Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008
Τι θέλει να πει ο ποιητής;
Ακολουθούν δύο αποσπάσματα:
...Μετωνυμικές χορδές από κοινοτοπίες, ευκολίες και αμερικανιές συνυφαίνονται με εγκάρσιες μεταφορικές δυνάμεις και χιαστούς άκρως ευφυών ευρημάτων, δημιουργώντας ακριβώς με την περιπλοκότητά τους ένα άρτιο νοηματικό σύμπλεγμα, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει, εφόσον θα δούμε εδώ ότι η πλοκή και τα απωθημένα/συμπτώματα, όχι μόνο συγχέονται, μέσα από την παλμική κίνηση (μέσα/έξω) των τελευταίων, αλλά, σε ύστατη ανάλυση, η κίνηση των απωθημένων που επανεμφανίζονται ως συμπτώματα και τούμπαλιν είναι η ουσιαστική πρωταγωνίστρια και ταυτόχρονα η ύλη του σκηνικού. Που σημαίνει πως μια συμπεριφοριστική προσέγγιση θα ήταν πλεονασμός, αφού θα τόνωνε αθέμιτα τις τόσο καλά ισορροπημένες φραστικές και σχηματικές μετωνυμίες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για έργο ηλεκτρικό, εξού και το σοκ που προκάλεσε σε ορισμένους κριτικούς...
...Οι τοίχοι και οι διάδρομοι που γιγαντώνονται, δεν μπορεί παρά να είναι από ύλη γλωσσικής σαβούρας που μπαζώνεται υπογείως, ώστε να μη θυμίζει αυτό που κάποτε αντιπροσώπευσε, εν ολίγοις τις οδυνηρές εμπειρίες. Ο βρυχηθμός του δυνητικού τέρατος, κάθε που γίνονται ανακατατάξεις των μαζών στον σημειακό σκουπιδότοπο, δεν είναι παρά ο ήχος της τσαλακωμένης και αποσυντεθειμένης εμπειρίας, δηλαδή του φόβου για την τρέλα, δηλαδή του φόβου για τον ίδιο τον φόβο. (Είναι εμβληματική η σκηνή όπου τα σκυλιά διαπερνάνε τον φόβο-πόρτα διότι, απλούστατα, δεν έχουν λόγο να φοβηθούν, σαν να λέμε από ένδεια του πλεονεκτήματος της γλώσσας.)...
Μετά από τα πιο πάνω εύλογα αναρωτιέται κανείς: Τι θέλει να πει ο ποιητής;
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008
Της θλίψης τ' αδιέξοδα
Κανείς δεν τη νιώθει,Κανείς δεν την καταλαβαίνει.
Είναι σίγουρη...
Γι’ αυτό και δε μιλά σε κανένα
Για όσα την απασχολούν,
Γι’ αυτό και κλείνεται όλο και πιο πολύ
Όλο και πιο βαθιά στον εαυτό της,
Προσπαθώντας να ξεφύγει από τα
Αδιέξοδα της μονόδρομος θλίψης της.
Ερωτεύτηκε...
Ερωτεύτηκε ραγδαία κι έπεσε με πάταγο.
Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και κεραυνοβολήθηκε.
Ζει μέσα στο κεφάλι της,
Μέσα εκεί ζει έντονα την απογοήτευσή της.
Την απέρριψαν,
Για δεύτερη φορά στη ζωή της την απέρριψαν,
Και δεν ξέρει πως να το χειριστεί αυτό.
Γι’ αυτό και εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη,
Μ’ αυτόν που την έδιωξε.
Προσπαθεί να καταλάβει το γιατί,
Γιατί εκείνος δεν επιθυμούσε αυτό
Που δεκάδες άλλοι κυνήγησαν.
Μήπως δεν του άρεσε;
Μην ήταν ο χαρακτήρας της;
Ίσως η γλώσσα της που δύσκολα συγκρατούσε;
Ποτέ δεν της πέρασε της κακομοίρας απ’ το μυαλό η ιδέα
Ότι δε γίνεται πάντοτε να κερδίζουμε σ’ αυτή τη ζωή,
Και πως έφτασε η δική της σειρά για να χάσει.
Έτσι χώθηκε στο μέσα της κι απομακρύνθηκε
Από τους ανθρώπους που στ’ αλήθεια την αγαπούσαν,
Αφού νόμιζε πως δεν την καταλάβαιναν,
Κι ας στο βάθος την ήξεραν καλύτερα κι απ’ τον εαυτό της τον ίδιο.