Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012
Τα 9 θαύματα του κόσμου (όπως τον βλέπω)
Ένα κείμενο-παραγγελιά που έγραψα πριν δυόμιση χρόνια το οποίο, εκτός κι αν κάνω λάθος, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.
Θαύμαζα και θαυμάζω το μοναδικό εκείνον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Λεονάρντο ντα Βίντσι. Δεν δεν προηγήθηκε μόνο της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών που ακολούθησαν. Διανοούμενος, καλλιτέχνης, εφευρέτης και… και… και… Αν υπήρχε τεστ νοημοσύνης τότε που έζησε και τον υπέβαλλαν σ’ αυτό θα τρέλαινε τα «μηχανάκια». Με τη ζωή και το έργο του επηρέασε τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικότερα και έθεσε τις βάσεις για το σύγχρονο οικοδόμημα της επιστήμης. Ακόμη θυμάμαι και ανατριχιάζω ένα από τα μεγάλα έργα του, το «κατασκοπικό» δωμάτιο με τους καθρέφτες, που είδα πριν μερικά χρόνια στη Λισαβόνα.
Θαυμάζω την Τσίντα και την κάθε Τσίντα αυτού του κόσμου. Είναι ένα κορίτσι που γνώρισα στο Πάι της Ταϊλάνδης. Εγκατέλειψε το σχολείο από τη δεύτερη τάξη του δημοτικού για να δουλέψει στα χωράφια με τους γονείς της, μια και ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας. Στα δώδεκά της χρόνια, και μια και οι δικοί της δεν τα έβγαζαν πέρα, μετακόμισε από το μικρό παραδοσιακό χωριό της, στην κωμόπολη του Πάι, όπου έπιασε δουλειά σ’ ένα πανδοχείο σαν το κορίτσι για όλες τις δουλειές. Ξόδεψε την επόμενη δεκαετία και βάλε, δουλεύοντας εφτά ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες το χρόνο και μαθαίνοντας όσα γράμματα δεν πρόλαβε να μάθει στο σχολείο. Έμαθε επίσης αγγλικά συνομιλώντας, αρχικά στη νοηματική γλώσσα, με τους επισκέπτες του πανδοχείου. Σήμερα έχει μια μικρή πανσιόν στην πόλη Τσιανγκ Μάι. Ποτέ δεν την άκουσα να παραπονιέται για τις δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή και το χαμόγελο δε λείπει ποτέ απ’ τα χείλη της. Την ιστορία της αφηγήθηκα σ’ ένα μάλλον λειψό διήγημα, που φέρει σαν τίτλο το όνομά της.
Θαυμάζω το νερό, τη δύναμη του, την οργή και τη γαλήνη του. Κάποια μάλιστα κάποτε μου είχε πει ότι είμαι νερό, πάντα ρευστός, ποτέ ακίνητος, πάντα έτοιμος να φύγω. Πώς να μη θαυμάσει κανείς αυτό το στοιχείο, που περισσότερο απ’ το καθένα ορίζει τις ζωές μας; Πώς να μείνει κανείς αδιάφορος μπροστά στην ομορφιά της θάλασσας και των κυμάτων την οργή; Πώς να μη χαρεί τη γαλήνια ροή του ποταμού και τη βροντή των νερών του καταρράκτη; Πώς να αγνοήσει τη χαρμόσυνη ηχώ του ψιλόβροχου που πέφτει; Πώς να μην το αγαπήσει; Πώς να μην το φοβηθεί;
Θαυμάζω τη ροή του χρόνου και το ρυθμό της ζωής στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Τα αργά βήματα, την υπομονή στις ουρές, τις κόρνες των αμαξιών που δεν ακούγονται, τη γαλήνη των ψυχών που ακόμη δεν παρέσυραν στο πέρασμά τους οι ρυθμοί της αδηφάγας δύσης, τα χαμόγελα που δε σβήνουν ποτέ από τα χείλη των ανθρώπων, η ευγένειά τους που δεν είναι υποκριτική, το πόσο πολύ δε μας μοιάζουν.
Θαυμάζω τον Ντοστογιέφσκι. Όχι σαν άνθρωπο, αλλά σαν συγγραφέα. Πάνε δεκαοκτώ χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα κάτι δικό του, ωστόσο οι ιστορίες και οι ήρωές του εξακολουθούν ακόμη να με στοιχειώνουν. Δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ άλλοτε ή αν υπάρχει σήμερα κάποιος άλλος συγγραφέας που να καταβυθίστηκε τόσο πολύ, τόσο επίμονα και τόσο επίπονα στις ψυχές των ανθρώπων, καταγράφοντας όλα τα σκοτεινά και φωτεινά τους σημεία, μιλώντας για τα στίγματα και τους ανθισμένους κήπους τους. Τον Ντοστογιέφσκι τον ανακάλυψα μέσω του Χέμινγουεϊ. Από τότε δεν διάβασα ποτέ ξανά τον τελευταίο.
Θαυμάζω τους ζωγράφους. Τους πραγματικούς ζωγράφους και όχι αυτούς που φτιάχνουν «καραγκιοζιλίκια» πουλώντας πρωτοπορία. Θαυμάζω εκείνους που αιχμαλωτίζουν με τα πινέλα τους τη γαλήνια ή την άγρια ομορφιά της φύσης, που κλέβουν τα χρώματα απ’ τις ματιές των γυναικών, που μέσα απ’ τις ζωγραφιές τους λένε ιστορίες, όσο απλές κι αν είναι αυτές.
Θαυμάζω τις (περισσότερες) ταινίες των Γούντι Άλεν και Τιμ Μπέρτον. Με αιχμαλωτίζει το ακαταμάχητο χιούμορ και τα ευτράπελα στο έργο του πρώτου, η ευχέρεια να φτιάχνει κινηματογραφικά παραμύθια του δεύτερου. Χάνομαι στις ατάκες του Γούντι, περιπλανιέμαι στις εικόνες του Τιμ.
Θαυμάζω τις αλλαγές των εποχών, στην ανατολή και πάλι. Κάθε έξι πανσέληνους αλλάζουν οι εποχές εκεί. Και τότε η βροχή κόβεται μαχαίρι ή ο ουρανός συννεφιάζει – ανάλογα. Και τότε οι άνθρωποι γιορτάζουν. Και τότε τα χρώματα κι οι μουσικές γεμίζουν τους δρόμους των πόλεων και των χωριών. Και τότε (στη Γιορτή των Φώτων, τέλος της εποχής των βροχών, 28 Νοεμβρίου φέτος) φανάρια αφιερωμένα στις ψυχές των νεκρών υψώνονται στους ουρανούς τις νύχτες, και λίμνες και ποτάμια πλημμυρίζουν με αφιερώματα-ευχές για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε (τέλος της ξηρής περιόδου, την Άνοιξη) αρχίζει η Γιορτή των Νερών, ένας πόλεμος υγρός απ’ τον οποίο κανείς δε βγαίνει… στεγνός.
Θαυμάζω τη Λίσα και την κάθε Λίσα αυτού του κόσμου. Μια αμερικανίδα που γνώρισα στην Τσιανγκ Μάι, όπου έφτιαξε από το τίποτα ένα σχολείο, όπου μαθαίνουν ταϊλανδέζικα και αγγλικά παιδιά προσφύγων από τη Βιρμανία, αλλά και άτομα από τις φυλές της Ταϊλάνδης, που δίχως τα προτερήματα της γλώσσας και της μόρφωσης δύσκολα θα τα έβγαζαν πέρα στην πόλη. Η Λίσα (που πέρασε εθελοντικά κι από την ταλαίπωρη Σουαζιλάνδη, αλλά έφτιαξε παρόμοιο με το πιο πάνω σχολείο και στο Θιβέτ) είναι ένα από εκείνα τα άτομα που σε κάνουν να χαμογελάς και να σκέφτεσαι ότι: Ναι, υπάρχει ακόμη ελπίδα! Η ιστορία της με ενέπνευσε να γράψω το μυθιστόρημα «Όλα αυτά που χάσαμε», αποσπάσματα από το οποίο μπορείτε να βρείτε πιο κάτω:
Κεφάλαιο 1
Κεφάλαιο 2
Κεφάλαιο 6
Κεφάλαιο 10
Κεφάλαιο 14
Κεφάλαιο 25
Παρασκευή 27 Μαΐου 2011
Ερνέστο Σάμπατο: Μετά θάνατον προφήτης...
«…Όταν με σταματάνε στο δρόμο, σε καμιά πλατεία ή στο τρένο για να με ρωτήσουν ποια βιβλία να διαβάσουν, πάντα τους λέω: Διαβάστε αυτό που θα σας κάνει να παθιαστείτε, είναι το μόνο που θα σας βοηθήσει να υπομείνετε το βάρος της ύπαρξης».
«Παρ’ ότι φαίνεται τρομερό, αν το καλοσκεφτείς, η ζωή γράφεται στο πόδι και δεν μας επιτρέπει να παρέμβουμε στο κείμενό της».
«Εκείνα τα ταπεινά πλάσματα, αυτοί οι αγράμματοι και γεμάτοι καλοσύνη, και οι νέοι με τις αθώες ελπίδες τους είναι αυτοί που θα με σώσουν».
«Ενώ οι πιο άτυχοι πνίγονται στα βαθιά νερά, σε κάποια γωνιά, κάνοντας τους εντελώς ανυποψίαστους για την καταστροφή, στο κέντρο ενός χορού μεταμφιεσμένων, οι άνθρωποι της εξουσίας εξακολουθούν να χορεύουν, σκασμένοι στα γέλια από τις ίδιες τους τις χοντράδες».
«Οφείλουμε ν’ αντισταθούμε στο άδειασμα της κουλτούρας μας, της ρημαγμένης από κείνους τους οικονομολόγους που το μόνο που καταλαβαίνουν είναι το Ακαθόριστο Εγχώριο Προϊόν».
«Η εκπαίδευση είναι ό,τι λιγότερο υλικό υπάρχει, αλλά και η πλέον καθοριστική για το μέλλον ενός λαού, δεδομένου ότι αποτελεί το πνευματικό του προπύργιο».
«Για τους απόκληρους δεν υπάρχει δικαιοσύνη να τους υπερασπιστεί».
«Και τότε αναρωτήθηκα τι είδους κοινωνία είναι αυτή, τι δημοκρατία έχουμε όταν οι διεφθαρμένοι ζούνε μέσα στην ατιμωρησία, ενώ η πείνα του λαού θεωρείται υπονομευτική».
«Η σοβαρότητα της κρίσης μας επηρεάζει κοινωνικά και οικονομικά. Και ακόμα χειρότερα: ο ουρανός και η γη έχουν αρρωστήσει. Η φύση, αυτό το αρχέτυπο ομορφιάς, διαταράχτηκε».
«Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα μυστήριο και η μοναδικότητά του είναι ιερή. Τώρα ο άνθρωπος κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλώνο κατά παραγγελία: συμπαθητικός, με γαλάζια μάτια, δραστήριος, αναίσθητος στον πόνο ή τραγικά έτοιμος να γίνει σκλάβος».
«Οι νέοι υποφέρουν: δεν θέλουν πλέον ν’ αποκτήσουν παιδιά. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερος σκεπτικισμός».
«Η αγιοποίηση της ευφυΐας μάς έσπρωξε στο χείλος του γκρεμού… Μέσω της λογικής καταλήξαμε στην απόλυτη άγνοια».
«Οποιαδήποτε εξιστόρηση των προσδοκιών και των συμφορών έστω κι ενός μόνο ανθρώπου, ενός απλού άγνωστου αγοριού, μπορεί να περιέχει ολόκληρη την ανθρωπότητα».
«Τούτο είναι που αγνοούν όλοι αυτοί οι εξουσιαστές μας. Δεν ξέρουν ότι και τα δικά τους παιδιά βρίσκονται στην ίδια άσχημη θέση».
«Πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχουμε αποτύχει. Αλλιώς θα συντριβούμε από τους προφήτες της τηλεόρασης, από αυτούς που γυρεύουν τη σωτηρία στην πανάκεια της υπερανάπτυξης. Η κατανάλωση δεν αποτελεί υποκατάστατο του παραδείσου».
«Κατανοώ τη θλίψη σου, καθώς και την αβεβαιότητά σου να ζεις σε μια εποχή στη διάρκεια της οποίας έχουν πέσει μεν τα τείχη, αλλά ακόμα δεν διακρίνονται οι νέοι ορίζοντες. Ψεύτικες αντανακλάσεις προσπαθούν να αιχμαλωτίσουνε τη θέλησή σου μέσα από τις οθόνες».
«Μόνο αυτό που γίνεται παθιασμένα δικαιούται τον ενθουσιασμό μας, τα υπόλοιπα δεν αξίζουν τον κόπο».
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009
Οι μέρες της σιωπής...
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Με χιούμορ κι επί τόπου
Ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείτε ένα πειρασμό είναι να υποκύψετε σ’ αυτόν.
Όσκαρ Ουάιλντ
Δυο πράγματα δεν έχουν τέλος: Το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, αν και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο.
Άλμπερτ Άινσταϊν
Η φιλία είναι σαν το χρήμα, εύκολα βρίσκεται, δύσκολα κρατά.
Σάμουελ Μπάτλερ
Αγάπη: Η προσωρινή παράνοια που γιατρεύεται με το γάμο!
Άμπρος Μπίερς
Αν κάποιος κλέψει τη γυναίκα σου δεν υπάρχει καλύτερη εκδίκηση από το… να τον αφήσεις να την κρατήσει.
Σάσια Γκίλτρι
Ευτυχία: Να ’σαι με την τέλεια γυναίκα.
Δυστυχία: Τέτοια γυναίκα δεν υπάρχει!
Άσημος
Η πραγματικότητα είναι μια παραίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη αλκοόλ.
Όσκαρ Ουάιλντ
Τα καλύτερα πράγματα στον κόσμο είναι ανήθικα, παράνομα ή βαριά φορολογημένα.
Όσκαρ Ουάιλντ
Μάθαινε από τα λάθη των άλλων… δε θα ζήσεις αρκετά για να τα κάνεις όλα.
Ανώνυμος
Ποτέ μην αναβάλλεις για αύριο, ό,τι μπορείς να κάνεις μεθαύριο!
Μαρκ Τουέιν
Διγαμία σημαίνει να έχεις μια γυναίκα περισσότερη. Μονογαμία το ίδιο.
Όσκαρ Ουάιλντ
Η συμβουλή μου είναι παντρέψου: Αν βρεις μια καλή σύζυγο θα ’σαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.
Σωκράτης
Ένας άντρας δεν είναι ολοκληρωμένος μέχρι να παντρευτεί. Τότε είναι τελειωμένος!
Τσα Τσα Γκαμπόρ
- Θέλω να σου χαρίσω τον εαυτό μου.
- Συγνώμη, δε δέχομαι φτηνά δώρα.
Ανώνυμος
- Αν σ’ έβλεπα γυμνή θα πέθαινα ευτυχισμένος.
- Αν σ’ έβλεπα γυμνό θα πέθαινα απ’ τα γέλια.
Ανώνυμος
Πρώτα ο θεός έφτιαξε τους ηλίθιους. Εκείνο το έκανε για εξάσκηση. Μετά έφτιαξε τα σχολικά συμβούλια!
Μαρκ Τουέιν
Οι κύκνοι τραγουδούν πριν πεθάνουν, και δε θάταν άσχημο πράγμα αν ορισμένα άτομα πέθαιναν πριν να τραγουδήσουν.
Κόλριτζ
Δεν είσαι ποτέ πολύ μεγάλος για να μάθεις κάτι βλακώδες.
Ανώνυμος
Η πλειοψηφία των συζύγων μου θυμίζει ουραγκοτάγκο που προσπαθεί να παίξει βιολί.
Μπαλζάκ
Για να έχετε καλή φήμη, να δίνετε δημόσια και να κλέβετε κρυφά.
Χένρι Σο
Μπορείς να πάρεις περισσότερα με μια καλή κουβέντα κι ένα όπλο, παρά με μια καλή κουβέντα μονάχα.
Αλ Καπόνε
Τα μυστικά της ζωής είναι η ειλικρίνεια και η τιμιότητα. Αν μπορέσεις να τα πλαστογραφήσεις αυτά θα πιάσεις την καλή.
Γκρούτσο Μαρξ
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Για την Αγάπη
Αυγουστίνος
Δεν είσαι συ ποτιστικό
νερό, που τ’ αγοράζουν
για να ποτίσουν τις σπορές
πλούσιο καρπό να δώσουν.
Σα μια αγιάτρευτη πληγή
σε νιώθω εντός μου, αγάπη
που μελωδικά αιμορραγείς…
Κορνάτο Νάλε Ρόξλο
Η αγάπη είναι τα πάντα. Είναι το κλειδί της ζωής, και οι επιρροές της είναι αυτές που κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.
Ραλφ Ουάλντο Έμερσον
Όταν κανείς αγαπά μια γυναίκα, είναι γι’ αυτόν η καλύτερη πάνω στη γη.
Λέων Τολστόι
Μια και τον αγαπώ πρέπει να θυσιάσω τα πάντα για να του το αποδείξω.
Ντοστογιέφσκι
Θρησκεία της ανθρωπότητας είναι η αγάπη.
Αθηναγόρας
Είναι αδύνατον ν’ αγαπάς και νάσαι σοφός.
Φράνσις Μπέικον
Θες ν’ αγαπήθείς; - Τότε μην αφήσεις την καρδιά σου να παρεκκλίνει από το μονοπάτι της! Παρέμεινε αυτός που είσαι τώρα. Μην είσαι τίποτα που δεν είσαι.
Έντγκαρ Άλαν Πόε
Όταν κανείς δε σ’ αγαπά είναι περιττό να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο.
Μαξίμ Γκόρκι
Με την αγάπη μου βρίσκομαι ήδη δίπλα σου. Η αγάπη μου φτερουγίζει κι έρχεται σε σένα πριν να φτάσει το σώμα μου. Όταν είμαι μακριά σου μοιάζω με πουλί ταριχευμένο. Εσύ κρατάς στα χέρια σου τα σπλάχνα την καρδιά και τις σκέψεις μου.
Λεονόρα Κάρινγκτον
Κάθε μέρα σε αγαπώ περισσότερο. Σήμερα περισσότερο από χθες, λιγότερο από αύριο.
Ρόζεμουντ Γκέραρντ
Ο χειρότερος πόνος είναι ν’ αγαπάς μάταια.
Αβραάμ Κρόλεϊ
Πως σε λαχτάρησε η χαρά μου
κι η θλίψη μου, κι η μοναξιά μου…
Σιγή του ονείρου βασιλεύει
καθώς η Αγάπη με χαϊδεύει…
Μαρία Φάλαγγα
Δεν είναι να υπάρχεις. Δεν είναι ν’ αγαπάς. Είναι να υπάρχεις και να αγαπάς!
Ανώνυμος
Είμαι μέσα στην αγάπη και η αγάπη μέσα σε μένα.
Μάικλ Ντρέιτον
Το μίσος παραλύει τη ζωή. - Η αγάπη την απελευθερώνει. Το μίσος προκαλεί σύγχυση στη ζωή. - Η αγάπη φέρνει αρμονία. Το μίσος ρίχνει σκοτάδι στη ζωή. - Η αγάπη φως!
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ
Μια καρδιά που αγαπά είναι η πιο αληθινή σοφία.
Τσαρλς Ντίκενς
Το ν’ αγαπάς κάποιον είναι σα να βλέπεις το πρόσωπο του θεού.
Β. Ουγκό
Η αγάπη είναι ανώτερη από τη ζωή. Η αγάπη είναι το στεφάνι της ζωής.
Ντοστογιέφκσι
Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008
Άκης Δήμου -...Και Ιουλιέττα
Όλο λέω να βάλω μία τάξη στην κάμαρα-βιβλιοθήκη μου και όλο το αναβάλλω. Όχι πώς δεν έχω τοποθετήσει τα βιβλία στα ράφια, αυτό το έχω κάνει, αλλά να, μπροστά τους ορθώνονται ψηλά εμπόδια (βλέπε κασόνια με διάφορα αρχεία) με αποτέλεσμα κάποιους τίτλους να μην μπορώ καν να τους δω. Έτσι χθες το βράδυ, όταν επιχείρησα ν’ ανακαλύψω το «Πράσινα Μάτια» της Ντυράς, το οποίο θυμήθηκα ξαφνικά, δεν τα κατάφερα. Από ένα ευτυχές γύρισμά της τύχης ωστόσο βρήκα ένα βιβλιαράκι, που μου χάρισε μια φίλη στη Θεσσαλονίκη πριν δέκα χρόνια, με ένα υπέροχο μονόλογο του Άκη Δήμου, από όπου και αντιγράφω δύο μικρά αποσπάσματα:Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε – αν βέβαια έχετε μια τέτοια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα;
Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν περπατησιά ή αέρινο όπως το σχήμα των χεριών που επιθυμούν να κλείσουν σ’ ένα χάδι βαθύ, ως μέσα στις ρίζες;
Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δε θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος. Μόνο μια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. Μια σιωπή σπαρμένη με τ’ ανείπωτα του σύμπαντος που ανθίζουν μόνο μια στιγμή: όσο κρατάει ένα σμίξιμο ιδρωμένο...
...Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλητη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές τού σ’ αγαπώ – έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί...
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008
Της οργισμένης Λιλής το ανάγνωσμα
Κάθε μέρα γίνεται ο άνθρωπος, κάθε καινούρια μέρα μας γκρεμίζει, μας ανοικοδομεί, μας ισοπεδώνει... Μόνο η βλακεία μένει αμετακίνητη -αν δεν πρόκειται για σταθερότητα σκοπιμότητας-, μόνο η βλακεία κρατά τους ανθρώπους αμετάλλαγους σαν αμεταχείριστα τσουκάλια, που δε χρησιμοποιήθηκαν ούτε γι’ αυτό που φτιάχτηκαν, που δεν κάθισαν τον πήλινο πισινό τους στη φωτιά να εκτελέσουν τον προορισμό τους, γιατί τρέμουνε μην καούν και καμαρώνουν πώς διαφύλαξαν την ακεραιότητά τους και δε βλέπουν πως ξεφλουδάνε και μαδούν όσο γερνάνε και πως φυτρώνουν τσουκνίδες στην αμεταχείριστη τρύπα τους...Από της Λιλής Ζωγράφου τη «Συβαρίτισσα»
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008
Λιλή Ζωγράφου - Που έδυ μου το κάλλος
«Αχάριστη καρδιά δε σου ’φτασαν τόσα χρόνια που σε περίμενα; Χωρίς μέτρο σ’ αγάπησα. Και χωρίς έλεος φέρθηκα στους δικούς μου. Ούτε τη μάνα μου δεν έκλαψα όταν πέθανε. Απ’ όλους με χώριζε η βαριά σκιά σου. Τεράστια σαν τις αποστάσεις που μας χώριζαν, σαν την σιωπή σου που πολλαπλασιαζόταν με τους χρόνους σε θάνατο διαρκείας. Ποτέ δε σ’ αγάπησα τόσο όσο πόνεσα για το χαμό σου. Πόσους; Τριάντα; Κι οι μέρες τριακόσιες εξήντα πέντε κι οι νύχτες διπλάσιες. Μια αιωνιότητα γίνηκες απουσιάζοντας από τη λαμπερή νιότη μου που μάζευε με τις αγρύπνιες, που θάμπωνε αφού δεν καταύγαζε πια τη λατρεία του βλέμματός σου που κλόνιζε το ένοχο βάδισμά μου καθώς γλιστρούσε αθόρυβα στο μισοσκόταδο, με ταμπούρλα στην καρδιά μου, τρελή, τρελή, μονολογούσα, λες και προσευχόμουν, καθώς είχα μόλις ξεφύγει από τα συνωμοτικά ψιθυρίσματα του σπιτιού μου που όλο και κάποιο σαμποτάζ σκάρωναν με κείνον τον κρυμμένο αντάρτη στο κελάρι, τον κοντό ήρωα που θα σας τίναζε στον αέρα. Η τελευταία μαχαιριά της προδοσίας μου σταματούσε την καρδιά μόλις διέκρινα να γυαλίζουν στο σκοτάδι τα μπρούντζινα μετάλλια στη στολή σου κι αμέσως άνοιγαν οι φτερούγες των χεριών σου κι ένιωθα μόνο τον παφλασμό των ωκεανών που μ’ έπαιρναν, μ’ έπαιρναν στην υγρασία των χειλιών σου κι όλα γίνονταν χαμός. Και αλήθεια είχε γεννηθεί ο Κύριος και γω χανόμουν διά την αγάπην Αυτού και τραγουδούσα με το κορμί μου ύμνους στην άρπα της γης. Κύριε, Κύριε, καλώς εγεννήθεις...»Απόσπασμα
Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008
Στον Σάλμαν Ρούσντι το Best of the Booker
Η μικρή λίστα για το βραβείο Best of the Booker δημιουργήθηκε από μια ομάδα κριτών αποτελούμενη από τους: Victoria Glendinning (βιογράφο & μυθιστοριογράφο), Mariella Frostrup (συγγραφέα & παρουσιάστρια) και John Mullan (Καθηγητή Αγγλικών στο University College του Λονδίνου). Στη συνέχεια το λόγο και την τελική απόφαση πήρε το κοινό μέσω ψηφοφορίας.
Οι κάλπες έκλεισαν το μεσημέρι της 8ης Ιουλίου και 7.800 άτομα είχαν ψηφίσει τόσο μέσω διαδικτύου όσο και μέσω κινητών τηλεφώνων με αποστολή sms.
Η Victoria Glendinning –πρόεδρος της επιτροπής, είπε: «Οι αναγνώστες μίλησαν και μάλιστα κατά χιλιάδες. Πιστεύουμε ότι έκαναν τη σωστή επιλογή.»
Ο Salman Rushdie, ο οποίος είναι σε περιοδεία στην Αμερική, με σκοπό την προώθηση του νέου του βιβλίου με τίτλο THE ENCHANTRESS OF FLORENCE, που θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2009 από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, δεν μπόρεσε να παραβρεθεί στην απονομή και έστειλε ένα μαγνητοσκοπημένο ευχαριστήριο μήνυμα. Το βραβείο παρέλαβαν οι γιοι του, Zafar και Milan, που παρακολούθησαν την τελετή απονομής.
Ο Salman Rushdie δήλωσε: «Υπέροχα νέα! Είμαι ιδιαίτερα κολακευμένος και θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους εκείνους τους αναγνώστες σε όλο τον κόσμο που ψήφισαν ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ.»
Παρουσίαση του συγγραφέα:
Ο ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ γεννήθηκε στη Βομβάη το 1947, μετανάστευσε στην Αγγλία το 1961 και σήμερα ζει στην Αμερική. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με σημαντικότατα βραβεία, όπως το Booker των Booker, που του απονεμήθηκε για το μυθιστόρημα ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ, ενώ ο ίδιος το 2007, χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας για την προσφορά του στη λογοτεχνία. Τα έργα του Ρούσντι πάντα ξεσηκώνουν θύελλα κριτικών και συζητιούνται από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΤΑΝΟΥ, που βραβεύτηκε το 1996 με το Ευρωπαϊκό Αριστείον Λογοτεχνίας, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ, που αποτέλεσε το εκδοτικό γεγονός του 1999, ΑΝΑΤΟΛΗ-ΔΥΣΗ, Ο ΧΑΡΟΥΝ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ, ΤΑ ΠΑΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ, ΣΑΤΑΝΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, που έχει τιμηθεί με τα Βραβεία Whitbread και Premio Pedrocchi, ΠΑΡΑΦΟΡΑ, ΣΑΛΙΜΑΡ Ο ΚΛΟΟΥΝ, που ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Booker 2005, καθώς και το ΟΝΕΙΔΟΣ, που τιμήθηκε με το γαλλικό βραβείο Meilleur Livre Étranger . ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ 15 Αυγούστου 1947, μεσάνυχτα. Η Ινδία αποκτά την ανεξαρτησία της έπειτα από αιώνες αγγλικής κυριαρχίας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, γεννιούνται δύο παιδιά, ο Σίβα κι ο Σαλίμ, προικισμένα με υπερφυσικά χαρίσματα, όπως εξάλλου όλα τα άλλα παιδιά που γεννήθηκαν στην Ινδία εκείνη την ώρα. Τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί με την Ινδία. Η ζωή τους αποδεικνύεται άρρηκτα δεμένη με το έθνος τους, την πλούσια ιστορία και τον πολιτισμό του. Και ο Σαλίμ καταγράφει τα, συχνά, ξεκαρδιστικά επεισόδια που χρωμάτισαν την πορεία της οικογένειάς του και δίνει άθελά του μια ευρύτερη εικόνα της νεαρής Ινδίας σχοινοβατώντας ανάμεσα στη φάρσα και την τραγωδία. Πρωθυπουργοί, πραξικοπηματίες, μάγοι, γητευτές φιδιών, καλλιτέχνες και γραφειοκράτες παρελαύνουν μέσα από ένα έργο μαγικού ρεαλισμού στο οποίο τα πάντα, απροσδόκητα και απίστευτα, ξαφνιάζουν τον αναγνώστη κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του.
Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008
Εκδόσεις Ιβίσκος
Στόχος μας είναι να παρουσιάσουμε στο αναγνωστικό κοινό καλαίσθητες εκδόσεις και βιβλία με ποιοτικό περιεχόμενο που θα συγκινούν, θα εμπνέουν, θα προσφέρουν γνώση και θα προωθούν θετικά μηνύματα.
Οι «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΒΙΣΚΟΣ» επιθυμούν να αποτελέσουν πόλο έλξης και στέγη για κάθε ποιοτικό συγγραφέα, νέο ή καταξιωμένο, που επιθυμεί, μέσω αμοιβαίας επωφελούς συνεργασίας, να δει το έργο του τυπωμένο με ιδιαίτερη προσοχή και με τη φροντίδα που του αξίζει. Επιπλέον, δεσμεύονται για τη διακίνηση και προώθηση της κάθε έκδοσης με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο.
Καλούμε, λοιπόν, όσους συγγραφείς-δημιουργούς διακατέχονται από το ίδιο μεράκι για το βιβλίο να έρθουν σε επικοινωνία μαζί μας στην ηλεκτρονική διεύθυνση iviskospublications@yahoo.gr
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008
Βιβλία για το καλοκαίρι
Όπως και νάχει, ιδού ο κατάλογος:
Wilbur Smith – The QuestJ.R.R. Tolkien – The Children of Hurin
Thomas Harris – Red Dragon & The Silence of the Lambs (in one volume)
Michael Connelly – The Overlook
Michael Connelly – The Narrows
Michael Connelly – The Lincoln Lawyer
David Baldacci – The Simple Truth
David Baldacci – Saving Faith
Philip Pullman – The Golden Compass
Philip Pullman – The Subtle Knife
Philip Pullman – The Amber Spyglass
Jeffery Deaver – The Sleeping Doll
C.S. Lewis – The Chronicles of Narnia (all seven books in one volume)
Christopher Berry-Dee – Talking With Serial Killers
Various – The World’s Worst Murders
Στα πιο πάνω μάλλον πρέπει να προσθέσω και δύο ελληνικούς τίτλους που δεν αγόρασα ακόμη, αλλά που σίγουρα θα προμηθευτώ σύντομα:
Σώτη Τριανταφύλλου – Λίγο από το αίμα σου
Αλέξης Σταμάτης – Βίλα Κόμπρε
Όπως καταλαβαίνετε θα είναι μακρύ αλλά απολαυστικό αυτό το καλοκαίρι.
Σάββατο 7 Ιουνίου 2008
Τι απέγινε η βρετανικότητα;
Τρίτη 13 Μαΐου 2008
Βραβεία Διαβάζω 2008
Την ποίηση αλλά και την έντονη ποιητική διάθεση στο πεζό κείμενο βράβευσε η κριτική επιτροπή του περιοδικού «Διαβάζω» που ανακοίνωσε χτες το βράδυ τους βραβευθέντες σε ειδική τελετή στο Νέο Μουσείο Μπενάκη. Ταυτόχρονα έδειξε έντονη διάθεση αποφυγής των μεγάλων ονομάτων και των «φαβορί», δίνοντας μη αναμενόμενα βραβεία. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο Βραβείο Μυθιστορήματος που απονεμήθηκε στον Γιώργο Παναγιωτίδη για το μυθιστόρημά του «Ερώτων και Αοράτων» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη). Αυτό είναι το πρώτο πεζό του 42χρονου Γιώργου Παναγιωτίδη, ο οποίος είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Μανδραγόρας» και έχει έως τώρα δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές. Τολμηρή επιλογή, αν σκεφτεί κανείς ότι στη μικρή λίστα του μυθιστορήματος είχαν μπει ονόματα όπως οι Βασίλης Αλεξάκης, Νένη Ευθυμιάδη, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Ανδρέας Μήτσου αλλά και οι Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Βαγγέλης Αυδίκος, Δημήτρης Καπετανάκης, Δημήτρης Σωτάκης. Το βραβείο διηγήματος απονεμήθηκε στη Νίκη Χατζηδημητρίου, για το βιβλίο «Υποφωτισμένο: Διηγήματα και άλλα» (Εκδόσεις της Εστίας). Κι εδώ υπήρχαν ισχυροί συνυποψήφιοι, μεταξύ άλλων οι Θεόδωρος Γρηγοριάδης και Δημήτρης Πετσετίδης. Το Βραβείο Ποίησης δόθηκε στη «Χρονογραφία» του Γιώργου Γώτη (Εκδόσεις Στιγμή)εδώ στις δέκα υπηψοφιότητες περιλαμβανόταν του Θανάση Χατζόπουλου. Μόνο το Βραβείο Δοκιμίου δόθηκε σε «μεγάλο όνομα», τον Παναγιώτη Μουλλά, για το βιβλίο του «Ο χώρος του εφήμερου: Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα» (Εκδόσεις Σοκόλη). Η ποίηση υπερίσχυσε και στο Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα που δόθηκε στην ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ηλιοπούλου «Ο κύριος Ταυ» (Εκδόσεις Μελάνι). Το Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου δόθηκε στους Βασιλική Νευροκοπλή (κείμενο), Νικόλα Ανδρικόπουλο (εικονογράφηση) για το βιβλίο τους «Αν τ΄ αγαπάς ξανάρχονται» (Εκδόσεις Λιβάνη). Το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για μεγάλα παιδιά στον Βασίλη Παπαθεοδώρου για το βιβλίο του «Χνώτα στο τζάμι», Εκδόσεις Κέδρος Την κριτική επιτροπή για την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα, το μυθιστόρημα και τον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα αποτελούσαν οι: Γιώργος Αράγης, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αλέξης Ζήρας, Αγγέλα Καστρινάκη, Κώστας Κατσουλάρης, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Νικήτας Παρίσης. Για το εικονογραφημένο παιδικό και το λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά την επιτροπή κρίσης αποτέλεσαν οι: Μένη Κανατσούλη, Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου, Σούλα Οικονομίδου, Γιώργος Παπαντωνάκης, Δημήτρης Πολίτης.Από τα Νέα
Πέμπτη 3 Απριλίου 2008
Γαλανή και Λεύκιος
«Άγγελος γιά ξωτικό, βλοημένο απ’ το Θεό ή το διάολο είν’ τούτο το κορίτσι;». Τούτο ρωτούσαν φωναχτά, μα απάντηση δεν παίρναν, γυναίκες κι άντρες, χωριανοί κι αλλομερήτες.Τέτοιο μωρό, σα ζωγραφιά, δεν είχαν ξαναδεί ποτές τους. «Διαόλου έργο είν’ το παιδί», έλεε ο παπάς και προσεύχονταν σε Χριστοπαναγίες για να γλιτώσει το χωριό απ’ το κακό που παραμονεύει. Αλλά, κανείς δεν άκουε τον παπά κι όλοι τρέχαν μια και δυο να δούνε το παιδάκι. Ένα ξανθό μωρό και γελαστό, που δεν το άκουσαν ποτές να κλαίει.
Πέρφανη μάνα η Ειρηνιώ υποδέχονταν τους ξένους μ’ ένα χαμόγελο ζεστό και με αγάπη. «Ω, τι παιδάκι είν’ αυτό;», «Τύχη μεγάλη Ειρηνιώ», «Αγαπημένη των θεών», τέτοια της λέγαν όλοι. Κι η μάνα έχοντας με το παιδί κι εκείνη ξαναγεννηθεί, γλυκά ευχαριστούσε. Αλλά, ο κύρης του, ο Μιχαλιός, άντρας γερός, βαρύς κι ασήκωτος, καθότανε πίσω απ’ το σπίτι σκεφτικός και μονολοούσε: «Ευλογία γιά κατάρα είν’ το μωρό; Πως βγήκε έτσι τρυφερό; Σαν αμαρτία!»
Σαν κλείσαν οι μήνες οι εννιά πήγαν να το βαφτίσουν. Ο παπάς με το στανιό ήθελε να το βαφτίσει Βαγγελιώ ή Μαριγώ, να τιμηθεί η Παναγία. Άλλη σκέψη είχ’ όμως η Ειρηνιώ και είπε πως το μωρό θα το ’νομάσουν Γαλανή, σαν και το χρώμα των ματιών της. Ταράχτηκαν οι χωριανοί και κοίταξαν το Μιχαλιό να δούνε τι θα ειπεί. «Δουλειά με τ’ όνομα δεν έχω εγώ. Ό,τι η γυναίκα πει, αυτό θα γίνει».
Έτσι, το βαφτίσαν Γαλανή, μα άλλοι το φωνάζαν Γαλανιώ κι άλλοι Γαληνιώ, καταπώς στο χωριό το συνηθίζαν. Όλοι αγαπούσαν το μωρό, που μεγαλώνοντας όλο και πιότερη ομορφάδα αποχτούσε. Έφτασε ως και δυο χρονών και δεν είχε δακρύσει. Τα πρώτα λογάκια σαν νερό γλυκό έρεαν απ’ τα χείλη.
Δεν είναι αυτή η ζωή μου. Δεν ανήκω εδώ. Σαν παραπεταμένος νιώθω. Σαν ένα της τύχης κλοτσοσκούφι. Είναι η μοναξιά που με σκοτώνει, είναι αυτή που μου παίρνει τις πνοές, αλλά ξέρω ότι αυτή είναι που θα μου τις φέρει κιόλας πίσω. Γεννήθηκα σε λάθος τόπο ή σε λάθος εποχή; Γιατί πιστεύω ότι όλα είναι μάταια; Τι είναι εκείνο μέσα μου που με σπρώχνει όλο και πιο συχνά, όλο και πιο μακριά απ’ τον κόσμο; «Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, μονάχα ψάρι είσαι» μου είπε τις προάλλες ο γέρο Φώτης. Τι να ξέρει αυτός; Η αλήθεια είναι ότι μόνο στη θάλασσα και στις σπηλιές που εξερευνώ νιώθω ζωντανός. Εκεί βρίσκεται η ουσία μου. Αλλά, ποια ουσία είν’ αυτή; Και θα μπορέσει τάχα να με βγάλει απ’ το λαβύρινθο της μοναξιάς όπου χρόνια τώρα τριγυρίζω;
Πολλά τα ρωτήματα, λίγες οι απαντήσεις. Δε νομίζω να τις μάθω απ’ τους ανθρώπους. Πιο πιθανόν είναι να τις βρω ψάχνοντας στ’ αστέρια, ή ίσως να μου τις ψιθυρίσει μια βραδιά στα ανοικτά κάποια σειρήνα, ή - ποιος ξέρει; - ίσως και να τις δω στις ζωγραφιές κάποιας σπηλιάς προτού χαράξει.
Μα, ας αφήσω πια τις σκέψεις. Ας πάω να βρω το Φώτη να πιούμε κάνα τσίπουρο, να μου διηγηθεί καμιά ιστορία.
Ο καιρός περνούσε σα νερό, απαλά αφήνοντας πίσω του σημάδια. Η Γαλανή μεγάλωνε σαν η πριγκηπέσα του χωριού, κι ολονών δεχότανε τα χάδια. Και των ματιών της το χρώμα γίνονταν όλο και πιο γαλανό, «σαν του διαόλου» επέμενε ο παπάς, μα όλοι τον αγνοούσαν. Σαν πήγε πια και στο σκολειό ο κόσμος όλος φαίνονταν γύρω της να γυρίζει. Αγόρια, κορίτσια, δάσκαλοι, όλοι την αγαπούσαν. Πρώτη στα μαθήματα, πρώτη στη χαρά, με ένα βλέμμα, μια καρδιά, που στάζαν καλοσύνη.
Η μάνα της δόξαζε το θεό για το όμορφο εκείνο δώρο, αλλά ο Μιχαλιός κάπου φοβότανε για το τι μ’ αυτή τη μορφονιά τους περιμένει. Χαιρόταν για το βλαστάρι του και το αγαπούσε, μα ήξερε πως την εμορφιά πολλές φορές ακλουθεί η ασκήμια.
Κάποια μέρα μια φήμη διέτρεξε όλο το χωριό πως κάποιος είδε τη Γαλανή στην ακροθαλασσιά να μιλάει με τα ψάρια, και κάποιος άλλος πως μαζί με ένα δελφίνι την έκοψε το μάτι του να κολυμπά ως τα βαθιά. Οι πιότεροι γελάσανε μ’ αυτές τις ιστορίες, ο παπάς είπε πάλι τα δικά του, κι ο κύρης με το που ο ήλιος κρύφτηκε κίνησε για τα βράχια ν’ αφουγκραστεί τους βρουχηθμούς της θάλασσας, και να προσευχηθεί μην και τους έρτει το κακό που μέσα του καρτερούσε.
Παραμύθια αλλόκοτα ακούω απ’ το Φώτη. Τη μια μου λέει για μάγισσες και ξωτικά, την άλλη για ψάρια που μιλάνε. Και επιμένει: «Δεν είναι παραμύθια αυτά, είν’ θρύλοι, είν’ αλήθεια»! Χθες το βράδυ μου διηγήθηκε την ιστορία κάποιας Γαλανής, που έζησε, λέει, κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Ήτανε όμορφη σα ζωγραφιά, γλυκιά σαν Παναγία. Κάποια μέρα εξαφανίστηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Μονάχα ο κύρης της έλεγε πως γνώριζε που ήταν, αλλά όλοι πιστεύαν πως απ’ τον πόνο είχε τρελαθεί και κανείς καμιά δεν του ’δινε σημασία.
Μόλις τέλειωσε την αφήγηση άρχισα να γελώ, αλλά μετά καθώς κίνησα για το σπίτι, κι αυτά που λίγο πριν άκουσα σκεφτόμουνα, ένιωσα να με λούζει ολόκληρο κρύος ιδρώτας. Θυμήθηκα ένα όνειρο που είδα κάποτε, που μ’ είχε συνταράξει. Βρισκόμουνα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι και στεκόμουνα ακίνητος θαυμάζοντας τη γύρω φύση, όταν είδα ένα κορίτσι ψηλό, ξανθό και στα λευκά ντυμένο να προβάλλει ξαφνικά απ’ το πουθενά και να με πλησιάζει. Έμοιαζε σχεδόν διάφανο το πανέμορφο εκείνο πλάσμα, και σαν κοντά μου έφτασε είδα τα μάτια της δυο φλόγες γαλανές να με τυλίγουν. Μες στο γαλάζιο των ματιών της χάθηκα σα μέσα σε μια δίνη, και όταν ξύπνησα άκουσα μια φωνή, μες στο μυαλό σα φύσημα του αέρα απαλό να ψιθυρίζει: «Έλα μαζί να κολυμπήσουμε».
Στα δεκάξι της η Γαλανή ήταν στ’ αλήθεια μία καλλονή, που κι ας ήταν αγνή σαν κρίνο ολάνθιστο, άναβε τα πάθη. Όλοι οι νιοι του χωριού, μα κι όλης της περιοχής τη θέλανε δικιά τους. Στο σκολειό όλοι οι συμμαθητές τηνε κυνηγούσαν, αλλά κι οι δάσκαλοι σαν την αντίκριζαν δεν μπόρααν να κρύψουν την ταραχή τους.
Ήτανε ξύπνια, ξύπνια πολύ, κι όσο κι αν όλους τους έδιωχνε, όλοι την αγαπούσαν. Ποτέ δεν άκουσε κανείς άσκημο απ’ τα χείλη της λόγο να βγει για κάποιον. Σε όλους την αγάπη της τη μοίραζε, σε όποιον τη χρειαζότανε ένα χέρι έδινε βοήθειας. Ακόμη κι ο παπάς που μέσα της έβλεπε το διάολο κρυφά τη συμπαθούσε. Μονάχα μια γριά καρακάξα η Φραγκώ κάποια φορά ανακοίνωσε πως, φως φανάρι, η μικρή μαζί της κάποια κουβάλαε κατάρα.
Ίσως να ήταν όντως καταραμένη. Καταδικασμένη να μη γνωρίσει ποτέ τον έρωτα κι ας οι νιοι όλοι τηνε ποθούσαν.
Τι μου συμβαίνει; Μήπως στ’ αλήθεια τρελαίνομαι, ή με πείραξε η αϋπνία; Πώς να το εξηγήσω αλλιώς; Ν’ ακούω φωνές στον ύπνο μου, εντάξει. αλλά και στον ξύπνιο μου πια; και μάλιστα μέρα μεσημέρι! Και να βλέπω και… Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ούτε λεπτό ψες. Μάλλον με τάραξε υπερβολικά η ιστορία του Φώτη. Σκεφτόμουνα συνέχεια τη Γαλανή, και μόλις ένιωθα τον ύπνο να με παίρνει, τότε με τα μάτια κλειστά την έβλεπα, την ένιωθα κοντά μου. Κάποια στιγμή κιόλας ένιωσα το χέρι της να χαϊδεύει το δικό μου, και τινάχτηκα τρομαγμένος. Άγγιξα την παλάμη μου και μου φάνηκε απαλή, τη μύρισα κι ήταν αρωματισμένη. Μύριζε αλμύρα και αγριολούλουδα και το δικό μου φόβο.
Μόλις ξημέρωσε πήγα να εξερευνήσω μια θαλάσσια σπηλιά, λίγο έξω απ’ το μικρό λιμάνι. Μπήκα μέσα με το φανό κι έψαχνα στα τοιχώματα να βρω κάποια σχέδια και σχηματισμούς. Όλο και πιο βαθιά σιγά σιγά σκυφτός επροχωρούσα. Το νερό δεν ήτανε βαθύ. Σε λίγο, όμως, βρέθηκα σε αδιέξοδο κι έτσι αναγκαστικά, κίνησα πίσω για να γυρίσω. Με το που φτάνω όμως λίγο πριν την έξοδο μου κόπηκαν τα πόδια κι η ανάσα. Ένα φως λευκό, εκτυφλωτικό, κάλυπτε το στόμιο της σπηλιάς και στο κέντρο του μου φάνηκε πως διέκρινα μια γυναικεία φιγούρα. Τότε άκουσα μια απαλή φωνή να με καλεί: «Λεύκιε, Λεύκιε…». Έκλεισα τα μάτια για μια στιγμή, και όταν τα ξανάνοιξα, είχαν όλα πια τελειώσει. Το φως είχε χαθεί, μα η φωνή συνέχισε να διατρέχει το είναι μου όλο. Όπως και τώρα.
Η φήμη για την ομορφιά της Γαλανής είχε εξαπλωθεί παντού, έως τη μακρινή πολιτεία, και κάποια μέρα ήρτε στο χωριό κάποιος πλούσιος έμπορος για να τηνε δει κι αν του άρεσε σε γάμο να τη ζητήσει. Το κορίτσι είχε πια μπει στα δεκαοκτώ δίχως τον έρωτα να γνωρίσει. Μόλις την είδε ο έμπορας, απ’ την ομορφάδα την πολλή εθαμπώθη, και χωρίς να χάσει ούτε λεπτό το χέρι της ζήτησε απ’ το Μιχαλιό, τάζοντας πλούτη μεγάλα. «Ας τη ρωτήσουμε», είπε εκείνος, «κι ό,τι ποθεί θα γίνει».
Μα, η Γαλανή αρνήθηκε. Δεν ήτανε εμπόρευμα για να την αγοράσουν, αλλά ούτε και πίστευε πως θα μπορούσε ποτέ τον έρωτα να βρει στον άντρα αυτό που η αύρα του ανάβλυζε κακία. Ο έμπορος, μαθημένος καθώς ήτανε ό,τι ζητούσε να το παίρνει, άσκημα πήρε την απόρριψη, κι είπε βρίζοντας δαιμόνους και θεούς, πως θα την έκανε δική του. Μπροστά σε τούτη την εξέλιξη ο Μιχαλιός τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον πέταξε όξω. Δε βρέθηκε ακόμη εκείνος που θα μπόραε μες στο δικό του σπιτικό τον μέγα νταή να κάνει. Μα, κι αν τον ξεφορτώθηκε μέσα του ένιωθε πως: «Άσκημα ξεμπερδέματα θα έχουμε μ’ αυτόνε». Θα ήτανε, όμως, αυτός εκεί, ασπίδα για τη Γαλανή, για όσο κρατάν οι πνοές του.
Είπα στο Φώτη για τη φωνή εκείνη που με συντάραξε, αλλά αντί να με κοροϊδέψει όπως περίμενα, έσκυψε το κεφάλι σκεφτικός δίχως να πει μια λέξη. Μετά από ώρα πολλή όταν το σήκωσε, αλλάζοντας κουβέντα, μου είπε ότι κάποιοι ψαράδες είδανε, να τριγυρνά στα ανοικτά ένα παράξενο δελφίνι. Λέγαν πως όπου βρισκότανε αυτό η θάλασσα ήταν ημερεμένη, και τα ψάρια μαζεύονταν σωρό για να το συντροφέψουν.
Το επόμενο πρωί πήγα και πάλι στη σπηλιά θέλοντας να διώξω τους μέσα μου δαιμόνους. Μα, πάλι συνέβηκε το ίδιο: λευκό φως, απαλή φωνή, να με καλεί. Τ’ όνομά μου απ’ τα χείλη της έβγαινε σαν ζεστή πνοή και έφτανε σε με σα χάδι. Σε λίγο χάθηκε και πάλι. Αλλά, αυτή τη φορά αντί να τρομάξω γι’ αυτό που μου συνέβαινε, ένιωσα παράξενα, κάτι πρωτόγνωρο, για λίγο ένιωσα πλήρης. Δεν ξέρω πως αλλιώς να περιγράψω εκείνο το συναίσθημα.
Κάποια νυχτιά αφέγγαρη ενώ όλο το χωριό είχε βυθιστεί στον ύπνο, κάποιες σκιές γλιστρήσανε αθόρυβα προς του Μιχαλιού το σπίτι, που σε λίγο τραντάχτηκε από δυο τουφεκιές και μια σπαρακτική κραυγή: «Όχιιιιι». Ξυπνήσανε οι χωριανοί και τρέξανε να δούνε τι συμβαίνει. Σαν έφτασαν εκεί αντίκρισαν τη φρίκη. Η μάνα, η Ειρηνιώ, κείτονταν νεκρή από μια σφαίρα φονική που δέχτηκε στο στήθος, ενώ ο Μιχαλιός, πνιμένος μες στα αίματα, ψυχορραούσε. Ψάξαν να βρουν τη Γαλανή, μα ήταν εξαφανισμένη.
Τρόμαξε όλο το χωριό απ’ το κακό, κι όλοι αναρωτιόνταν «Γιατί; Γιατί ετούτο το κακό;», καθώς ο θρήνος απλωνόταν. Ο Μιχαλιός επέζησε τελικά για να πιει το φαρμάκι όλο του πόνου. Σε μια μονάχα νύχτα έχασε αυτές που πιότερο αγαπούσε. αν και η Γαλανή, μέσα του βαθιά, πίστευε πως ζούσε.
Τα έχω παρατήσει όλα: τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τη ζωή μου. δηλαδή αυτό που αποκαλώ ζωή μου. Το μόνο που με νοιάζει πια είναι να πηγαίνω στη σπηλιά και ν’ ακούω τη φωνή της άγνωστης αγαπημένης. Ω, πόσο με γεμίζει! Πόσο με κάνει ζωντανό. Κάθε πρωί είναι εκεί. Κάθε πρωί με φωνάζει. «Λεύκιε, Λεύκιε… έλα», μου ψιθύρισε σήμερα. Ναι, μου ζήτησε να πάω κοντά της, αλλά μέχρι να την πλησιάσω χάθηκε. Μονάχα απ’ έξω άκουσα μια φωνή: «Είναι κανείς εκεί;» Ήταν ο Φώτης, που χαμογέλασε σαν με είδε να βγαίνω απ’ τη σπηλιά. «Ήμουνα σίγουρος πως θα σε βρω εδώ. Ήρθα να σου πω το τέλος εκείνης της ιστορίας. Της ιστορίας της Γαλανής»!
Λίγο καιρό μετά ξεβράστηκε στην παραλία του νησιού η σκισμένη νυχτικιά της Γαλανής, κι όλοι είχαν πια πειστεί πως σαν τη μάνα της κι αυτή, είχε πεθάνει. Μονάχα ο Μιχαλιός επέμενε πως είναι ακόμα ζωντανή. «Έγινε δελφίνι» έλεε, «και όλο ταξιδεύει». «Τρελάθηκε απ’ τον καημό» σκέφτονταν οι χωριανοί, και τον αντίκριζαν με οίκτο. «Ίσως να μην είναι τρελός», είπε μια μέρα φωναχτά, η καρακάξα η Φραγκώ, αλλά κανείς δε θέλησε να τηνε ακούσει. Κι όμως, πολλοί ψαράδες και κολυμπητές λέγαν πως τον τελευταίο καιρό, βλέπαν συχνά ένα δελφίνι παράξενο να σκίζει τα νερά της θάλασσάς τους.
Πολύ με τάραξε το τέλος αυτής της ιστορίας, αλλά μέσα μου πιστεύω πως κάτι ακόμη της λείπει. Είτε για μύθο πρόκειται, είτε για μια αλλόκοτη αλήθεια, δεν μπορεί να τελειώνει έτσι. Δεν ακούγεται σωστό στο μέσα αυτί μου. Αλλά, ας κινήσω τώρα, γλυκιά μου νύχτα πάλι, κάτω απ’ την εξαίσια τούτη της ψυχής μου φεγγαράδα, για τη σπηλιά όπου κρύβεται το μισό καλύτερό μου, που και σκιά να είναι εγώ το αγαπώ.
Κάποιοι λεν πως σ’ ετούτη τη σπηλιά ένας νιος, ο Λεύκιος, γνώρισε μια γοργόνα, που στην ψυχή του γέννησε τον έρωτα και γι’ αυτό στην αγκαλιά της επαραδόθη. Μα κάποιοι άλλοι υποστηρίζουνε πως δεν ήτανε γοργόνα, παρά μια άστεγη ψυχή που έψαχνε να βρει κορμί για να φωλιάσει, και διάλεξε το δικό του. Είναι και ένας εκατοχρονίτης γέροντας, ο Μιχαλιός, που ζει σε μια καλύβα φτωχική κι όλο μονολοάει: «Βρήκες την αγάπη Γαλανή, τον έρωτα τον ήβρες!» και καθώς με τη γέρικη ματιά τη θάλασσα γρικάει, δυο δελφίνια έρχονται απ’ τα βαθιά για να τον χαιρετίσουν. Τόνα έχει φωτεινά βαθιά γαλάζια μάτια, ενώ το άλλο λάμπει παράξενα, σκορπίζοντας τριγύρω του απόκοσμη γαλήνη.
υ.γ. προς το παρόν ανεβάζω μόνο παλιές ιστορίες μια και αυτές τις μέρες είμαι απασχολημένος με τη δεύτερη γραφή μιας σειράς διηγημάτων. Χρόνου επιτρέποντος και έμπνευσης παρούσης ίσως ν' αρχίσω κάτι καινούριο σε δυο βδομάδες...
Σάββατο 29 Μαρτίου 2008
Η τρελή του χωριού
«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008
Σεισάχθεια
Διάβασα πρόσφατα ξανά -μετά από εφτά χρόνια- το ομώνυμο βιβλίο της Εύας Ομηρόλη και παραθέτω κάποιες «ατάκες»:Μπορώ απλώς να υπάρχω, χωρίς να σκέφτομαι, και να ελπίζω πως θα ξεχάσω και θα σωθώ.
Κάποτε κουράστηκα να εμβαθύνω και να φιλοσοφώ. Η νεανική μου διάθεση ν’ αλλάξω τον κόσμο γερνούσε πολύ γρήγορα. Σιγά σιγά την εγκατέλειπα και διατηρούσα μόνο μια ψευδαίσθηση πως εγώ δεν αποτελούσα μέλος εκείνου του συνόλου, μου άρεσε ακόμη να φαντάζομαι πως είμαι διαφορετικός.
Δεν είναι που εμείς είμαστε σκλάβοι, είναι που οι επιθυμίες μας δεν είναι ελεύθερες.
Εγώ αναζητώ τη δύναμη να τα δέχομαι όλα σαν μέρος της ύπαρξης χωρίς να πρέπει να τα κρίνω. Δε θέλω ν’ αναζητώ την καλή πλευρά, θέλω να μάθω ν’ αποδέχομαι και την κακή.
Ο φόβος είναι το πιο μεγάλο ψέμα.
Ο έρωτας, όταν χάνεται, πονάει, αλλά σε οδηγεί από μόνος του στην κάθαρση.
Δεν μπορείς να ξέρεις αν σου λείπει κάτι χωρίς πρώτα να το γνωρίσεις.
Είναι πιο σημαντικό να πραγματοποιείς τα όνειρά σου παρά να νιώθεις ένοχος για τα απραγματοποίητα όνειρα των άλλων.
Όσο περισσότερους κανόνες εξοντώνει στη ζωή του ένας άνθρωπος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο νόημα της ζωής.
Η ζωή είναι πάντα πιο μεγάλη από τις αποφάσεις.
Ποιος τις χρειάζεται τις λέξεις; Ολομόναχες και θλιβερές, τις πιο πολλές φορές δεν ξέρουν τι εκπροσωπούν.
Η πιο μεγάλη φυλακή είναι τα κεκτημένα.
Αν είναι να αναλωθείς, καταναλώσου για το άγνωστο που έχει πιότερες ελπίδες απ’ το πεπραγμένο.
Σκεφτόμουνα να παρουσιάσω το βιβλίο, αλλά το έκανα ήδη στο μακρινό παρελθόν, και δε μ’ αρέσει -έστω κι έτσι- να επαναλαμβάνομαι.
Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008
David Baldacci: Wish you well
Αν και έγινε γνωστός σαν συγγραφέας εξαιρετικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο David Baldacci εδώ μας παρουσιάζει μία άλλη όψη του πλούσιου ταλέντου του. Το Wish you well θα λέγαμε ότι είναι ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά και ένα γλυκόπικρο ταξίδι στο παρελθόν. Πρόκειται για την ιστορία της δωδεκάχρονης Λου και του εφτάχρονού της αδελφού, του Οζ. Όλα αρχίζουν όταν τα δύο παιδιά χάνουν τον πατέρα τους, που είναι συγγραφέας, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μητέρα τους βγαίνει απ’ αυτή την τραγωδία ζωντανή-νεκρή καθώς δεν μπορεί να μιλήσει ή να αντιληφθεί κάτι από τον κόσμο γύρω της, με αποτέλεσμα τα παιδιά να βρεθούν από τη μια στιγμή στην άλλη ουσιαστικά ορφανά. Εκεί, όμως, που δεν ξέρουν τι να κάνουν έρχεται σαν από μηχανής θεός, για να τους σώσει η προγιαγιά τους, που ζει στα Απαλάχια Όρη.
Στην αρχή η Λου και ο Οζ τα βρίσκουν μπαστούνι καθώς δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς να προσαρμοστούν στη δύσκολη ζωή της φάρμας, μέσα στα αφιλόξενα βουνά. Ωστόσο, και μετά από μερικούς καυγάδες στο σχολείο με τους ντόπιους μικρούς νταήδες, σιγά σιγά αρχίζουν να μπαίνουν στο πνεύμα του νέου τους τόπου. Έτσι, μαθαίνουν να κάνουν τις δουλειές της φάρμας, πηγαίνουν με όλο και μεγαλύτερη χαρά στο τοπικό σχολείο και αποκτούν και ένα εξαιρετικά σκανδαλιάρη φίλο, που τους μαθαίνει τα κατατόπια.
Το βιβλίο αυτό μας μιλάει για τις νέες αρχές, για τη ζωή που πολλές φορές είναι πολύ σκληρή για να την αντέξει κανείς, αλλά και για τη λύτρωση, που κάθε τόσο φτάνει από εκεί που δεν την περιμένει κανείς. Καταπιάνεται επίσης με καυτά θέματα, όπως την απληστία που στο τέλος καταστρέφει τα πάντα, την πραγματική καλοσύνη, αλλά και για τον έρωτα, που στο πέρασμα των χρόνων και με την αλλαγή των γενεών, παίρνει να φοράει διαφορετικά προσωπεία.
Η φιλαργυρία και η γενναιοδωρία, η αγάπη και το μίσος, η ζωή και ο θάνατος, η κατάρα και η λύτρωση, βαδίζουν χέρι-χέρι από την αρχή μέχρι και το τέλος του κειμένου. Ο Μπαλτάτσι ταυτιζόμενος κατά κάποιο τρόπο με τη μικρή του ηρωίδα, τη Λου, που θέλει να γίνει συγγραφέας, της δίνει το μεγαλύτερο ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Η Λου θ’ ανέβει και θα πέσει, θ’ αντιδράσει και θα ομονοήσει, θα τσακωθεί και θ’ αγαπήσει, θα πάθει και θα μάθει και θ’ αγωνιστεί με όλες της τις δυνάμεις γι’ αυτό που θεωρεί δίκαιο. Θα τα βάλει με αγγέλους και δαιμόνους, θα μισήσει και θα συγχωρήσει και μέσα από τ’ αχνάρια του πόνου θα φτάσει στη δική της δικαίωση.
Ο Μπαλτάτσι μ’ αυτό το μυθιστόρημα ανέβηκε ακόμη περισσότερο στην εκτίμησή μου. Μπορεί να είναι, όπως θα τον αποκαλούσαμε εμείς οι έλληνες, ένας αστυνομικός συγγραφέας, αλλά αποδεικνύει ότι όποτε το θελήσει μπορεί ν’ ασχοληθεί και με κάποια διαφορετικά είδη αφήγησης και να θριαμβεύσει.
Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007
Στη Ντόρις Λέσινγκ το Νόμπελ Λογοτεχνίας
ΣΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ Ντόρις Λέσινγκ από τη Βρετανία απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2007. Η ακαδημία που απένειμε το βραβείο δήλωσε ότι η Λέσινγκ υπήρξε μια «επική συγγραφέας της θυληκότητας, η οποία με σκεπτικισμό, φλόγα και οραματική δύναμη υπέβαλε ένα διχασμένο πολιτισμό σε αυστηρό έλεγχο».
Η απονομή του Νόμπελ συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 1,54 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ το Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι το τέταρτο που απονέμεται για φέτος, μετά τα αντίστοιχα της Ιατρικής, Φυσικής και Χημείας. Την Παρασκευή θα απονεμηθεί το Νόμπελ Ειρήνης.
Στα βιβλία της η Λέσινγκ έχει καλύψει πολλά θέματα και παρά το ότι «Το Χρυσό Ημερολόγιο» την καθιέρωσε ως φεμινίστρια, η ίδια αρνείται επίμονα τον χαρακτηρισμό λέγοντας ότι η γραφή της δε διαδραματίζει πολιτικό ρόλο.
Γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1919, σε περιοχή του σημερινού Ιράν αλλά μεγάλωσε στη Νότια Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε, όπου μετακόμισαν οι γονείς της το 1927.Το 1939 παντρεύτηκε τον Φρανκ Γουίσντομ με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, αλλά χώρισε το 1943.
Οι ακραίες πολιτικές της πεποιθήσεις την τράβηξαν στο Βρετανικό Κομμουνιστικό Κόμμα από το οποίο παραιτήθηκε το 1956, την εποχή της εξέγερσης των Ούγγρων. Η σειρά μυθιστορημάτων «Τα Παιδιά της Βίας» που δημοσιεύτηκαν την περίοδο 1952-1969 την καθιέρωσαν ως συγγραφέα και φεμινίστρια στη συνείδηση των αναγνωστών.
Τη δεκαετία του '80, με τη δημοτικότητα της σε πτώση, αποφάσισε να εκδώσει ένα βιβλίο χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, το οποίο όμως απορρίφθηκε αρχικά και εκδόθηκε αργότερα με το κανονικό της όνομα. Άσκησε ευρεία κριτική στην Αφρική, ειδικά σε θέματα διαφθοράς των κυβερνήσεων, ενώ επισκέφτηκε τη Νότια Αφρική το 1995, μετά την πτώση του Άπαρτχαιντ.
Το βιβλίο της «Ο Καλός Τρομοκράτης» θεωρείται από τα πιο αντιπροσωπευτικά της έργα από άποψη αναγνωσιμότητας. Τα τελευταία χρόνια έγραψε αρκετά βιβλία επιστημονικής φαντασίας, ενώ διεκδικεί τον τίτλο του γηραιότερου ανθρώπου που διατηρεί δική της σελίδα στο MySpace.
Επισκεφθείτε την προσωπική της ιστοσελίδα
Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007
Το Νόμπελ, ο Ροθ κι ο φλύαρος Ρούσντι
Θα ανακοινωθεί αύριο το μεσημέρι το όνομα του συγγραφέα/ ποιητή, που θα τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.Απ’ ό,τι διαβάζω ανάμεσα στα φαβορί βρίσκεται και ο Φίλιπ Ροθ, ένας από τους καλύτερους αμερικανούς συγγραφείς.
Τον Ροθ τον πρωτογνώρισα μέσα από ένα σχετικά πρόσφατο βιβλίο του, το Human Stain, αν και πριν απ’ αυτό είχα προλάβει να διαβάσω και μια νουβέλα, που ουσιαστικά «δολοφονήθηκε» στην ελληνική μετάφραση. Η μετάφραση αυτή λίγο έλειψε να σταθεί... μοιραία στη σχέση μου με το συγγραφέα, αφού μετά που τη διάβασα σκεφτόμουνα ότι αυτός δεν «ήταν παρά ένας πολυδιαφημισμένος αμερικανός» και τίποτ’ άλλο.
Κάποιες ευτυχείς συγκυρίες, ωστόσο, έφεραν στα χέρια μου το Ανθρώπινο Στίγμα στα αγγλικά, κι από τότε ερωτεύτηκα τον κόσμο του Ροθ, που δεν είναι και τόσο ανάλαφρος.
Οι εμμονές του είναι λίγο πολύ γνωστές και δεν είμαι εγώ προσωπικά ο αρμόδιος για να τις αναλύσω. Απλά θέλω να πω, έχοντας πια διαβάσει καμιά δεκαριά βιβλία του, πως απολαμβάνω όσο οτιδήποτε άλλο το ισοπεδωτικό του χιούμορ, αλλά και την πυκνή σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, που με όλα τα πάθη και τα λάθη τους είναι στην πλειοψηφία τους συμπαθείς και ανθρώπινοι.
Αυτά για το Ροθ.
Ετούτες τις μέρες διαβάζω το Shalimar the Clown του διάσημου κύριου Σαλμάν Ρούσντι και... τρώω τα νύχια μου. Όχι από την αγωνία, αλλά από την ακινησία. Νομίζω ότι ο εν λόγω συγγραφέας, όσο καλός κι αν είναι, στο συγκεκριμένο βιβλίο, κτυπά τα ρέστα του στη φλυαρία. Ό,τι μπορεί να πει με εκατό λέξεις το λέει με χίλιες, και... όποιον πάρει ο χάρος. Είναι άλλο να διαβάζεις έναν Ντοστογιέφσκι που μπορεί σε μια σκηνή να μιλά για ένα βάζο, που θα σπάσει πολύ μετά, και άλλο να διαβάζεις ένα Ρούσντι, που γράφει για μια δολοφονία, την οποία στο τέλος-τέλος φτάνεις να ξεχάσεις μέσα σ’ ένα λαβύρινθο φλυαρίας. Προφανώς τα γραπτά του τελευταίου δεν τα αγγίζει κανένας επιμελητής.Τώρα, γιατί το αποθεώνουν οι κριτικοί; Ίσως να μάθω όταν φτάσω, αν τα καταφέρω, στο τέλος του βιβλίου.
Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007
Όφις και κρίνο

Έλα... κάποια νοσταλγία μυστική λυγίζει την ψυχή μου κι’ ένας πόθος λευκός φωληάζει στα μεγάλα μάρμαρα και με σέρνει. Έλα μαζί μου. Θα ξαπλωθούμε κάτω από τη μαρμαρωμένη αρμονία, θα σμίξομε τα χέρια μας και θάναι κάτω μπροστά μας η πόλη η αμαρτωλή και πέρ’ απάνω στα νερά θα βλέπομε πως μαδιούνται οι μενεξέδες στο ηλιόγερμα.
Μαδιούνται οι μενεξέδες στο ηλιόγερμα και τα χρώματα γιορτάζουν εκεί κάτω. Ω Πολυαγαπημένη! λυγίζουν τα γόνατά μου από τον πόθο και στα χείλη μου γιορτάζουν τα φιλιά. Παντοδύναμη η χαρά της ζωής κυλιέται στα στήθη μου. Και την ψυχή μου κερνά η Αγάπη με το μυστικό κρασί των ανοίξεων και των παραληρημάτων.
Ω Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεται η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης – σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτευμένο τους ώμορφους βράχους.
Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είνε τα μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρά μου ντυμένα στα γιορτάσιμα που εξεκίνησαν από το νεκροταφείο κι εδιάβησαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τον Βράχο τον Ιερό. Κρατούν στα χέρια των ώμορφο και πολύτιμο και τεχνικά υφαμένο τον Πέπλο τον Ιερό. Μέρες και νύχτες έγερναν οι σκέψεις μου, - εργαστίνες ερωτεμένες, - απάνω του και τον κεντούσαν. Κάτω από τα μάγια του φεγγαριού τη νύχτα, μέσα στη φλογερήν αγάπη του ήλιου την ημέρα, έγερναν και τον κεντούσαν.
Ω Αγαπημένη και ω Θεά σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Η Νίκη κάθεται απάνω στο χέρι Σου. Το κορμί Σου είνε φιλντίσι και λαμποκοπά μέσα στη νύχτα. Και κάτω στα πόδια Σου σωρειάζεται ο μεγάλος όφις – ο υποχθόνιος Θεός που σκορπίζει τ’ αγαθά από τα βάθη της γης. Οι στήλες ανορθώνονται περήφανες και ζωντανεύει η πάλλευκη άνθιση των μαρμάρων κι έρχονται πάλι στο διάζωμα όλοι οι Θεοί και κηρύσσεται πάλι απάνω στις μετόπες ο πόλεμος των Λαπιθών και των Κενταύρων.
Ω χαμογέλασε, ω Ζωή και ω Αγάπη, στο ορφανεμένο αέτωμα και θα γυρίσουν πάλιν οι μαρμαρένιες σκέψεις του Φειδία και η Παρθένα Θεά θα γεννάται πάνοπλη και θάναι γύρω οι Θεοί και θα χαμογελούν...
Διαβάστε το σημερινό αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας στο μεγάλο κρητικό συγγραφέα...


