Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
Της ημέρας... ίσως
Και ήρθαν μέρες γαλήνια δύσκολες, τρυφερά αμήχανες. Δύσκολες, καθώς ο Δημήτρης προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες, καθώς η Χριστίνα είχε κοντά της τον αγαπημένο και δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτόν. Αμήχανες για τους ίδιους λόγους. Ζούσαν μαζί, αλλά σαν ένα ζευγάρι γερασμένο, που με τα χρόνια ανέπτυξε μια σχέση γλυκιάς συγκατάβασης, αδελφική.
Η Χριστίνα στεναχωριόταν και δεν το έδειχνε, πέθαινε μέσα της και δεν έβγαζε μια κραυγή για βοήθεια. Ήθελε να του δώσει χώρο και χρόνο. Χώρο για να προσαρμοστεί στη νέα ζωή, χρόνο για να παλέψει με τους δαίμονες του και να ξεκαθαρίσει το μέσα του αχούρι.
Ο Δημήτρης, την έβλεπε να υποφέρει, διάβαζε τον πόνο και τη λύπη και τη μοναξιά στα μάτια της, αλλά δεν μπορούσε να της προσφέρει γιατρειά, ανακούφιση. Όχι ακόμη. Ναι, την αγαπούσε, «την αγαπώ όπως την ίδια μου τη ζωή,» σκεφτόταν, αλλά ένιωθε πως τη συγκεκριμένη στιγμή δε θα μπορούσε να της χαρίσει παρά περισσότερο πόνο, πιότερη θλίψη.
Έτσι, κατέληξαν σ’ ένα αμίλητο συμβιβασμό. Ξόδευαν σχεδόν όλο το χρόνο τους μαζί, περπατώντας, πίνοντας, συζητώντας, σιωπώντας, αλλά ποτέ δεν έπιαναν στα χείλη τα θέματα που καίγαν: τον έρωτα της Χριστίνας για κείνον, το έγκλημα που πάντα τον ακολουθούσε, το αύριο που ίσως να μπορούσε να ήταν αλλιώς.
Η κοινή τους ζωή, η τόσο επίπεδη, η τόσο προβλεπτή, ήταν πόνος κι απόλαυση την ίδια ώρα. Πόνος για την πλήρη εγκατάλειψη απ’ τους φίλους, απόλαυση για το δέσιμο μεταξύ τους που έμοιαζε να γίνεται παρ’ όλες τις δυσκολίες όλο και πιο δυνατό. Τις πρώτες εκείνες μέρες ο Δημήτρης προσπάθησε να βρει και να ενώσει τα νήματα που τον ένωναν με τους αλλοτινούς φίλους, να βρει μια νέα ζωή κι ακέραιες ελπίδες στα γνώριμα μονοπάτια του χθες. Αλλά, σύντομα αντιλήφθηκε ότι έτρεφε αυταπάτες. Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι ξανά όπως παλιά. Τα αστεία μπαγιάτεψαν, τα αισθήματα σκούριασαν, κανείς απ’ τους συντρόφους του χθες δεν ήθελε να είναι φίλος του και πάλι. Ήταν στιγματισμένος, τον ξέγραψαν. Έτσι, μοναδική φίλη και αδελφή παρέμεινε για κείνον η Χριστίνα. Κάθε βράδυ, πολύ αργά, όταν τα πολλά φώτα σβήναν κι οι θόρυβοι γαλήνευαν έβγαιναν έξω, στις ήσυχες γειτονιές της μικρής τους πόλης. Περπατούσαν αργά και τρυφερά αγκαλιασμένοι, ψιθυρίζοντας αναμνήσεις, χαμογελώντας μυστικά. Οι βόλτες αυτές μύριζαν οδύνη και σωτηρία για το Δημήτρη, σωτηρία κι οδύνη για τη Χριστίνα. Του θύμιζαν τους περίπατους με τη μεγάλη αγάπη της ζωής του, τη Μίρα, δάκρυζε σιωπηλά κι ανακουφιζόταν με τις αναμνήσεις του... Της θύμιζαν το αύριο που ονειρευόταν, χαμογελούσε και ξεγελούσε τη θλίψη της, πονούσε στην ιδέα ότι εκείνο το αύριο δεν ήταν τώρα...
Την πρώτη φορά που πάτησε το πόδι του, έστω αργά, στο κάστρο, εκείνο το κάστρο που χρόνια πριν έγινε το σκηνικό για μια τρυφερή στυγνή δολοφονία, ένιωσε τις ανάσες του να κόβονται, τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, ένιωσε την παρουσία Της εκεί. Και κάθισε μόνος πάνω σ’ ένα βράχο κι έκλαψε. Έκλαψε πικρά, έκλαψε τελεσίδικα, έχωσε το μαχαίρι και πάλι βαθιά στη νοητή πληγή, αναζητώντας μια έξοδο απ’ τα αδιέξοδά του. Η Χριστίνα καθόταν λίγο πιο πέρα και τον παρατηρούσε σκεφτική, αθέατη, σκυφτή στον εαυτό της, στις θεές της τύχης παραδομένη. «Ό,τι είναι να γίνει, θε να γίνει», σκεφτόταν καθώς ο ήχος των κυμάτων σπούσε τη σιωπή, καθώς ο νοτιάς της χάιδευε το πρόσωπο, καθώς... εκείνος την κοιτούσε. «Μίρα», πήγε να φωνάξει αλλά συγκρατήθηκε. Βγήκε απ’ το ονειροπόλημά του. «Χριστίνα», ψιθύρισε, «Χριστίνα, έλα εδώ, σε παρακαλώ...» Σηκώθηκε, πήγε κοντά του. Της έκανε χώρο στο βράχο και κάθισε δίπλα του, την έκλεισε στην αγκαλιά του, φίλησε τα μαλλιά της που μύριζαν γιασεμί κι ονειροφαντασία.
Παρέμειναν εκεί, τυλιγμένοι μες στην πολύλογη σιωπή, ρουφώντας τους ήχους της φύσης, καταβροχθίζοντας το φως της ημισελήνου, παίρνοντας ζεστασιά ο ένας απ’ την ύπαρξη του άλλου.
Καθώς ο ήλιος πρόβαλλε κροκοκόκκινος μέσα από τη θάλασσα, η Χριστίνα ένιωθε πιο αισιόδοξη παρά ποτέ. Είχε μόλις ζήσει μια από εκείνες τις στιγμές μαγείας που πάντα ονειρευόταν. Είχε περάσει μια νύχτα στην αγκαλιά του, είχε κουρνιάσει στον κόρφο του, μυρίστηκε τους χυμούς του κορμιού του. Δεν μπορεί, το αύριο έπρεπε και θα ήταν καλύτερο. Όσο για το Δημήτρη, αυτός δεν ένιωσε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Απλά ένιωσε καλύτερα, ένιωσε για πρώτη φορά μετά από καιρό άνθρωπος και γι’ αυτό ευγνωμονούσε τη Χριστίνα, αλλά έως εκεί. Το αύριο θα έπρεπε να περιμένει.
Είχε ξημερώσει για τα καλά όταν έφτασαν στο σπίτι της Χριστίνας. Ω, ήθελε τόσο πολύ, όσο τίποτα στον κόσμο να τον πάρει μαζί της στο δωμάτιό της, στο κρεβάτι της, να σβήσει επιτέλους τους πόθους της, αλλά δεν προσπάθησε να το κάνει. Μπορούσε να διαβάσει στα μάτια του την άρνηση. Έτσι, απλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο, χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά του και του ευχήθηκε να δει όνειρα ταξιδιάρικα.
Κλείστηκε στο δωμάτιό της, έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι, και αντί να αρχίσει να κλαίει όπως θα περίμενε κανείς, ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα διψασμένα της χείλη. Αν και η κατάληξη ετούτης της μέρας δεν ήταν ακριβώς αυτή που ευχόταν, ωστόσο, είχε γίνει το πρώτο βήμα. Κάτι ήταν κι αυτό. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φέρει και πάλι στο μυαλό της τις εικόνες που προηγήθησαν, να θυμηθεί τη μυρωδιά του κόρφου του, να νιώσει τη ζεστασιά της αγκάλης του. Ένιωθε καλά, τόσο καλά, σα γλυκιά νοσταλγία, σα χάδι ερωτικό. Όταν τελικά αποκοιμήθηκε το κορμί της είχε πάρει τη στάση του εμβρύου, κι ανάμεσα στα πόδια και στην αγκαλιά της, κρατούσε σφικτά ένα μαξιλάρι, που ίσως κάποια μέρα σύντομα, να έπαιρνε άλλη μορφή.
Απόσπασμα από τις Γυναίκες της συγνώμης
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
Δυο φωνές και μια σιωπή - Απόσπασμα
Μακρύς, δύσκολος και ανηφορικός πολύ ήταν ο δρόμος που περπάτησε πεισματικά, βήμα το βήμα, λεπτό το λεπτό, λάθος το λάθος, μέχρι να φτάσει ως εδώ. ώσπου να φτάσει στο ευλογημένο κατώφλι της χαράς και να το προσπεράσει, για να κινήσει ολοταχώς και δίχως δισταγμό για το ξωπόρτι της απώλειας. Θα ζήσω για πάντα, φώναζε κάποτε, πολύ παλιά ο τρελός, μα, απ’ ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν περίμενε πώς κάποια μέρα θα έβλεπε άλλους δίπλα του να πεθαίνουν.Κάθεται στο πλευρό ενός παλιού σιδερένιου και σαρακοφαγωμένου κρεβατιού, σε κάποιον θάλαμο ενός παραμελημένου, και φαινομενικά ξεχασμένου απ’ το χρόνο, νοσοκομείου. Βλέπει σωλήνες και σωληνάκια να εισβάλλουν στο στόμα και τα χέρια ενός σώματος απ’ την πρώτη στιγμή αγαπημένου, κι ένα καρδιογράφο να καταγράφει τις κινήσεις του μέσα του και, ανατριχιάζει, ραγίζει. Θέλει ν’ αφήσει να ξεφύγει απ’ τα στήθια του μια σπαρακτική κραυγή, μια βλαστήμια, μια προσευχή -μισή παράκληση, μισή απειλή- για ν’ αδειάσει, να ξαλαφρώσει, μα δεν το κάνει. Βαστά γερά τα λουριά του εαυτού του. όσο είναι εκεί δεν τον αφήνει να ξεφύγει απ’ τον έλεγχο.
Σαν να κρατά συντροφιά στον γέρο άρχοντα, το θάνατο, έτσι νιώθει. Η σχεδόν απόλυτη σιγή του χώρου κάπου τον τρομάζει, αλλά τον καθησυχάζει κιόλας. τον αφυπνίζει και την αφηνιασμένη του ψυχή πολύ ταλαιπωρεί. Θέλει να το πιστέψει αυτό. Θέλει να πιστέψει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι τη μάχη αυτή θα την κερδίσει η χαρά, η ζωή, αλλά δεν μπορεί. όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να δει τον κόσμο φωτεινό, το μέλλον μ’ αισιοδοξία.
Στον τοίχο αντικρύ του βλέπει μια εικόνα του Χριστού, παλιά πολύ, από χαρτί λεπτό και ξεβαμμένο. Λες; Λες να προσευχηθεί σ’ Εκείνον για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Αλλά, όχι. Όχι, θέλει να φωνάξει. Αν ήταν όλα στον κόσμο Του σωστά και καθώς πρέπει καμωμένα, ποτέ δεν θα συνέβαινε αυτό που του συμβαίνει, ποτέ δεν θα έπεφτε τόσο απότομα στο βάραθρο, ποτέ του δε θα γνώριζε τέτοιο πόνο. Εκτός κι αν πληρώνει τις αμαρτίες του, που λένε κι οι παπάδες. Αλλά, αν είν’ έτσι, εκείνοι γιατί δεν πληρώνουν τις δικές τους; Χα. Θέλει να γελάσει, αλλά δεν το κάνει. δεν του βγαίνει.
Σηκώνεται απ’ την καρέκλα που υπόκωφα τρίζει. Περπατά όσο πιο αθόρυβα μπορεί πάνω κάτω μέσα στον ασφυκτικά γεμάτο, αλλά φαινομενικά έρημο θάλαμο. Με προσοχή αφουγκράζεται τις ανάσες των άλλων ασθενών, που μετά βίας, λες, βγαίνουν απ’ τα στήθια τους. Κατευθύνεται προς το παράθυρο, αλλά τι θέα ν’ απολαύσει; Γκρίζες πολυκατοικίες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα -σχεδόν κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο- στα πεζοδρόμια, ένα χωράφι ξερό αφημένο στη μοίρα του, δυο-τρία δέντρα, που κατά τύχη μάλλον ξέφυγαν απ’ το τσεκούρι του πολιτισμού, και τα φώτα της νύχτας που βάφουν κίτρινη την πλάση. Με απεγνωσμένα μάτια ψάχνει τα βρει τον ουρανό, αλλά δεν τα καταφέρνει. Αλλά και να τον έβρισκε, τ’ αστέρια στα σίγουρα θ’ απουσίαζαν. θα ήταν αλλού, όπως και το φως που άλλοτε έλουζε τη ζωή του. Κάνει να πάει προς τα έξω για να βρει κάποια γωνιά ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, αλλά αμέσως μετανιώνει. Δεν τον αφήνει η ψυχή του να υποπέσει σ’ αυτό το ατόπημα. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής του στο κρεβάτι του πόνου μοναχό, μόνο και μόνο επειδή θέλει να ρίξει στο πηγάδι του μέσα του λίγες ακόμη ανάσες θάνατο.
Ξεφυσάει άηχα, ενοχικά, και επιστρέφει στη θέση του. Κάθεται απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί, και παίρνει να χαϊδεύει νωχελικά, με στοργή ανείπωτη τα μαλλιά και το πρόσωπο, την αγγελική μορφή που έχει μπροστά του. Θα γίνεις καλά, ψιθυρίζει. Θα γίνεις καλά. Καλύτερα κι από πρώτα. Το μόνο που δεν ακούγεται τόσο σίγουρος, όχι και τόσο πειστικός. ούτε και στον εαυτό του ακόμη. Α, ρε Αντρέα, ποιος να στο ’λεγε! Τα βάζει με την απύθμενη άγνοιά του.
Αποτραβάει διστακτικά το χέρι και το αφήνει να πέσει στο πλάι της καρέκλας. Κλείνει τα μάτια. Αφήνει το κορμί του να χαλαρώσει για λίγο. Δε θα κοιμηθεί. αυτό αποκλείεται, το ξέρει. Αλλά να, και μια ψευδαίσθηση ύπνου του κάνει, είναι αρκετή. Για να μπορέσει για λίγο να ξεφύγει απ’ τους δαίμονές του, για να ξεχαστεί.
Απόσπασμα από το βιβλίο που πήρα να ξαναδουλεύω τις τελευταίες μέρες. Εκτός απ' αυτό, όμως, είπα ότι έφτασε ο καιρός να δημιουργήσω ένα χώρο όπου θα αναρτώ τις βιβλιοπαρουσιάσεις μου. Μέχρι τώρα ανέβαζα κείμενα αρχείου γι' αυτό και δεν ανέφερα τίποτα γι' αυτόν αν και έβαλα δίπλα ένα σύνδεσμο. Το επόμενο διήμερο μάλλον θα ξεφορτωθώ τα παλιά κείμενα κι από βδομάδας θ' αρχίσω να αναρτώ καινούρια. Πάντως οι αναρτήσεις έχουν ξεπεράσει ήδη τις 180. Όταν επιστρέψω στην Κύπρο θα ψάξω να βρω και τα κείμενα που έχω σε παλιούς υπολογιστές ώστε να δημιουργηθεί ένα αξιοπρεπές αρχείο. Όσοι από εσάς θα θέλατε να ρίξετε μια ματιά πατήστε εδώ...
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008
Το ψεύτικο χαμόγελο
Φόρεσε το ψεύτικο χαμόγελό της και κίνησε για την πόλη.
Σάββατο βράδυ κι οι σκιές πληθύνανε.
Βρήκε τις φίλες, έφαγαν, μίλησαν, πήγαν στους φίλους.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποτό και χορό
Μέχρι τελικής πτώσης – όπως πάντα.
Τα είπαν, τα ήπιαν και χόρεψαν με τα ξέκωλά τους
Πάνω στα φθαρμένα τραπέζια ενώ οι
Ματάκηδες κρατούσαν τσίλιες.
Και σαν όλα τέλειωσαν πήρε ο καθείς το δρόμο του.
Άλλοι προς τα κρεβάτια του έρωτα
Άλλοι προς τα δωμάτια της συνήθειας
Κι άλλοι προς εξόντωση κάθε πετούμενου στον ουρανό.
Εκείνη τράβηξε προς την κάμαρα της μοναξιάς
Έβγαλε τη μάσκα χαμογέλιου και
Βούλιαξε στο κρεβάτι των δακρύων.
Βαρύ πράμα η μοναξιά και θάνατος η συνήθεια,
Κι αυτή μάταια περιμένει το καλύτερο αύριο που
Μάλλον ποτέ δε θα ’ρθει.
Είναι Σάββατο βράδυ και πάλι και οι σκιές
Παίρνουν αβίαστα να πληθαίνουν.
Σε λίγο θα φορέσει το ψεύτικο χαμόγελό της
Και θα κινήσει για την πόλη.
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008
Μαρία της σιωπής
στης αμαρτίας τον πηλό
και όλ’ αυτά που ’χουν συμβεί
ένα μαχαίρι μια πληγή.
Ο ήλιος σου ματώνει πια
κλαίει οδύρεται η καρδιά
μες στη λησμόνια η χαρά
πολύ αγάπησες, αλλά...
εσύ Μαρία της σιωπής
βαμμένο δάκρυ της ντροπής
τη σωτηρία της ψυχής
δίνεις σε οίκους ανοχής.
Όνειρα λάγνα σιωπηλά
του πόθου τους τα βογκητά
χάδια φιλιά απατηλά
τους δίνεσαι χωρίς αυτά.
Πονάει το φτηνό κορμί
παιχνίδι δίχως αφορμή
τίποτα δεν ελπίζει πια
πολύ πληγώθηκε, αλλά...
εσύ, Μαρία της σιωπής
βαμμένο δάκρυ της ντροπής
τη σωτηρία της ψυχής
δίνεις σε οίκους ανοχής.
Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008
Με πονάει ρε μαμά...
Μαμά , θέλω να σου μιλήσω απόψε ... Θέλω , να σου πω ό,τι απλά δεν μπορώ γιατί φοβάμαι πως δεν θα καταλάβεις ... Όπως , τότε στην Δ΄ δημοτικού ... Θυμάσαι ; Είμαι , σίγουρη πως όχι . Όμως , εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , αυτή η νύχτα θα μείνει καρφωμένη στον τοίχο του μυαλού μου για πάντα με το πιο έντονο χρώμα να μου θυμίζει ό,τι δεν θέλω να θυμάμαι μαμά ... Γιατί , θυμάμαι . Θυμάμαι , τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου στο σαλόνι να παρακολουθούν τηλεόραση κι εσένα στο δωμάτιό σου , καθιστή στην παλιά , ξύλινη καρέκλα της ραπτομηχανής ... Θυμάμαι και ΄μένα ... Με θυμάμαι , καθιστή στο κρεββάτι να σε κοιτώ και να θέλω να σου μιλήσω για ό,τι τότε φοβόμουν ... Τον θάνατο .
Η συνέχεια εδώ...
Κυριακή 8 Ιουνίου 2008
Το Δράμα της Μάρθας

Αφού λόγω της "ξηρασίας λέξεων" και της δόλιας της γρίπης δεν μπορώ να γράψω κάτι νέο, είπα ν' ανεβάσω μια παλιά ιστορία που είχα ξαναδουλέψει πρόσφατα. Διαβάστε, λοιπόν, για Το Δράμα της Μάρθας:
Έκλαιγε με λυγμούς, εδώ και μέρες, απαρηγόρητα, χωρίς σταματημό. Έκλαιγε μόνο. Δε μιλούσε, δε φώναζε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο. Έκλαιγε. Επειδή έχασε τον αγαπημένο της, τοn ένα και μοναδικό της αγαπημένο. Από την ημέρα που της πέθανε ο κόσμος της ολάκερος άρχισε σιγά-σιγά να γκρεμίζεται, η ζωή της, που άλλοτε ξεχείλιζε από χρώματα και μουσικές και χίλιες δυο ομορφιές, έχασε το νόημα, τη σημασία της. Στ’ αλήθεια δε χωρούσε στο φτωχό της το μυαλό, στην πονεμένη της ψυχή, η ιδέα αυτού που συνέβηκε. Γιατί πέθανε, ε; Γιατί; Πώς μπόρεσε και της το έκανε αυτό; Ω, ήταν άδικο, άδικο πολύ και κρίμα.
Προτού τον γνωρίσει ήταν αλύγιστα μόνη, αλλά συνήθιζε να λέει ξανά και ξανά σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, ότι χρειαζόταν κάποιον για να αγαπήσει. Ναι, χρειαζόταν κάποιον γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και το επαναλάμβανε μονότονα, σαν εκείνο το παλιό αγαπημένο τραγούδι των Queen: I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…
Κι επιτέλους, κάλλιο αργά παρά ποτέ, τον βρήκε, κι από τότε η ζωή της απέκτησε παραδείσια ομορφιά, η ύπαρξή της ουσία. Εκείνος ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε: τρυφερός, παιχνιδιάρης, γλυκύτατος, συμπονετικός, πάντα πρόθυμος να την ακούσει και να της συμπαρασταθεί στο καθετί. Με μια λέξη ήταν τέλειος, ο Τζόνι της. Τέλειος! Από την ημέρα που βρέθηκε κοντά της, στο πλάι της, από τη στιγμή που ήρθε για να γεμίσει όλα τα μεγάλα κενά της ζωής της, ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη η Μάρθα. Η παρουσία του και μόνο την έκανε να νιώθει θεσπέσια, σα μια πριγκίπισσα σ’ ένα απερίγραπτο βασίλειο της φαντασίας, σαν κάποια που τα είχε στ’ αλήθεια όλα, μα το πιο σημαντικό: Somebody, somebody, somebody to love…
Έζησαν πολλά μαζί οι δυο τους, αμέτρητες στιγμές γαλήνης και ομορφιάς και άδολης αληθινής αγάπης. Η Μάρθα πίστευε βαθιά μέσα της ότι τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τους χωρίσει, πώς ήταν φτιαγμένος ο ένας για τον άλλο. Απ’ τη στιγμή που είχε τον καλό της, τον Τζόνι, στο πλευρό της ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ο πόνος και το δάκρυ δε θα επισκέπτονταν ξανά τον κόσμο της.
Κάποιες φορές τα βράδια, ενώ εκείνος κοιμόταν, η Μάρθα παρέμενε ξύπνια για ώρα πολλή και τον παρατηρούσε, μ’ εκείνα τα μεγάλα, τα γεμάτα θαυμασμό μάτια της. Έμοιαζε τόσο μικρός, τόσο ευάλωτος, τόσο όμορφος, σαν ένα παιδί, το παιδί της. Αλλά, δεν ήταν παιδί, ήταν ο αγαπημένος της, η προίκα κι η περιουσία της, ένα πλάσμα του ονείρου, με σάρκα όμως, και οστά. Γι’ αυτό και ένιωσε τον κόσμο να φεύγει κάτω από τα πόδια της όταν, έτσι στα ξαφνικά, της πέθανε. Ναι, αρρώστησε και της πέθανε από τη μια στιγμή στην άλλη, προτού καλά-καλά προλάβει να ζήσει.
Στην κηδεία του πήγαν λίγοι, μέλη της οικογένειας και λιγοστοί φίλοι, λες και για κανέναν άλλο δεν είχε σημασία η ζωή κι ο θάνατός του. Η Μάρθα σε ολόκληρη τη διάρκεια της σύντομης τελετής έκλαιγε ασταμάτητα, με αναφιλητά, χωρίς να νοιάζεται τι θα πουν οι άλλοι για κείνη. Έχασε τον αγαπημένο. Ασήκωτο ήταν το φορτίο του πόνου της. Πώς να το αντέξει;
I need somebody to love. I need somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love… Άρχισε και πάλι το γνωστό τροπάρι, αλλά που θα έβρισκε ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, κάποιον που θα την αγαπούσε ακριβώς γι’ αυτό που ήταν; Δύσκολο πολύ, αν όχι ακατόρθωτο, να συμβεί κάτι τέτοιο δεύτερη φορά.
Σιγά-σιγά πήρε να τρελαίνει τους γύρω της με το μονότονό της θρήνο, με τον πόνο, το δάκρυ και την απόγνωση, που ήταν μόνιμα ζωγραφισμένα στα απαλά χαρακτηριστικά του προσώπου της. Ως πότε; Ως πότε θα συνεχίσει να μένει δεμένη στο άρμα του χθες; Και πότε θα μπορέσει να καταλάβει, επιτέλους, ότι η ζωή δεν αρχίζει και δεν τελειώνει σ’ ένα άτομο; Και πότε θα επιστρέψει το χαμόγελο στο πρόσωπό της; Αυτά αναρωτιόνταν, συζητώντας αργά κάθε βράδυ ψιθυριστά οι γονείς της, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή σύντομα ο χρόνος, θα επούλωνε και τις δικές της τις πληγές. Αλλά οι ελπίδες, κάθε ώρα και στιγμή που περνούσε, φαίνονταν να λιγοστεύουν, καθώς η καημένη η Μάρθα, το αγαπημένο τους παιδί, έμοιαζε να καταρρέει. Μία μονάχα λύση υπήρχε, κατέληξαν, να βρει κάποιον άλλο ν’ αγαπήσει. Έτσι, αφού το πήραν επιτέλους απόφαση, ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος να διαβούν, η απελπισμένη και στα όρια νευρικού κλονισμού μάνα, έσπευσε στο δωμάτιό της για να της πει τα καλά νέα. Ωστόσο, όταν την είδε να κλαίει σπαρακτικά και να μην μπορεί ν’ ακούσει αυτά που πήγε να της πει, δεν άντεξε, έβαλε τις φωνές, ξέσπασε: Μάρθα, άκουσέ με. Άκουσέ με, Μάρθα. Μάρθαααααααα, βγάλε επιτέλους τον σκασμό. Θα σου πάρουμε άλλο χάμστερ. Στο άκουσμα της ευχάριστης είδησης η μικρούλα σήκωσε το κλαμένο της το προσωπάκι από τα μαξιλάρια, σκούπισε στα μανίκια της τα δάκρυα και χάρισε στη μανούλα της το πιο γλυκό χαμόγελο. Ω, ναι, επιτέλους, θα είχε ξανά κάποιον για να αγαπά! Άρχισε να τραγουδά με την κελαρυστή φωνούλα της: I’ll have somebody to love. I’ll have somebody to love. Somebody, somebody, somebody to love…
Τρίτη 27 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 13
«Δεν πας καλά!»«Λες να μην το ξέρω, ρε Γιώργο;»
«Ε, και τι κάνεις γι’ αυτό; Όλη μέρα πίνεις, κι ύστερα πιωμένος ξενυχτάς. Μέχρι πότε...»
«Όσο αντέχω!»
«Και μετά;»
«Και μετά θα πάω στο διάολο να ησυχάσουμ’ όλοι!»
Κάθε μέρα όλο και χειρότερα δείχνει ο Αντρέας. Κάθε μέρα πίνει όλο και πιο πολύ, κοιμάται όλο και πιο λίγο, δεν τρώει καθόλου, κι ούτε δουλεύει. Μόνο σκέφτεται. Κλείνει τα μάτια και κοιτά μπροστά. στο τίποτα που του ανήκει.
«Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πεθάνει ο Αλέξης, φίλε. Θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ. Άλλη λύση δεν υπάρχει.»
«Και ποιος σου ’πε πώς ο θάνατος είναι η λύση; Αν νιώθεις τόσο άσκημα όσο λες, πρέπει να ζήσεις. να ζήσεις με τις ενοχές σου...»
«Ναι, το ξέρω, εύκολη λύση είν’ ο θάνατος, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Πάντα ήσουνα ντόμπρος άνθρωπος, Αντρέα, ξέρεις ποιο είναι το καθήκον σου, κι ας μη σου αρέσει. Πρέπει να σταθείς δίπλα της, όπως στέκεσαι δίπλα στο παιδί σου. Το πιοτό κι η αυτολύπηση δε βοηθάνε, μόνο χειρότερα μπορούν να κάνουν τα πράματα.»
«Θέλω να το κάνω αυτό. θέλω να τη δω, να την αγκαλιάσω, να τη συγχωρέσω. απλά δεν μπορώ.»
«Να μπορέσεις. Αν μπορεί να σε συγχωρέσει εκείνη, σίγουρα κι εσύ μπορείς. Μην κωλώνεις τώρα, στα δύσκολα!»
Δίκιο έχει ο Γιώργος. Αλλά, τι να κάνει; Αυτός είναι αλλιώς μαθημένος. Μια ζωή λιγομίλητος ήταν σε ό,τι αφορούσε τα συναισθήματά του, με το ζόρι του έβγαζες κουβέντα, ενώ τώρα... Ενώ τώρα μιλά και σταματημό δεν έχει. Και γι’ αυτό νιώθει αδύνατος πολύ, ευάλωτος, δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί δημόσια το μέσα του. Αν και όταν μιλάμε για τον Γιώργο, μιλάμε για τον άνθρωπό του, τον αδελφό του, ωστόσο... Ω, δεν ξέρει τι να σκεφτεί! Ίσως να είναι το πιοτό, ή, ίσως να είναι και ο πόνος που τον κάνουν τόσο ευαίσθητο, ένα παιδί κλαψιάρικο. Δεν του πάει αυτό το σκηνικό, καθόλου δεν του πάει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και κάτι για να το αλλάξει. Το είναι του όλο πια έχει φορέσει το προσωπείο της θλίψης, της άρνησης. Όχι, δεν κάνει αρνητικές σκέψεις. τις συνιστά. είναι το αποτέλεσμά τους.
«Είμαι μικρός, Γιώργο, πολύ μικρός μπροστά σ’ εκείνη. Εκείνη αντέχει τον πόνο, τον κοιτά κατάματα, ενώ εγώ...»
«Τι θες να σου πω τώρα; Να υψώσεις το ανάστημά σου; Να φανείς δυνατός; Μαλακίες! Το παιδί σου ίσως να πεθαίνει και τα λόγια σ’ αυτή την περίπτωση δε βοηθάνε. Να ρίξεις το εγώ σου, αυτό πρέπει να κάνεις, καλέ μου φίλε. Πρέπει ν’ αφήσεις τους εγωισμούς στην άκρη και να προσπαθήσεις να τα βρεις, έστω όπως-όπως, με τη γυναίκα σου. Είναι καλή γυναίκα η Αναστασία. Της αξίζει λίγος σεβασμός...»
«Όπως αξίζει σε μένα καταφρόνια!»
«Όχι καταφρόνια, συγχώρεση.»
«Συγχώρεση!»
Αφήνει τη λέξη να αιωρείται στον αέρα. Ναι, το ξέρει, αυτό χρειάζεται. Όχι άφεση αμαρτιών, απλά συγχώρεση. Σκέφτεται την Αναστασία του. Φέρνει την εικόνα της στο μυαλό του. Ακόμη είναι όμορφη πολύ, τουλάχιστον στα μάτια του. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που γνωρίστηκαν. Λες κι ο χρόνος παρέλειψε ν’ αφήσει πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της τα σημάδια του. Κι εκείνη η καλοσύνη της, η μεγάλη της καρδιά είναι... Είναι που τον γεμίζουν πιότερο με ενοχές. Η άλλη; Η άλλη είναι απλά κορμί, είναι φωτιά, δεν είναι πνεύμα. Αχ, Αναστασία μου! Αχ, κορίτσι μου όμορφο. Αχ και να ’ξερες τι σε περίμενε όταν δεχόσουνα να με παντρευτείς. Αχ και να ’ξερες τι κουμάσι ήταν ο καλός σου...
Κοιτάει τον Γιώργο που πίνει το βαρύ πικρό καφέ του και κοιτάει στο πουθενά. Δίκιο έχει, σκέφτεται, δίκιο κι άδικο. Δίκιο, επειδή του λέει τι είναι το σωστό, άδικο, επειδή φαίνεται να πιστεύει πώς μπορεί να το κάνει. Όχι, δεν μπορεί. Είναι αδύνατον. Ο εγωισμός του είναι μεγάλος, οι ενοχές του ακόμη μεγαλύτερες. Θα μείνει στο σκοτάδι. Εκεί θα μείνει. Οπουδήποτε αλλού φοβάται. Όλους και όλα τα φοβάται. τα λόγια και τις σιωπές, τη συμπόνια και τη λύπηση, ακόμη και τον εαυτό του τον ίδιο, τον οποίο δεν τολμάει πια να κοιτάξει μες στα μάτια, αφού είναι σίγουρος πώς κι εκεί θα διαβάσει την καταφρόνια.
Λες! Λες να προσπαθήσω, κι ό,τι βγει; Χειρότερα αποκλείεται να τα κάνω τα πράγματα...
Σάββατο 24 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 10
«Δε θέλει να με βλέπει. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Ίσως και ποτέ. Αν με δει, λέει, αν του μιλήσω, αν προσπαθήσω να δικαιολογηθώ, δε θα αντέξει, δε θα συγκρατήσει τα νεύρα του. θα με σκοτώσει, επί τόπου...»«Φοβάσαι, Αναστασία; Τον φοβάσαι;»
«Όχι! Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι φονιάς. Απλά...»
«Ναι, ξέρω, ο πόνος. Κι η κακιά η ώρα.»
«Γιατί η κακιά η ώρα να μην έρθει κάποια άλλη... ώρα; Ή, ακόμη καλύτερα, γιατί να μην έρθει ποτέ; Τουλάχιστον θα συνεχίζαμε να ζούμε όπως-όπως μέσα στο ψέμα μας. δε θα ξυπνούσαμε τόσο απότομα στον πραγματικό κόσμο.»
«Κι εσύ, κακομοίρα μου...»
«Κι εγώ τι; Τι να έκανα; Για χρόνια ολόκληρα με απατούσε. Το ήξερα. Τον ανεχόμουνα. Κάπου κιόλας τον συγχωρούσα. Αλλά, το κορμί δεν άντεχε. Δεν άντεχε άλλη μοναξιά, άλλη στειρότητα. Ήθελε να γευτεί. Πεθύμησα έναν άντρα. έναν οποιοδήποτε άντρα. Καταλαβαίνεις, Μαίρη;»
«Καταλαβαίνω, αλλά...»
«Ου, όλο αλλά και αλλά είσαι. Καλύτερα θα ’ταν να μη σου μιλούσα. Να τα κρατούσα όλα μέσα μου μέχρι να εκραγώ!»
«Μη με παρεξηγείς, Αναστασία, αδελφούλα μου. Απλά, δεν ξέρω τι να σου πω και τι παρηγοριά να σου χαρίσω. Είναι ξένια χωράφια αυτά για μένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε ακούσω και να εκφράσω τις απορίες μου. Αν θες, θ’ ακούσω μόνο, αλλά δεν έχω καμία συμβουλή να σου δώσω. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα...»
«Εδώ που έφτασαν τα πράγματα!»
Δεν άντεχε άλλο να μένει κλεισμένη στη σιωπή και τον εαυτό της η Αναστασία, δεν άντεχε άλλο τον καθημερινό θάνατο της μοναξιάς και των ενοχών της. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. ν’ αφήσει του είναι της τον πόνο να ξεχειλίσει απ’ τα χείλη της, να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει για ν’ αντέξει το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Φίλες πολλές και καλές δεν είχε, κι έτσι είπε ν’ ανοίξει την καρδιά της στη Μαίρη, την αδελφή της. Σε ποια άλλη θα μπορούσε να μιλήσει ειλικρινά; Σε ποια άλλη θα μπορούσε να ομολογήσει τα κρίματά της;
Αφήνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της σιγής και της αμηχανίας να τις τυλίξει. Πρέπει να κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν μια ανάσα, για να σκεφτούνε τα πράγματα καλύτερα, πιο καθαρά. Αλλά, στ’ αλήθεια η Μαίρη δεν ξέρει τι να της πει της δόλιας. Παράξενα πολύ φαντάζουν όλα αυτά που έγιναν, όλα αυτά που συμβαίνουν, στα αθώα της μάτια, στο αμάθητό της βλέμμα. Σα μια ευθεία. πάντα έτσι έβλεπε τη ζωή εκείνη. Αλλά να που, πού και πού, προκύπτουν και ανατροπές, αδιέξοδα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαίρη. Θα σπάσω...» διέκοψε η Αναστασία τη σιωπή.
«Δε φταις μονάχα εσύ, ψυχή μου, φταίει κι εκείνος. Ίσως περισσότερο εκείνος.»
«Τι ζήτησα κι εγώ η δόλια; Λίγη αγάπη. Κι αυτός πήγε και τη χάρισε, τη χαράμισε αλλού. Πώς να μη ραγίσω;»
«Μα νόμιζα ότι περνούσατε καλά, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι οι δυο σας.»
«Ήμασταν ευτυχισμένοι! Άλλοτε, ήμασταν. Στις αρχές-αρχές όταν τον ερωτεύτηκα, όταν μ’ αγάπησε, με είχε στ’ αλήθεια σαν πριγκίπισσα. με κανάκευε, με φρόντιζε πολύ, μου έκανε δώρα πολλά -με το τσουβάλι- αλλά σαν πέρασε ο καιρός άλλαξε. κι αντί για δώρα άρχισε να μου κάνει παράπονα και παρατηρήσεις.»
«Γι’ αυτό τον απάτησες;»
«Μα, δεν τον απάτησα εγώ πρώτη. Εκείνος με απατούσε για χρόνια κι εγώ...»
«Για εκδίκηση, λοιπόν;»
«Όχι! Όχι για εκδίκηση. Τον απάτησα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!»
«Και τώρα μετανιώνεις;»
«Μετανιώνω για το αποτέλεσμα. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω και θα μετανιώνω όσο ζω. ακόμη κι αν στο τέλος τα πράγματα πάνε καλά. Ωστόσο ποτέ δε θα απολογηθώ σε κείνον, ποτέ δε θα ζητήσω τη συγχώρεσή του. Εκείνος ήταν που έστρωσε το δρόμο για την καταστροφή.»
«Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις, Αναστασία. Μπορώ μονάχα να σου πω τι να μην κάνεις...»
«Μίλα.»
«Μην τα παρατήσεις. Μην παραιτηθείς. Κράτα για λίγο ακόμη. Το ξέρω, το νιώθω πώς δεν έχουν όλα χαθεί ακόμη.»
«Εύκολο να το λες...»
«Και δύσκολο να το κάνεις. Λες να μην το ξέρω; Ωστόσο, ζήσατε τόσα πολλά μαζί οι δυο σας, μοιραστήκατε μια ζωή. Πιστεύω ότι κάπου καλά κρυμμένο θα βρίσκεται το νήμα εκείνο που σας δένει. Κι αν...»
«Δεν είναι κρυμμένο το νήμα. έξω στο φως είναι και ψυχορραγεί. Το νήμα εκείνο είναι η ζωή είναι κι ο θάνατός μας. Σα να κρεμόμαστε αγκαλιασμένοι, αλλά από απόσταση, πάνω από ένα τεράστιο κενό. αν χωρίσουμε θα πέσουμε κι οι δυο μέσα, θ’ αφανιστούμε.»
«Βλέπεις, λοιπόν;»
«Βλέπω. Αλλά, για πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις: Ακόμη κι αν δεν προκύψει το χειρότερο, εκείνο που τόσο φοβάμαι, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μετά ξανά μαζί χωρίς αγάπη, δίχως εμπιστοσύνη;»
«Ο χρόνος...»
«Άσε το χρόνο. Αυτός δουλεύει για πάρτη του. Δε δίνει μία για μας.»
«Αν, λέω, αν πάνε τα πράγματα καλά, ίσως ν’ αλλάξει κάτι.»
«Δεν το νομίζω, αδελφούλα μου. Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω. Το παιχνίδι ήταν καθαρό. τα χαρτιά δεν ήταν σημαδεμένα. παίξαμε με το διάβολο και χάσαμε!»
«Φταίτε κι οι δύο, ωστόσο, ασυγχώρητα πολύ. Φταίτε επειδή δεν εκτιμήσατε σωστά τις προτεραιότητές σας. Φταίτε γιατί ξεχάσατε τα πιο σημαντικά. Φταίτε...»
«Φταίμε, φταίμε και φταίμε. Στάχτες κι αποκαΐδια έγιναν τώρα οι διπλές ζωές μας. Θέλαμε κι οι δύο περισσότερα, και τώρα είμαστε μια ανάσα μακριά από το να χάσουμε το πολύ που είχαμε, που έχουμε ακόμη.»
«Δεν ήξερες...»
«Κανείς δεν ήξερε. Αλλά αυτό τι σημασία έχει τώρα; Ωστόσο...»
Σωπαίνει. Στα χείλη της παίρνει να ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, αλλά όχι της χαράς. του σαρκασμού, της χλεύης.
«Ωστόσο,» συνεχίζει αμείλικτα τη σκέψη της, «δεν είναι ειρωνεία -τραγική ειρωνεία- ο ένας οργασμός να οδηγεί στη ζωή κι ο άλλος στο θάνατο;»
Τώρα, σ’ αυτό τι ν’ απαντήσει η Μαίρη; Τίποτα! Χαμηλώνει το βλέμμα. Κοιτάει χάμω, τα παπούτσια της. Κοιτάει κατάμουτρα το βούρκο μέσα στο οποίο έχει καταπέσει η ψυχή της αδελφής της. Δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα και να τη δει στα μάτια δίχως θλίψη, χωρίς οίκτο. Δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να την πληγώσει με την κραυγαλέα ένοχη σιωπή της. Πρέπει να σταθεί δίπλα της. Πρέπει να της συμπαρασταθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει, να ελπίζει, αλλά πώς; Πώς;
Παρασκευή 16 Μαΐου 2008
Δυο φωνές και μια σιωπή - 2
«Δεν πας καλά, Βασιλική...»«Λες να μην το ξέρω!»
«Ε, τότε γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό;»
«Να κάνω τι; Όλη μέρα κι όλη νύχτα αυτό σκέφτομαι, αλλά απάντηση δε βρίσκω. Να κάνω τι;»
«Να πας να τον βρεις, τώρα που σε χρειάζεται.»
«Μα δε με θέλει εκεί, δε με θέλει κοντά του. Δεν καταλαβαίνεις, Δανάη. Δεν καταλαβαίνεις...»
«Ε, τότε βρες κάτι άλλο να κάνεις, κάτι για να κρατήσεις το μυαλό σου απασχολημένο. Για να μη σε τυραννάνε συνεχώς οι σκέψεις σου.»
«Δεν μπορώ. Απλά, δεν μπορώ!»
Μένουν για λίγο σιωπηλές οι δυο φιλενάδες. Κοιτά η μια την άλλη με τα βλέμματα της θλίψης, λίγο ενοχικά, λίγο ραγισμένα. Έχουν μεγαλώσει πια, ασυγχώρητα, κι οι δυο τους. Δεν τους μένει πλέον καιρός για νέες ευκαιρίες, νέα πειράματα. Πρέπει να συνεχίσουν να ζουν τη ζωή όπως τους έλαχε, με τα σωστά της και τα λάθη της. Επιλογή άλλη καμία.
Παρατηρεί έντονα τη Βασιλική η Δανάη, βλέπει καθαρά το μέσα της που παλεύει και παραδίδεται. Μοιάζει να έχει πια πάρει για τα καλά το δρόμο εκείνο τον γνωστό, τον πολυταξιδεμένο, το δίχως επιστροφή. Πίνει και καπνίζει και πίνει. Λίγο τρώει, πολύ μιλά, πολύ σιωπά. Όλο τα ίδια και τα ίδια λέει. Για τον άντρα της. Για τον άντρα που ποτέ δεν ήταν, που ποτέ δεν έγινε άντρας της. τουλάχιστον όχι επίσημα. Πρέπει να τη βοηθήσει, θέλει να τη βοηθήσει, αλλά πώς; Αφού από λόγια και παρηγοριές δεν παίρνει χαμπάρι αυτή!
«Πίνεις πολύ, ρε συ...» τολμά να της πει.
«Χα! Κι εσύ που δεν πίνεις, τι κατάλαβες;» απαντά ετοιμόλογα εκείνη.
Τι κατάλαβε; Στ’ αλήθεια τι; Κι εκείνη στον ίδιο βόθρο ζει, κι εκείνη στα ίδια σκατά παραδέρνει. Το μόνο που -αυτή, η τυχερή- δε νιώθει τόσο έντονα τον πόνο, το μόνο που δεν ξεχειλίζει από πίκρα, όπως η φιλενάδα της.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και πλησιάζει τη Βασιλική, καθώς εκείνη ρουφάει μ’ ένα ανεπίτρεπτο πάθος, αλλά δίχως καμιά εμφανή ευχαρίστηση, την τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι της. Η φύση έξω σκοτεινιάζει, οι σιωπές θα γίνουν τώρα αφόρητες, αν τους ανοίξουν την πόρτα. Πρέπει να συνεχίσουν να μιλάνε, για να ξορκίσουν όπως όπως τα φαντάσματά τους, για να μασκαρέψουν τη θλίψη τους. Κάθεται δίπλα της. Την κλείνει ασφυκτικά στην αγκαλιά της. Τα μαλλιά της μυρίζουν καπνό και απλυσιά, το κορμί της το νιώθει σκληρό, απολιθωμένο. Όμως, ξάφνου τη νιώθει να χαλαρώνει λίγο, κι ύστερα να συσπάται. Ακούει την αλκοολούχα ανάσα της ν’ αλλάζει ρυθμό. Αρχίζει να κλαίει. Σιωπηλά. Σχεδόν ατάραχα. Πάει να της πει κάτι η Δανάη, αλλά δεν την αφήνει -της κλείνει το στόμα με το χέρι γρήγορα, επιτακτικά, προτού προλάβει να μιλήσει και- συνεχίζει ν’ αδειάζει το μέσα της, για να ’χει χώρο μετά για να το γεμίσει ξανά, με νέες σκέψεις, με τις ίδιες λύπες και σιωπές. Όταν τα δάκρυα στερεύουν, όταν οι αναπνοές της αποκτούν και πάλι την κανονικότητά τους, τότε σηκώνει το ραγισμένο μαύρο των ματιών της, κοιτά με στοργή την καλή της φίλη και της λέει:
«Δεν κλαίω ζητώντας τα λόγια τα ψεύτικα, της παρηγοριάς, καμιά βοήθεια. Κλαίω εκλιπαρώντας σιωπή. οι φωνές μέσα μου να βγάλουν, επιτέλους, τον σκασμό!»
Σιωπή ζητά, σιωπή της δίνει κι η Δανάη – στο έξω όχι στο μέσα της. Εκείνο δεν εξαρτάται απ’ αυτήν. Τι άλλο μπορεί να κάνει; Κάτι!
«Μπορείς;» της προτείνει το ποτήρι της για να το γεμίσει. Το παίρνει. Πηγαίνει με βήματα αργά, σχεδόν βαριεστημένα, προς την κουζίνα και παίρνει ένα ακόμη. Τους βάζει πάγο και τα γεμίζει μέχρι πάνω. Ας πιούνε, λοιπόν. Ας πιούνε μέχρι τελικής πτώσεως αυτή τη νύχτα, κι ας τους φέξει ό,τι θέλει ο θεός σαν ξημερώσει. Σβήνει το φως.
Κάθονται δίπλα-δίπλα, κολλητά η μια στην άλλη, και δίχως φωνή μιλάνε στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι του χώρου που αβίαστα έφτασε, του χρόνου που έφυγε, σ’ εκείνο το σκοτάδι της ζωής το αξεδιάλυτο. εκείνο που δεν έψαξαν.
«Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει!» λέει, ύστερα από αρκετή ώρα, σε μια ανύποπτη στιγμή η Βασιλική, και ξεσπάνε κι οι δυο τους σε γέλια ακράτητα, ασυγκράτητα, απ’ τη μέθη καλά καμωμένα.
Κυριακή 4 Μαΐου 2008
Ο Μπεκρής
Όλα τα έχασε. Όλα! Και τώρα τριγυρνά μοναχός, με σκυμμένο το κεφάλι, μέσα στους δρόμους μιας βρώμικης, οχληρής κι αφιλόξενης πόλης, και σκέφτεται. Όσο του το επιτρέπει το θολωμένο απ’ το πιοτό μυαλό του, σκέφτεται. Σκέφτεται την προηγούμενή του ζωή, τα νιάτα που ξεκίνησαν σα μέσα σ’ ένα όνειρο και κατάντησαν εφιάλτης – πήγαν χαμένα. Σκέφτεται το άθλιο, μίζερο, μισερό παρόν του, που χρόνια πριν στα μάτια της φαντασίας του φάνταζε λαμπρό κι ευτυχισμένο. Σκέφτεται και θυμάται. Θυμάται τη γυναίκα που τόσο αγάπησε, πιότερο κι απ’ τη ζωή του την ίδια, την κορούλα του, τον άγγελό του, τους καλούς του φίλους, που χάθηκαν κι αυτοί στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Θυμάται ότι κάποτε έκανε όνειρα. Θυμάται...Μ’ ένα κουρέλι, παλιό, βρώμικο και πολυμεταχειρισμένο, μοιάζει τώρα η ύπαρξή του. Ένα κουρέλι που πολύ θα ήθελε να πυρπολήσει. Απλά, να του βάλει φωτιά και για πάντα να ξεγνοιάσει. Να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
Που ήμουνα; Που είμαι; Ποιος είμαι; Που πάω; μονολογεί, καθώς διαβαίνει, με βήματα αργά που σέρνονται στο μαύρο της ασφάλτου, το ένα μετά το άλλο τα σκοτεινά σοκάκια, όπου κάνουν πιάτσα τα παιδιά της νύχτας, τα δίχως σπίτι και ασφάλεια, και τα κορίτσια τα αθώα, του πόνου και της αμαρτίας.
Κι εγώ πόρνη είμαι! σκέφτεται φωναχτά, κοιτώντας τις γυναίκες -τις έντονα βαμμένες και προκλητικά ντυμένες- που στέκονται νωχελικά στις γωνιές των δρόμων, περιμένοντας, δίχως όμως να δείχνουν να αναζητούν, κάποιον πελάτη. Χειρότερος, ακόμη, κι από πόρνη είμαι. Αυτές, τουλάχιστον, πουλάνε μόνο το κορμί, ενώ εγώ πούλησα και την ψυχή μου.
Σκύβει πιο χαμηλά το κεφάλι -λες και θέλει να κρυφτεί απ’ τον εαυτό του τον ίδιο- και δακρύζει ο μπεκρής, πικρά δακρύζει. Γιατί; Γιατί; Γιατί; από μέσα του ρωτά και φωναχτά απορεί, μα απάντηση δεν παίρνει. Κάποιοι απ’ τους βιαστικούς ανθρώπους, που σαν σκιές περνάνε και χάνονται, τον κοιτούν ειρωνικά, άλλοι μ’ ένα βλέμμα συμπάθειας, αλλά κανένας δεν ξέρει τι ν’ αποκριθεί στα γιατί του. Μονάχα κάποιοι αόρατοι θεοί, μόνο αυτοί οι μπαγαπόντηδες, θα μπορούσαν να του εξηγήσουν το λόγο, τους λόγους, που η κορούλα κι η γυναίκα του πέθαναν, που ένα αυτοκίνητο περαστικό τις πήρε και τις παρέσυρε στου χάροντα το σκοτεινό ποτάμι. Πόσο άδικο! Πόσο πολύ άδικο!
Τη θέση τους σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει το πιοτό. Τη θέση του σπιτιού του, η συνεχής, η δίχως αναπαμό περιπλάνηση στους δρόμους, η συνύπαρξη με του δόλιου ετούτου κόσμου τα ανθρώπινα απορρίμματα, με τους καταραμένους. Τα πούλησε όλα όσα είχε, παράτησε τη δουλειά και ό,τι του θύμιζε την παλιά του, την καλή ζωή, κι έγινε ένα συνεπής αλήτης, ένας συνειδητοποιημένος μπεκρής. Όχι, πώς το ποτό τον βοηθάει, όχι πολύ, αφού δεν ξεχνάει, αλλά τουλάχιστον μ’ αυτό λίγο ανακουφίζεται. Πίνει πολύ, κλαίει περισσότερο, ανακουφίζεται. Η ζωή πια δεν έχει γι’ αυτόν κανένα χρώμα. Όλα τα ίδια του μοιάζουν. παραλλαγές του μαύρου, που γεμίζει το μέσα του.
Για ποιον κόσμο όμορφο, αγγελικά πλασμένο, του μιλούσαν κάποτε οι στίχοι; Δόλιε ποιητή, τον κορόιδεψες. Ο κόσμος είναι πόνος, και στο επίκεντρο του πόνου είν’ αυτός.
Περπατάει, σκέφτεται, αποφασίζει, μετανιώνει, αποφασίζει: Πρέπει να βάλω τέρμα σε τούτη τη φάρσα, πρέπει να λυτρωθώ.Τα βήματά του, όπως κάθε βράδυ άλλωστε, τον οδηγούν στο σημείο όπου συνέβη το μοιραίο. στο μέρος όπου ακούμπησαν για τελευταία φορά τα κορμιά των αγαπημένων του, προτού ταφούν στο χώμα. Τα μάγουλα μουλιάζουν απ’ τα δάκρυα, τα μάτια του καίνε και θολώνουν. Τέλος, ψιθυρίζει και κάνει, δίχως καθόλου να διστάσει, μια βουτιά στο οδόστρωμα που ζέχνει. Ένα φορτηγό του κόβει σχεδόν μεμιάς το νήμα της ζωής, και τον στέλνει με χαμόγελο να πάει να βρει τις γυναίκες του, να τις κρατήσει για μία ακόμη φορά και για πάντα στην τρυφερή του αγκαλιά. Ένα μικρό μπουκάλι ουίσκι ίπταται για λίγο πάνω από τη σκηνή και σε λίγο πέφτει με πάταγο στο έδαφος χωρίς να σπάσει. Η ζωή τελειώνει. Η ζωή συνεχίζεται.
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008
Ο Ψαράς
Κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν άνθρωπος της γης, αγρότης, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του παράτησε τα κτήματα κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, στο νερό, στην ανοικτή θάλασσα, μπορούσε, λέει, να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε αυγή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, ψάχνοντας την ουσία, τη δική του ουσία. Καθόταν για ώρες πολλές μες στη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τις σκέψεις του, με τους δαίμονές του, με την ευτυχία και τη δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν, τότε που γνώρισε την αγαπημένη, τότε που και οι δυο θαρρούσαν πως θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Πόσο ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην άγνοια και τη λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την αγάπη τους, και τίποτα άλλο δε χρειάζονταν.
Τα χρόνια όμως πέρασαν αφήνοντας πίσω τα σημάδια τους και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η θάλασσα, θα μπορούσε να το απαλύνει. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε, γι’ αυτό και τη λάτρεψε.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, ξόδευε μες στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, θυμίζοντάς του αυτά που έζησαν και τα άλλα που δεν πρόλαβαν, παραπονούμενος για την εγκατάλειψή του. «Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα, έφυγες και μ’ άφηκες!» Αλλά, τι του ’φταιγε κι αυτή η καημένη; ο χάρος δεν σκέφτεται μοναξιές κι αγάπες προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές ευχότανε η ζωή του να ήταν σαν ένα παλιό παραμύθι. στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν, λοιπόν, η ζωή του τέτοια, παραμυθένια, ώστε να μπορούσε κι αυτός να πουλήσει την ψυχή στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, για να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, αυτήν που έφυγε παίρνοντας μαζί της τη ζωή του. Αλλά, ξέρει, ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης ψυχής του το σκίρτημα. «Κάνε υπομονή, καρδιά μου,» ψιθυρίζει, «κάνε υπομονή και σύντομα θα ’ρθω να σε βρω!»
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει, έτσι ξανά και ξανά κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό...
υ.γ. το μπλογκ απέκτησε αγγλόφωνο αδελφάκι...
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007
Τα τερτίπια της (συγ)γραφής
Μερικές φορές το κείμενο σου βγαίνει εύκολα και το χαίρεσαι – όπως ακριβώς συνέβηκε με τη Δεύτερη Ζωή που ανέβασα ολόκληρη στα Διηγήματά μου – χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει πως δε σε κουράζει, πως δε σε καταβάλλει. Αλλά είναι κάποιες φορές που το κείμενο αρνείται πεισματικά να πάρει μορφή στο χαρτί, που η έμπνευση σ’ εγκαταλείπει, κι ας νιώθεις το μέσα σου να πλημμυρίζει από λόγια και εικόνες.
Η συγγραφή είναι ακριβώς όπως κι η ζωή, ίσως λίγο πιο μοναχική. Έχει τα πάνω και τα κάτω της, τις χαρές και τις λύπες της. Και σ’ ακολουθεί παντού: στα μπαράκια, στους δρόμους, στον ύπνο σου. Γράφοντας ένα βιβλίο νιώθεις πως ζεις έντονα την κάθε μέρα με κάποιους καλούς σου φίλους. Όταν το τελειώνεις, ωστόσο, τα συναισθήματα αλλάζουν – θέλοντας και μη βουλιάζεις σε μια αδικαιολόγητη θλίψη. Λες κι έχασες τους φίλους σου, λες κι εκείνοι φεύγοντας πήραν ένα κομμάτι σου μαζί τους.
Κάποιοι λεν πως η συγγραφή είναι παιχνίδι, κάποιοι υποστηρίζουν πως είναι αγώνας. Εγώ λέω πως τα πάντα είναι η συγγραφή, όλα και τίποτα...
