Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ο Άγιος Πότης στον Φιλελεύθερο


Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Λάκης Φουρουκλάς, Ο Άγιος Πότης, Εκδ. Πάργα, 2011

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Πριν λίγες ημέρες συνάντησα στο Διαδίκτυο την ακόλουθη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα: «Ο “Άγιος Πότης” θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα “βιβλίο ζωής” για μένα». Και στη συνέχεια ξεκαθαρίζει πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα 29 διηγήματα που συνθέτουν το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες και σίγουρα κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Και ορθώς αποσαφηνίζει τον χαρακτηρισμό «βιβλίο ζωής», γιατί έχοντας παρακολουθήσει τα λογοτεχνικά βήματα του Λ. Φουρουκλά από την αρχή -έστω και αναδρομικά-, θα πρότεινα πως τον συγκεκριμένο όρο δικαιούνται να τον νέμονται από κοινού η νουβέλα του «Το λάθος πάθος» και η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου». Εν τούτοις, ο «Άγιος Πότης» γράφεται διαρκώς, ξανά και ξανά, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Συγκεντρώνει τα διηγήματα που διανύουν τη μέσα απόσταση της λογοτεχνικής παραγωγής του Φουρουκλά. Δεν είναι όμως το εργαστήριό του· και θα ήταν άδικο να υιοθετηθεί η αντίληψη πως πρόκειται για διηγήματα που δεν «εκχωρήθηκαν» στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ή για τα κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου.
Στον «Άγιο Πότη» ο φακός του Φουρουκλά μένει σταθερά προσηλωμένος στον άνθρωπο και την καθημερινότητά του: αφηγείται τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις του σ’ έναν κόσμο που ισορροπεί επικίνδυνα στο εσωτερικό οικοδόμημα των πρωταγωνιστών του που γκρεμίζεται και στήνεται διαρκώς ως την οριστική ερήμωση ή την τέλεια κάθαρση. Κι η τελευταία συνθήκη -η κάθαρση- συχνά κάνει την εμφάνισή της όχι ως τέλος της διήγησης μα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ηρώων του Φουρουκλά. Σαν να σκύβει σπλαχνικά ο συγγραφέας πάνω από τους φτωχοδιαβόλους της ζωής και να τους καθαρίζει από το σκοτάδι τους, για να λάμψει ως σπάνιο ορυκτό η αγνότητα των συναισθημάτων τους· αυτή που φαινομενικά έχει χαθεί στους δρόμους του αλκοόλ, της πορνείας ή του μικροαστικού νοικοκυριού.
Όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπάρχει μια χρονική απόσταση δεκαπέντε ετών ανάμεσα στην παλαιότερη ιστορία του βιβλίου («Έρωτας στη Βενετία», 1995) και την πλέον πρόσφατη που είναι «Η θυσία» (2009). Φυσική συνέπεια αυτής της μακράς διαδρομής που διανύει ο «Άγιος Πότης» είναι η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων, παρόλο που ο συναισθηματικός τόνος και η γλώσσα του συγγραφέα έχουν λειανθεί. Έτσι, η ανισότητα μάλλον αφορά τις περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη της πλοκής υπερκαλύπτει ή υπολείπεται της αναλυτικής προσέγγισης των χαρακτήρων.
Συνολικά, τα διηγήματα της συλλογής κινούνται από τους ματαιωμένους έρωτες που γνωρίζουν την άνθισή τους μεταγενέστερα στη ζωή των πρωταγωνιστών τους ή μένουν για πάντα ανεκπλήρωτοι μέχρι τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται κάποιος προς χάριν του άλλου μισού του. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο βιογραφικές, συντεταγμένες άλλοτε στον πλήρη ρεαλισμό κι άλλοτε σε συνθήκες ονείρου. Ιστορίες δραματικές ή και εκφορές της ανθρώπινης κωμωδίας. Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο και την παραφορά των ανθρώπινων παθών που εκτυλίσσονται με σκηνικό τη Βενετία, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά ακόμα και την Ταϊλάνδη ή την Ινδία. Συνθήκη που οδηγεί τον αναγνώστη να αναπλάσει τη μυθολογία του έρωτα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μα όχι να εστιάσει στην ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα που αποπνέει καθένας από τους παραπάνω αστικούς ιστούς.
Άλλωστε, στο εν λόγω βιβλίο ο άνθρωπος είναι η αναζήτηση έξω από χωροχρονικές παραμέτρους.
Κάποιοι από τους χαρακτήρες θα βρουν τις επιθυμητές απαντήσεις στην πορεία του βίου τους κι άλλοι όχι. Κάποιοι θ’ αγγίξουν την ευτυχία κι άλλοι θα συνεχίσουν να την ονειρεύονται ή να την εφιαλτούν.

Φιλελεύθερος 27 Νοε. 11

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Μια κριτική για την Αγγελική

Από το Μεγαλείο των τεχνών:

Παίρνοντας στα χέρια μου το "Αγγελική. Το Ημερολόγιο Μιας Πόρνης", η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα τίποτα το εντυπωσιακό. Ίσως να με επηρέασε ως έναν βαθμό ο όγκος του βιβλίου ο οποίος και δεν άφηνε πολλά περιθώρια για μεγάλες εξελίξεις. Και πραγματικά, οι εξελίξεις δεν ήταν μεγάλες. Ήταν όμως πραγματικές αφού, η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας είναι βασισμένη σε μια άλλη, αληθινή ιστορία. Είναι βασισμένη στην ιστορία μιας γυναίκας με άγια καρδιά κι αισθήματα που οι συνθήκες την ανάγκασαν να ακολουθήσει έναν δρόμο που της άφηνε μοναχά δύο επιλογές. Να μείνει για πάντα εκεί ακολουθώντας τον ως το τέλος του ή να μείνει όσο οι δυσκολίες απαιτούσαν. Εκείνη, διάλεξε το δεύτερο βγαίνοντας από 'κει όχι βρώμικη αλλά, καθαρή και αμόλυντη.

Η ιστορία της Αγγελικής δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Ξεκινάει από την ελλαδική επαρχία εξιστορώντας μας την τύχη μιας κοπέλας, όπως τόσες και τόσες της παλαιάς εποχής είχαν. Εξαναγκασμένη σε έναν γάμο που ποτέ δεν θέλησε, ζώντας υπό το καθεστώς της τρομοκρατίας του φαινομενικά καλού νοικοκύρη, μέσα στον οποίο ζούσε και θέριευε ένα τέρας χωρίς αναστολές. Και εκείνη εκεί, σιωπηλός μάρτυρας να αντέχει και να υπομένει μέχρι να μπορέσει να ξεφύγει, όχι για να σώσει την δικιά της ζωή αλλά, για να μπορέσει το δικό της παιδί να δεχτεί όλη την αγάπη και την στοργή που εκείνη στερήθηκε από την δικιά της μάνα και που η έλλειψη των αισθημάτων αυτών την καταδίκασε στο μέλλον που ακολούθησε. Ένα μέλλον που ο βιασμός της ψυχής της ήταν πιο επώδυνος από εκείνον της σάρκας και η απόφαση να ακολουθήσει μια ζωή πορνείας πιο εύκολη από το να καταδικάσει την κόρη της.

Η γραφή του Λάκη Φουρουκλά κελαρυστή, σε παρασύρει στο να διαβάσεις την ιστορία της Αγγελικής χωρίς να πάρεις ανάσα, αντιμετωπίζοντάς την, όχι με αντρικό κυνισμό και κριτική αλλά, με κατανόηση και την γυναικεία ευαισθησία που της αξίζει. Όπως άλλωστε ο ίδιος την χαρακτηρίζει, η Αγγελική είναι μια αγία εν αναμονή και διαβάζοντας την ιστορία της, δεν αμφιβάλουμε λεπτό γι' αυτό. Δεν έγινε κατ' επιλογήν πόρνη αλλά κατ' ανάγκην. Το γεγονός ότι δεν έμεινε στον δρόμο αυτό αλλά τον εγκατέλειψε αμέσως μόλις μπόρεσε πιστοποιεί το γεγονός αυτό. Παράλληλα όμως το πιστοποιεί και η πρόοδος της ζωής της από 'κει και μετά. Μπορεί αν μην ήταν εύκολη όμως, μπόρεσε να παλέψει για χάρη της και να την διεκδικήσει, να την ζήσει όπως ακριβώς λαχταρούσε και όπως ακριβώς άξιζε.

Το δράμα, το χιούμορ και η ευαισθησία, συνδυάζονται εξαίσια σε μια ιστορία υπομονής και προσμονής. Και αν μέχρι στιγμής μόνο καλά λόγια έχω να πω για το βιβλίο αυτό, ήρθε η ώρα να εκφράσω το μοναδικό του αρνητικό στοιχείο. Γιατί μπορεί η πλοκή να εξελίσεται ομαλά και αβίαστα ωστόσο, θα ήθελα να είναι λίγο μεγαλύτερη. Θα ήθελα να μάθω και άλλα πράγματα για την Αγγελική, να ανακαλύψω ακόμα περισσότερα για όσα διαδραματίστηκαν στην ζωή της, θα ήθελα να αντλήσω ακόμα περισσότερα από τις σκέψεις της. Δεν πειράζει όμως. Οι εξομολογήσεις κρύβουν την αξία τους όχι στο μέγεθος αλλά στο μεγαλείο τους και η Αγγελική, παρά τον βίο της, κρύβει τεράστιο μεγαλείο μέσα της.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Η "Αγγελική" στην εφημερίδα "Αλήθεια"

Έκανε, πάλι, το θαύμα του ο Λάκης Φουρουκλάς. Βύθισε τα πλήκτρα των ανησυχιών του στο βυθό και ανέσυρε ζαφείρια. Βέβαια, πόνος και ζαφείρια δεν έχουν μεγάλη συνάφεια. Ή μήπως έχουν; Εάν κρίνω από την αντοχή της ηρωίδας του, αλλά και από τον περίτεχνο, μέσα στη λιτότητά του, τρόπο γραφής του συγγραφέα, τότε, ναι, έτσι έχουν τα πράγματα.
Κακά τα ψέματα: εάν δεν βυζάξεις το δάκτυλο της απόγνωσης, δεν έχεις καταλάβει το παραμικρό για τη ζωή η οποία, μεταξύ μας, είναι η πιο πρόστυχη πόρνη από τον καιρό που εμφανίστηκε το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο. Πόρνη είναι και η Αγγελική, μα την έσπρωξαν οι ανάγκες. Θα μου πεις, προφάσεις εν αμαρτίαις, μα θα σε διαψεύσω. Άλλωστε, οι μεγαλύτερες ευλογίες μας είναι οι αμαρτίες μας. Αυτό πρέπει να το γνωρίζει καλά ο Λάκης Φουρουκλάς, εξ ου και, δεν θεωρεί προσβολή αυτά που διαπράττει η Αγγελική, στην προσπάθειά της να κρατηθεί από κάπου, να γαντζωθεί στο φράκτη της υπομονής, να παλέψει για τα όνειρά της και, κυρίως, για τα όνειρα της κόρης της.
Ένα άλλο συγγραφικό τέχνασμα που ανεβάζει περισσότερο την αξία του βιβλίου είναι η σπαρακτική, μα λυρική, αφήγηση εκ μέρους της Αγγελικής, αφού νιώθει ότι μόνο έτσι θα εισπράξει την κατανόηση της κόρης της, η οποία, στο μεταξύ, έχει μεγαλώσει και δραπέτευσε από τις ετικέτες που φυλακίζουν τους ανθρώπους.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Λάκης Φουρουκλάς καταδύεται στη θάλασσα των ψυχών. Θα έλεγα ότι, πια, αποτελεί μάστορα στο είδος. Τρυφερός, ευαίσθητος, με μια αγκαλιά που ξεχειλίζει από συγχώρεση, αλλά και συγχρονισμένος με το πνεύμα της εποχής, έστω κι αν οι διηγήσεις του μας πάνε πίσω στο χρόνο, προσεκτικός με τις λέξεις, επιεικής με τα λάθη, δεν ωραιοποιεί, ούτε εξιδανικεύει. Δείχνει την πληγή, δείχνει και το βάλσαμο.
Η Αγγελική, το ημερολόγιο μιας πόρνης, εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία, πέφτει στην καρδιά μας σαν πιστολιά. Οπωσδήποτε όμως, είναι ένα μυθιστόρημα που χειρουργεί τον κάλπικο ντουνιά μέσα στον οποίο ζούμε. Τόσο κάλπικο που, ενώ πουλάει την ψυχή του στο διάβολο, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του επειδή η Αγγελική, ή κάποια Αγγελική, πουλάει το σώμα της στο διάβολο, μολονότι το κάνει, αν μη τι άλλο, με εντιμότητα και για καλό σκοπό.
*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος.

ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΝΙΟΥ
Εφημερίδα "Αλήθεια". Κύπρος

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Παρουσιάζοντας στην Κύπρο τον Όμηρο Αβραμίδη




Το πρώτο βιβλίο του Όμηρου Αβραμίδη που διάβασα ήταν το τρίτο και το στερνό το δεύτερο. Ανάμεσα στο «Με τα μάτια της ψυχής» και το «Ο δρόμος του φεγγαριού» είχα την ευκαιρία να βυθιστώ αρκετές ακόμη φορές στα ταξίδια στην αγάπη που τόσο γενναιόδωρα μας χαρίζει ο συγγραφέας. Ναι, ταξίδια στην αγάπη, αυτό ακριβώς είναι οι ιστορίες του. Στην παρατημένη αγάπη, στην αγάπη που γεννιέται και ξεψυχά, στην αγάπη που θριαμβεύει, κι ας συχνά-πυκνά χάνει το αντικείμενό της. Στην αγάπη και στο θάνατο.
Ο θάνατος και η αγάπη μοιάζουν να πηγαίνουν χέρι-χέρι στα βιβλία του Όμηρου. Οι ήρωές του ζουν με πάθος, αγαπούν απελπισμένα και κάποιοι απ’ αυτούς πεθαίνουν πριν να δουν τον έρωτά τους να φτάνει στο αποκορύφωμά του. Όχι, η ζωή δεν είναι ένα κουτί με σοκολατάκια, όπως επιμένει ο κύριος Φόρεστ Γκαμπ. Η ζωή είναι αγώνας κι αγωνία, άνοδος και πτώση, κακία και καλοσύνη. Η ζωή είναι ο άνθρωπος με τα θετικά και τα αρνητικά του, με τους πόθους και τα πάθη του, με τις μικροπρέπειες και τα κουσούρια του. Ο άνθρωπος, που σε μια ιστορία βλέπουμε να δείχνει της ψυχής του την όμορφη ουσία, απ’ την πρώτη στιγμή ως την τελευταία, και να πεθαίνει αφήνοντας πίσω του μια «Ακριβή κληρονομιά», κι ας αδυνατεί η κοινωνία να του συγχωρέσει το παρελθόν του. Ο άνθρωπος που σε μια ιστορία διαφορετική αγωνίζεται με νύχια και με δόντια ν’ απελευθερώσει την πατρίδα του, που γίνεται θύμα και θύτης στο βωμό μιας «Κίτρινης Σημαίας». Ο άνθρωπος που στέκεται σθεναρά δίπλα στον αγαπημένο ή την αγαπημένη του, για ν’ ακούσουν συντροφιά το «Τραγούδι της βροχής», που περισσότερο με καταιγίδα μοιάζει. Ο άνθρωπος, που πέφτει με τα μούτρα στη δίνη του έρωτα, που αψηφά θεούς και δαίμονες για να ζήσει με της ψυχής του το ομορφότερο μισό, εκείνο που εξωγενείς παράγοντες προσπαθούν με νύχια και με δόντια, με μίσος και βία να του στερήσουν.
Θύματα θυμίζουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές στο έργο του Όμηρου Αβραμίδη. Θύματα και ήρωες. Μα ήρωες ανθρώπινους. Ήρωες που γνωρίζουν τι πάει να πει πόνος, που τον έζησαν από πρώτο χέρι, που γεύτηκαν χάρη σ’ αυτόν την πίκρα της ζωής. Ήρωες της διπλανής πόρτας. Γι’ αυτό και οι αναγνώστες ταυτίζονται τόσο συχνά μ’ αυτούς. Γι’ αυτό τους αγαπούν. Αυτός/αυτή, θα μπορούσα να είμαι εγώ, σκέφτονται, κι έτσι μπορούν και νιώθουν βαθιά μέσα τους το φανταστικό, μα ωστόσο, βαθιά πραγματικό τους δράμα, και τη δημιουργημένη από τη γραφίδα του συγγραφέα και της ζωής, χαρά.
«Αν θες να σ’ αγαπούν οι άνθρωποι, μάθε να τους αγαπάς» διαβάζουμε σ’ ένα από τα έντεκα απανθίσματα ζωής στο «Η αγάπη είναι το μυστικό.» Κι αυτό ακριβώς είναι το μυστικό της επιτυχίας του συγγραφέα: γράφει για την αγάπη – με τρόπο άμεσο, προσπαθώντας να πορευτεί με ηρεμία και ανησυχία στις ψυχές των ανθρώπων, να βρει που θα τον πάνε «Οι δρόμοι της καρδιάς». Αυτοί οι επίφοβοι δρόμοι, με τα κρυφά μονοπάτια και τις κρυμμένες στις στροφές τους οδύνες. Αυτοί που μπορεί να οδηγήσουν στη φυγή, ή και στην αναπότρεπτη επιστροφή. Αυτοί που ίσως σε κάνουν να πετάξεις στα ουράνια, «Με τα φτερά της ελπίδας» ή να σε ρίξουν στο βάραθρο ύστερα από μια «Ανοιξιάτικη μπόρα.»
Η ζωή είναι ένα ταξίδι: όμορφο, οδυνηρό, ονειρικό, εφιαλτικό. Ένα ταξίδι σε τόπους, ψυχές και στου καθενός την άγνωστη ουσία. Κι οι ήρωες των ιστοριών, που είχαμε την τύχη να διαβάσουμε, ταξιδεύουν ακατάπαυστα. Στην Κύπρο, στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Και παντού χαίρονται το ίδιο. Και παντού πονάνε το ίδιο. Και πεθαίνουν παντού. Ναι, ο συγγραφέας, με τρόπο τρυφερά σκληρό, σκοτώνει ξανά και ξανά τους ήρωες, τα δημιουργήματά του. Μοιάζει να θέλει να μας πει ότι δεν έχει σημασία το αν κάποιος ζει και πεθαίνει, μα το πώς έζησε και τι άφησε πίσω του πεθαίνοντας. Κι αυτή, η άκρως αντιεμπορική επιλογή πετυχαίνει. Αυτή χαρίζει στις ιστορίες του το ιδιαίτερο χρώμα τους, αναδεικνύουν την ουσία. Και καταρρίπτει τους μύθους. Και τους καταρρίπτει επειδή τους απορρίπτει. Απορρίπτει την ιδέα της εικονικής ευτυχίας και επικεντρώνει στα πιο σημαντικά, κι ας είναι οδυνηρά. Ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο πράγμα στη ζωή, φαίνεται να είναι το μότο του Αβραμίδη, και οι αναγνώστες προφανώς συμφωνούν μ’ αυτό.
Ο θάνατος, που δίνει επιβλητικά το παρόν του και στο νέο μυθιστόρημά του, το «Τρίτο πρόσωπο», στο οποίο παρατηρούμε μια μικρή στροφή στη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία. Κι αυτό επειδή, για πρώτη φορά, η αγάπη δεν μοιάζει να έχει το πάνω χέρι στην υπόθεση, ή, ίσως, και να το έχει. Εκείνο που κάνει ετούτο το γραπτό να διαφέρει από τα προηγούμενα είναι ότι ξεχειλίζει από αναπάντητα ερωτήματα, το διατρέχει απ’ άκρη ως άκρη, μια αύρα μυστηρίου. Όχι, μην ανησυχείτε, το βιβλίο δεν είναι αστυνομικό. Είναι ωστόσο μια ιστορία γραμμένη κινηματογραφικά, με καταιγιστικούς ρυθμούς, που δεν σε αφήνουν στιγμή να την παρατήσεις, που δεν το κάνει η καρδιά σου να την αφήσεις στη μέση, μέχρι να μάθεις τι πραγματικά έχει συμβεί.
Τι ήταν όμως αυτό που ώθησε το συγγραφέα, να εγκαταλείψει φαινομενικά την επιτυχημένη του συνταγή, και να προσπαθήσει να πορευτεί σε κάποια δήθεν άγνωστα μονοπάτια; Τίποτα. Γι’ αυτό και το δήθεν που ανέφερα πιο πάνω. Το μυστήριο δεν είναι κάτι καινούριο στα μυθιστορήματα του Αβραμίδη. Το μόνο που αυτή τη φορά είναι έντονο. Κι αυτό ακριβώς είναι το πιο δυνατό στοιχείο στο «Τρίτο πρόσωπο». Για να το πω απλά: η συνταγή έμεινε η ίδια, ωστόσο το φαγητό έγινε πιο εύγευστο, χάρη στα νέα καρυκεύματα.
Ας πάμε όμως στην ιστορία μας, που παίρνει μπρος δυναμικά, με ένα φονικό. Ένας άντρας, ο Νικηφόρος, συνέρχεται μετά από μια λιποθυμία, για να αντιληφθεί με τρόμο ότι η γυναίκα με την οποία στιγμές πριν έκανε έρωτα είναι νεκρή. Και το χειρότερο; Στα χέρια του κρατά σφικτά το φονικό όπλο. Μέσα στη δίνη του πανικού εγκαταλείπει βιαστικά τη σκηνή και βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο σπίτι του. Κάθεται εκεί, στα όρια της απελπισίας, και προσπαθεί να τιθασεύει τις σκέψεις του, να τις κουμαντάρει, για να θυμηθεί τι συνέβη, μα δεν τα καταφέρνει. Προτού καν συνέλθει από το σοκ, τίθεται υπό κράτηση για την εν ψυχρώ δολοφονία της Μαρίας Μαρκαντώνη, μιας επιτυχημένης επιχειρηματία. Τα στοιχεία που υπάρχουν εναντίον του είναι συντριπτικά, κι οι πιθανότητες να μπορέσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του ισχνές. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα. Κι ο Νικηφόρος, που παρά την όποια ατυχία του, στάθηκε αφάνταστα τυχερός στη ζωή του, έχει γύρω του κάποιους που τον πιστεύουν και τον εμπιστεύονται με κλειστά μάτια, κάποιους που είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν την αθωότητά του.
Όσο το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται, τόσο περισσότερο περιπλέκεται, αφού για κάθε μία απάντηση προκύπτουν δύο νέα ερωτήματα και οι ανατροπές είναι στην ημερησία διάταξη. Ποιος κρύβεται πίσω από το φονικό; Γιατί σκότωσε τη γυναίκα; Ποιος είχε να κερδίσει κάτι από το θάνατό της; Τι τους ώθησε να τον ενοχοποιήσουν; Πόσα διαφορετικά μονοπάτια μπορεί να διασχίσει μια βασανισμένη ψυχή;
Ο συγγραφέας πλέκοντας έντεχνα το μύθο του φτιάχνει μια ιστορία για τον έρωτα και το θάνατο που διαβάζεται απνευστί. Οι γρήγοροι, κοφτοί ρυθμοί της αφήγησης, το μυστήριο, τα αδιόρατα μυστικά και τα πάθη των ηρώων, καθιστούν «Το τρίτο πρόσωπο» ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία θυμίζει σύγχρονο αστυνομικό αφήγημα, επηρεασμένο από την αμερικανική παράδοση. Ετούτο το μυθιστόρημα αποδεικνύει ότι το ερωτικό και το αστυνομικό μπορούν να συνυπάρξουν άνετα σε μια ιστορία, χαρίζοντάς της αναπάντεχα μια άγρια ομορφιά.
Η ανανέωση είναι πάντα ένα στοίχημα για τους συγγραφείς, κι ο Όμηρος Αβραμίδης, αυτό το στοίχημα, σιγά-σιγά, μοιάζει να το κερδίζει. Και το πιο σημαντικό: οι αναγνώστες επιβραβεύουν αγοράζοντας τα βιβλία του, αυτούς τους ακροβατισμούς. Οι αναγνώστες. Όχι οι κριτικοί. Αυτοί επιμένουν να αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του, αφού προφανώς η επιτυχία του, δεν συμβαδίζει με τα κριτήριά τους. Εδώ πιστεύω ισχύει εκείνο το αρχαίο κινέζικο ρητό που αναφέρεται στο δάχτυλο και το φεγγάρι, για το τι έχει τη δυνατότητα να δει ο καθένας δηλαδή. Οι κριτικοί κοιτάνε το δάχτυλο, οι αναγνώστες το φεγγάρι. Κι αν ο συγγραφέας δεν δικαιώνεται στα έντυπα, κερδίζει το στοίχημα στις καρδιές. Εκεί όπου απ’ την αρχή στόχευε.
Διαβάζω, με το φτωχό μου ύφος, μα με συγκίνηση, ένα μικρό απόσπασμα από το «Η αγάπη είναι το μυστικό» - αυτό με το οποίο κλείνει το βιβλίο:
«Η αγάπη είναι το μυστικό. Τόσο απλό. Τόσο θαυματουργό. Γυρίζω την πλάτη μου στη μούχλα του χειμώνα, τραβάω για τον κόσμο που μ’ έκλεισε έξω, που τον έκλεισα έξω. Βγάζω το κλειδί και ξεκλειδώνω. Τόσο απλό. Το είχα πάντα μέσα μου. Σκουριασμένο από την αχρησία, χαμένο μέσα σ’ ένα σωρό από σκουπίδια, κάτω από την απληστία, τη φιλοδοξία, τη ζήλια, τη ματαιότητα. Ανασύρω το χρυσό κλειδί από το σωρό, το ξεπλένω και λάμπει, όπως πάντα το χρυσάφι. Κι ο κόσμος μου γεμίζει φως.»
Με περισσότερο από μισό εκατομμύριο αντίτυπα σε πωλήσεις και αμέτρητους αναγνώστες να πίνουν νερό και -προπάντων- κρασί στο όνομά του, με βιβλία βαθιά ανθρώπινα και μυθιστορήματα που ασχολούνται σε βάθος με την πονεμένη ιστορία του νησιού μας, ο Όμηρος Αβραμίδης είναι με διαφορά ο πιο άξιος εκπρόσωπος της μπανανίας της Κύπρου στο ψευδοκράτος των Αθηνών. Εύχομαι κάποια μέρα ο τόπος του να τον τιμήσει, όπως τον τιμάει αυτός, χαμηλόφωνα, χωρίς φανφάρες, με μια πρόποση στη δημιουργική του παρουσία.
Με το πιο πάνω κείμενο παρουσίασα τον πιο επιτυχημένο κύπριο συγγραφέα, Όμηρο Αβραμίδη, στο αναγνωστικό κοινό της Κύπρου στις 17 και 19 Ιουνίου. Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στα βιβλιοπωλεία Πάργα, Λευκωσίας και Λάρνακας και σ' αυτές μίλησε και η φίλη συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου (τρίτη φωτογραφία).

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Σκοτεινές Πορείες Βροχής


Κυκλοφορεί
από τις εκδόσεις Ενδυμίων

Κεντρική διάθεση

Βιβλιοπωλείο Νικολετάκης
Σοφούλη 3 Πεύκη

Βιβλιοθήκη του Ναυτίλου
Χαρ. Τρικούπη 48
Αθήνα



ΣΟΝΕΤΟ ΘΑΝΑΤΟΥ

Θάνατος το σκοτάδι σου
κι οι αμαρτίες σου θάνατος κι αυτές
ξεροπήγαδο χτισμένο μ’ αίμα
δάκρυα στεγνά στον πάτο


Αδιάκοπες ώρες σιωπής
κι οι απουσίες αχνές στο φέγγος
μια ανεμώνη στα σπάργανα της γης
που προσπαθεί να πάρει ανάσες


Έτσι στα άδυτα φτάνεις κουρασμένος
κι όλο τα χέρια σου ματώνεις στις σιωπές
κόσμου νεκρού , χρόνου Αορίστου


Κι οι δυο ψυχές , δική σου και δική μου
πάνω σε μαρμάρινο κρεβάτι νεκρές
τον έρωτά τους ζωντανεύουν

Ανακαλύψτε τη Μαρία Νικολάου και την ποίησή της στα μπλογκς που διατηρεί:

http://darkrain67.blogspot.com/
http://nestofpoetry.blogspot.com/
http://easthaiku.blogspot.com/
http://koxyliamelana.blogspot.com/

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

Το νέο τεύχος του "Διαβάζω"

Διαβάζω, μηνιαία επιθεώρηση του βιβλίου
(Τεύχος Οκτωβρίου 2008, Νο 489, σελίδες: 144, τιμή: 6,00 €)

Το τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Διαβάζω μόλις κυκλοφόρησε, εκφράζοντας έντονο προβληματισμό στο editorial σχετικά με την πληθώρα της εκδοτικής παραγωγής ελληνικών τίτλων και τις παρενέργειές της στην αγορά.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ – Κόντρα για τη διακειμενικότητα
Συνεχίζεται η διαμάχη για τη διακειμενικότητα, με αφορμή το βιβλίο Βίλα Κομπρέ του Αλέξη Σταμάτη. Ο τελευταίος απαντάει στην αρνητική κριτική του συντάκτη μας, Κώστα Κατσουλάρη, ο οποίος απαντάει και σχολιάζει με τη σειρά του.

ΕΡΕΥΝΑ – Το εκδοτικό μέλλον των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών
Τα τελευταία χρόνια το εκδοτικό τοπίο στον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών έχει αλλάξει εντυπωσιακά. Όλο και περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι εντάσσουν τους τίτλους τους σε εξειδικευμένες σειρές κοινωνικών επιστημών, τη διεύθυνση των οποίων αναλαμβάνουν αναγνωρισμένοι επιστήμονες. Το «Δ», σε μια προσπάθεια να αξιολογήσει τη σημασία αυτών των εκδόσεων, απευθύνθηκε σε 15 υπεύθυνους σειρών, ζητώντας τους μια αποτίμηση για την έως τώρα πορεία και τα μελλοντικά σχέδια, αλλά και έναν αναστοχασμό για την σημερινή κατάσταση στο χώρο αυτό. Επιμέλεια έρευνας: Σπύρος Κακουριώτης

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Ούγκο Φόσκολο: Ιταλός ή Έλληνας;
Ο Ούγκο Φόσκολο έζησε σε μία από τις πλέον ταραχώδεις περιόδους της ιστορίας και τα γραπτά του απεικονίζουν την εποχή του. Το ποιητικό του έργο και η φιλολογική του παρουσία τον τοποθετούν μεταξύ των μεγάλων ποιητικών μορφών της ιταλικής λογοτεχνίας. Στα ελληνικά γράμματα δεν βρήκε θέση, καθώς θεωρήθηκε «ξένο σώμα», αφού δεν έγραψε ποτέ στα ελληνικά. Παρόλα αυτά, δεν θα μπορούσε να προσπεραστεί από την ιστορία της επτανησιακής λογοτεχνίας, τη «μητρική πατρίδα», όπως αποκαλούσε τη Ζάκυνθο και την Ελλάδα. Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Διονύσης Μουσμούτης. Γράφουν, επίσης, οι: Στέφανος Ροζάνης, Μαρία Σγουρίδου, Θεοδόσης Πυλαρινός, Γεράσιμος Γ. Ζώρας, Ήβη Καζαντζή.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Η Stef Penney μιλάει στην Πόπη Μουσουράκη με αφορμή το πολυβραβευμένο βιβλίο της Η τρυφερότητα των λύκων (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος), το οποίο βρίσκεται σε πολλές χώρες στις λίστες με τα ευπώλητα και ετοιμάζεται να μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ: Για το βιβλίο Άνθη της αβύσσου, του Θανάση Βαλτινού, Μια δική σου ζωή της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, κ.ά.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ – Η αγορά του βιβλίου
Δημοσιεύονται ισολογισμοί όλων των ελληνικών εκδοτικών οίκων, με συγκριτικά στοιχεία ανά χρονιά από το 2000 μέχρι το 2007, όπου επισημαίνονται αρκετά ενδιαφέροντα σημεία σχετικά με τις ζημιές και τα κέρδη κάθε εκδοτικής επιχείρησης, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσεται.

Τέλος, στο τεύχος θα βρείτε όλες τις μόνιμες στήλες: σχόλια, courier, από μήνα σε μήνα, εκτός γραμμής, ως αναγνώστης, χωρίς προϋπηρεσία, περιοδεύων, a piacere, του δρόμου, οικονομολογίες, διαβάζω comics, διαβάζω θέατρο, κριτικογραφία, νέα από το χώρο και την αγορά του βιβλίου, βιβλία στο διαδίκτυο, κριτικές βιβλίων και παρουσιάσεις, ανταποκρίσεις από το εξωτερικό, τα ευπώλητα, κ.ά.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Μάρω Βαμβουνάκη – Η κραταιά αγάπη

Είναι κάποια βιβλία-μπαλάντες -ξέρετε, απ’ αυτά που μπορεί να διαβάσει κανείς με μια πνοή- στα οποία ξανά και ξανά επιστρέφω. Και είναι και κάποιοι συγγραφείς που μοιάζουνε να γράφουν κατ’ επανάληψη την ίδια ιστορία, οι οποίοι όμως καταφέρνουν πάντοτε να της δίνουν πνοή και νέο ενδιαφέρον. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι «Η κραταιά αγάπη». Μια τέτοια συγγραφέας είναι η Μάρω Βαμβουνάκη.
Ανοίγω την πρώτη σελίδα: Η ημερομηνία που το πρωτοδιάβασα και μια αφιέρωση, Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Θυμήθηκα. Και το γιατί θυμήθηκα και τους λόγους που μου άρεσε αυτό το βιβλίο. Σα μια κιβωτό από αναμνήσεις μοιάζει. Σα μια εξ’ αποστάσεως αυτοβιογραφία. Αγορασμένο από κάποια φίλη στο Ηράκλειο, η ιστορία μιλά για ένα έρωτα που γεννιέται και πεθαίνει στα Χανιά. Στα Χανιά, την πόλη μου, την πηγή κάθε έμπνευσης και τη γεννήτορα πλήθους αναμνήσεων.
Όχι, δε θα παρουσιάσω ετούτο το βιβλίο, δεν μπορώ. Απλά θα κλέψω στιγμές απ’ αυτό και θα σας τις μεταφέρω αυτούσιες, όπως ακριβώς πήραν ζωή απ’ τη γραφίδα της συγγραφέως. Πολλές φορές τα σχόλια είναι περιττά.

«...ορκίστηκε πως, ζωή αληθινή από δω και μπρος θα είναι ζωή χωρίς θεατρικές παραστάσεις μέσα της. Με όσο γίνεται λιγότερες έστω.»

«Στον έρωτα όπως και στην τέχνη, η φιλανθρωπία σημαίνει καταστροφή. Φοβάται όσους την κάνουν να τους λυπάται.»

«Δεν καταλάβαινε τίποτα, όμως αλλοίμονο κι αν η ζωή παιζότανε μόνο μ’ αυτά που συνειδητοποιούμε.»

«Κανένα όργανο αντρικό δεν είναι πιο ερωτικό από τη σκέψη του, απ’ την ειλικρίνεια που τη φλογίζει.»

«Οι απελπισμένοι άντρες είναι οι δυνατότεροι εραστές. Προσφέρονται χωρίς να διεκδικούν.»

«Για να αγαπήσεις αληθινά χρειάζεσαι είτε πίστη, είτε απόγνωση. Και τα δύο σπάνια, δυσκολότερο το πρώτο.»

«Το κάτεργο της ελευθερίας είναι το πιο δύσκολο να μάθω.»

«Ο ανικανοποίητος εγωισμός λιμοκτονεί για κάθε τι που του αρνούνται, ακόμα και για την καταστροφή.»

«Σπουδαίος, λέει, δεν είναι εκείνος που φαίνεται στα μάτια των άλλων σπουδαίος, αλλά αυτός που κάνει τους άλλους να νιώθουν κοντά του σπουδαίοι. Το γαλανό του βλέμμα τη βάφτιζε: μοναδική.»

Κάποιοι θα διαφωνήσουν με τα πιο πάνω, άλλοι θα έχουν αντιρρήσεις και μερικοί θα διαφωνήσουν. Τέτοιες σκέψεις, ωστόσο, είναι όμορφο να διατυπώνονται ανοικτά.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

Thomas Harris – The Silence of the Lambs

Για μια ακόμη φορά μπορώ να πω ότι η ταινία δεν αδίκησε τη «Σιωπή των Αμνών» του Τόμας Χάρρις, αλλά αντίθετα ανέδειξε τα δυνατά στοιχεία της στοιχεία.
Η υπόθεση λίγο-πολύ γνωστή απ’ την ταινία: Ένας κατά συρροή δολοφόνος σκορπά τον πανικό απάγοντας και δολοφονώντας γυναίκες και οι διωκτικές αρχές, που δέχονται ασφυκτική πίεση από τον τύπο και τους πολιτικούς, μοιάζουν να βρίσκονται σ’ αδιέξοδο. Κανείς απ’ τους ειδικούς δε φαίνεται ικανός να μπει στο μυαλό του δολοφόνου και να προβλέψει την επόμενη κίνησή του, έτσι όλα μοιάζουν χαμένα. Ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει στη σύλληψή του είναι ο Δρ. Χάνιμπαλ Λέκτερ, που κρατείται κάτω από υψηλά μέτρα ασφαλείας σε μια ψυχιατρική κλινική. Πώς να τον πείσουν, όμως, να τους μιλήσει; Ο Τζακ Κρώφορντ, που γνωρίσαμε από το προηγούμενο βιβλίο του Χάρρις, τον «Κόκκινο Δράκο», επιστρατεύει μια τελειόφοιτο της ακαδημίας του Εφ Μπι Άι, ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό.
Η Κλαρίς Στάρλινγκ, που υποδύθηκε με επιτυχία στην ταινία η Τζόντι Φόστερ, είναι μια λαμπρή φοιτήτρια, που θέλει όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο να επιτύχει και να μπει στο Σώμα, έτσι με που την καλεί ο Κρώφορντ, πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά, αλλά και σ’ ένα ταξίδι που θα την οδηγήσει στις σκοτεινές πλευρές της ψυχής και την αυτογνωσία. Ο Λέκτερ, που τη βασανίζει και τη συμπαθεί, της δείχνει με τον τρόπο του το δρόμο προς τη λύση του μυστηρίου.
Τα πράγματα, ωστόσο, περιπλέκονται, όταν ο δολοφόνος απαγάγει την κόρη μιας πανίσχυρης πολιτικού, με αποτέλεσμα ο Κρώφορντ να εξοστρακιστεί από την πρώτη γραμμή της έρευνας. Τώρα η Στάρλινγκ πρέπει είτε να υπακούσει τις εντολές των ανωτέρων της και να επιστρέψει στην ακαδημία ή να ακολουθήσει το ένστικτό της και, με τη βοήθεια και ανοχή του «προστάτη» της, να συνεχίσει να διερευνά την υπόθεση, βάζοντας προς το παρόν στον πάγο τα όνειρά της για καριέρα. Το δίλημμά της μεγάλο, αλλά κι η επιλογή που προβάλλει μπροστά της ξεκάθαρη.
Η «Σιωπή των Αμνών» είναι ένα καλογραμμένο, αλλά κάπως φλύαρο θρίλερ, που ίσως στα ίσως ενός άλλου συγγραφέα είχε καλύτερη τύχη. Ο Χάρρις, έχοντας την ευλογία να χειρίζεται ένα αβανταδόρικο χαρακτήρα, όπως του Λέκτερ, θα μπορούσε να γράψει ένα από εκείνα τα βιβλία που αφήνουν εποχή, τόσο με τη θεματολογία τους όσο και με τα πάθη των ηρώων τους. Αντί αυτού, όμως, τον προσεγγίζει μάλλον επιφανειακά, αποτυγχάνοντας να διεισδύσει εις βάθος στης ψυχής του τα σκοτάδια.
Απ’ τη δική τους πλευρά οι συντελεστές της ταινίας απομόνωσαν μ’ επιτυχία τα σημεία εκείνα που έκαναν το βιβλίο να ξεχωρίζει και τα ανέδειξαν με τρόπο κινηματογραφικά μοναδικό.
Την αίσθηση του ανεκπλήρωτου μού άφησε η ανάγνωση αυτού του έργου.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Thomas Harris – Red Dragon

Ο «Κόκκινος Δράκος» του Τόμας Χάρρις έγινε γνωστός μετά την επιτυχία που σημείωσε «Η σιωπή των αμνών». Λόγω του ότι σαν ταινία κυκλοφόρησε πρώτα το τελευταίο, πολλοί θεώρησαν ότι σ’ αυτό το βιβλίο ήταν που έκανε την πρώτη του εμφάνιση ο περιβόητος Χάνιμπαλ Λέκτερ, κάτι που ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο γνωστός ιδιοφυής κανίβαλος της λογοτεχνίας και της μεγάλης οθόνης έκανε το ντεμπούτο του στον ανά χείρας τόμο.
Το βιβλίο αυτό καταπιάνεται με τα έργα και τις ημέρες ενός κατά συρροή δολοφόνου, που στη διάρκεια δύο μηνών ξεκληρίζει δύο ολόκληρες οικογένειες. Οι διωκτικές αρχές είναι σίγουρες ότι θα κτυπήσει ξανά πριν την επόμενη πανσέληνο και, βρισκόμενες σε αδιέξοδο, ζητούν τη βοήθεια ενός ντετέκτιβ που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση.
Ο Γουίλ Γκράχαμ ήταν εκείνος που συνέλαβε τον Λέκτερ και τώρα καλείται να τα βάλει με το «θαυμαστή» του, τον οποίο οι μπάτσοι βαφτίζουν «Νεράιδα των δοντιών» -λόγω του ότι άφησε το αποτύπωμα των δοντιών του σ’ ένα θύμα- αν και ο ίδιος, όπως θα τους αποκαλύψει με μακάβριο τρόπο, προτιμά να τον αποκαλούν Κόκκινο Δράκο.
Καθώς ο χρόνος κυλά αμείλικτα και το φονικό σε αναμονή όλο και πλησιάζει, ο Γκράχαμ προσπαθεί να εισβάλει στην ψυχή του εγκληματία, να τον κατανοήσει, να μαντέψει τα κίνητρά του και να βρει τις αδυναμίες του, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού ώρες-ώρες νιώθει σαν κυνηγός φαντασμάτων.
Ο ντετέκτιβ και ο εγκληματίας μοιάζουν σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και σε κάποια ανύποπτη στιγμή ο τελευταίος το αντιλαμβάνεται αυτό, καθώς νιώθει σίγουρος ότι ο διώκτης του σκέφτεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται αυτός. Μοιάζει επίσης να ξέρει ότι ο Γκράχαμ γνωρίζει πως η κινητήριος δύναμη πίσω από τις πράξεις του είναι ο φόβος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο ντετέκτιβ κάποια στιγμή λέει: «Ο φόβος έρχεται με τη φαντασία. Είναι η τιμωρία, είναι το τίμημα της φαντασίας.»
Ο «Κόκκινος Δράκος» δεν είναι τόσο ένα μυθιστόρημα καταδίωξης όσο ένα ψυχολογικό θρίλερ, καθώς στη διάρκεια της ανάγνωσης καταδυόμαστε στα βάθη των ψυχών των ηρώων, μαθαίνουμε τα πιο κρυφά κι οδυνηρά τους μυστικά, και καταλαβαίνουμε ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις μόνο οι «εκλεκτικές συγγένειες» μπορούν να προλάβουν την καταστροφή.
Η μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη κρίνεται επιτυχημένη, αφού το κείμενο δεν αφήνει περιθώρια για σκηνοθετικές ακροβασίες. Με τα σημερινά δεδομένα ίσως να μοιάζει κάπως ξεπερασμένο, αλλά η συγγραφική μαστοριά του Χάρρις το κάνει να κρατά κάποια απ’ τη γοητεία του στο πέρασμα του χρόνου.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Michael Connelly – The Lincoln Lawyer

Το Lincoln Lawyer, όπως άλλωστε υποδεικνύει κι ο τίτλος, είναι ένα δικαστικό-δικηγορικό θρίλερ.
Είναι η ιστορία του Μίκι Χάλερ, ενός δικηγόρου που διεκπεραιώνει τις περισσότερες υποθέσεις του, κινούμενος στη διάρκεια της ημέρας από το ένα μέρος στο άλλο, με τη βοήθεια μιας Λίνκολν. Οι δουλειές του τον τελευταίο καιρό είναι πεσμένες, κι απλά εύχεται να βρει στο δρόμο του κάποια μεγάλη υπόθεση που θα τον «ξελασπώσει», όπως και τελικά συμβαίνει.
Ο πελάτης που αναλαμβάνει να υπερασπίσει είναι ένα πλουσιόπαιδο που κατηγορείται για την άγρια κακοποίηση μιας γυναίκας. Στην αρχή όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, και τα λεφτά που τόσο έχει ανάγκη δείχνουν να τον πλησιάζουν όλο και πιο πολύ, αλλά όπως λέει κι η παροιμία: «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά». Τι εννοούμε μ’ αυτό; Ε, να, ο πελάτης, που στα μάτια του στην αρχή φαντάζει αθώος, το θύμα κάποιας σκοτεινής πλεκτάνης, δεν είναι τελικά αυτό που δείχνει. Καθώς ο δικηγόρος βήμα το βήμα κτίζει την υπόθεσή του, εκείνος μοιάζει να έχει μια διαφορετική ατζέντα και πολλά φοβερά μυστικά, τα οποία δεν είναι πρόθυμος να μοιραστεί με τον πρώτο.
Ο Κόνελι καταφέρνει μέσα από μια ρέουσα πλοκή να φτιάξει ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, με ήρωες γεμάτους πάθη και αδυναμίες.
Εδώ δεν υπάρχουν σκληροί κι ανίκητοι μπάτσοι, ούτε και κάποιου είδους διάνοιες. Το βιβλίο, ωστόσο, ξεχειλίζει από ήρωες χειραγωγητές ή, αν προτιμάτε, εκμεταλλευτές – ανθρώπους που γνωρίζουν πράγματα και γεγονότα, ειδικούς στο δικαστικό σύστημα και την ανθρώπινη φύση, που μοιάζουν ικανοί να κάνουν το καθετί για να κερδίσουν. Κι ο Χάλερ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ένας απ’ αυτούς. Και ακριβώς για τούτο πού και πού μας θυμίζει τον αγαπημένο μπάτσο-ήρωα του συγγραφέα, τον Χάρι Μπος.
Αν σας αρέσουν τα δικαστικά θρίλερ του Τζον Γκρίσαμ σίγουρα θα σας αρέσει και τούτο το βιβλίο, με τους γοργούς ρυθμούς και τις πολλές ανατροπές του.Και σε μια προσωπική νότα: Δύο μόνο τίτλοι (που βρίσκονται καθοδόν) μου απομένουν για να ολοκληρώσω τη βιβλιογραφία του Κόνελι. «Αξίζει τον κόπο;» θα με ρωτήσει κανείς. Αν σας αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία, σίγουρα,» θ’ απαντήσω.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Philip Pullman – The Amber Spyglass

Το Amber Spyglass είναι το πιο χορταστικό από τα βιβλία της τριλογίας His Dark Materials. Σ’ αυτό ο Φίλιπ Πούλμαν αναλαμβάνει να δώσει τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, και να λύσει όλους σχεδόν τους γρίφους που έθεσε στους προηγούμενους δύο τόμους.
Περιπέτεια, μυστήριο και -όπως πάντα- αντιεκκλησιαστικό «μένος» είναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Ωστόσο, δε λείπουν κι οι εκπλήξεις καθώς η περιώνυμη κυρία Κούλτερ, η απόλυτη κακιά των προηγούμενων βιβλίων, σ’ αυτό εδώ μεταμορφώνεται. Όχι πως παύει να είναι εντελώς κακιά, όχι αυτό, αλλά να, αφήνει να εισβάλει μέσα της για πρώτη φορά η αγάπη, η αγάπη για την κόρη της, τη φοβερή Λύρα, που αναμένεται να παίξει σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία.
Η ιστορία αρχίζει με την «αιχμαλωσία» της Λύρα σε μια σπηλιά. Εκεί την κρατά τυλιγμένη βαθιά στο πέπλο του ύπνου η κυρία Κούλτερ, ώστε να την προστατέψει από το κακό που την παραμονεύει, καθώς βρίσκεται στο στόχαστρο της εκκλησίας. Καθώς ξοδεύει για πρώτη φορά με την κόρη της κάποιο χρόνο η κυρία Κούλτερ μοιάζει να κάνει αυτοκριτική και να προχωρά σε μια ψυχική κάθαρση, που θα την κάνει να δει τον κόσμο και τις αλήθειες του πιο καθαρά, και ν’ αντιληφθεί ότι το μεγαλύτερό της καθήκον δεν είναι άλλο από τη μητρική αγάπη. Την ίδια ώρα η υπνωτισμένη Λύρα επικοινωνεί με το νεκρό της φίλο Ρότζερ μέσα από τα όνειρά της, στον οποίο δίνει και την υπόσχεση ότι θα τον απελευθερώσει από τον Κάτω Κόσμο, όπου κατέληξε με δική της υπαιτιότητα.
Ενώ τα σύννεφα του πολέμου γίνονται όλο και πιο πυκνά, και οι σκοτεινές δυνάμεις της εκκλησίας πλησιάζουν όλο και περισσότερο τη Λύρα, αναλαμβάνει δράση ο Γουίλ, ο καλός της φίλος, που συντροφιά με την αρκούδα Ιόρεκ Μπάιρνισον και δύο μικροσκοπικούς ανθρώπους από τη φυλή των Γκαλιβεσπιανών θα σπεύσουν να τη σώσουν.
Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή αρχίζει μια μεγάλη περιπέτεια που θα οδηγήσει τους ήρωές μας αρχικά στον κόσμο των νεκρών και μετά στη γη των Μουλέφα, όπου και θα συναντήσουν τη Μαίρη Μαλόουν, μια επιστήμονα που κατάφερε να ταξιδέψει ανάμεσα στους κόσμους προσπαθώντας να σώσει τον εαυτό της, αλλά και ν’ αποσοβήσει μια μεγάλη καταστροφή. Την ίδια ώρα οι γονείς της Λύρα δίνουν τη μεγάλη τους μάχη με τον άρχοντα του κόσμου, ή αν προτιμάτε την Αρχή, σε μια προσπάθεια να σώσουν τους ανθρώπους από τα δεσμά της άγνοιας.
Το εξαιρετικό αυτό χρονικό των 465 σελίδων είναι ένα πέρα για πέρα απολαυστικό βιβλίο, που προσφέρεται τόσο για ανάγνωση στην παραλία, όσο και για μια κρύα νύχτα του χειμώνα. Ο Πούλμαν είναι ένας παραμυθάς με τα όλα του και μέσω της πένας και της φαντασίας του καταφέρνει αβίαστα και δίχως κόπο να μας ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς κι ανείπωτους.
Μάλλον θ’ αγοράσω σιγά-σιγά και όλα τ’ άλλα βιβλία που έχει γράψει ετούτος ο μοναδικός γραφιάς.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

David Baldacci – The Simple Truth

Αυτό είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα του επιτυχημένου συγγραφέα.

Είναι η ιστορία του Τζον Φισκ, ενός δικηγόρου του οποίου ο αδελφός βρίσκεται στυγνά δολοφονημένος, και του Ρούφους Χαρμς, κάποιου που ξόδεψε είκοσι πέντε χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που διέπραξε εν αγνοία του.

Όλα αρχίζουν όταν ο Χαρμς λαμβάνει ένα γράμμα από το στρατό, που ξαφνικά ρίχνει φως στα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης του, κάνοντάς τον να αντιληφθεί ότι για το φονικό που διέπραξε δεν έφερε ο ίδιος την ευθύνη, αλλά κάποια σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Με τα νέα δεδομένα στην κατοχή του καλεί το δικηγόρο του και του ζητά να καταχωρήσει έφεση σχετικά με την υπόθεσή του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο τελευταίος εσωκλείει σ’ ένα φάκελο τα στοιχεία και τα αποστέλλει στον προορισμό τους, αν και αμφιβάλλει κατά πόσο θα βρούνε το δρόμο τους προς τη δικαιοσύνη, αφού αυτά εμπλέκουν στη δολοφονία διάφορα σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής, στρατιωτικής και αστυνομικής σκηνής.

Ο φάκελος φτάνει στα χέρια του Μάικλ Φισκ, που δουλεύει στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο οποίος αντιλαμβανόμενος το μέγεθος και τη σοβαρότητα της υπόθεσης αποφασίζει να τη διερευνήσει προσωπικά προτού την καταχωρήσει στο σύστημα. Αυτό το μικρό ολίσθημα θα του στοιχίσει τη ζωή, αλλά θα σταθεί και η αφετηρία για ένα ντόμινο από γεγονότα που θα γκρεμίσουν πολλά είδωλα και θ’ αναδείξουν μεγάλα ψέματα στο πέρασμά τους.

Σ’ αυτή την ιστορία πραγματικότητα και ψευδαίσθηση βαδίζουν χέρι-χέρι και οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη, καθώς ο αδελφός του νεκρού, αποφασισμένος να διαλευκάνει την υπόθεση με κάθε κόστος, θα έρθει σε σύγκρουση με κάθε είδους εξουσία, θρυμματίζοντας τη δική του ζωή, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων που κινούνται γύρω του. Μοναδικός συμπαραστάτης στο μοναχικό του αυτό αγώνα θα σταθεί μια συνάδελφος του αδελφού του, που μοιάζει να βρίσκεται με τη σειρά της στο στόχαστρο κάποιων αδίστακτων εγκληματίων.

Αν και η «Απλή Αλήθεια» δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποια μεταγενέστερα βιβλία του Μπαλτάτσι, όπως το «Κάμελ Κλαμπ» και τους «Συλλέκτες», είναι ένα αξιόλογο θρίλερ που κάνει φύλλο και φτερό τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ και βάφει κάθε άλλο παρά με φωτεινά χρώματα τα έργα και τις ημέρες της περιβόητης CIA.

Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και είναι ότι πρέπει για τις νωχελικές ημέρες του καλοκαιριού.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

Philip Pullman – The Subtle Knife

Το The Subtle Knife είναι μια εκπληκτική περιπέτεια φαντασίας που απευθύνεται στα παιδιά κάθε ηλικίας (μάλλον από δώδεκα χρόνων και πάνω) – ακόμη και σε γεροχούφταλα σαν και μένα.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί το δεύτερο τόμο της τριλογίας του Φίλιπ Πούλμαν που τιτλοφορείται His Dark Materials.
Σ’ αυτό συναντάμε τη Λύρα Μπελάκουα, που είχαμε πρωτογνωρίσει στο The Golden Compass, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε πρόσφατα εδώ, σε ένα ακόμη ταξίδι γεμάτο δράση και ανατροπές, μικρές χαρές και μεγάλες λύπες. Άξιος συνοδοιπόρος σ’ αυτή τη νέα περιπέτεια στα σκοτεινά μονοπάτια των κόσμων είναι ο Γουίλ, ένα δωδεκάχρονο παιδί από την Οξφόρδη, που κατά λάθος γίνεται φονιάς.
Οι δυο τους θα μοιραστούν δύσκολες και οδυνηρές στιγμές, θα νιώσουν έντονα τα συναισθήματα του πόνου και της απώλειας, αλλά με νύχια και με δόντια θα αγωνιστούν ο καθένας για τους δικούς του στόχους, που στην πορεία αλλάζουν και συγκλίνουν.
Η μοίρα φαίνεται να τους οδηγεί σε καλά χαραγμένα μονοπάτια, που θα τους βγάλουν σ’ ένα άγνωστο μα αμετάκλητο προορισμό. Χωρίς καλά-καλά να το αντιλαμβάνονται, η Λύρα και ο Γουίλ είναι (στην περίπτωση της πρώτης) ή γίνονται (στην περίπτωση του δεύτερου) οι φορείς των μοναδικών όπλων που μπορούν να νικήσουν τις στρατιές του ουρανού στον πόλεμο που πλησιάζει. Ποια είναι τα όπλα αυτά; Το Αληθιόμετρο που από τον πρώτο τόμο κουβαλά μαζί της η Λύρα, και η Τελευταία Μάχαιρα (ελληνικά στο κείμενο), η οποία επιλέγει σα μεταφορέα και χειριστή της τον Γουίλ.
Και σ’ αυτό το βιβλίο ο Πούλμαν τα βάζει με την εκκλησία και τους κληρικούς (δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τα βιβλία του δέχτηκαν περισσότερα πυρά από εκείνα του Χάρι Πότερ), τους οποίους δε διστάζει να σκιαγραφήσει με τα πιο μελανά χρώματα. Σε κάποιο σημείο μάλιστα γράφει: «Αυτά κάνει η εκκλησία – και κάθε εκκλησία είναι η ίδια: ελέγχει, καταστρέφει, εξαλείφει κάθε καλό συναίσθημα...», ενώ κάνει αναφορά και στον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων των παιδιών.
Ο ανά χείρας τόμος είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και καθηλώνει τον αναγνώστη, που αρέσκεται να ταξιδεύει στους κόσμους τους οποίους χαράζουν τα ρυάκια της φαντασίας.

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

J.R.R. Tolkien – The Children of Hurin

Το τελευταίο βιβλίο του Τόλκιν, που κυκλοφόρησε πέρυσι, οι κριτικοί και το κοινό κάθε άλλο παρά επιφυλακτικά το υποδέχθηκαν. Κάτι το όνομα του συγγραφέα, κάτι η τελειότητα των προηγούμενων έργων του, κάτι η μυθολογία που τον συνοδεύει, όλ’ αυτά έκαναν τους πάντες να πιστεύουν ότι Τα Παιδιά του Χούριν θα ήταν επίσης ένα αριστούργημα. Αλλά, δεν είναι. Σε σύγκριση με την τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και το Χόμπιτ, αυτό το βιβλίο θα χαρακτηριζόταν σαν φτωχός συγγενής.
Την ευθύνη φυσικά γι’ αυτό δε φέρει ο μακαρίτης ο συγγραφέας, αλλά ο γιος του, που ανέλαβε την επιμέλεια και κυκλοφορία του. Ειδικά το πρώτο και παραφορτωμένο κεφάλαιο δείχνει ότι ο τελευταίος δεν είχε τα φόντα ν’ αντεπεξέλθει στο έργο που ο ίδιος ανέλαβε και είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε ο Τόλκιν δε θα επέτρεπε να κυκλοφορήσει στην παρούσα μορφή.
Όπως και νάχει, το έργο αυτό καταπιάνεται, όπως λέει κι ο τίτλος, με τα έργα και τις ημέρες των παιδιών του Χούριν: του Τούριν και της Νιένορ. Ο πρώτος απομακρύνεται από μικρός, μετά από απόφαση της μητέρας του της Μόργουεν από το σπίτι του, και οδηγείται στη χώρα των ξωτικών όπου εκπαιδεύεται στην τέχνη του πολέμου. Ανήσυχος, ωστόσο, καθώς είναι, με το που θα ενηλικιωθεί θα εγκαταλείψει τη γαλήνια φυλή και θ’ αρχίσει ένα μακρινό ταξίδι στα μονοπάτια του κινδύνου και της καταστροφής, όπου πολλές φορές θα φτάσει κοντά στο θάνατο, πολλές φορές θα πέσει και θα ξανασηκωθεί, και πολλές φορές, λόγω κυρίως της ξεροκεφαλιάς του, θα επιφέρει στους γύρω του τον όλεθρο.
Σε αντίθεση μ’ αυτόν η Νιένορ θα μεγαλώσει υπό την προστασία της μητέρας τους, και όταν έρθει η ώρα θα πορευτεί μαζί της προς τη χώρα των ξωτικών, όπου ελπίζουν -μάταια, όπως θα αποδειχτεί- να βρουν τον Τούριν.
Η ιστορία διαδραματίζεται αιώνες πριν το έπος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, τότε που η Μέση Γη αναστέναζε κάτω από την απειλή του πρώτου Σκοτεινού Άρχοντα, του Μόργκοθ. Αυτός είναι ο μεγάλος εχθρός του Τούριν, αυτόν πολέμα, και αβάσιμα ελπίζει κάποια μέρα να σκοτώσει.
Όπως και στα άλλα βιβλία του Τόλκιν έτσι και σ’ αυτό κόβουν βόλτες οι ορκς, τα ξωτικά κι οι νάνοι, αλλά το πιο τρομερό πλάσμα είναι ο δράκος Γκλαουρούνγκ, και μ’ αυτόν είναι που θα δώσει τη στερνή του μάχη ο θαρραλέος Τούριν.
Κλείνουμε αυτή τη σύντομη αναφορά με δύο ‘ατάκες’:
«Αυτός που τρέχει για να ξεφύγει από τους φόβους του ίσως σύντομα ανακαλύψει ότι απλά πήρε το σύντομο δρόμο για να τους συναντήσει...»
«Οι άνθρωποι είναι άπληστοι κι ανοικονόμητοι, και δε θα προφυλάξουν τα φυτά μέχρι που αυτά θ’ αφανιστούν.»
Εξαιρετική η εικονογράφηση του Alan Lee.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Κενζάμπουρο Όε – Μια προσωπική υπόθεση

Συνεχίζοντας με τις αναγνώσεις της ιαπωνικής λογοτεχνίας παίρνουμε στα χέρια μας το Μια προσωπική υπόθεση του Κενζάμπουρο Όε, ένα μυθιστόρημα σκληρό και σκοτεινό που μιλά με ωμή γλώσσα για των ανθρώπων τα πάθη και τα λάθη, τις δειλίες και τους μικρούς ηρωισμούς.
Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Μπερντ, ένας αντικοινωνικός και περίκλειστος στον κόσμο του καθηγητής, που από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα μεγάλο πρόβλημα: η γυναίκα του έχει μόλις φέρει στον κόσμο ένα αφύσικο μωρό, που μοιάζει να έχει δύο κεφάλια.
Στη θέα και μόνο του γιου του ο Μπερντ μοιάζει να χάνει τα λογικά του και προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ την σκληρή πραγματικότητα που τον περιβάλλει επισκέπτεται μια φίλη από τα παλιά. Η Χιμίκο τον δέχεται αδιαμαρτύρητα στο σπίτι και τη ζωή της και του παρέχει όλη τη φροντίδα και κατανόηση που ποτέ δε γνώρισε απ’ τη γυναίκα του. Ωστόσο, η εικόνα του κακόμοιρου παιδιού του, που μάλλον πρέπει να πεθάνει για να μην καταντήσει φυτό, τον κυνηγά συνεχώς, τον στοιχειώνει, δεν τον αφήνει για στιγμή να ησυχάσει.
Τι να κάνει, λοιπόν; Ν’ αφήσει τους γιατρούς ν’ ανοίξουν το κεφάλι του μωρού προσπαθώντας να το γιατρέψουν; Ή, να επιχειρήσει προσωπικά να βάλει τέλος σ’ αυτή τη φάρσα που του έκανε η ζωή;
Ο Μπερντ είναι ένας αντιήρωας με τα όλα του -δεν είναι τυχαίο ότι σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος γίνεται αναφορά στον Κάφκα- και σαν τέτοιος μοιάζει να ισορροπεί σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που είτε θα τον οδηγήσει σε μια μικρή λύτρωση ή στην απόλυτη καταστροφή. Μεγάλο το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την απόφασή του. Θα προσπαθήσει άραγε κι αυτή τη φορά να θάψει τα προβλήματά του κάτω από το χαλί, ή θα σταθεί επιτέλους δυνατός και θα τα αντιμετωπίσει;
Ο συγγραφέας, με αφορμή την ιστορία, κάνει κι ένα σχόλιο για τη σύγχρονη ιαπωνική κοινωνία, που όλο και αλλάζει, που όλο και κινείται με πιο γρήγορες ταχύτητες, που όλο και κυλάει πιο βαθιά στο μηδενισμό. Και δε συμπεριφέρεται με ιδιαίτερη συμπάθεια στους ήρωές του. Τους αφήνει να πληγώνονται και να ματώνουν ασύστολα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι πια δε ζουν, μονάχα επιβιώνουν,» μοιάζει να είναι το μήνυμά του.

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Κιότο

Για κάποιο λόγο, που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, εδώ και λίγες μέρες άρχισα σιγά-σιγά ν’ ασχολούμαι με την ιαπωνική λογοτεχνία. Είπα πρώτα να ανατρέξω στη βιβλιοθήκη μου προτού πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που είναι καθ’ οδόν από τας Αμερικάς και το Άμαζον.
Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για το Κάπα του Ακουταγκάουα, ενώ σήμερα θα αναφερθώ στο Κιότο του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ενός ακόμη αυτόχειρα συγγραφέα.
Το ανά χείρας βιβλίο είναι και δεν είναι η ιστορία της Κιέκο, μιας συνηθισμένης κοπέλας, την οποία παράτησαν οι γονείς της έξω από ένα σπίτι στο Κιότο, και την οποία ανέλαβε να αναθρέψει η οικογένεια που τη βρήκε. Τώρα, καθώς βρίσκεται στα είκοσί της χρόνια συλλαμβάνει τον εαυτό της όλο και πιο συχνά ν’ αναρωτιέται γιατί την εγκατέλειψαν, ποιοι ήταν οι αληθινοί της γονείς και πώς θα ήταν η ζωή της αν ήταν ακόμη μαζί τους.
Φυσικά, σε όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνετ’ απίθανο να βρει κάποια μέρα τις απαντήσεις, αλλά οι μοίρες έχουν άλλη άποψη. Έτσι, κάποια φορά, εντελώς στα ξαφνικά, οδηγούν στο δρόμο της τη δίδυμη αδελφή της. Και τότε όλα αλλάζουν.
Το Κιότο είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: ένα βιβλίο που μιλά για την ιαπωνική πόλη. Ο μύθος του είναι μάλλον φτωχός κι η αφήγηση αργή, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την ιστορία μια χαρά. Οι δύο αδελφές, ο χωρισμός κι η επανασύνδεσή τους, αποτελούν μονάχα τις αφορμές, τα άλλοθι του συγγραφέα, που μοιάζει να θέλει πιότερο να μιλήσει με νοσταλγία πικρή για την πόλη του, που στο πέρασμα του χρόνου μοιάζει να χάνει την ψυχή της, να δυτικοποιείται και να βαδίζει με όλο και πιο γοργά βήματα προς ένα μέλλον που στα μάτια του φαντάζει ψεύτικο κι αβέβαιο, ασύμβατο με την ιαπωνική ψυχή. Ένας από τους ήρωές του λέει κάπου: «Στις μέρες μας πια μιλάμε μόνο για ιδέες και αισθήσεις. Ακόμα και για τα χρώματα αναφερόμαστε στα δυτικά πρότυπα.» Το παράπονο μεγάλο και μοιάζει να ξεχειλίζει.
Όσο, ωστόσο, το βιβλίο αυτό θυμίζει μια ελεγεία για τη ζωή που χάνεται, άλλο τόσο αποτελεί έναν ύμνο στη φύση. Είναι ένα καταπράσινο και με τον τρόπο του οικολογικό βιβλίο. Η ηρωίδα του, η Κιέκο, μοιάζει να αγαπά όλα τα δέντρα και όλα τα λουλούδια, τα βουνά, τα ποτάμια, ακόμη και τη βροχή. Βλέπει την ομορφιά σε όλα τα στοιχεία της φύσης και τη διαλαλεί, όπως κι ένας νεαρός φίλος της εξάλλου, ο Χιντεό: «Τα λουλούδια έχουν ζωή. Ζωή σύντομη, που όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Τα χρόνια πάνε κι έρχονται, μπουμπούκια ανοίγουν...» λέει αυτός. Ενώ ο πατριός της παρατηρεί ότι: «Οποιοδήποτε λουλούδι, ανάλογα με τον τρόπο ή τη στιγμή που το βλέπεις, μπορεί να σε μαγέψει.»
Το Κιότο είναι ένα λίγο λυπημένο, μα καλογραμμένο βιβλίο, που οπωσδήποτε δεν προσφέρεται για ανάγνωση σε κάποια παραλία. Αν θελήσετε να το διαβάσετε κάντε το κάποια λυπημένη νύχτα του χειμώνα, ώστε να νιώσετε σε βάθος αυτά που προσπαθεί να μεταδώσει.