Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σώτη τριανταφύλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σώτη τριανταφύλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Συνέντευξη με τη Σώτη Τριανταφύλλου

Τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζω εδώ και χρόνια και μπορώ να μου πω ότι μου αρέσει για διάφορους λόγους: τα βιβλία της αποπνέουν ελευθερία, οι ήρωές της είναι ανθρώπινοι με όλα τα λάθη και τα πάθη τους και ταξιδεύουν πολύ, και η ίδια δε διστάζει ποτέ να πει τη γνώμη της, προκαλώντας πολλές φορές αναταραχές στα λιμνάζοντα νερά των λογοτεχνικών κύκλων, στους οποίους άλλωστε δεν ανήκει.
Αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη στάθηκε η μυθιστορηματική της αυτοβιογραφία με τίτλο «Ο χρόνος πάλι» που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Σ’ αυτή μας μιλά για κάποια πράγματα που γνωρίζαμε ήδη από τα προηγούμενα γραπτά της, σχολιάζει ανθρώπους και καταστάσεις, μιλά για τους ήρωες και το Παρισάκι της, για την πολιτική, και για την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, το ανόσιο τρίπτυχό της. Θέλοντας να δώσουμε στη συζήτηση που ακολουθεί ένα αλλιώτικο χρώμα αποφασίσαμε να στηρίξουμε τις ερωτήσεις μας, κατά κύριο λόγο, σε κάποιες από τις ατάκες αυτού του βιβλίου, που κάπου μοιάζει σαν το δικό της προσωπικό μανιφέστο.

Η συνέχεια εδώ...

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Οι μέρες της σιωπής...

δεν περνάνε στην απραξία. Από τότε που ήρθα εδώ στην Τσιανγκ Μάι έγραψα πολύ, διόρθωσα πολύ, διάβασα πολύ κι από αύριο θα αρχίσω να γράφω και πάλι. Ανανέωσα επίσης τη σελίδα της Σώτης ενώ έφτιαξα και δύο νέα μπλογκς -τα οποία με την πρώτη ευκαιρία θα ανεβάσω και σαν "ιστοσελίδες"- για τις Μαργαρίτα Καραπάνου και Μπανάνα Γιοσιμότο. Και, όπως λένε, έτσι στα μουλωχτά, αναμένεται συνέχεια...

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

Σώτη Τριανταφύλλου - Λίγο από το αίμα σου

Αύριο μια άλλη χώρα... η Κένυα. Ναι, το ξέρω ότι αυτός είναι ένας κάπως παράδοξος τρόπος για να αρχίσει κανείς την παρουσίαση ενός βιβλίου, αλλά να, το «Λίγο από το αίμα σου» μου θυμίζει σε αρκετά σημεία το «Αύριο μια άλλη χώρα», τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με μια απ’ τις βασικές ηρωίδες του, τη μικρή Μπέθανυ. Κι αυτό επειδή η Μπεθ μοιάζει πολύ με τη Λιλή, εκείνο το φοβερό κορίτσι στο «Αύριο...».
Όπως και νάχει, στο ανά χείρας μυθιστόρημα διαβάζουμε την ιστορία δύο οικογενειών, των Σταμπς και των ντε Μπιουτ, που αφήνουν την Αγγλία του μεσοπολέμου για την Κένυα, ψάχνοντας για κάποιες νέες μεγάλες ευκαιρίες, ή απλά ξοδεύοντας τα πλούτη που έχουν συσσωρεύσει. Η χώρα στα αμάθητα μάτια τους φαντάζει στην αρχή σαν ένας παράδεισος, ένας κόσμος που ποτέ δε θ’ αλλάξει, ένα μέρος υποταγμένο απόλυτα στη θέλησή τους.
Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται και όλοι οι ήρωές μας θα το ανακαλύψουν αυτό ο ένας μετά τον άλλο, με τη σειρά, με τρόπο σκληρό, τόσο στη διάρκειά της ιστορίας, όσο και λίγο πριν το τέλος της.
Το «Λίγο από το αίμα σου» δεν είναι τόσο ένα μυθιστόρημα που στηρίζεται στη μυθοπλασία, όσο στους χαρακτήρες του. Ο εκκεντρικός Ιερώνυμος, που ξαφνικά τη βλέπει ιεραπόστολος και περιθάλπει αρρώστους στα νοσοκομεία. ο άβουλος Ευγένιος -που είναι κι ο αφηγητής της ιστορίας- που φαινομενικά δεν έχει κανένα σκοπό στη ζωή. ο Ρόναλντ Σταμπς, πατέρας του τελευταίου, ένας ερασιτέχνης εφευρέτης, που κατασκευάζει τα πιο «κουφά» αντικείμενα κι είναι καλλιεργητής χρυσανθέμων. η Λύντια, αδελφή του Ιερώνυμου, μια κοπέλα με σκόρπια μυαλά. ο Φίλιπς, ο κομμουνιστής μπάτλερ των ντε Μπιουτ. κι η υπέροχη Μπέθανυ – αυτοί είναι οι ήρωες μας, οι χαρακτήρες, που χαίρονται, λυπούνται, πέφτουν, δυστυχούν και πού και πού γίνονται ευτυχισμένοι, καθώς παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Χαρακτήρες ανθρώπινοι, με πολλά πάθη και περίσσια λάθη, με πίστη στη ζωή και παραιτημένοι απ’ αυτή.
Η Σώτη Τριανταφύλλου μ’ αυτό το βιβλίο μοιάζει να επιστρέφει με χιούμορ πολλή και τρυφερότητα στ’ αχνάρια που χάραξε με το «Εργοστάσιο των μολυβιών», αφού μας δίνει ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δεν είναι ακριβώς τέτοιο, ταξιδεύοντάς μας με τον ιδιαίτερο δικό της τρόπο στο χώρο και στο χρόνο. Το κείμενο κυλάει γρήγορα και απολαυστικά, με κινηματογραφικούς ρυθμούς, και οι ατάκες περισσεύουν. Αντιγράφουμε:

«...αν ο Ευγένιος προσευχόταν για κάτι, θα ζητούσε να μη γίνει ποτέ άνθρωπος χωρίς ερωτηματικά...»

«Φανταστείτε να μην είχαν σταυρώσει τον Ιησού. Φανταστείτε να τον είχαν παλουκώσει! Οι εκκλησίες θα ήταν τίγκα στα παλούκια! Αντί να σταυροκοπιούνται οι χριστιανοί, η λαίδη ντε Μπιουτ, η μις Λύντια και τα λοιπά – θα έκαναν το σημάδι του παλουκιού! Και θα φορούσαν αλυσιδίτσες από τις οποίες θα κρέμονταν μικροσκοπικά χρυσά παλούκια...»

«Βάρβαροι, μις, είναι όσοι θεωρούν βάρβαρους όσους δεν τους μοιάζουν.»

«... η νεανική ηλικία είναι η εποχή των μεγάλων ναυαγίων...»

«...έρωτας είναι ό,τι μπορεί να προδοθεί...»

«Στήνοντας πολέμους, Σταμπς, η μετριότητα αποκτά κύρος...»

«...φαίνεται πως ό,τι μου αρέσει είναι είτε ανήθικο, ή παράνομο, είτε παχαίνει κι αρρωσταίνει... όταν δεν σκοτώνει.» (Αυτό κάπου μου θυμίζει Όσκαρ Ουάιλντ)

«Η χριστιανική κόλαση είναι φωτιά, η ειδωλολατρική είναι φωτιά, η μουσουλμανική φωτιά, η ινδουιστική επίσης! Αν πιστέψουμε στις θρησκείες, Γιουτζήν, ο Μεγαλοδύναμος είναι ψήστης!»

«...ο κόσμος είναι όπως είσαι εσύ ο ίδιος.»

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμη αραδιάζοντας μικρά αποσπάσματα, αλλά δε θα το κάνω. Θα πω μονάχα ότι το «Λίγο από το αίμα σου» είναι κάτι σαν ένα ταξίδι, το οποίο πολύ απόλαυσα.

Κλείνω αυτή την παρουσίαση με μια μικρή, αναγκαία κατ’ εμένα, διόρθωση: Ο έλληνας του βιβλίου, ο Παπαδούλης, δε θα μπορούσε να πει στα 1970 ότι «η περήφανη Ροδεσία έγινε Ζιμπάμπουε», αφού η χώρα άλλαξε το όνομά της δέκα χρόνια μετά.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Σώτη Τριανταφύλλου: Λος Άντζελες

Πήρα, επιτέλους, στα χέρια μου το Λος Άντζελες της Σώτης Τριανταφύλλου και του Πέτρου Νικόλτσου. Το διάβασα αμέσως, με μια ανάσα, και η πρώτη ιδέα που σχηματίστηκε στο μυαλό μου ήταν πως έπρεπε να τιτλοφορείται «Νέα Υόρκη». Βλέπετε, είμαι από τους τυχερούς που έχουν στην κατοχή τους τα βιβλία «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και «Άλφαμπετ Σίτυ», πάνω στα οποία βασίστηκε η συλλογή, κι έτσι τα κείμενα μου ήταν γνωστά. Και τα περισσότερα από αυτά μιλούσαν για τη Νέα Υόρκη και όχι για το Λος Άντζελες.
Ύστερα, ωστόσο, το ξανασκέφτηκα το θέμα και κατέληξα ότι ο τίτλος είναι άσχετος. Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι που έχουν σημασία. Τα κείμενα που μιλούν για μια Αμερική που γνώρισε πολύ καλά η Σώτη και για τη μικρογραφία της, το Λος Άντζελες, που φωτογράφισε όμορφα ο Νικόλτσος.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο δεν μπορεί παρά να προσέξει κανείς ότι πολλές φορές οι εικόνες και τα λόγια δε «συμβαδίζουν», κι αυτό είναι αναπόφευκτο αφού τα κείμενα προηγήθηκαν των φωτογραφιών. Είναι κάτι όμως που τα δένει: μια υπόγεια αίσθηση νοσταλγίας. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του ενός καλλιτέχνη μοιάζουν πολλές φορές να κάνουν μακροβούτι στις αναμνήσεις του άλλου. Λες και προβαίνουν σε κάποια αλληλο-εξομολόγηση, που βγαίνει αβίαστα στο βιβλίο.
Όπως ανέφερα και πιο πριν, τα κείμενα τα έχω διαβάσει εδώ και καιρό, πολλές φορές μάλιστα, και τα έχω απολαύσει όσο λίγα από τα γραφτά της συγγραφέως, έτσι δεν μπορώ να προσφέρω κάποια αντικειμενική κρίση γι’ αυτά. Ωστόσο, με το κρύο μάτι του φωτογράφου, οφείλω να ομολογήσω ότι κάποιες από τις φωτογραφίες δε μου άρεσαν τόσο (αν και κάποιες άλλες με ενθουσίασαν). Μιλώ για λίγα ουσιαστικά πλάνα όπου βλέπει κανείς «κομμένα» κεφάλια ή όπου ο φωτισμός είναι πολύ άνισος ή που ολόκληρη η σκηνή είναι υπερφωτισμένη. Αν δεν επρόκειτο για βιβλίο που στηρίζεται τόσο στο λόγο όσο και στην εικόνα, ίσως να μην κάναμε αυτές τις επισημάνσεις.
Όπως και νάχει, με τα μικρά του ελαττώματα ή χωρίς, το Λος Άντζελες είναι μια όμορφη συλλογή, που θα δώσει την ευκαιρία στους φίλους της συγγραφέως να ανακαλύψουν -για πρώτη, ίσως, φορά- κάποια από τα παλιά της κείμενα, αλλά και να γνωρίσουν, μέσα από τις εικόνες, μια άλλη όψη της αμερικανικής μεγαλούπολης.
Κλείνουμε αυτή την αναφορά μ’ ένα απόσπασμα:
«Αναρωτιόμουν – αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν είχαμε παντρευτεί εκείνον που μας άρεσε στο λύκειο, αν είχαμε ζήσει με τη χάρη του 19ου αιώνα, αν είχαμε δεχτεί τον κόσμο. Πώς θα ήταν χωρίς ταξίδια ασθμαίνοντα, χωρίς αστέρια αφρίζοντα – πώς θα ήταν αν ζούσαμε με τους κανόνες των άλλων, αν τις νύχτες κοιμόμασταν μέσα σε υδάτινα τοπία και νούφαρα. Αναρωτιόμουν – πώς θα ήταν χωρίς αυτά τα αρχαϊκά ζώα, τα δηλητηριώδη φυτά, χωρίς αυτά τα παράκαιρα όντα, τα εκπεσόντα. Κάθε βράδυ, όταν συναντιόμασταν στους μεγάλους λιμενοβραχίονες, μέσα στις αμφίβολες συγχρωμίες, θυμόμουν εσένα, εσένα και τη φωτιά που σε χαράζει – κι αναρωτιόμουν πώς θα ήταν.»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

Η Σώτη Τριανταφύλλου στους Χάρτες...

την ερχόμενη Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου, στις 9 το βράδυ, σε πάρτυ-παρουσίαση (αν κατάλαβα καλά) του βιβλίου Λος Άντζελες.
Στις μουσικές θα είναι ο Κώστας Αρβανίτης.
Καλά να περάσετε...

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

Η Σώτη στο FNAC

Πήρα την πιο πάνω πρόσκληση από τη Σώτη Τριανταφύλλου και την "αναμεταδίδω".
Κάντε διπλό κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τις πληροφορίες, μια και εδώ δεν διακρίνονται καθαρά.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Ένα υπέροχο μίλι

Από το Άλφαμπετ Σίτυ της Σώτης Τριανταφύλλου

You are my whole estate
H.D.


Ήρθε μια υπέροχη χρονιά όπου κάθε στιγμή φοβόμουν πως θα γίνει ανάμνηση. Το παρόν κυλούσε στο παρελθόν πριν προλάβω να δω τα θραύσματα, πριν προλάβω να τα εγκαταλείψω. Θυμόμουν τότε που δεν είχα δέρμα, τότε που ανήκα στο πλήθος του Άλφαμπετ Σίτυ, τότε που ανταποκρινόμουν εκεί που έλειπαν οι άλλοι. Έπειτα, οι μέρες έγιναν χρήσιμες, οι νύχτες ακίνητες: όλοι νόμιζαν πως είχα αρχίσει να πιστεύω σε κάτι, πως είχα επιτέλους αποφασίσει να ζήσω μέσα στον κόσμο. Ήμουν ευγενική αλλά ήθελα να φωνάξω, κάθεστε εκεί, με τα μεγάλα σας κεφάλια, περιμένετε πότε θα γίνουν όλοι ίδιοι με σας, πότε θα μάθουν να πίνουν μπουγαδόνερα, ποτέ θα βυθιστούν στην υπεροψία που θεωρείται σοβαρότητα: όλη εκείνη τη χρονιά, έβλεπαν σε μένα ένα ομοίωμα, όχι αυτό που ήμουν. Λογική έχετε, σκεφτόμουν – φαντασία δεν έχετε: σήμερα με θεωρείτε μάγισσα που ανένηψε, αλλά, αν με βρίσκατε τη νύχτα στο δάσος θα με καίγατε. Μου χαμογελάτε γιατί είμαι καλή, δεν κάνω φασαρίες, δεν βρίζω, δεν φτύνω, δεν γρυλίζω: και, παρ’ όλ’ αυτά, δε μας ενώνει τίποτα – έτσι γλυκά κι ανούσια που είναι όλα, κινδυνεύετε να πάτε στον παράδεισο και να βαρεθείτε θανάσιμα. Ναι, ήταν μια υπέροχη χρονιά που έφυγε χωρίς αλλαγή γεωγραφικού πλάτους, σαν ένα όνειρο που διαρκεί περισσότερο απ’ τη νύχτα. Έπειτα, τα κοσμικά συμβάντα παραμορφώθηκαν κι εγώ έφυγα, είπα, θα γυρίσω την άνοιξη – αλλά δεν γύρισα. Δεν γύρισα. Ούτε έμεινα κάπου συγκεκριμένα: γιόρταζα το μεγάλο μαύρο κενό – θυμόμουν που έλεγα στο Γιώργο, Ζούμε σαν τους ήρωες του Φιτζέραλντ, βάφουμε τις πόλεις κόκκινες, ξενυχτάμε μέσα σ’ αυτά τα κατάφωτα, θορυβώδη σπίτια, πίσω απ’ τους ήχους μας περιμένει η σιωπή και το σκοτάδι. Κι είμαστε το ίδιο χαμένοι γιατί γεννηθήκαμε πολύ αργά και μάθαμε ό,τι μάθαμε από διηγήσεις.Ήταν λοιπόν μια υπέροχη χρονιά που έλαμπε μέσα στους νεκρούς καθρέφτες. Ήταν σαν το ποίημα του Πόε στην Άνναμπελ Λη, σαν το πιο μεθυστικό κοκτέιλ φωτός, σαν την αρμονία ενός αιώνιου νότου. Κι όταν έφυγα, αναρωτιόμουν – Ποιος θα μου πληρώνει τα δωμάτια στα ξενοδοχεία, σε ποιον θα τηλεφωνώ με αντίστροφη χρέωση, σε ποιον θα διηγούμαι να ολισθηρά μου όνειρα – κι όμως, επέστρεψα στις βίαιες τελετουργίες, στις εικόνες τις μεταλλαγμένες, επέστρεψα στις μεταβατικές εκείνες ώρες όπου σκουπίζουν το Παρίσι, όπου ανοίγει το Σώστε τα Ρομπότ στην Ανατολική 3η οδό, όπου ανάβουν οι υπέργειες στοές. Θα τη θυμάμαι πάντα αυτή τη χρονιά – σαν το Υπέροχο Μίλι: έγινε αυτό που φοβόμουν – όπου ανοίγει το Σώστε τα Ρομπότ στην Ανατολική 3η οδό έγινε ανάμνηση. Κι εγώ που περίμενα πως οι σκιές θα σκουρύνουν, πως οι νόμοι θ’ ανατραπούν και πως ο χρόνος θα μας καταβροχθίσει, βρέθηκα πάλι κάτω απ’ την πραότητα των ουρανών. Δεν απελπίστηκα – αφού ποτέ δεν είχα ελπίσει.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Σώτη Τριανταφύλλου

Το ξέρω πως είναι τουλάχιστον κουφό, ένας "εκδιδόμενος" συγγραφέας να φτιάχνει μια ιστοσελίδα για κάποια "συνάδελφο", αλλά εντάξει, ποτέ δε φημιζόμουν κιόλας και για τη διαύγεια του μυαλού μου. Ακολουθεί η πρώτη σελίδα:

Κάποτε σε μια μεγάλη πόλη γεννήθηκε ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Όταν μεγάλωσε και πάλι Σώτη το έλεγαν. Μα, σαν έγινε λίγο γνωστό απέκτησε κι επίθετο. Αλλά, οι φίλοι της την ήξεραν σαν Σώτη.
Η Σώτη, λοιπόν, όταν ήταν μικρή έκανε πολύ μεγάλα όνειρα. Τεράστια όνειρα. Ήθελε κάποια μέρα να γίνει εκστατικά ευτυχισμένη. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, θα περνούσε πολύς καιρός. Έτσι, άκουε πολλή πολλή μουσική, διάβαζε πολλά πολλά βιβλία και παρέα με τον πιο καλό της φίλο έκανε πολλά πολλά και μακρινά ταξίδια με τη φαντασία της.
Όταν μεγάλωσε λίγο πήρε σβάρνα τις πόλεις του κόσμου για να μάθει γράμματα και να ρουφήξει τη ζωή. Αλλά, όσο κι αν τριγυρνούσε δω και κει, και πάλι δεν ένιωθε ικανοποιημένη. Πάντα κάτι της έλειπε ή μάλλον πάντα έψαχνε για να ’βρει κάτι άλλο. Τι ήθελε να βρει; Μα τη μαγική συνταγή. Εκείνη που θα της επέτρεπε να κάνει πάντα (ή, καλά, σχεδόν πάντα) αυτό που ήθελε. Πήγε, λοιπόν, στο Παρίσι και μετά στη Νέα Υόρκη, πήρε το τρένο για το Στίλγουελ και έζησε ευτυχισμένες μέρες στο Άλφαμπετ Σίτυ. Γνώρισε τους «αγγέλους της κόλασης» και την κόλαση των αγγέλων, παρέα με φίλους που έπιναν πολύ, γελούσαν πολύ, αγαπούσαν πολύ, ε, και που κάθε τόσο έβαζαν πολύ νερό στο κρασί τους. Κι ακολούθησε τον ήλιο οδηγώντας ένα «χοτ ροντ» για το Λος Άντζελες. Εκεί γνώρισε τον Καίσαρα κι έπαιξε και κιθάρα. Ίσως τότε να ήταν εκστατικά ευτυχισμένη ίσως και όχι.
Συνέχισε να ταξιδεύει. Να ταξιδεύει στο χώρο στ’ αλήθεια, και στο χρόνο μες στο μυαλό της. Στο μυαλό της που ήταν γεμάτο ιστορίες. Ιστορίες χαράς και λύπης, ζωής και θανάτου. Φανταστικές κι αληθινές ιστορίες. Ιστορίες που έπρεπε να γράψει και που μιλούσαν για το «Αύριο» που είναι «μια άλλη χώρα», για ένα «Υπόγειο ουρανό», για το πως περνά κανείς «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης». Μετά βούτηξε στην ιστορία κι έφτιαξε ένα «Εργοστάσιο μολυβιών», καβάλησε το κίτρινο υποβρύχιο των Μπιτλς και ταξίδεψε παρέα με την «Μαριόν στ’ ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση», λίγο προτού γνωρίσει τη Μόλλυ Γιάρροου, η ιστορία της οποίας της θύμιζε «Άλμπατρος».
Έγινε, τότε, εκστατικά ευτυχισμένη; Ίσως όχι, ίσως και να μην της πήγαινε τελικά. Ωστόσο, εξακολούθησε να φεύγει. Να φεύγει και να μαθαίνει και να λέει ιστορίες. Ιστορίες πολλές, μα που σχεδόν όλες μιλούσαν για ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Για ένα κορίτσι που το λένε Σώτη. Που είναι «ένα καλό παιδί που κλαίει και γελάει πολύ»...
Περισσότερα στην ιστοσελίδα...