Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πιοτό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πιοτό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

Ο Άγιος Πότης

Και κάποτε έφτασε η μέρα που θα γνώριζα κάποιον πραγματικό, ένα γνήσιο μπεκρή. όχι σαν και ελόγου μου, που του άρεσε να το παίζει άγιος πότης, αλλά κάποιον που στ’ αλήθεια ήταν.
Ο Γιωργάκης είχε μόλις περάσει τα πενήντα του και είχε ήδη συμπληρώσει τριάντα πέντε χρόνια στην κραιπάλη, ένας αληθινός παλαίμαχος. Βιοπαλαιστή, πολύτεκνο, ιδιόρρυθμο και αθεράπευτα ρομαντικό. κάπως έτσι περιέγραφε τον εαυτό του. Και κάπως έτσι ήταν. Είχε έξι παιδιά, δικό του μαγαζί -πλην πολύ μικρό και καθόλου προσοδοφόρο- απ’ αυτά που περιγράφουμε σα γενικού εμπορίου, και ήταν και οδηγός ταξί. Όσο για τα περί ρομαντικού, η αλήθεια είναι ότι αγαπούσε όλες τις νέες και όμορφες γυναίκες με μεγάλο, με ασυγκράτητο πάθος.
Τον γνώρισα ξημερώματα κάποιας Παρασκευής, σ’ ένα μικρό τοπικό ραδιοσταθμό, όπου είχε αναλάβει τρις εβδομαδιαίως μία απ’ τις δύο μεταμεσονύχτιες βάρδιες. Είχα πάει εκεί αρκετή ώρα πριν από την έναρξη της δικής μου εκπομπής και, μια και είχα όσο χρόνο ήθελα στη διάθεσή μου, μπήκα στο στούντιο, συστήθηκα και πιάσαμε την κουβέντα. Η μουσική που έπαιζε -βαριά λαϊκά κι ασήκωτα- μου προκαλούσε πονοκέφαλο, αλλά απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή μου τράβηξε την προσοχή ο χαρακτήρας του, η πολύμορφή του φυσιογνωμία, κι έτσι άντεξα αγόγγυστα τα τραγούδια για του λαού τα βάσανα. Έδειχνε αφόρητα, ασυγχώρητα κουρασμένος ο Γιωργάκης, καταβεβλημένος λες απ’ τη ζωή, μ’ ένα παράπονο μόνιμα ζωγραφισμένο στο βλέμμα.
Χωρίς να τον ρωτήσω άρχισε να μου μιλά για τη ζωή του, για όσα έκανε, για όσα ήθελε να κάνει μα δεν τα κατάφερε, για το μακροχρόνιο, γόνιμο, πλην δυστυχισμένο γάμο του, για τον έρωτά του για μια νεαρή -εκ του ανατολικού μπλοκ προερχόμενη- πόρνη, που έγινε έγκαιρα αντιληπτός απ’ τη γυναίκα του, με αποτέλεσμα να χαθεί στη δίνη της οργής και του χρόνου, για την απομόνωση, για την πίκρα που βίωνε μέσα στο ίδιο του το σπίτι, όπου όλοι τον αντιμετώπιζαν με φωνές και βλέμματα ειρωνικά, όπου -όπως μου έλεγε με σπασμένη φωνή- κανένας δεν τον αγαπούσε.
Δεν ήθελα να είναι έτσι η ζωή μου! ομολόγησε, δακρύζοντας. Δεν ήθελα... Αλλά, το πιοτό βλέπεις... Παντρεύτηκα και νέος... Όλα λάθος τα έκανα. Όλα... Παλιοζωή...
Εγώ, από πάντοτε εκπαιδευμένος σιωπηλός ακροατής, ρουφούσα άπληστα τα λόγια του, την κάθε του λέξη, έκλεβα μία-μία της ζωής του τις στιγμές. Δεν προσπάθησα, ούτε στιγμή, να του χαρίσω τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα της παρηγοριάς, δεν προσπάθησα να του δείξω κατανόηση ή να δικαιολογήσω τις πράξεις του, δεν του είπα να μην ανησυχεί και πώς όλα θα πάνε καλά. Απλά τον άκουσα. Κι αυτός στο τέλος-τέλος έμοιαζε κάπου ανακουφισμένος.
Στο πέρασμα του χρόνου έγινα, όπως μονολογούσε, ο μόνος αληθινός του φίλος, ο καλύτερος, αλλά εγώ δεν ένιωθα το ίδιο. Όχι, δεν ήταν φίλος μου, καθόλου! Ήταν απλά ένας λυπημένος άνθρωπος που κάποτε βρέθηκε τυχαία στο δρόμο μου κι αποφάσισε να μου ανοίξει την ψυχή του. Εκείνος ήταν ένας απόκληρος της ζωής, ενώ εγώ ήμουν ένας απόκληρος της αντίληψης.
Ήπιαμε πολλές μπύρες και βότκες μαζί, μεθύσαμε και τραγουδήσαμε τον πόνο και το παράπονό του. Αλλά, καθώς ο χρόνος γοργά κυλούσε κι έφευγε, καθώς έκανα στο δρόμο μου στροφή και άλλαζα πορεία, άρχισα σιγά-σιγά, συστηματικά, ν’ απομακρύνομαι από κοντά του. Μέχρι που κάποτε έφτασα στο σημείο να τον απεχθάνομαι, και τώρα -μπορώ και το λέω πως- καθόλου περήφανος δε νιώθω γι’ αυτό που έκανα.
Ευτυχώς, από ένα γύρισμα των τροχών της τύχης, με βγάλανε απ’ τη νυχτερινή βάρδια κι έτσι, θέλοντας και μη, χαθήκαμε εντελώς. Μάθαινα, ωστόσο, τα νέα του απ’ τον αντικαταστάτη μου, που καθόλου όπως φαίνονταν δεν τον συμπαθούσε. Πίνει κάθε βράδυ -και στη διάρκεια της εκπομπής- πολύ, μου είπε. Το έριξε στο κονιάκ και τα χνώτα του μυρίζουν από μακριά. Δεν αντέχω να βρίσκομαι δίπλα του ούτε λεπτό...
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο αδυνάτιζε. Δεν έτρωγε καθόλου. Σα να είχε χάσει και τα τελευταία απομεινάρια της θέλησής του για ζωή. Λες και το αλκοόλ ήταν ο μοναδικός του φίλος, η μοναδική του σωτηρία. εκείνη που τον κρατούσε ζωντανό, εκείνη που τον οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στον ακριβό του προορισμό, το θάνατο.
Δεν πέρασε καιρός πολύς όταν έμαθα πώς τον απέλυσαν αφού, κάποια βραδιά του χειμώνα μεθυσμένη, αποφάσισε να τα βάλει με όλους και με όλα στον αέρα, βρίζοντας και κατηγορώντας αθώους και αδίκους. Ήθελα να ψάξω να τον βρω, να του πιο για μία και μοναδική φορά τα αμάραντα λόγια της παρηγοριάς, αλλά ένιωσα μέσα μου ένα απροσδιόριστο φόβο, κάτι με πειθώ να με συγκρατεί, και δεν το έκανα. Φοβόμουν, ίσως, ν’ αντικρίσω το πρόσωπό του. ν’ αντιμετωπίσω τις κατηγορίες που σίγουρα είχε να μου προσάψει.
Ύστερα από δυο-τρεις μήνες άκουσα πώς πέθανε. Δεν πήγα στην κηδεία. Δεν έστειλα λουλούδια. Δεν ξέρω αν λυπήθηκα.
Το ίδιο εκείνο βράδυ είδα στ’ όνειρό μου ότι κάποιοι με κυνηγούσαν μες στις σκιές μιας άγριας νύχτας. Έτρεχα σαν τρελός, αγκομαχώντας, μ’ αγωνία να τους ξεφύγω, αλλά ένιωθα όλο και πιο έντονη, όλο και πιο οδυνηρή, την ανάσα τους στο σβέρκο μου. μια ανάσα που μύριζε πιοτό και σήψη. Μετά από καμπόση ώρα έφτασα εξαντλημένος στο σπίτι μου, άνοιξα καταϊδρωμένος την πόρτα και την έκλεισα αμέσως δυνατά, με πάταγο, πίσω μου. Κοντοστάθηκα για λίγο βαριανασαίνοντας, αλλά σύντομα ένιωσα τις δυνάμεις μου να μ’ εγκαταλείπουν, τα πόδια μου να παραπαίουν. σωριάστηκα στο πάτωμα και, ξύπνησα. Σηκώθηκα με δυσκολία απ’ το κρεβάτι και παραπατώντας πήγα στο μπάνιο για να ξεπλύνω από πάνω μου τον τρόμο. Άφησα το κρύο νερό να τρέξει άφθονο στα χέρια, κι άρχισα να πλένω το πρόσωπό μου με δύναμη, σχεδόν με μίσος. Όταν σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα στον καθρέφτη, είδα να με κοιτάει πίσω μ’ ένα βλέμμα θλιμμένο το πρόσωπο του Γιωργάκη. Μια σπαρακτική κραυγή, βγαλμένη λες από ταινία τρόμου, μου ξέφυγε απ’ της ψυχής τα χείλη και ξύπνησα. για τα καλά ετούτη τη φορά.

υ.γ. κι αυτό παλιό και ξαναδουλεμένο

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 13

«Δεν πας καλά!»
«Λες να μην το ξέρω, ρε Γιώργο;»
«Ε, και τι κάνεις γι’ αυτό; Όλη μέρα πίνεις, κι ύστερα πιωμένος ξενυχτάς. Μέχρι πότε...»
«Όσο αντέχω!»
«Και μετά;»
«Και μετά θα πάω στο διάολο να ησυχάσουμ’ όλοι!»
Κάθε μέρα όλο και χειρότερα δείχνει ο Αντρέας. Κάθε μέρα πίνει όλο και πιο πολύ, κοιμάται όλο και πιο λίγο, δεν τρώει καθόλου, κι ούτε δουλεύει. Μόνο σκέφτεται. Κλείνει τα μάτια και κοιτά μπροστά. στο τίποτα που του ανήκει.
«Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πεθάνει ο Αλέξης, φίλε. Θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ. Άλλη λύση δεν υπάρχει.»
«Και ποιος σου ’πε πώς ο θάνατος είναι η λύση; Αν νιώθεις τόσο άσκημα όσο λες, πρέπει να ζήσεις. να ζήσεις με τις ενοχές σου...»
«Ναι, το ξέρω, εύκολη λύση είν’ ο θάνατος, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Πάντα ήσουνα ντόμπρος άνθρωπος, Αντρέα, ξέρεις ποιο είναι το καθήκον σου, κι ας μη σου αρέσει. Πρέπει να σταθείς δίπλα της, όπως στέκεσαι δίπλα στο παιδί σου. Το πιοτό κι η αυτολύπηση δε βοηθάνε, μόνο χειρότερα μπορούν να κάνουν τα πράματα.»
«Θέλω να το κάνω αυτό. θέλω να τη δω, να την αγκαλιάσω, να τη συγχωρέσω. απλά δεν μπορώ.»
«Να μπορέσεις. Αν μπορεί να σε συγχωρέσει εκείνη, σίγουρα κι εσύ μπορείς. Μην κωλώνεις τώρα, στα δύσκολα!»
Δίκιο έχει ο Γιώργος. Αλλά, τι να κάνει; Αυτός είναι αλλιώς μαθημένος. Μια ζωή λιγομίλητος ήταν σε ό,τι αφορούσε τα συναισθήματά του, με το ζόρι του έβγαζες κουβέντα, ενώ τώρα... Ενώ τώρα μιλά και σταματημό δεν έχει. Και γι’ αυτό νιώθει αδύνατος πολύ, ευάλωτος, δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί δημόσια το μέσα του. Αν και όταν μιλάμε για τον Γιώργο, μιλάμε για τον άνθρωπό του, τον αδελφό του, ωστόσο... Ω, δεν ξέρει τι να σκεφτεί! Ίσως να είναι το πιοτό, ή, ίσως να είναι και ο πόνος που τον κάνουν τόσο ευαίσθητο, ένα παιδί κλαψιάρικο. Δεν του πάει αυτό το σκηνικό, καθόλου δεν του πάει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και κάτι για να το αλλάξει. Το είναι του όλο πια έχει φορέσει το προσωπείο της θλίψης, της άρνησης. Όχι, δεν κάνει αρνητικές σκέψεις. τις συνιστά. είναι το αποτέλεσμά τους.
«Είμαι μικρός, Γιώργο, πολύ μικρός μπροστά σ’ εκείνη. Εκείνη αντέχει τον πόνο, τον κοιτά κατάματα, ενώ εγώ...»
«Τι θες να σου πω τώρα; Να υψώσεις το ανάστημά σου; Να φανείς δυνατός; Μαλακίες! Το παιδί σου ίσως να πεθαίνει και τα λόγια σ’ αυτή την περίπτωση δε βοηθάνε. Να ρίξεις το εγώ σου, αυτό πρέπει να κάνεις, καλέ μου φίλε. Πρέπει ν’ αφήσεις τους εγωισμούς στην άκρη και να προσπαθήσεις να τα βρεις, έστω όπως-όπως, με τη γυναίκα σου. Είναι καλή γυναίκα η Αναστασία. Της αξίζει λίγος σεβασμός...»
«Όπως αξίζει σε μένα καταφρόνια!»
«Όχι καταφρόνια, συγχώρεση.»
«Συγχώρεση!»
Αφήνει τη λέξη να αιωρείται στον αέρα. Ναι, το ξέρει, αυτό χρειάζεται. Όχι άφεση αμαρτιών, απλά συγχώρεση. Σκέφτεται την Αναστασία του. Φέρνει την εικόνα της στο μυαλό του. Ακόμη είναι όμορφη πολύ, τουλάχιστον στα μάτια του. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που γνωρίστηκαν. Λες κι ο χρόνος παρέλειψε ν’ αφήσει πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της τα σημάδια του. Κι εκείνη η καλοσύνη της, η μεγάλη της καρδιά είναι... Είναι που τον γεμίζουν πιότερο με ενοχές. Η άλλη; Η άλλη είναι απλά κορμί, είναι φωτιά, δεν είναι πνεύμα. Αχ, Αναστασία μου! Αχ, κορίτσι μου όμορφο. Αχ και να ’ξερες τι σε περίμενε όταν δεχόσουνα να με παντρευτείς. Αχ και να ’ξερες τι κουμάσι ήταν ο καλός σου...
Κοιτάει τον Γιώργο που πίνει το βαρύ πικρό καφέ του και κοιτάει στο πουθενά. Δίκιο έχει, σκέφτεται, δίκιο κι άδικο. Δίκιο, επειδή του λέει τι είναι το σωστό, άδικο, επειδή φαίνεται να πιστεύει πώς μπορεί να το κάνει. Όχι, δεν μπορεί. Είναι αδύνατον. Ο εγωισμός του είναι μεγάλος, οι ενοχές του ακόμη μεγαλύτερες. Θα μείνει στο σκοτάδι. Εκεί θα μείνει. Οπουδήποτε αλλού φοβάται. Όλους και όλα τα φοβάται. τα λόγια και τις σιωπές, τη συμπόνια και τη λύπηση, ακόμη και τον εαυτό του τον ίδιο, τον οποίο δεν τολμάει πια να κοιτάξει μες στα μάτια, αφού είναι σίγουρος πώς κι εκεί θα διαβάσει την καταφρόνια.
Λες! Λες να προσπαθήσω, κι ό,τι βγει; Χειρότερα αποκλείεται να τα κάνω τα πράγματα...