Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Η οδύνη ενός ανήσυχου μυαλού

Να κάθεσαι μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή για ώρες, για ώρες ατέλειωτες, και να κοιτάς μια λευκή ηλεκτρονική κολλά χαρτί. Να προσπαθείς να βάλεις τις σκέψεις σου σε μια τάξη για ν’ αρχίσεις να γράφεις, αλλά να μην μπορείς. Το μυαλό να κάνει τα παιχνίδια του, οι σκέψεις να χοροπηδούν και να το σκάνε, τα πλήκτρα να μένουν ακίνητα, το άσπρο να ξεφτάει απ’ τα μάτια σου και να κάνει την εμφάνισή του το screensaver, το screensaver που έφτιαξες εσύ με τις φωτογραφίες που έχεις βγάλει. Το βλέμμα να χαμογελά για λίγο, αλλά αμέσως μετά να πέφτει και πάλι σε περισυλλογή. Κι όλο ν’ αναρωτιέσαι: «Τι μου συμβαίνει; Γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ;...»
Μόλις χθες άρχισες να γράφεις ένα βιβλίο στο μυαλό σου... Στο μυαλό σου! «Πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω-να-γράφω...» σκέφτεσαι. Περπατάς πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ξυπόλυτος, κάθεσαι, ξανασηκώνεσαι, βγαίνεις έξω. Παρατηρείς τα σύννεφα και τους ανθρώπους, ακούς τα πουλιά, εκνευρίζεσαι με τα έντομα, ξαναμπαίνεις μέσα, κατευθύνεσαι προς το ψυγείο. Ώρα για ποτό κι ας είναι ακόμη νωρίς το απόγευμα. Σάνγκσομ - κόκα κόλα. Όχι, όχι, δεν περιμένεις ότι με το πιοτό θα έρθει η έμπνευση, απλά πίνεις για να ξεχάσεις, και να ξεχαστείς. Αλλά, αντί αυτού, θυμάσαι. Θυμάσαι, ότι το τελευταίο μεγάλο σου βιβλίο το έγραψες τέσσερα χρόνια πριν, μέσα σε μια έκρηξη έμπνευσης. Χρειάστηκες μόλις μια βδομάδα γι’ αυτό. Αλλά από τότε στέρεψες. Από τότε ζεις γράφοντας κλεμμένες ιστορίες για κάποιων άλλων τις ζωές. Από τότε όλο και κάτι αρχίζεις και όλο και το παρατάς. Από τότε...
Ωστόσο, το χθες είναι χθες, κι ο χρόνος τρέχει χωρίς να νοιάζεται για τις μικρές σου έγνοιες...
Κάθεσαι και πάλι μπροστά απ’ τον υπολογιστή. «Πρέπει ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω να γράφω... ν’ αρχίσω-να-γράφω...». Και το κάνεις, αρχίζεις να γράφεις για την αδυναμία σου να γράψεις, για την οδύνη ενός ανήσυχου μυαλού, ενώ έξω απ’ το καφασωτό παράθυρο η ζωή μοιάζει ειρωνικά πολύχρωμη...

Προπέρσινα ξινά σταφύλια, σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε. Την Παρασκευή τέλειωσα με την επανασυγγραφή των κεφαλαίων του «Δυο φωνές και μια σιωπή» που παράτησα στη μέση πριν κάτι μήνες και σήμερα άρχισα να γράφω τα νέα. Οπότε, παράπονο ουδέν...
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Αποσιωπητικά...

Και να που στη ζωή μου έγινες
αναγκαίο καλό.
Όλα άρχισαν μ’ ένα κείμενο δικό μου παλιό
που διάβασες
κι ένα μήνυμα που μου έστειλες μετά,
και τη δική μου απάντηση.
Πολλά μηνύματα θ’ ακολουθούσαν:
Ερωτήσεις, απαντήσεις, απορίες, επισημάνσεις.
Και ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα,
όλο και πιο κοντά μου θα σ’ ένιωθα.
«Με καταλαβαίνει!» ψιθύριζα θαυμαστικά
στον εαυτό μου κάθε που μου έγραφες,
«και την καταλαβαίνω!» πρόσθετα με απορία,
κάθε που σου έγραφα εγώ.
Πόσο πολύ μου άρεσε και μου αρέσει ακόμη
αυτή η επικοινωνία μας είναι δύσκολο να πω,
αδύνατον με λόγια απλά να περιγράψω.
Με κάθε μήνυμά σου με κάνεις λίγο πιο πλούσιο,
με κάθε ερώτησή σου μ’ αναγκάζεις
όλο και πιο βαθιά στο μέσα μου να καταδυθώ.
«Μόνο σε σένα μιλώ,» μονολογούσα τις προάλλες,
«μονάχα εσύ ξέρεις να με ακούεις,» έλεγα με χαμόγελο
και μια δόση πικρίας.
Ναι, μονάχα εσύ διακρίνεις τις αλήθειες μου,
Και γι’ αυτό την τύχη μου ευλογώ...

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής

Για μια ακόμη φορά έφτασ’ η ώρα να φύγει.
Αλλά να, δεν ξέρει πως να του το πει.
Μοιράστηκαν πολλά οι δυο τους,
Όμορφα λόγια, απέραντες σιωπές,
Τσακωμούς αμίλητους και κρυφές μαχαιριές.
Το τέλος, ωστόσο, όλο και πιο πολύ πλησιάζει,
Το νιώθει σαν ανάσα στ’ αυτί της,
Σα φωτιά της καίει τα σωθικά.
Δεν μπορεί να του πει την αλήθεια,
Όχι, δεν μπορεί,
Αφού είναι σκληρή και θα τον πληγώσει.
Δε θα του πει ότι τον βαρέθηκε,
Ότι βαρέθηκε αυτόν και την αιώνια γκρίνια του,
Πως δεν αντέχει πια να τον ακούει να λέει
Πόση δουλειά έχει
Και να τον βλέπει
Να μην κάνει απολύτως τίποτα.
Όχι, τίποτα σκληρό δε θα του πει,
Άκαρδα λόγια δε θα ξεφύγουν απ’ τα χείλη της.
Απλά θα επικαλεστεί την ανάγκη της για απομόνωση,
Θα πει ότι πρέπει να μείνει μόνη
Για να μπορέσει να εμπνευστεί και να δημιουργήσει ξανά,
Θα αφήσει να εννοηθεί ότι κάποια μέρα
Ίσως να επιστρέψει και πάλι κοντά του,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά πως δε θα το κάνει.
Δε θα είναι δύσκολος αυτός ο χωρισμός,
Εύκολος θα είναι για την ίδια πολύ,
Κι ευπρόσδεκτος σαν ευλογία.
Θα είναι σα να πετά, επιτέλους, από πάνω της τ’ αόρατα δεσμά
Ενός αδιέξοδου έρωτα και ν’ ανοίγει φτερά
Για τους παραμυθένιους ουρανούς των ονείρων της.
Ναι, πρέπει να τον αφήσει
Για να ζήσει.

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Στη Σαλονίκη μια φορά

Σε συνάντησα τυχαία στο δρόμο μετά
Από πέντε τόσα χρόνια.
Χάρηκα που σε είδα αφού μαζί σου
Μοιράστηκα μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές.
«Θυμάσαι;» με ρωτούσες, «Θυμάσαι;»
Όλα τα θυμόμουνα,
Πώς να τα ξεχάσω άλλωστε;
Θυμάμαι την έκπληξη στο πρόσωπό σου όταν κάποια φορά
Ήρθα και σου κτύπησα την πόρτα από το πουθενά.
Θυμάμαι το πρώτο μας μεθύσι,
Το πρώτο μεθυσμένο φιλί.
Θυμάμαι μια συναυλία στο λόφο και
Βόλτες μακρινές στην ακροθαλασσιά.
Θυμάμαι στιγμές μαγικές στην κάμαρά σου και
Κλεμμένα φιλιά στην Πλατεία Αριστοτέλους.
Θυμάμαι, νιώθω ακόμη, εκείνο το αόρατο νήμα
Που μαγικά μας έδενε,
Που ανεξήγητα μας έσπρωχνε πάντα τον ένα
Στην αγκαλιά του άλλου.
Θυμάμαι, πιο πολύ, εκείνη τη φορά, που με βλέμμα απορημένο,
«Είσαι άνθρωπος παράξενος» μου δήλωσες,
Για να προσθέσεις αμέσως:
«Μαζί σου νιώθω πλήρης,
Μα φοβισμένη όσο ποτέ!»
Όλα τα θυμάμαι, όλα τα θυμηθήκαμε,
Κι ύστερα οι δρόμοι μας χώρισαν και πάλι,
Για ν’ ακολουθήσουν τα μονοπάτια που
Δε θα έβρισκαν ποτέ όσο ήμασταν μαζί.

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Απόσπασμα;

Κάθεται στο κρεβάτι και κοιτά έξω απ' το παράθυρο τη βροχή να πέφτει, το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" αναρωτιέται. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" βροντοφωνάζει. Αλλά, οι τοίχοι, η μοναξιά της, η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει. Πρέπει να κάνει κάτι, αλλά τι; Αφού ο έλεγχος έχει πια ξεφύγει για τα καλά απ' τα χέρια της - απ' τα χέρια τους. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" ρωτάει νοητικά τώρα εκείνον, που δεν είναι εκεί. "Πώς;" Η βροχή συνεχίζει να πέφτει...

Κυριακή 20 Απριλίου 2008

Ο Παλιάτσος του Καθενός

Από μικρό παιδί θυμόταν τον εαυτό του να είναι παντού και πάντοτε λυπημένο. Η θλίψη ήταν το Α και το Ω στη ζωή του, κι ήταν μια θλίψη παράξενη, αφού έμοιαζε να μην έχει λόγο ύπαρξης, καμία αιτία. Αν δεν ήταν συνεχώς κι αδιαλείπτως τόσο λυπημένος θα μπορούσε να είναι απόλυτα ευτυχισμένος αφού δε στερήθηκε τίποτα, ούτε στα παιδικά χρόνια ούτε και στην εφηβεία του. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι πολύ, κι έτσι ό,τι ποθούσε, ό,τι ζητούσε, μπορούσε έτσι απλά να τ’ αποκτήσει. Το χρήμα, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό, αφού αυτό δεν μπορούσε να του αγοράσει ούτε μια στάλα προσωπικής εσώτερης ευτυχίας, που είχε τόσο ανάγκη.
Τον πήγαν, λοιπόν, σε γιατρούς και τσαρλατάνους προσπαθώντας να βρουν μια γιατρειά για τη μέσα του αρρώστια, αλλά κανείς απ’ όλους αυτούς τους ειδήμονες και αδαείς δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει ποιο ήταν το σαράκι που του μάτωνε την ψυχή, που του έκλεβε τα χαμόγελα. Ούτε κι ο ίδιος εξάλλου μπορούσε να εξηγήσει αυτό που του συνέβαινε. Όταν συχνά πυκνά τον σφυροκοπούσαν με τις ερωτήσεις τους, Απλά είμαι λυπημένος, τους έλεγε, και σηκωνόταν και πήγαινε στο δωμάτιό του.
Τα χρόνια, αργόσυρτα, λειψά και λυπημένα, πέρασαν, κι οι γονείς του, που άλλοτε έκαναν όνειρα μεγάλα και φαντασμαγορικά για πάρτη του, σιγά-σιγά τον παράτησαν στη μοίρα του και έπεσαν με τα μούτρα στην ανατροφή του δεύτερού τους παιδιού, εκείνου που τους βγήκε φυσιολογικό.
Αυτό δα το γεγονός, δεν τον ενόχλησε καθόλου. Έδειχνε, μάλιστα, να τον ανακουφίζει. Σα να έφυγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω του. Επιτέλους, θα τον άφηναν ύστερα από τόσα χρόνια στην ησυχία του. Ίσως έτσι, να έβρισκε κι εκείνος το δικό του δρόμο στη ζωή. Και τον βρήκε! Μια ανοιξιάτικη κι ηλιοφώτιστη μέρα, καθώς καθόταν μοναχός σ’ ένα παγκάκι στο μεγάλο πάρκο, είδε ένα παιδάκι να κάθεται χάμω και να κλαίει με λυγμούς, και καλόψυχος καθώς ήταν πήγε κοντά του για να το παρηγορήσει. Το αγόρι, ωστόσο, που προφανώς πονούσε πολύ, δεν έπαιρνε από λόγια. Έτσι, αφού είδε κι απόειδε και λύση δε βρήκε, άρχισε να του κάνει ξεκαρδιστικές γκριμάτσες με το πρόσωπο και να βγάζει άναρθρες κι ακαταλαβίστικες κραυγές απ’ τα χείλη, μέχρι που το είδε να χαμογελά και σε λίγο να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Θα έπρεπε να γίνεις παλιάτσος , του είπε λίγη ώρα μετά ο μικρός, καθώς απομακρυνόταν. Παλιάτσος; Του άρεσε η ιδέα.
Απ’ το επόμενο κιόλας πρωί πήγε κι αγόρασε και φόρεσε την γνώριμη πολύχρωμη φορεσιά και το θλιμμένο χαμόγελο του παλιάτσου και άρχισε να περιφέρεται, με κάθε μέσο, σ’ ολόκληρη την πόλη, προσπαθώντας να προσφέρει στα στίφη των βιαστικών και κατσούφηδων ανθρώπων, λίγη χαρά. Και με μερικούς τα κατάφερε. Και την επόμενη μ’ ακόμη περισσότερους. Και την επόμενη... Και πάει λέγοντας.
Στο πέρασμα του γητευτή χρόνου έγινε μια από τις πλέον αγαπημένες φιγούρες, ένα σημείο αναφοράς για την πόλη. Τα παιδιά, όλα σχεδόν τα παιδιά, πήγαιναν και έπαιζαν με το θλιμμένο παλιάτσο -που γεννοβολούσε αγάπη- στο πάρκο, εκεί όπου ξαπόσταινε στο τέλος μιας κουραστικής μέρας, ενώ και κάποιοι μεγάλοι κάθονταν πού και πού και συζητούσαν μαζί του. Ως δια μαγείας κατάφερνε να χαρίσει σε όλους ένα χαμόγελο. Ο ίδιος, όμως, εξακολουθούσε να μη χαμογελάει ποτέ.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, σαν ένα μικρό τίποτα μέσα στον κυκεώνα της αιωνιότητας, κι η πόλη άλλαξε. Τα παιδιά έγιναν μεσήλικες κι οι μεσήλικες γεροντάκια. Γέρασε κι ο θλιμμένος παλιάτσος. Ήταν ένα κρύο πρωινό του χειμώνα όταν τον βρήκανε νεκρό πάνω σ’ ένα παγκάκι στη μικρή πλατεία. Κάποιος ειδοποίησε τον μικρότερό του αδελφό για να αναλάβει τα της ταφής, αφού αν και είχε φίλους αμέτρητους -που δε γνώριζαν, ωστόσο, ούτε το πρόσωπο, ούτε το όνομά του- δεν είχε άλλον κανένα τόσο κοντινό του στον κόσμο.
Εκατοντάδες άνθρωποι, παιδιά και μαμάδες και παππούδες και γιαγιάδες έσπευσαν μαζικά στην κηδεία για να του πούνε το στερνό αντίο. Και όλοι είπαν μετά ότι, όταν τον είδαν μέσα στο φέρετρό του, έμοιαζε να τους χαμογελά. Έδειχνε ικανοποιημένος, ευτυχισμένος. Λες και πέτυχε το μεγάλο του στόχο στη ζωή, σα να απόκτησε εκείνο που πάντοτε επιθυμούσε.
Γεννήθηκε και έζησε λυπημένος, στο θάνατο βρήκε τη χαρά. Τη χαρά του να είσαι ο παλιάτσος του καθενός!

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

Η ατελής μνήμη της Μαρίας

Συνέχεια από το προηγούμενο:

Κάθεται, μοναχή και ήσυχη, σ’ ένα παγκάκι στο μικρό και λίγο βρώμικο πάρκο, και κοιτά ίσια μπροστά της. Κάτι φαίνεται να της έχει τραβήξει την προσοχή. Ένας άνθρωπος, ένα φυτό, ένα αντικείμενο, ή, ίσως μία ανάμνηση; Κανείς στα σίγουρα δεν μπορεί να πει.
Είναι είκοσι χρονών η Μαρία και μόλις πρόσφατα βγήκε από ένα δεσμό, που κάπως το μέσα της το ταλαιπώρησε πολύ και λίγο, ανώδυνα κι οδυνηρά, κι ας μην κράτησε και τόσο. Πώς μπόρεσε να πέσει τόσο έξω μ’ εκείνον τον άντρα; Πώς και δεν κατάλαβε με τι κουμάσι είχε να κάνει; Πώς και δε διέκρινε την κακία που κρύβονταν πίσω από τα δολερά, τα όμορφά του μάτια; Πώς και πίστεψε τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του; Ποιος ξέρει; Αν δεν της χαμογελούσε μ’ ένα παράξενο τρόπο η τύχη, ίσως να τον παντρευόταν κιόλας τον μαλάκα. Αλλά, τέλος καλό, όλα καλά, όπως λένε.
Καθώς κάθεται εκεί, απολαμβάνοντας τη νεόκοπη ελευθερία της, το ζεστό ετούτο καλοκαιρινό δειλινό, σκέφτεται το σωτήρα της και θέλει να γελάσει, να γελάσει δυνατά, αλλά συγκρατιέται. Απλά, πλατιά χαμογελά. Ναι, κάποιος άλλος της άνοιξε τα μάτια. Κάποιος άλλος την έκανε να καταλάβει τι κάλπης και υποκριτής ήταν ο καλός της. Κάποιος άλλος έγινε για κείνη από μηχανής θεός, την πήρε απαλά απ’ το χέρι και την οδήγησε έξω απ’ τις ατραπούς της μεγάλης της πλάνης. Ω, πόσο λίγο τον ήξερε στ’ αλήθεια τον ακατονόμαστο, και πόσο εύκολα τον διάβασε, μόλις άφησε να ξεγλιστρήσει κάτω απ’ το φτιαχτό προσωπείο ο πραγματικός του εαυτός! Ένας εαυτός κακόβουλος, νευρικός, εκκεντρικός στα όρια της παραφροσύνης, με καμία αίσθηση του χιούμορ. Ένα απλό, αλλά και συνάμα πολύ-πολύ αστείο περιστατικό ήταν αυτό που τον ξεμπρόστιασε, εκείνο που γκρέμισε με πάταγο και θρυμμάτισε σε αμέτρητα κομμάτια την εικόνα, που ο ίδιος είχε δημιουργήσει για πάρτη του, σαν κάστρο στη βρεγμένη άμμο.
Τώρα, κοιτά μπροστά της και βλέπει μέσα της, και σκέφτεται πόσο τυχερή φάνηκε μες στην ατυχία της, αφού όλα τέλειωσαν έγκαιρα, νωρίς. Θα ξεκινήσει πάλι απ’ την αρχή, σκέφτεται, απλά, θα ξεκινήσει απ’ την αρχή. Απλά, επειδή αυτός ο χωρισμός δεν της κόστισε και πολύ, καθόλου δεν της κόστισε, μάλλον καλό της έκανε. Αλλά...
Αλλά, γιατί όταν βγαίνει πού και πού απ’ το μέσα της κόσμο, κοιτάει ξανά και ξανά προς το μέρος του κουρελή απέναντι; Τον έχει δει πολλές φορές να τριγυρνά στο πάρκο, μιλώντας μόνος του, σε μια γλώσσα ακατάληπτη, αλλά ποτέ μέχρι τώρα δεν του έδωσε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο σήμερα, κάτι πάνω του, κάτι της θυμίζει. Τι, όμως; Παράξενα τα παιχνίδια του μυαλού.
Η ώρα περνά γοργά, χοροπηδώντας στο κενό, ο ορίζοντας αρχίζει να ροδίζει, η φύση να δροσίζει, στον αέρα πλανάται μια μυρωδιά από σούρουπο και προσμονή. Σε λίγο θα πάει να βρει το φιλαράκο της, το μοναδικό της φιλαράκο, εκείνον που την έσωσε.
Σιγά-σιγά ο κόσμος στο πάρκο αρχίζει ν’ αραιώνει, αφού σε λίγο θα κλείσει τις πύλες του. Σηκώνεται κι ο κουρελής, λίγο κουρασμένος – λίγο λυπημένος, απ’ το πόστο του και κινάει κι εκείνος να βρει τη νέα θέση του, ανάμεσα στις φυλές της νύχτας. Καθώς περνά από μπροστά της βλέπει τα πόδια του, καταλαβαίνει τι ήταν αυτό που της τράβηξε την προσοχή κι αρχίζει να γελάει με την ψυχή της. Ο άνθρωπος φοράει τα παπούτσια που έχεσε ο Μανόλης. Ενώ εκείνη χτυπιέται ακόμη απ’ τα γέλια, ο κουρελής της ρίχνει μια απορημένη ματιά, χαμογελά για το αστείο του θεάματος, κι αρχίζει να απομακρύνεται. Σε λίγο την ακούει να τρέχει ξοπίσω του...

Συνεχίζεται...

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Η τρελή του χωριού

«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Τα Κουράδια της Οργής

«Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ...»
Αυτό σκεφτόταν, κάθε φορά που τον έβλεπε, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά το μισούσε. Μισούσε το καθετί πάνω του: την εμφάνισή του, τη φωνή του, το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε τη μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη. Μπροστά στη μαμά και τον μπαμπά, έλεγε για κείνον: «Τι χαριτωμένος που είναι!», αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε με κακία. Αλλά, φυσικά δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβουν η μαμά κι ο μπαμπάς, τι κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο. Το υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν – αν και δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό – ότι θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν έφυγαν απ’ το σπίτι. Όλη η οικογένεια – οι τρεις τους δηλαδή – βρισκόταν στον κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλει απ’ την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, ο καταραμένος εχθρός του. Έριξε μια θυμωμένη ματιά πρώτα στο μπαμπά και μετά στη μαμά, και έτρεξε για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξαφνικά, όμως, άλλαξε γνώμη, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του, πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο σαν τις νεράιδες, που του λέγανε στα παραμύθια.
Μόλις τον είδε, έτρεξε και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε ψηλά μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο. Και για όσο θα κρατούσε εκείνη η μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα καμώματά του – προς φρίκη του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο.
Όσο για το Μανόλη, ήταν ευτυχισμένος. τόσο ευτυχισμένος δεν ένιωσε ξανά ποτέ, στη σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος – όλοι ξυπόλυτοι ήταν – στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά, ούτε και για μία στιγμή δεν ξέχασε τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κινώντας, λοιπόν, με τα μικρά του βήματα, για τον προορισμό του, κι αφού αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει – «Μόνο του... μόνο του...» της είπε – κοντοστάθηκε στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, η συντροφιά εγκατέλειψε τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Σαν έφτασαν όμως στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν τρομαγμένοι. Τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλουν τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν άνθρωπος της γης, αγρότης, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του παράτησε τα κτήματα κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, στο νερό, στην ανοικτή θάλασσα, μπορούσε, λέει, να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε αυγή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, ψάχνοντας την ουσία, τη δική του ουσία. Καθόταν για ώρες πολλές μες στη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τις σκέψεις του, με τους δαίμονές του, με την ευτυχία και τη δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν, τότε που γνώρισε την αγαπημένη, τότε που και οι δυο θαρρούσαν πως θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Πόσο ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην άγνοια και τη λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την αγάπη τους, και τίποτα άλλο δε χρειάζονταν.
Τα χρόνια όμως πέρασαν αφήνοντας πίσω τα σημάδια τους και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η θάλασσα, θα μπορούσε να το απαλύνει. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε, γι’ αυτό και τη λάτρεψε.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, ξόδευε μες στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, θυμίζοντάς του αυτά που έζησαν και τα άλλα που δεν πρόλαβαν, παραπονούμενος για την εγκατάλειψή του. «Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα, έφυγες και μ’ άφηκες!» Αλλά, τι του ’φταιγε κι αυτή η καημένη; ο χάρος δεν σκέφτεται μοναξιές κι αγάπες προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές ευχότανε η ζωή του να ήταν σαν ένα παλιό παραμύθι. στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν, λοιπόν, η ζωή του τέτοια, παραμυθένια, ώστε να μπορούσε κι αυτός να πουλήσει την ψυχή στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, για να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, αυτήν που έφυγε παίρνοντας μαζί της τη ζωή του. Αλλά, ξέρει, ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης ψυχής του το σκίρτημα. «Κάνε υπομονή, καρδιά μου,» ψιθυρίζει, «κάνε υπομονή και σύντομα θα ’ρθω να σε βρω!»
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει, έτσι ξανά και ξανά κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό...



υ.γ. το μπλογκ απέκτησε αγγλόφωνο αδελφάκι...

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Λογοτεχνικό Βήμα στους Bloggers

Με αφορμή την ημέρα ποίησης, 6 έλληνες bloggers διαβάζουν διηγήματα και ποιήματα που έχουν κατά καιρούς δημοσιεύσει στα ιστιολόγιά τους. Συμμετέχουν: CandyBlue, Vita Mi Barouak, Al Barouak, Nuwanda, Renton, Markos the gnostic.
Πέμπτη 20/3/08 στις 21:00 στο Dasein (Σολωμού 12, Πλατεία Εξαρχείων, Τηλ: 210.3841857)

Κλεμμένο από την Ελληνίδα

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Τα Ναι σου και τα Όχι μου

Είδα μια φωτογραφία παλιά που βγάλαμε μαζί
Και θυμήθηκα.
Θυμήθηκα μια νύχτα αθόρυβη σε κήπο ανοιξιάτικο
Και μας
Να καθόμαστε αγκαλιά σ’ ένα παγκάκι ξύλινο
Στο πέρασμα του χρόνου φθαρμένο.
Θυμήθηκα του κορμιού σου το ρίγος
Των ματιών σου τη φλόγα που φώναζε Ναι,
Το Όχι το δικό μου.
«Σε ποθώ μα δε σε θέλω!» σου είπα,
Και με κοίταξες απορημένη.
«Είσαι παράξενος άνθρωπος,» δήλωσες
Προτού κρυφτείς και πάλι στης αγκαλιάς μου την ασφάλεια.
Παράξενος άνθρωπος!
Ναι, ήμουν,
Στα μάτια τα δικά σου
Αφού ποτέ σου δεν κατάλαβες...
Δεν κατάλαβες ότι τότε ήσουν τα πάντα για μένα...
Ήσουν τα πάντα για μένα,
Γι’ αυτό απομακρυνόμουν.
Έφευγα μα ήμουν πάντα εκεί,
Βλέποντας κι αποφεύγοντας το βούρκο στο οποίο κολυμπούσες,
Δίνοντάς σου ένα χέρι βοήθειας κάθε φορά που το ’χες ανάγκη,
Και λέγοντας ξανά και ξανά Όχι,
Σ’ αυτά που επιθυμούσες.
Ήμασταν τόσο ίδιοι, καλή μου, τόσο διαφορετικοί.
Εγώ αγαπούσα τη ζωή,
Εσύ αγαπούσες να τη βλέπεις να φεύγει...

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

Μόνος και προδομένος

Τον παρατηρώ καθώς κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι λυπημένος, παρέα με τη μοναξιά του, με το παράπονό του. Πίστευε ότι είχε φίλους, αλλά τον παράτησαν. Η αλήθεια είναι πως νόμιζε ότι είχε «αγοράσει» φίλους, φίλους για κάθε ώρα και στιγμή, αλλά έκανε μέγα λάθος. Η φιλία δεν αγοράζεται, ο οίκτος ίσως ναι.
Τώρα το βλέμμα του μοιάζει κρυστάλλινο, σχεδόν παγωμένο, μα την ίδια ώρα κάποια δάκρυα ψάχνουν να βρουν το δρόμο τους προς τον έξω κόσμο.
Θυμάται το προηγούμενο βράδυ, τότε που ένιωθε πως ήταν ο βασιλιάς του κόσμου, τότε που ήταν τόσο ανεβασμένος που δεν είχε καν αντίληψη του τι συνέβαινε γύρω του, τότε που πίστευε ότι όλα αγοράζονται και πουλιούνται. Για ώρες πολλές μοίραζε γύρω του τις άσπρες χήρες του γενναιόδωρα. Για ώρες πολλές ένιωθε πως ανήκε σε μια μεγάλη γενναιόδωρη παρέα. Για ώρες πολλές έτρεφε με χόρτο τις ψευδαισθήσεις του. Κι ακόμη κι όταν ήρθε η βραδιά στο τέλος της, ένιωθε υπέροχα. Ένιωθε πως βρήκε κάποιους στους οποίους θα μπορούσε να πουλήσει τα ψεύτικα όνειρά του, αλλά και ό,τι ανακάλυψε μια γυναίκα για να γεμίσει το άδειο του κρεβάτι.
Ξημέρωσε ωστόσο η επόμενη μέρα, και καθώς τα σουρεαλιστικά χρώματα και οι σκοτοδίνες του μυαλού άρχισαν να διαλύονται, καθώς ο ένας μετά τον άλλο οι χθεσινοί φίλοι στην κραιπάλη αρνούνταν να τον ακολουθήσουν σε μια νέα περιπέτεια, καθώς μια μαυρίλα άρχισε να του πλακώνει την καρδιά, πήρε να καταρρέει.

Καθόταν μόνος, σιωπηλός, παραπονεμένος, ενώ η ζωή γύρω ήταν πολύχρωμη. Το μάτι γυάλινο, το κορμί να ιδρώνει, η ανάγκη να γίνεται αβάστακτη. Που να στραφεί; Σε ποιον; Τι να πει; Αφού είναι φανερό ότι στον κόσμο αυτό δεν είναι παρά ένα άθλιο της ζωής κλοτσοσκούφι.
Που και που στο βλέμμα του ανάβει μια σπίθα οργής, αλλά ούτε κι αυτή κρατάει πολύ, αφού είναι αδύναμος. Πρέπει οπωσδήποτε να βρει το δόση του, μια οποιοδήποτε δόση, τη δόση που θα τον λυτρώσει. Πρέπει να φύγει από κει. Ρωτά τον ένα μετά τον άλλο τους χθεσινούς φίλους αν μπορούν να τον πάνε κάπου με το αμάξι - ο ίδιος δεν οδηγά – κι όλοι αρνούνται, σήμερα έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν.
Φεύγει με τα πόδια. Περπατάει και τρεκλίζει και παραμιλά. Και πέφτει, πέφτει, πέφτει... Κανείς δεν είναι εκεί για να τον σηκώσει. Κείτεται λιπόθυμος στη νυχτερινή άσφαλτο, μόνος και προδομένος, απ’ τον εαυτό του.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Το γράμμα που δεν έγραψα

Είδα χθες το βράδυ σε μια παλιά φωτογραφία,
Το ραγισμένο σου πρόσωπο και
Σκέφτηκα να σου γράψω ένα γράμμα,
Αλλά δεν τα κατάφερα.
Οι λέξεις σχηματίζονταν στο νου,
Έπαιρναν μορφή και μετασχηματίζονταν
Σε ομίχλη που διαλυόταν στο πέρασμα
Του αόρατου αισθησιοπλάνου αέρα.
Τι λόγια να πω,
Πώς να μιλήσω για όλα αυτά που ζήσαμε,
Δίχως να τα μειώσω, χωρίς να κλέψω κάτι απ’ την αξία τους;
Πώς;
Το μελάνι στέρεψε, οι εικόνες μέσα μου θέριεψαν,
Πήγα για ύπνο κι ονειρεύτηκα τα μάτια σου
Για να ξυπνήσω σε μια νέα άνοιξη.
Τώρα,
Σε σκέφτομαι...
Σε σκέφτομαι σαν ένα παραλήρημα της ζωής,
Σα μια δικαίωση του ονείρου,
Σαν τα χρώματα που μπογιάτισαν με περίσσια στοργή
Τον αλλοτινό πίνακα της ευτυχίας μου.
Σε σκέφτομαι σα μια σκιά που πάντα οδηγεί τα βήματά μου
Σε κόσμους κυματιστούς, παράλληλους,
Σαν το τραγούδι του πρωινού και τη
Γλυκιά μελαγχολία της δύσης.
Σε σκέφτομαι σαν το ποίημα της γης μου που περπάτησες,
Και τ’ ουρανού μου που χάραξες με πινελιές ευτυχίας.
Σε σκέφτομαι και θέλω να σου γράψω ένα γράμμα,
Μα δεν μπορώ...

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την πείραζε.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Αγάπη Αεροφιλική

«Πώς μπορείς και μεταμφιέζεις τόσο εύκολα
Τη θλίψη σου;» με ρώτησε.
«Δε τη μεταμφιέζω,» απάντησα,
«Απλά είναι απόλυτα δική μου και δε γουστάρω να τη φανερώνω
Πουθενά και σε κανένα...»
Αλήθεια είναι!
Αυτό ακριβώς έκανα, πάντοτε.
Κι αυτό ακριβώς, πάντοτε, μου στοίχιζε.
Σε τούτο τον κόσμο τον ψεύτη, τον ευαίσθητο,
Τον κυνικό,
Το να μην επιδεικνύεις τα συναισθήματά σου,
Φανερώνει απλά και μόνο την έλλειψή τους.
Αν δεν κλάψεις, αν δε φωνάξεις, αν δεν καταρρεύσεις,
Αν δεν οργιστείς, αν δεν χτυπήσεις και δεν χτυπηθείς,
Αν... Αν... Αν...
Αν δεν τα κάνεις όλ’ αυτά σημαίνει πως είσαι άρρωστος,
Ένα ξένο σώμα, παρασιτικό στην κοινωνία.
Ένας εξόριστος στις καθεστωτικές απόψεις του σήμερα.
Για να γλιτώσεις...
Για να γλιτώσεις από τους άλλους και τις ερωτήσεις τους
Πρέπει να γίνεις σαν κι αυτούς.
Πρέπει να μάθεις τους τρόπους τους σωστούς,
Να πάρεις διδακτορικό στα κροκοδείλια δάκρια,
Να ξεχάσεις το εαυτό σου, αυτά που πιστεύεις,
Και ν’ αρχίσεις να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου κατά το δοκούν,
Κατά προτίμηση όποτε παίζει η πιθανότητα να σου αποφέρουν κάποια ψήγματα
Κατανόησης και αγάπης μοντέρνα κάλπικης,
Αεροφιλικής...

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Διλήμματα

Τι να κάνει;
Στ’ αλήθεια δεν ξέρει!
Πρώτη φορά της συμβαίνει αυτό,
Να είναι, δηλαδή, τόσο διχασμένη.
Ένα δίλημμα της καίει τα σωθικά,
Της κλέβει τα βράδια τον ύπνο,
Την κάνει να ρωτά τον εαυτό της για τα τι,
Τα πως και τα γιατί,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι απάντηση δε θα πάρει.
«Να πάρω το ρίσκο;» αναρωτιέται.
«Να παρατήσω κάτι σταθερό και σίγουρο,
για κάτι αβέβαιο μα πιθανότητα συναρπαστικό;»
Δεν της είναι καθόλου εύκολο να το κάνει αυτό,
Αφού τον αγαπάει.
Πέντε χρόνια είναι μαζί,
Πώς να τον παρατήσει τώρα για τον άλλο,
Τον τρελαμένο;
Κι όμως, της λείπει!
Αυτός που βλέπει μια μονάχα φορά τη βδομάδα της λείπει,
Όλο και περισσότερο της λείπει.
Ίσως να της θυμίζει κάτι από τα όνειρα που έκανε μικρή,
Για μια αλλιώτικη ζωή, περιπετειώδη,
Για μια ζωή που μέρα με τη μέρα θα άλλαζε πορεία,
Που δε θα έμενε ποτέ στάσιμη.
Τι να κάνει, λοιπόν;
Στ’ αλήθεια δεν ξέρει!
Και το μέσα της όλο και πιο παράφορα πονά,
Αγιάτρευτα υποφέρει...

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Εμείς οι σκλάβοι

“Ζηλεύω τους ανθρώπους που αγαπάνε”,
μου είπε κάποια μέρα.
Κι εγώ, μα δε μένει πια καιρός.
Ο χρόνος τρέχει…
κι εμείς μαζί του τα δόλια ανθρωπάκια!
Εκεί που ψάχναμε την αγάπη σ’ ένα βλέμμα
σ’ ένα φιλί σ’ ένα χάδι
τώρα την αναζητούμε στην οθόνη του υπολογιστή.
Εκεί που βρίσκαμε τη χαρά
τώρα δεν βρίσκουμε παρά την
ψευδαίσθησή της.
Έχουμε γίνει πια πολύ δειλοί
φοβόμαστε να ζήσουμε να γελάσουμε
να αγαπήσουμε φοβόμαστε πως κάθε
χαρά θα ακολουθήσει ένα νέο δάκρυ.
Κι εκείνοι οι λίγοι οι αληθινοί που ξέρουν ακόμη
να ζουν να αγαπούν κλείνονται στα γκέτο
της καρδιάς τους και χαίρονται στη μοναξιά
τις αλήθειες τις μεγάλες που εμείς
οι σκλάβοι του χρόνου και του χρήματος
έχουμε πια ξεχάσει.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Η μέρα που θα τολμούσε

Επιτέλους, έφτασε! Η μέρα που πάντοτε ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε τα όρια. Που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Το ξέρει. Το νιώθει. Είναι έτοιμος για να ξεπεράσει τα όρια του πρέπει, για να γευτεί τους απαγορευμένους καρπούς της απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την κρύα νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του επιτακτικά την κάθε μια απ’ τις πολλές μικρές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται όλα τα αν και τις πιθανές ανατροπές. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη.
Ανυπομονεί, πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Θα κάνει το όνειρο πράξη. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Και θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμό αντί οφθαλμού. Θα σκοτώσει μια πόρνη, για διαγράψει από μέσα του το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της στο μακρινό παρελθόν. Θα της χαράξει αμείλικτα το σώμα. Θα το χαρακώσει με αίμα. Θα την εξευτελίσει. Και ύστερα θα τη σκοτώσει. Αυτό είναι το σχέδιό του. Κι απόψε, χάρη σ’ αυτό, θα γίνει ένας μικρός μισερός θεός...

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

Της πτώσης

Είναι κάποιες φορές που νιώθεις άδειος,
Απόλυτα άδειος.
Είναι κάποιες φορές που όλα στο βλέμμα σου μοιάζουν μάταια,
Και θες να τα παρατήσεις και να φύγεις.
Είναι κάποιες φορές που πέφτεις με πάταγο,
Και δεν μπορείς να σηκωθείς ξανά.
Είναι κάποιες φορές που όλα τα πιστεύω σου καταρρέουν,
Και βουτάς με το κεφάλι στην άβυσσο.
Κι είναι και κάποιες φορές που συλλαμβάνεις τον εαυτό σου
Ν’ αναρωτιέται «γιατί;»
Μα απαντήσεις να μην παίρνει.
Κι είναι και κάποιες φορές που νιώθεις ό,τι άλλοτε σε γέμιζε
Τώρα να σε αδειάζει,
Το είναι σου να όλο να μετατρέπεται σ’ ένα μεγάλο κενό,
Που τα όμορφα λόγια κι οι καλές προθέσεις
Δεν μπορούν να γεμίσουν.
Κι είναι και κάποιες φορές που αγκαλιάζεις τρυφερά
Την ιδέα του θανάτου
Αλλά χωρίς στ’ αλήθεια να την αγαπάς,
Καθώς δεν αποτελεί παρά το αποκούμπι στην πτώση σου,
Την πτώση που κάποιες φορές σε οδηγεί
Οριστικά και αμετάκλητα σε μια νέα καλύτερη ζωή.