τελειώσαμε και μ' αυτό...
