Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι γυναίκες της συγνώμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι γυναίκες της συγνώμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Της ημέρας... ίσως


Και ήρθαν μέρες γαλήνια δύσκολες, τρυφερά αμήχανες. Δύσκολες, καθώς ο Δημήτρης προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες, καθώς η Χριστίνα είχε κοντά της τον αγαπημένο και δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτόν. Αμήχανες για τους ίδιους λόγους. Ζούσαν μαζί, αλλά σαν ένα ζευγάρι γερασμένο, που με τα χρόνια ανέπτυξε μια σχέση γλυκιάς συγκατάβασης, αδελφική.
Η Χριστίνα στεναχωριόταν και δεν το έδειχνε, πέθαινε μέσα της και δεν έβγαζε μια κραυγή για βοήθεια. Ήθελε να του δώσει χώρο και χρόνο. Χώρο για να προσαρμοστεί στη νέα ζωή, χρόνο για να παλέψει με τους δαίμονες του και να ξεκαθαρίσει το μέσα του αχούρι.
Ο Δημήτρης, την έβλεπε να υποφέρει, διάβαζε τον πόνο και τη λύπη και τη μοναξιά στα μάτια της, αλλά δεν μπορούσε να της προσφέρει γιατρειά, ανακούφιση. Όχι ακόμη. Ναι, την αγαπούσε, «την αγαπώ όπως την ίδια μου τη ζωή,» σκεφτόταν, αλλά ένιωθε πως τη συγκεκριμένη στιγμή δε θα μπορούσε να της χαρίσει παρά περισσότερο πόνο, πιότερη θλίψη.
Έτσι, κατέληξαν σ’ ένα αμίλητο συμβιβασμό. Ξόδευαν σχεδόν όλο το χρόνο τους μαζί, περπατώντας, πίνοντας, συζητώντας, σιωπώντας, αλλά ποτέ δεν έπιαναν στα χείλη τα θέματα που καίγαν: τον έρωτα της Χριστίνας για κείνον, το έγκλημα που πάντα τον ακολουθούσε, το αύριο που ίσως να μπορούσε να ήταν αλλιώς.
Η κοινή τους ζωή, η τόσο επίπεδη, η τόσο προβλεπτή, ήταν πόνος κι απόλαυση την ίδια ώρα. Πόνος για την πλήρη εγκατάλειψη απ’ τους φίλους, απόλαυση για το δέσιμο μεταξύ τους που έμοιαζε να γίνεται παρ’ όλες τις δυσκολίες όλο και πιο δυνατό. Τις πρώτες εκείνες μέρες ο Δημήτρης προσπάθησε να βρει και να ενώσει τα νήματα που τον ένωναν με τους αλλοτινούς φίλους, να βρει μια νέα ζωή κι ακέραιες ελπίδες στα γνώριμα μονοπάτια του χθες. Αλλά, σύντομα αντιλήφθηκε ότι έτρεφε αυταπάτες. Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι ξανά όπως παλιά. Τα αστεία μπαγιάτεψαν, τα αισθήματα σκούριασαν, κανείς απ’ τους συντρόφους του χθες δεν ήθελε να είναι φίλος του και πάλι. Ήταν στιγματισμένος, τον ξέγραψαν. Έτσι, μοναδική φίλη και αδελφή παρέμεινε για κείνον η Χριστίνα. Κάθε βράδυ, πολύ αργά, όταν τα πολλά φώτα σβήναν κι οι θόρυβοι γαλήνευαν έβγαιναν έξω, στις ήσυχες γειτονιές της μικρής τους πόλης. Περπατούσαν αργά και τρυφερά αγκαλιασμένοι, ψιθυρίζοντας αναμνήσεις, χαμογελώντας μυστικά. Οι βόλτες αυτές μύριζαν οδύνη και σωτηρία για το Δημήτρη, σωτηρία κι οδύνη για τη Χριστίνα. Του θύμιζαν τους περίπατους με τη μεγάλη αγάπη της ζωής του, τη Μίρα, δάκρυζε σιωπηλά κι ανακουφιζόταν με τις αναμνήσεις του... Της θύμιζαν το αύριο που ονειρευόταν, χαμογελούσε και ξεγελούσε τη θλίψη της, πονούσε στην ιδέα ότι εκείνο το αύριο δεν ήταν τώρα...
Την πρώτη φορά που πάτησε το πόδι του, έστω αργά, στο κάστρο, εκείνο το κάστρο που χρόνια πριν έγινε το σκηνικό για μια τρυφερή στυγνή δολοφονία, ένιωσε τις ανάσες του να κόβονται, τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, ένιωσε την παρουσία Της εκεί. Και κάθισε μόνος πάνω σ’ ένα βράχο κι έκλαψε. Έκλαψε πικρά, έκλαψε τελεσίδικα, έχωσε το μαχαίρι και πάλι βαθιά στη νοητή πληγή, αναζητώντας μια έξοδο απ’ τα αδιέξοδά του. Η Χριστίνα καθόταν λίγο πιο πέρα και τον παρατηρούσε σκεφτική, αθέατη, σκυφτή στον εαυτό της, στις θεές της τύχης παραδομένη. «Ό,τι είναι να γίνει, θε να γίνει», σκεφτόταν καθώς ο ήχος των κυμάτων σπούσε τη σιωπή, καθώς ο νοτιάς της χάιδευε το πρόσωπο, καθώς... εκείνος την κοιτούσε. «Μίρα», πήγε να φωνάξει αλλά συγκρατήθηκε. Βγήκε απ’ το ονειροπόλημά του. «Χριστίνα», ψιθύρισε, «Χριστίνα, έλα εδώ, σε παρακαλώ...» Σηκώθηκε, πήγε κοντά του. Της έκανε χώρο στο βράχο και κάθισε δίπλα του, την έκλεισε στην αγκαλιά του, φίλησε τα μαλλιά της που μύριζαν γιασεμί κι ονειροφαντασία.
Παρέμειναν εκεί, τυλιγμένοι μες στην πολύλογη σιωπή, ρουφώντας τους ήχους της φύσης, καταβροχθίζοντας το φως της ημισελήνου, παίρνοντας ζεστασιά ο ένας απ’ την ύπαρξη του άλλου.
Καθώς ο ήλιος πρόβαλλε κροκοκόκκινος μέσα από τη θάλασσα, η Χριστίνα ένιωθε πιο αισιόδοξη παρά ποτέ. Είχε μόλις ζήσει μια από εκείνες τις στιγμές μαγείας που πάντα ονειρευόταν. Είχε περάσει μια νύχτα στην αγκαλιά του, είχε κουρνιάσει στον κόρφο του, μυρίστηκε τους χυμούς του κορμιού του. Δεν μπορεί, το αύριο έπρεπε και θα ήταν καλύτερο. Όσο για το Δημήτρη, αυτός δεν ένιωσε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Απλά ένιωσε καλύτερα, ένιωσε για πρώτη φορά μετά από καιρό άνθρωπος και γι’ αυτό ευγνωμονούσε τη Χριστίνα, αλλά έως εκεί. Το αύριο θα έπρεπε να περιμένει.
Είχε ξημερώσει για τα καλά όταν έφτασαν στο σπίτι της Χριστίνας. Ω, ήθελε τόσο πολύ, όσο τίποτα στον κόσμο να τον πάρει μαζί της στο δωμάτιό της, στο κρεβάτι της, να σβήσει επιτέλους τους πόθους της, αλλά δεν προσπάθησε να το κάνει. Μπορούσε να διαβάσει στα μάτια του την άρνηση. Έτσι, απλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο, χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά του και του ευχήθηκε να δει όνειρα ταξιδιάρικα.
Κλείστηκε στο δωμάτιό της, έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι, και αντί να αρχίσει να κλαίει όπως θα περίμενε κανείς, ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα διψασμένα της χείλη. Αν και η κατάληξη ετούτης της μέρας δεν ήταν ακριβώς αυτή που ευχόταν, ωστόσο, είχε γίνει το πρώτο βήμα. Κάτι ήταν κι αυτό. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φέρει και πάλι στο μυαλό της τις εικόνες που προηγήθησαν, να θυμηθεί τη μυρωδιά του κόρφου του, να νιώσει τη ζεστασιά της αγκάλης του. Ένιωθε καλά, τόσο καλά, σα γλυκιά νοσταλγία, σα χάδι ερωτικό. Όταν τελικά αποκοιμήθηκε το κορμί της είχε πάρει τη στάση του εμβρύου, κι ανάμεσα στα πόδια και στην αγκαλιά της, κρατούσε σφικτά ένα μαξιλάρι, που ίσως κάποια μέρα σύντομα, να έπαιρνε άλλη μορφή.

Απόσπασμα από τις Γυναίκες της συγνώμης

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Μνήμες της μέθης

1

Με ρίχνει το ποτό.
Μ’ ανεβάζει.
Μου δίνει χαρά.
Με κάνει παρανοϊκό...

2

Το κρασί είναι η κατάρα μου.
Το κρασί είναι η κατάρα μου και η σωτηρία.
Το κρασί μου προκαλεί κατάθλιψη.
Το κρασί με κάνει και κλαίω.

3

Θέλω ν’ αυτοκτονήσω στον ύπνο μου.
Θέλω ν’ αυτοκτονήσω χωρίς να το θέλω, χωρίς να πονέσω.
Θέλω ν’ αυτοκτονήσω, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

4

Τρομακτικό  μοιάζει το δωμάτιο, σαν το μέσα μου.
Φωνάζω Βοήθεια, δεν ακούει κανείς.
Οι τοίχοι κλίνουν και με κλείνουν και με κλείνουν.

5

Θυμάμαι το χθες και πονώ και ματώνω.
Θυμάμαι το χθες και μεθυσμένα παραπατώ.
Η ζωή μου όλη τώρα μια τραμπάλα στον παραλογισμό.

6

Έγινα αλκοολικός από ανάγκη ή από βλακεία;

7

Τα όνειρά μου, μόνο αυτά αξίζουν, κι ας είναι ασπρόμαυρα.
Η ζωή μου μια φάρσα, ένα τίποτα, που ανυπομονώ να φτάσει στο τέλος του.
Τρεκλίζω εκλιπαρώντας το θάνατο.

8

Έγινα μοναχικός, πολύ.
Έγινα οξύθυμος, πολύ.
Νιώθω στο πετσί μου την αδικία και καταρρέω.
Ποια αδικία όμως;

9

Κάθε νύχτα περπατώ.
Κάθε νύχτα περπατώ και οργίζομαι.
Κάθε νύχτα περπατώ και παρακαλώ να μην ξημερώσει η επομένη μέρα.
Πάντα ξημερώνει.

10

Είμαι καλός ηθοποιός!
Χειρίζομαι την τρέλα και τον εθισμό μου με άριστες υποκριτικές ικανότητες.
Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι είμαι αλκοολικός εκτός από τον εαυτό μου.
Κανείς δεν ασχολείται μαζί μου εκτός από τον εαυτό μου.

11

Λες να με ακούει κανείς τώρα, καθώς πέφτω με πάταγο;

12

Χθες το βράδυ έσπασα το καθρεφτάκι ενός αυτοκινήτου στο δρόμο.
Δε μου έφταιξε σε τίποτα, αλλά να...
Εκείνο βρήκα μπροστά μου, εκείνο έσπασα.

13

Αιμορραγεί η σιωπή.
Αιμορραγεί λέξεις.
Θέλω να μιλήσω, μα δεν έχω φωνή.

14

Το μίσος φουντώνει μέσα μου.
Το μίσος και η καταφρόνια.
Για τους άλλους.
Θέλω να σκοτώσω κάποιον, αλλά δεν μπορώ.
Δεν έχω τη δύναμη.

15

Μου αρέσει αυτή η πτώση, αυτή η βύθιση στα σκοτάδια της μέθης.
Μου αρέσει αυτός ο πόνος, είναι ο μόνος που μου ανήκει.
Μου αρέσει που δεν είμαι εγώ, αφού ο εαυτός μου καθόλου δε μου γεμίζει το μάτι.

16

Μίρα... Χριστίνα... Μίρα... Χριστίνα...
Γιατί με εγκαταλείψατε;
Γιατί τώρα που σας χρειάζομαι δεν είστε εδώ;
Γιατί;

17

Φοβάμαι όλο και πιο πολύ το σκοτάδι.
Στο σκοτάδι οι φόβοι μου ζωντανεύουν.
Τα λάθη μου μοιάζουν τερατώδη.
Στο σκοτάδι... Στο σκοτάδι... Στο σκοτάδι ψάχνω τη σκιά μου!

18

Κοιμάμαι λίγο, ξυπνάω πολύ.
Δε ζω τις μέρες, τις διεκπεραιώνω.
Φοβάμαι το σκοτάδι, τρέμω το φως.

19

Πότε ήταν η τελευταία φορά που μέθυσα από χαρά;
Μου λείπουν, όλα μου λείπουν, όλα τα άπιαστα.
Χριστίνα...

20

Σε είδα ψες, σε είδα με κάποιον άλλο.
Προχώρησες, με άφησες κι εσύ.
Μου μαύρισες την ψυχή.
Πήγα κι έπεσα μέσα στη θάλασσα για να πνιγώ.
Μετά κολύμπησα στην ακτή.
Κι ύστερα, ήρθα σπίτι και πνίγηκα στη ρακή.
Γέμιζα για ώρες το μέσα μου, άδειαζα για ώρες το είναι μου.
Και όπως πάντα, κατάφερα το τίποτα.

21

Μου πάει τελικά αυτή η πτώση.
Μου πάει ετούτη η τρέλα.
Μου πάει η παρακμή.
Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου.

22

Δε μιλώ πια με κανένα.
Δεν έχω τίποτα να πω.
Δεν τους αντέχω...
Τον εαυτό μου δεν αντέχω.
Δεν έχω κανένα με τον οποίο να μπορώ να μιλήσω.

23

Ξάπλωνα στο κρεβάτι κι έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα.
Ξάπλωνα στο κρεβάτι κι έριχνα χαστούκια στον εαυτό μου, τον πονούσα.
Ξάπλωνα στο κρεβάτι και μου φώναζα: «Σήκω, Σήκω, Σήκω!» μα δεν μπορούσα.
Οι δυνάμεις μου μ’ εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά.
Όπως κι εγώ εκείνες.

24

Κάποιος με κτύπησε άγρια ψες.
Δε θυμάμαι το γιατί.
Θυμάμαι μόνο τους μώλωπες, επειδή τους βλέπω.
Μαυρισμένο μάτι, πρησμένα ούλα, πληγωμένα πλευρά.
Τ’ απομεινάρια της μάχης.
Α, ναι, θυμάμαι και μια υπόσχεση:
«Θα σ’ εκδικηθώ!» του είπα.
Το μόνο που δεν ξέρω ποιος ήταν.

25

Άρχισα να μπερδεύω τον ξύπνιο με τον ύπνο.
Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω.
Όλη μέρα κοιμάμαι όρθιος, όλη νύχτα ξαγρυπνώ ξαπλωμένος.
Βλέπω όνειρα; Ή, μήπως, εκείνα με βλέπουν;

26

Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Θέλω να πιάσω τον απόλυτο πάτο.
Μα, ποιος είναι ο δρόμος της επιστροφής;

27

Θα γίνω ζητιάνος της αγάπης.
Θα γίνω ζητιάνος του οίκτου.
Θα πάω στη Χριστίνα για να της ζητήσω βοήθεια.
Για να της ζητήσω αγάπη.
Θα πάω στη Χριστίνα...

28

Δε θα πάω στη Χριστίνα.
Όχι, δε θα πάω στη Χριστίνα.
Δε μου αξίζει η συμπόνια της.
Δε μου αξίζει η αγάπη της.
Μόνος θα σωθώ.
Μόνος...

29

Λίγο-λίγο, μειώνω το κρασί.
Λίγο-λίγο, μειώνω το ποτό.
Λίγο-λίγο, μειώνω το σκοτάδι.
Τρέμω, επιθυμώ, παθιάζομαι, φοβάμαι.
Λίγο-λίγο...

30

Μια αφορμή ψάχνω, ένα στήριγμα.
Κάπου να ακουμπήσω για να σηκωθώ ξανά.
Μπορώ να το κάνω, αλλά δεν μπορώ.
Το κορμί συνήθισε αλλιώς.
Πρέπει να το δαμάσω.

31

Νύχτες άγρυπνες, μέρες νυσταλέες.
Επιτέλους, κάτι μοιάζει να αλλάζει.
Τα όνειρά μου άρχισαν σιγά-σιγά να γίνονται πολύχρωμα.
Άρχισα να βγαίνω στο φως!

32

Λίγο απέχει η λύτρωση, λίγο η σωτηρία.
Το ξέρω, το νιώθω.
Πού να τις αναζητήσω όμως;
Πού να τις βρω;

33

Πρέπει να σκοτώσω τη μοναξιά.
Να τη σκοτώσω, πρέπει.
Χρειάζομαι φίλους, πολλούς – πού είσαι Καπετάνιε;
Χρειάζομαι αγάπη!
Να δώσω και να πάρω.
Χρειάζομαι να βγω απ’ τους δρόμους της σιωπής.
Χρειάζομαι ένα σύννεφο χαράς.
Χρειάζομαι να γίνω και πάλι εγώ.
Χρειάζομαι...
Πολλά χρειάζομαι.
Χρειάζομαι ζωή!
Γι’ αυτό...
Αντίο σκοτάδι.
Τώρα πια δε σε φοβάμαι.
Αντίο κατάθλιψη.
Τώρα πια δε θα μου μαυρίζεις το είναι.
Αντίο κρασί...
Α, όχι εσένα δε θα σ’ αποχαιρετήσω. Μου αρέσεις, πολύ! Απλά από δω και μπρος δε θα με πίνεις εσύ. Εγώ θα σε πίνω.
Αντίο... αντίο μου!
Καλωσόρισες νέα ζωή...

Απόσπασμα από το βιβλίο "Οι γυναίκες της συγνώμης"

Η ζωγραφιά είναι της Έλενας Σιούφτα

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

Στον απόηχο μιας παρουσίασης

Το κοινό. Μπροστά- μπροστά η φίλη συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ο Νικόλας Θεοφάνους
Ελένη Σιούφτα και Μαρία Έκτορος




Οι παρουσιάσεις βιβλίων δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά για πρωτάρηδες σαν κι εμένα. Ωστόσο, στο τέλος-τέλος ίσως να μην αποτελούν παρά μια μοναδική στο είδος της σχολή: αυτή της διαχείρισης του άγχους. Ενός άγχους που τελικά εκτονώνεται αφήνοντάς σε ν’ αναπνεύσεις ξανά, να χαμογελάσεις πλατιά αφού όλα τα κακά που προφήτευες δεν ήρθαν, αφού όλα πήγαν καλά – καλύτερα κι απ’ ό,τι έλπιζες, ή ίσως και όχι.
Σαν ένα νόμισμα με δύο διαφορετικές όψεις ήταν η προχθεσινή εκδήλωση, την οποία τώρα μπορώ και αντικρίζω με πιο καθαρό βλέμμα, με πιο γαλήνιο μυαλό. Στην αρχή ήταν η αγωνία, η ανυπομονησία, η μερική απογοήτευση. Κι ύστερα ήρθε η ποίηση, η συγκίνηση, το μεγαλείο μιας μοναδικής για σένα στιγμής. Και στο τέλος, η αμηχανία – του νομίσματος η κόψη, η αθέατη όψη. Η αμηχανία του να στέκεσαι μπροστά από ένα, ολιγάριθμο έστω κοινό, και να μην ξέρεις τι να πεις. Τα λόγια να φτάνουν στα χείλη σου και να μη βρίσκουν εύκολα διέξοδο. Να κοιτάς αυτούς τους φίλους που ανέλαβαν να «σε φωτίσουν» και να μη βρίσκεις λέξεις αρκετά δυνατές, αναγκαία επουσιώδεις για να τους ευχαριστήσεις. Κι όλο να σκέφτεσαι: δεν μου αξίζει αυτό… δεν μου αξίζει αυτό… Αλλά να μην το λες.
Κι ύστερα η επαφή. Η επαφή με ανθρώπους άγνωστους, με τους οποίους ωστόσο πολλά σε δένουν: κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιες αγωνίες, η αγάπη για το θαύμα των λέξεων και των έντονων συναισθημάτων. Τυχερός είμαι, σκέφτεσαι, καθώς με ταραχή υπογράφεις το ένα μετά το άλλο τα αντίγραφα του βιβλίου – πολύ τυχερός: για την ευλογία και την κατάρα της συγγραφής, για τους φίλους που έχεις, γι’ αυτούς που νιώθεις απ’ τη μια στιγμή στην άλλη πώς απέκτησες.
Έγινε το πρώτο βήμα, το πιο δύσκολο. Κάποια άλλα θα ακολουθήσουν…

Ευχαριστίες:
Στην Ελένη Σιούφτα. Οργάνωσε την εκδήλωση, μίλησε για το βιβλίο, έγραψε και τραγούδησε δυο κομμάτια εμπνευσμένα απ’ αυτό. Πάντα ψηλά, φιλαράκι, πάντα ψηλά!
Στην Μαρία Έκτορος: Διάβασε αποσπάσματα. Με τη βελούδινη φωνή της έδωσε σάρκα και οστά στις Γυναίκες της συγνώμης. Ταπεινά σ’ ευχαριστώ, άγνωστη!
Στον Νικόλα Θεοφάνους: Μελοποίησε τα τραγούδια, είπε κάποια άλλα, μας ταξίδεψε με τις μουσικές του. Ήσουν υπέροχος, άνθρωπέ μου!
Στα παιδιά του Ανεμοδείκτη στη Λευκωσία: Πάντα φίλοι. Πάντα καλά!

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Ένα (μη) κείμενο για τις "Γυναίκες της συγνώμης"

Απ' τη χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία:

Απολογούμαι, αλλά έπρεπε να αφαιρέσω το κείμενο από το μπλογκ αφού σαν ανυπόφορα αφηρημένος και ξεχασιάρης τύπος που είμαι ξέχασα ότι θα δημοσιευόταν σε μια εφημερίδα εδώ στην Κύπρο. Θα το αναρτήσω και πάλι μετά τη δημοσίευση.
Ναι, το ξέρω, είμαι απαράδεκτος...

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Ένα κείμενο για τις "Γυναίκες της συγνώμης"

Από την κυπριακή εφημερίδα Αλήθεια:

Ένας δικός μας γράφει ένα σπουδαίο βιβλίο. Είναι ο πρώτος; Όχι βέβαια. Ούτε θα είναι ο τελευταίος. Το σημειώνω, όμως, ως δείγμα γραφής, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μιας γενιάς νέων παιδιών που βρίσκουν στο γράψιμο τη δυνατότητα εξιλέωσης. Ή και τιμωρίας. Ή και αυτοτιμωρίας. Εδώ λοιπόν, στις Γυναίκες της Συγνώμης, ο Λάκης Φουρουκλάς αρπάζει το νήμα μιας πικρής ιστορίας, χτυπάει κατάστηθα τους χαρακτήρες του, αποτυπώνει, θα έλεγα με μαεστρία, τις ανθρώπινες συμπεριφορές αλλά, κυρίως, τον έρωτα ο οποίος, από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη ευτυχία ή στην απόλυτη δυστυχία. Και θα μου πεις, και τι θα πει ευτυχία και τι θα πει δυστυχία; Έλα ντε. Μακάρι να ήξερα.
Μήπως, όμως, ξέρει ο συγγραφέας; Ναι. Όχι. Και ναι και όχι. Μέσα από τη σπαρακτική διήγησή του η οποία, ας εξηγηθούμε ευθύς εξ αρχής, δεν υστερεί σε χιούμορ, στυφό εννοείται όπως το κυδώνι, προσπαθεί να φωτίσει τους δρόμους της καρδιάς. Τουλάχιστον να ρίξει στο βάθος των σκοταδιών τους το φως ενός προβολέα, ενός φανού θυέλλης, μιας αγάπης που αντιμετωπίζει γενναία τους δαίμονές της. Ο τρόπος που γράφει ο Φουρουκλάς είναι περίτεχνος. Δεν περιορίζεται στην επιφάνεια, αλλά βουτάει στο βυθό. Δεν κάνει διαρκώς βουτιές στο βυθό, αλλά τις ντύνει με πρωταγωνιστικούς ρόλους. Κάτω από άλλες συνθήκες, ο έρωτας δύο ανθρώπων που ενώθηκαν κάτω από τα βαριά σύννεφα προσωπικών τραγωδιών, θα περνούσε απαρατήρητος. Αλλά, ο Φουρουκλάς προσθέτει στη συντροφιά του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας του, δηλαδή του Δημήτρη και της Χριστίνας του, πρόσωπα που καθιστούν την ανάγνωση πιο ενδιαφέρουσα. Πρόσωπα, στην προμετωπίδα των οποίων φιγουράρει ο Καπετάνιος, ένας αλητάμπουρας της ζωής που, εντούτοις, ψημένος στο καμίνι της περιπέτειας, αμετανόητος εραστής του εφήμερου, αποδεικνύεται, καθώς προχωρεί η δράση, ότι είναι ο σοφότερος όλων. Ότι κατέχει τα τερτίπια της ζωής, και δεν είναι διατεθειμένος να μείνει αμέτοχος. Ότι, επιπλέον, έχοντας δαμάσει κύματα και κύματα, στη στεριά και στη θάλασσα, θα κάνει ό,τι περνά από το τσακισμένο του χέρι, ώστε να γλυτώσει το Δημήτρη και τη Χριστίνα από τον πνιγμό, παρόλο που, μερικές φορές, τον τραβάει ο οργανισμός τους.
Οι Γυναίκες της Συγνώμης διαβάζονται απνευστί. Ο Λάκης Φουρουκλάς μεταφέρει στο χαρτί συμπλέγματα, μικρά και μεγάλα, αγάπες που αντέχουν στο χρόνο ή σμπαραλιάζονται στην πρώτη οργή του ανέμου, έρωτες που αφορούν την καρδιά ή τα γεννητικά όργανα, συγκρούσεις που, έστω και υπαινιχτικά, ξεγυμνώνουν την ανθρώπινη φύση. Η οποία, εν κατακλείδι, στο όνομα ενός Δημήτρη ή μιας Χριστίνας δέχεται και να γελοιοποιηθεί, και να ταπεινωθεί, και να εξευτελιστεί με την ελπίδα, αληθινή ή φρούδα, πως, στην τελευταία σελίδα ο έρωτας θα εκτιναχθεί από το βυθό σαν άλογο της θάλασσας. Είτε γιατί τα αισθήματα είναι πανίσχυρα, είτε γιατί οι δοκιμές που μεσολάβησαν ήταν μπαγιάτικες, είτε γιατί κάποιος θυμόσοφος Καπετάνιος θέτει σε λειτουργία την γεννήτρια του μυαλού, αποφασισμένος να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα των όρκων. Σ’ αγαπώ, και δεν μπορώ να ζήσω δίχως εσένα. Μα κι εγώ το ίδιο, αγαπημένε μου. Αλλά, με βούλα και υπογραφή, οι περισσότεροι όρκοι διαλύονται όπως τα παυσίπονα στο νερό.
"Υπάρχουν γυναίκες που, όταν αγαπούν, ξέρουν να υπομένουν και να συγχωρούν. Ακόμα κι αν το παρελθόν έρχεται αδυσώπητο να ορθώσει εμπόδια και να μην αφήσει τις παλιές πληγές να κλείσουν. Ο Δημήτρης, μετά από μία τραγική περιπέτεια που άλλαξε τη ζωή του, βρίσκει τη Χριστίνα να τον περιμένει να κάνουν μια καινούργια αρχή. Τίποτα δεν θα είναι εύκολο σε αυτή τη σχέση, αφού ο έρωτας θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με τις σκιές του παρελθόντος και να βγει νικητής. Δίπλα τους θα βρεθεί ο Καπετάνιος που, με την πείρα της δικής του πολυτάραχης ζωής, θα είναι ο φάρος που θα τους δείξει το δρόμο, όταν θα νιώσουν πως χάνονται πια μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του κοινού τους ταξιδιού. Μα κάποιοι άνθρωποι είναι γραφτό να είναι μαζί, ακόμα κι αν όλα δείχνουν το αντίθετο. Και είναι η ζωή αυτή που ξέρει πότε είναι ο κατάλληλος καιρός για δυο ανθρώπους να βρεθούν μαζί και να χαρούν το υπέροχο ταξίδι της αγάπης."
Αυτά αναφέρονται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα, τόσο για τη λογοτεχνική του διάσταση, όσο και για το ψιθύρισμα του σαρκασμού που ακούγεται σαν θρόισμα.
*Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε το 1970, από Κύπριους γονείς, μεγάλωσε στην Κύπρο, έζησε στην Αθήνα και την Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης, ενώ σήμερα ζει σε ένα ημιορεινό χωριό της Κύπρου. Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Εμπειρία Εκδοτική.

Του Ανδρέα Κούνιου

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Λάκης Φουρουκλάς - Οι γυναίκες της συγνώμης


Λίγα λόγια για το βιβλίο

Η ιστορία μας αναφέρεται σε μια παρέα ανθρώπων που, με κάποιον τρόπο, οι ζωές τους συνδέονται…
Θα υπάρξει άραγε μια νέα αρχή, μια καινούργια ζωή, για τον Δημήτρη που αποφυλακίζεται ύστερα από επτά χρόνια και τη Χριστίνα που τον περίμενε και τον αγαπούσε τόσο καιρό; Θα μπορέσουν να απαλλαγούν από το παρελθόν τους και να ζήσουν επιτέλους τον έρωτά τους;
Η Μίρα, η Βέρα, η μικρή Σλάβα τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή του Δημήτρη;
Ο Μάνος αγάπησε τόσο πολύ τη Χριστίνα ώστε να μην αντέξει το χωρισμό τους;
Ο Καπετάνιος και οι γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του, γυναίκες κοινές μα αγαπημένες, και η αγαπημένη όλων, ο μεγάλος του έρωτας, η Ελένη, πώς συνδέεται με τον Δημήτρη και πόσο επηρέασε τη ζωή του;
Η Κατερίνα και η Μαρία, με την ιδιαίτερη και όχι εύκολα αποδεκτή από τους πολλούς σχέση τους…
Όλοι, μα όλοι, μαζεύουν τα κομμάτια τους και προσπαθούν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω τις οιμωγές και τα τραύματα του παρελθόντος. Για κάποιους η άνοιξη φάνηκε σχετικά νωρίς, για άλλους άργησε περισσότερο… Το αποτέλεσμα μετρά όμως. Για να δούμε λοιπόν τι γεύση αφήνει στους ήρωές μας, τους αποζημιώνει για όλες τις ατυχίες και τις περιπέτειές τους;

Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε το 1970 από Κύπριους γονείς, μεγάλωσε στην Κύπρο, έζησε στην Αθήνα και την Τσιάνγκ Μάι της Ταϊλάνδης, ενώ σήμερα ζει σε ένα ημιορεινό χωριό της Κύπρου.
Δούλεψε σε διάφορες εφημερίδες και ραδιοσταθμούς.
Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία. Από τις εκδόσεις Γη στη Λευκωσία κυκλοφόρησαν οι συλλογές διηγημάτων Αιώνια Αγαπημένη και Γαλανή & Λεύκιος, καθώς και η νουβέλα Το λάθος πάθος. Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το μυθιστόρημα Μίρα, το λουλούδι του πολέμου.
Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά “Να ένα μήλο” και “Ρωγμές” στην Ελλάδα και “Εξάγγελος” στην Κύπρο, καθώς και σε διάφορες λογοτεχνικές ιστοσελίδες. Φωτογραφίες του φιλοξενούνται σε μεγάλο ταξιδιωτικό οδηγό για την Ινδία και σε βιβλίο για την αρχιτεκτονική σε διάφορες χώρες του κόσμου.

Οπισθόφυλλο

Υπάρχουν γυναίκες που, όταν αγαπούν, ξέρουν να υπομένουν και να συγχωρούν. Ακόμα κι αν το παρελθόν έρχεται αδυσώπητο να ορθώσει εμπόδια και να μην αφήσει τις παλιές πληγές να κλείσουν.
Ο Δημήτρης, μετά από μία τραγική περιπέτεια που άλλαξε τη ζωή του, βρίσκει τη Χριστίνα να τον περιμένει να κάνουν μια καινούργια αρχή. Τίποτα δε θα είναι εύκολο σε αυτή τη σχέση, αφού ο έρωτας θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με τις σκιές του παρελθόντος και να βγει νικητής.
Δίπλα τους θα βρεθεί ο Καπετάνιος που, με την πείρα της δικής του πολυτάραχης ζωής, θα είναι ο φάρος που θα τους δείξει το δρόμο, όταν θα νιώσουν πως χάνονται πια μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του κοινού τους ταξιδιού.
Μα κάποιοι άνθρωποι είναι γραφτό να είναι μαζί, ακόμα κι αν όλα δείχνουν το αντίθετο. Και είναι η ζωή αυτή που ξέρει πότε είναι ο κατάλληλος καιρός για δυο ανθρώπους να βρεθούν μαζί και να χαρούν το υπέροχο ταξίδι της αγάπης.

Σαν υστερόγραφο: Το βιβλίο θ' αρχίσει δειλά-δειλά να κάνει την εμφάνισή του στα βιβλιοπωλεία από σήμερα. Η τοποθέτηση θα ολοκληρωθεί σε λίγες μέρες, έτσι μην... τρέξετε(λέμε τώρα) να το προμηθευτείτε αμέσως ...

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Προδημοσίευση...

από τις "Γυναίκες της συγνώμης" μπορείτε να διαβάσετε στα Λογοτεχνικά Επίκαιρα. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω και δημόσια τον Θοδωρή Βοριά για τη φιλοξενία.
Το βιβλίο θ' αρχίσει να φτάνει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από μεθαύριο και ως και τις 10 του μήνα θα βρίσκεται στα περισσότερα από αυτά. Νεώτερα αύριο... (αν δεν μας προλάβουν οι πολιτικές εξελίξεις στην Ταϊλάνδη φυσικά)

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Οι γυναίκες της συγνώμης - Απόσπασμα

Και ήρθαν μέρες γαλήνια δύσκολες, τρυφερά αμήχανες. Δύσκολες, καθώς ο Δημήτρης προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες, καθώς η Χριστίνα είχε κοντά της τον αγαπημένο και δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτόν. Αμήχανες για τους ίδιους λόγους. Ζούσαν μαζί, αλλά σαν ένα ζευγάρι γερασμένο, που με τα χρόνια ανέπτυξε μια σχέση γλυκιάς συγκατάβασης, αδελφική.
Η Χριστίνα στεναχωριόταν και δεν το έδειχνε, πέθαινε μέσα της και δεν έβγαζε μια κραυγή για βοήθεια. Ήθελε να του δώσει χώρο και χρόνο. Χώρο για να προσαρμοστεί στη νέα ζωή, χρόνο για να παλέψει με τους δαίμονες του και να ξεκαθαρίσει το μέσα του αχούρι.
Ο Δημήτρης, την έβλεπε να υποφέρει, διάβαζε τον πόνο και τη λύπη και τη μοναξιά στα μάτια της, αλλά δεν μπορούσε να της προσφέρει γιατρειά, ανακούφιση. Όχι ακόμη. Ναι, την αγαπούσε, «την αγαπώ όπως την ίδια μου τη ζωή,» σκεφτόταν, αλλά ένιωθε πως τη συγκεκριμένη στιγμή δε θα μπορούσε να της χαρίσει παρά περισσότερο πόνο, πιότερη θλίψη.
Έτσι, κατέληξαν σ’ ένα αμίλητο συμβιβασμό. Ξόδευαν σχεδόν όλο το χρόνο τους μαζί, περπατώντας, πίνοντας, συζητώντας, σιωπώντας, αλλά ποτέ δεν έπιαναν στα χείλη τα θέματα που καίγαν: τον έρωτα της Χριστίνας για κείνον, το έγκλημα που πάντα τον ακολουθούσε, το αύριο που ίσως να μπορούσε να ήταν αλλιώς.
Η κοινή τους ζωή, η τόσο επίπεδη, η τόσο προβλεπτή, ήταν πόνος κι απόλαυση την ίδια ώρα. Πόνος για την πλήρη εγκατάλειψη απ’ τους φίλους, απόλαυση για το δέσιμο μεταξύ τους που έμοιαζε να γίνεται παρ’ όλες τις δυσκολίες όλο και πιο δυνατό. Τις πρώτες εκείνες μέρες ο Δημήτρης προσπάθησε να βρει και να ενώσει τα νήματα που τον ένωναν με τους αλλοτινούς φίλους, να βρει μια νέα ζωή κι ακέραιες ελπίδες στα γνώριμα μονοπάτια του χθες. Αλλά, σύντομα αντιλήφθηκε ότι έτρεφε αυταπάτες. Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι ξανά όπως παλιά. Τα αστεία μπαγιάτεψαν, τα αισθήματα σκούριασαν, κανείς απ’ τους συντρόφους του χθες δεν ήθελε να είναι φίλος του και πάλι. Ήταν στιγματισμένος, τον ξέγραψαν. Έτσι, μοναδική φίλη και αδελφή παρέμεινε για κείνον η Χριστίνα. Κάθε βράδυ, πολύ αργά, όταν τα πολλά φώτα σβήναν κι οι θόρυβοι γαληνεύαν έβγαιναν έξω, στις ήσυχες γειτονιές της μικρής τους πόλης. Περπατούσαν αργά και τρυφερά αγκαλιασμένοι, ψιθυρίζοντας αναμνήσεις, χαμογελώντας μυστικά. Οι βόλτες αυτές μύριζαν οδύνη και σωτηρία για το Δημήτρη, σωτηρία κι οδύνη για τη Χριστίνα. Του θύμιζαν τους περίπατους με τη μεγάλη αγάπη της ζωής του, τη Μίρα, δάκρυζε σιωπηλά κι ανακουφιζόταν με τις αναμνήσεις του... Της θύμιζαν το αύριο που ονειρευόταν, χαμογελούσε και ξεγελούσε τη θλίψη της, πονούσε στην ιδέα ότι εκείνο το αύριο δεν ήταν τώρα...
Την πρώτη φορά που πάτησε το πόδι του, έστω αργά, στο κάστρο, εκείνο το κάστρο που χρόνια πριν έγινε το σκηνικό για μια τρυφερή στυγνή δολοφονία, ένιωσε τις ανάσες του να κόβονται, τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, ένιωσε την παρουσία Της εκεί. Και κάθισε μόνος πάνω σ’ ένα βράχο κι έκλαψε. Έκλαψε πικρά, έκλαψε τελεσίδικα, έχωσε το μαχαίρι και πάλι βαθιά στη νοητή πληγή, αναζητώντας μια έξοδο απ’ τα αδιέξοδά του. Η Χριστίνα καθόταν λίγο πιο πέρα και τον παρατηρούσε σκεφτική, αθέατη, σκυφτή στον εαυτό της, στις θεές της τύχης παραδομένη. «Ό,τι είναι να γίνει, θε να γίνει,» σκεφτόταν καθώς ο ήχος των κυμάτων σπούσε τη σιωπή, καθώς ο νοτιάς της χάιδευε το πρόσωπο, καθώς... εκείνος την κοιτούσε. «Μίρα,» πήγε να φωνάξει αλλά συγκρατήθηκε. Βγήκε απ’ το ονειροπόλημά του. «Χριστίνα,» ψιθύρισε, «Χριστίνα, έλα εδώ, σε παρακαλώ...» Σηκώθηκε, πήγε κοντά του. Της έκανε χώρο στο βράχο και κάθισε δίπλα του, την έκλεισε στην αγκαλιά του, φίλησε τα μαλλιά της που μύριζαν γιασεμί κι ονειροφαντασία.
Παρέμειναν εκεί, τυλιγμένοι μες στην πολύλογη σιωπή, ρουφώντας τους ήχους της φύσης, καταβροχθίζοντας το φως της ημισελήνου, παίρνοντας ζεστασιά ο ένας απ’ την ύπαρξη του άλλου.
Καθώς ο ήλιος πρόβαλλε κροκοκόκκινος μέσα από τη θάλασσα, η Χριστίνα ένιωθε πιο αισιόδοξη παρά ποτέ. Είχε μόλις ζήσει μια από εκείνες τις στιγμές μαγείας που πάντα ονειρευόταν. Είχε περάσει μια νύχτα στην αγκαλιά του, είχε κουρνιάσει στον κόρφο του, μυρίστηκε τους χυμούς του κορμιού του. Δεν μπορεί, το αύριο έπρεπε και θα ήταν καλύτερο. Όσο για το Δημήτρη, αυτός δεν ένιωσε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Απλά ένιωσε καλύτερα, ένιωσε για πρώτη φορά μετά από καιρό άνθρωπος και γι’ αυτό ευγνωμονούσε τη Χριστίνα, αλλά έως εκεί. Το αύριο θα έπρεπε να περιμένει.
Είχε ξημερώσει για τα καλά όταν έφτασαν στο σπίτι της Χριστίνας. Ω, ήθελε τόσο πολύ, όσο τίποτα στον κόσμο να τον πάρει μαζί της στο δωμάτιό της, στο κρεβάτι της, να σβήσει επιτέλους τους πόθους της, αλλά δεν προσπάθησε να το κάνει. Μπορούσε να διαβάσει στα μάτια του την άρνηση. Έτσι, απλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο, χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά του και του ευχήθηκε να δει όνειρα ταξιδιάρικα.
Κλείστηκε στο δωμάτιό της, έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι, και αντί να αρχίσει να κλαίει όπως θα περίμενε κανείς, ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα διψασμένα της χείλη. Αν και η κατάληξη ετούτης της μέρας δεν ήταν ακριβώς αυτή που ευχόταν, ωστόσο, είχε γίνει το πρώτο βήμα. Κάτι ήταν κι αυτό. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φέρει και πάλι στο μυαλό της τις εικόνες που προηγήθησαν, να θυμηθεί τη μυρωδιά του κόρφου του, να νιώσει τη ζεστασιά της αγκάλης του. Ένιωθε καλά, τόσο καλά, σα γλυκιά νοσταλγία, σα χάδι ερωτικό. Όταν τελικά αποκοιμήθηκε το κορμί της είχε πάρει τη στάση του εμβρύου, κι ανάμεσα στα πόδια και στην αγκαλιά της, κρατούσε σφικτά ένα μαξιλάρι, που ίσως κάποια μέρα σύντομα, να έπαιρνε άλλη μορφή.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Σαν αποχαιρετισμός

Παράξενη πολύ ήταν ετούτη η μέρα. Λίγο λυπημένη, λίγο χαρούμενη, νοσταλγική και γιομάτη προσδοκία.
Ήτανε πέρυσι το καλοκαίρι που -εντελώς στα ξαφνικά και δίχως καμιά προεργασία- πήρα να γράφω ένα μυθιστόρημα «παράξενο», μια ερωτική ιστορία γιομάτη πόνο, ελπίδα, απογοητεύσεις και όνειρα. Το κείμενο μου έβγαινε αβίαστα, έρεε σα γάργαρο νερό και πλημμύριζε τις σελίδες, με ταξίδευε νοητικά σε ξένες ζωές και μου επέβαλλε να τις γνωρίσω, να τις διαβάσω, να γράψω την ιστορία τους.
Απόλαυσα πολύ εκείνο το ταξίδι, ξεδίψασα απ’ την κάθε στιγμή του, ένιωσα πιο πολύ δικό μου από καθετί άλλο το βιβλίο που προέκυψε απ’ αυτό, έγινα πολύ καλός φίλος με τους ήρωές του.
Και να που σήμερα έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού. Καθώς κρατώ στα χέρια μου το σελιδοποιημένο κείμενο, καθώς χαϊδεύω νοερά τις εικόνες και τα συναισθήματα που αναβλύζει, καθώς αντικρίζω για στερνή φορά τα πρόσωπα που δημιούργησα, μια γλυκιά μελαγχολία με τυλίγει -αυτή της απώλειας- και μια πικρή χαρά με γεμίζει – αυτή της επίτευξης ενός στόχου.
Τώρα νιώθω λίγο χαμένος. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ίσως να έφτασε η ώρα να σαλπάρω πια για τα καλά για θάλασσες ιστοριών άλλες, για τους ουρανούς κάποιων άλλων ψυχών.

Υ.γ. Ο «τελικός» τίτλος του βιβλίου είναι «Οι γυναίκες της συγνώμης» και θα κυκλοφορήσει στις 15 Νοεμβρίου από την Εμπειρία Εκδοτική