Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαργαρίτα καραπάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαργαρίτα καραπάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Οι μέρες της σιωπής...

δεν περνάνε στην απραξία. Από τότε που ήρθα εδώ στην Τσιανγκ Μάι έγραψα πολύ, διόρθωσα πολύ, διάβασα πολύ κι από αύριο θα αρχίσω να γράφω και πάλι. Ανανέωσα επίσης τη σελίδα της Σώτης ενώ έφτιαξα και δύο νέα μπλογκς -τα οποία με την πρώτη ευκαιρία θα ανεβάσω και σαν "ιστοσελίδες"- για τις Μαργαρίτα Καραπάνου και Μπανάνα Γιοσιμότο. Και, όπως λένε, έτσι στα μουλωχτά, αναμένεται συνέχεια...

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Μαργαρίτα Καραπάνου

Χθες, μόλις ξύπνησα το πρωί, η πρώτη είδηση που διάβασα ήταν ότι πέθανε η Μαργαρίτα Καραπάνου και λίγο σοκαρίστηκα. «Πάει η Μαργαρίτα,» σκεφτόμουνα. «Έφυγε η Μαργαρίτα Μας!»
Από την πρώτη φορά που τη διάβασα έγινε μια απ’ τις αγαπημένες μου συγγραφείς. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό, αλλά μάλλον θα ήταν τον καιρό που έγραφα τη Στήλη Βιβλίου στην κυπριακή εφημερίδα «Αλήθεια» και τις βιβλιοπαρουσιάσεις στον Έλλογο. Ήμουνα, λοιπόν, κάποια μέρα στα παλιά γραφεία της Ωκεανίδας όταν ο Βασίλης Κιμούλης μου έδωσε το «Ναι», λέγοντας: «Νομίζω ότι θα σου αρέσει...» Δε μου άρεσε μοναχά εκείνο το βιβλίο, το λάτρεψα. Κι έτσι άρχισα αμέσως να ψάχνω τα προηγούμενα βιβλία της συγγραφέως με τα υπέροχα φιλοτεχνημένα από τον Αλέκο Φασιανό εξώφυλλα, τα οποία τότε κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις Ερμής. Βρήκα, λοιπόν, με κάποια δυσκολία, τον «Υπνοβάτη», το «Η Κασσάνδρα κι ο λύκος» και το «Rien ne va plus», τα διάβασα μονορούφι και ερωτεύτηκα οριστικά και αμετάκλητα τους κόσμους και τις γραφές της Καραπάνου.
«Καμιά και κανένας στην Ελλάδα δεν της μοιάζει,» αποφάσισα, καθώς πήρα να απολαμβάνω όσο τίποτ’ άλλο τους συγγραφικούς της ακροβατισμούς, την σκληρή της γλώσσα, κι ύστερα να νιώθω τρυφερά για την τρυφερότητά της για τα σκυλιά στο μοναδικό «Lee και Lou».
Πάντα όταν γράφω δικά μου εκτενή κείμενα, αποφεύγω να διαβάζω βιβλία στα ελληνικά, ή ακόμη και στα αγγλικά, με συγγενές θέμα, για να μην επηρεαστώ. Ωστόσο, γράφοντας τις «Γυναίκες της συγνώμης» έκανα την εξαίρεση διαβάζοντας το «Ναι» (που στέλνει αδιάβαστο το «Η Βερόνικα θέλει να πεθάνει» του κυρίου Κοέλιο) και ξεσηκώνοντας τον τρόπο γραφής του, για ένα πυρετικό κεφάλαιο στη μέση του βιβλίου, το οποίο αν ήμουν εκδότης ή επιμελητής μάλλον θα έκοβα. Αν ήξερα τότε ότι η Καραπάνου πέθαινε θα της αφιέρωνα το βιβλίο σαν ένα ύστατο φόρο τιμής σ’ ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας.
Τώρα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να της ευχηθώ «καλό ταξίδι». Ε, και να τη μαλώσω λίγο: «Γιατί μας το έκανες αυτό, κυρά; Γιατί έφυγες και μας άφησες να παλεύουμε με τα φαντάσματά σου; Φαντάζομαι τώρα θα καπνίζεις τα άφιλτρα τσιγάρα σου, θα τα πίνεις και θα γελάς δυνατά μ’ εκείνη την άλλη τη μεγάλη μπερμπάντισσα, τη Λιλή Ζωγράφου. Καλά να μας κάνετε...»

υ.γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε χθες το απόγευμα σε μια καφετέρια, με κλασικό τρόπο, μ’ ένα απλό στυλό, και σκέψεις φωτεινές και λυπημένες...

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2007

Rien ne va plus

Της Μαργαρίτας Καραπάνου

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ.
Έχει νυχτώσει. Ανάβουμε το φως, καπνίζουμε σιωπηλά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο γάτος ο Καίσαρας παίρνει φόρα, πηδάει στις πολυθρόνες και στον καναπέ, τις γδέρνει με τα νύχια του, ο Άλκης γελάει.
-Μ’ αρέσουν αυτές οι νυχιές που αφήνει ο Καίσαρας πάνω στα έπιπλα. Καμιά φορά, όταν κοιμάται κρυμμένος κάτω απ’ το κρεβάτι, κοιτάζω αυτά τα σημάδια, και σκέφτομαι πως ο Καίσαρας τα κάνει επίτηδες, για να τον σκέφτομαι κι όταν δεν τον βλέπω. Είναι πολύ περήφανος για τα νύχια του και με λατρεύει. Με τις νυχιές του, θέλει να μου κάνει μια επίδειξη δυνάμεως, που να είναι συγχρόνως και μια πράξη αγάπης.
-Άλκη, οι άνθρωποι είναι μίζεροι και τσιγγούνηδες με τα αισθήματά τους. Θέλουν να παίρνουν αγάπη, αλλά χωρίς τίποτα να ταράζει τη ζωή τους, το πρόγραμμά τους, τα καθαρά τους έπιπλα. Ξέρεις πολλούς ανθρώπους που θ’ αφήνανε το γάτο τους να γδέρνει τις πολυθρόνες τους;
-Μένουνε τότε μόνο με τις πολυθρόνες. Γιατί κι οι άνθρωποι που μας αγαπούν μας γδέρνουνε, σαν τον Καίσαρα. Πρέπει ν’ αφήνουμε στον άλλο την ελευθερία να μας δείχνει την αγάπη του όπως θέλει, όπως ξέρει, όπως μπορεί, αρκεί να μη μας καταστρέφει. Κι ο έρωτας τι είναι; Νυχιές αγάπης είναι, σημάδια, ίχνη που αφήνει ο άλλος μέσα σου.
Εγώ, αυτό που φοβάμαι πάνω απ’ όλα είναι η ησυχία, η σιωπή. Θέλω ανεξίτηλα σημάδια, ζωή. Για σένα, τι είναι ο έρωτας;
-Για μένα, ο έρωτας είναι λευκή μαγεία.

Ο Καίσαρας ξύπνησε, βγήκε κάτω απ’ το κρεβάτι, πήδηξε στα γόνατα του Άλκη, άρχισε να βυθίζει τα νύχια του μέσα στο πουλόβερ του γουργουρίζοντας.
Κοιταζόμασταν κι οι τρεις μας, μέσα σε μια απόλυτη αρμονία, σαν ένα ον.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, μια από τις καλύτερες ελληνίδες συγγραφείς όλων των εποχών και αξίζει της προσοχής μας.