Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συζήτηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συζήτηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

"Κίνδυνος" το ηλεκτρονικό βιβλίο;

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη σχετικά με το μέλλον του ηλεκτρονικού και έντυπου βιβλίου, δημοσιεύθηκε σήμερα στο Βήμα και θέλησα να μάθω και τη δική σας γνώμη για το θέμα. Πιστεύετε ότι το ηλεκτρονικό, ή ψηφιακό αν προτιμάτε, βιβλίο μπορεί κάποια μέρα να απειλήσει την κυριαρχία του έντυπου; Η ταπεινή μου άποψη είναι πώς, όχι, δεν μπορεί, αλλά ίσως να κάνω και λάθος. Πάντως, μέχρι τώρα, όλες οι Κασσάνδρες που προέβλεπαν το θάνατο του βιβλίου διαψεύσθησαν.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 19

«Καλά έκανες και πήγες, Αντρέα. Καλά έκανες. Το πρώτο βήμα. Κάλλιο αργά, παρά αργότερα...»
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, Γιώργο. Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω στα μάτια, λέξη δεν της είπα. Δείλιασα. Με έπνιξαν οι ενοχές με το που κάθισα δίπλα της.»
«Δεν είναι παράξενο αυτό που συνέβηκε. Παράξενο θα ήταν αν δε συνέβαινε, αφού εσύ ήσουνα ο ηλίθιος που τής έβαλε όρους και καθόρισε και τις βάρδιες...»
«Στ’ αλήθεια, ηλίθιος. Αλλά και τώρα έτσι νιώθω. Ηλίθιος επειδή πήγα. Ηλίθιος επειδή δεν το έκανα τόσο καιρό. Ηλίθιος για όσα έκανα. Ηλίθιος...»
«Θαρρώ πώς τώρα πια δε με χρειάζεσαι εμένα ρε Αντρέα, μια χαρά βρίζεις κι εσύ τον εαυτό σου!» είπε ο Γιώργος κι άρχισε να γελάει.
Ο Αντρέας προσπάθησε να τον μιμηθεί αλλά δεν τα πολυκατάφερε. Το μυαλό του ήταν αλλού. στο νοσοκομείο, στο παιδί του, σ’ εκείνη. Δυνατή πολύ τού φάνηκε, κι αποφασισμένη. Δε βούλιαξε σε κανένα βούρκο εκείνη, αλλά έγινε βράχος και στάθηκε ακλόνητη δίπλα απ’ τον Αλέξη. Μακάρι να μπορούσε να πει το ίδιο και για ετούτο τον άθλιο, τον κακομοίρη τον εαυτό του.
«Τα δύσκολα πέρασαν,» τον έβγαλε απ’ το συλλογισμό του ο Γιώργος, «από δω και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Μην τα πολυσκαλίζεις τα πράγματα. Άσ’ τα μόνα τους και θα πάνε εκεί που πρέπει να πάνε.»
«Δεν είναι εύκολο.»
«Λες να μην το ξέρω. Αλλά μην το παίζεις πια και τόσο τραγικός βρε αδελφέ. Κι άλλοι πολλοί βρέθηκαν στη θέση σου ή πέρασαν και χειρότερα, μα δεν το έβαλαν κάτω, και τα κατάφεραν, επιβίωσαν. Πάψε να παριστάνεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα ’ρθει το τέλος του κόσμου, γιατί αυτό θαρρώ πώς για την ώρα τουλάχιστον δε θα συμβεί.»
«Όποιος είναι έξω απ’ το χορό...»
«Άσε τους χορούς και τις μαλακίες ρε φίλε. Σταμάτα να τα ψειρίζεις όλα. Και μη μου λες εμένα ότι είμαι στην απέξω. Ξέρεις την ιστορία μου.»
«Ναι, την ξέρω. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν και σένα, Γιώργο. Εγώ δεν μπορώ να ελέγξω τις ορμές μου, να τους βάλω φρένο, γι’ αυτό και...»
«Σάμπως και μπορώ εγώ! Μην ξεχνάς ότι σε μια στιγμή τρέλας σκότωσα ...»
«Ναι, ρε συ, σκότωσες. Είσαι φονιάς, αλλά είσαι άνθρωπος καλός, σωστός. Εγώ δε σκότωσα κανένα, όχι με τα χέρια μου, αλλά είμαι κάλπης, ψεύτικος από πάνω ως κάτω. Σκότωσα τον Αλέξη και την Αναστασία. Και τους δυο τους σκότωσα, κι ας ζούνε...»
«Κι η δουλειά σου τώρα είναι να τους αναστήσεις!»
«Λόγια... Λόγια... Στ’ αλήθεια τώρα, Γιώργο. τι σου συνέβηκε μέσα στη φυλακή κι άλλαξες τόσο. Σε τίποτα δε θυμίζεις πια τον άνθρωπο που κάποτε ήξερα. Παλιά ήσουνα φωνακλάς, καβγατζής, χωρατατζής... Τώρα, θαρρώ, μόνο το τελευταίο σου ’χει απομείνει. Μπήκες μέσα με οργή, βγήκες έξω με... γαλήνη. Θέλω να μάθω: Πώς έγινε αυτό;»
«Μεγάλη ιστορία, φίλε μου. Και τώρα βαριέμαι να τη διηγηθώ. Θα σου πω μόνο ότι γνώρισα ένα ανθρωπάκι καλό, ένα δασκαλάκο, που μου άλλαξε τη ζωή. Ανεβαίνει αύριο-μεθαύριο απ’ το νησί. Όταν τον γνωρίσεις, όταν σου πει την ιστορία του, τότε θα καταλάβεις τι εννοώ όταν μιλώ για τα χειρότερα.»
«Λες και... Αλλά, εντάξει, άσε, θα σταματήσω να το αναλύω. Για πες μου, θυμάσαι πού και πού τα παλιά ρε Γιώργο; Θυμάσαι πώς ήμασταν κάποτε; Θυμάσαι τις τσάρκες μας, τις πλάκες μας και τα μεθύσια μας; Θυμάσαι τα κορίτσια; Θυμάσαι πόσο ωραία και καλά περνούσαμε τότε;»
«Όλα τα θυμάμαι. Πώς να τα ξεχάσω; Όσο για τα κορίτσια, εκείνα που εννοείς, ακόμη έχω επαφή μαζί τους. Μαθαίνω νέα τους. Άλλα προκόψανε, κι άλλα δεν τα κατάφεραν, και παρέμειναν να γεράσουν στα Σπίτια.»
«Αλήθεια, τι απέγινε εκείνη η μικρή, η Ιωάννα; Τα κατάφερε; Βγήκε απ’ το βούρκο;»
«Αυτή, ποτέ δεν ήτανε στ’ αλήθεια μέσα στο βούρκο, Αντρέα. Απλά πέρασε για λίγο από κει βιαστικά, λερώθηκε στις λάσπες του, κι ύστερα ξεπλύθηκε. Η μικρή μεγάλωσε και πρόκοψε πολύ, όπως όλοι μας μαντεύαμε. Παντρεύτηκε σ’ ένα νησί, αρρώστησε βαριά, μα το ξεπέρασε, έγραψε κι ένα βιβλίο, είναι ευτυχισμένη. Το ίδιο και η κόρη της. Δεν ήταν πόρνη η Ιωάννα, αγία σε αναμονή ήταν!»
«Ξέρεις τι σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τις τελευταίες ετούτες μέρες, Γιώργο; Ότι δεν έπρεπε να παντρευτώ, ούτε και να κάνω παιδί. πώς καλύτερα θα ήταν αν συνέχιζα να συχνάζω στα πορνεία. Ν’ αδειάζω εκεί τ’ απωθημένα μου, στις πόρνες, της μετρητοίς ή και στις άλλες τις κοκότες -της αψηλής, τάχα μου, κοινωνίας- τις καλές, επί πιστώσει... Ίσως έτσι να ήταν όλα πιο καλά. Ίσως να μη συνέβαινε το κακό!»
«Τα ίσως και τα αν είναι πολυτέλειες τώρα, Αντρέα. Το σήμερα μοναχά μετρά και λίγο το αύριο. Φρόντισε γι’ αυτά κι ό,τι προκύψει.»
«Κι ό,τι προκύψει...»

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 16

«Οι άνθρωποι που δεν έχουν πάθη, δεν είναι άνθρωποι. παράσιτα είναι!»
Έμεινε να την κοιτάει με το στόμα λίγο ανοικτό, με μια βαθιά απορία χαραγμένη στο πρόσωπο ο Αντρέας. την Ελένη, τη σύντροφο του φίλου του τού Γιώργου. Αυτήν που ξεστόμισε λίγο πριν αυτά τα λόγια. Την κοιτάει κι αναρωτιέται: πώς και τα ’φτιαξε με το φίλο του; Πώς μπορεί και είναι μαζί του; Άγριος άνθρωπος είναι ο Γιώργος, έξω καρδιά μα άγριος. Τουλάχιστον μέχρι τώρα έτσι τον ήξερε, έτσι τον έβλεπε. Ίσως και να έκανε λάθος. Ίσως τα χρόνια εκείνα τα χαμένα, στη φυλακή, να τον μαλάκωσαν. Ίσως και να την αγάπησε πολύ αυτήνε τη μορφονιά και να μαλάκωσε. Πώς άλλως; Την παρατηρεί σιωπηλά. Προσπαθεί να τη διαβάσει. Μάταια. Δε μοιάζει με καμιά από τις γυναίκες που έλαχαν στο δρόμο του. με καμιά! Από άλλο ανέκδοτο μοιάζει βγαλμένη ετούτη. Σαν ένα παραστρατημένο, ευτυχισμένο ξωτικό. έτσι φαντάζει στα μάτια του.
«Έι, μην κοιτάς τη γυναίκα μου μ’ αυτό τον τρόπο, μη σ’ αρχίσω στις φάπες, παλιόφιλε!» τον βγάζει με πειραχτικό τρόπο από την περισυλλογή του ο Γιώργος.
«Πώς να μην την κοιτάζω, τόσο όμορφη που είναι;» απάντησε χαμογελώντας εκείνος.
«Ε, καλά, κοίταζε όσο θέλεις. Δεν την ενοχλεί. Κι αν σου μπει καμιά παράξενη ιδέα, ξέρει αυτή πώς να σε βάλει στη θέση σου!»
Την κοιτάει με περηφάνια, με λατρεία την Ελένη του, ο Γιώργος. Όπως δεν κοίταξε εκείνος καμιά γυναίκα. Είμαστε δυο κόσμοι διαφορετικοί, φίλε μου, αποφασίζει ο Αντρέας από μέσα του, μα δεν το λέει. Νιώθει, ωστόσο ένα βλέμμα να τον καρφώνει με πείσμα, να διαπερνά το πετσί και να κοιτά βαθιά μέσα του. Πάει να ρωτήσει τι αλλά δεν προλαβαίνει.
«Δε θα σου πω τι σκέφτομαι, ρε Αντρέα. Δε θα σου πω τι σκέφτομαι για να μη σε βγάλω απ’ τη βολή σου!»
«Κι από πότε άρχισες εσύ να σκέφτεσαι τη βολή μου. Όλα πάντα χύμα μου τα έλεγες. Πάντα με έβριζες, μού φώναζες, με προκαλούσες. Τώρα σ’ έπιασαν οι καλοσύνες σου; Ή, μήπως...»
«Ούτε να το σκέφτεσαι, Αντρέα. Όταν ο Γιώργος έχει κάτι να πει θα το πει. είτε είμαι μπροστά, είτε όχι.»
«Ας το πει, λοιπόν. Κι ας μη μου αρέσει...»
«Τι να σου πω ρε μαλάκα; Πες μου τι καρτεράς; Τη λύπησή μου; Δε θα την έχεις. Και θες ν’ ακούσεις και κάτι άλλο; Δε σου αξίζει η Αναστασία. Δε σου αξίζει ο Αλέξης. Ένα γερό χέρι σου αξίζει, μπας κι ανοίξεις τα μάτια σου. Πήγες και...»
«Γιώργο...»
«Άσε με να του τα πω, Ελένη μου. Άσε με να του τα πω. Βαρέθηκα πια την κλάψα του. Δεν είσαι βρε πια άντρας. Ένας άχρηστος είσαι και το ξέρεις. Και τώρα που τ’ ακούς ίσως και να χαίρεσαι κιόλας, αφού απλά ακούεις κι από κάποιον άλλο την αλήθεια.»
Εκνευρίστηκε ο Αντρέας. Εκνευρίστηκε πολύ. Το μέσα του πήρε φωτιά. Θέλει να σηκωθεί, να κάνει κάτι: τον Γιώργο να σιωπήσει, τις μέσα του κραυγές να βγάλουν τον σκασμό, να χτυπήσει κάποιον, εδώ και τώρα, για να ξαλαφρώσει. Αλλά, τίποτα δε θα κάνει. Θα καθίσει στ’ αυγά του, ήσυχος μες στην ταραχή του. Θα καθίσει εκεί και θα συνεχίσει ν’ ακούει τον καλύτερό του φίλο να του δίνει το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Και στο τέλος-τέλος ίσως και να τον ευχαριστήσει κιόλας!
«Δεν έχεις να πεις τίποτα ρε; Καμιά απάντηση; Που πήγαν τα λόγια τα μεγάλα σου; Πούντες τώρα τις δικαιολογίες σου; Πες μου ρε: γιατί πήγες και χαράμισες έτσι τη ζωή σου; Γιατί τα πέταξες όλα στα σκουπίδια; Μόνο και μόνο επειδή σε διαφεντεύει το τσουτσούνι σου ή έψαχνες και κάτι άλλο;»
Η Ελένη πήγε και πάλι να επέμβει, αλλά το ξανασκέφτηκε και στη στιγμή άλλαξε γνώμη. Ίσως να μην έπρεπε να είναι εκεί, αφού αυτή ήταν μια πολύ προσωπική στιγμή. Μια κουβέντα άγρια, αλλά ανάμεσα σε φίλους παλιούς. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Αλλά, όχι! Αυτό δε θέλει να το κάνει, και είναι σίγουρη ότι κι ο Γιώργος το ίδιο θα σκέφτεται, αλλιώς θα της το είχε ήδη ζητήσει. Θα μείνει εκεί, λοιπόν, και θα συνεχίσει να ακούει τις φωνές του ενός και τις σιωπές του άλλου, να γίνεται και πάλι κοινωνός μιας ξένης ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές στο παρελθόν.
«Δεν ξέρω τι να σου πω, ρε Γιώργο! Νομίζεις ότι κάνω και τίποτ’ άλλο από τα να σκέφτομαι όλ’ αυτά νύχτα-μέρα. Στιγμή δεν ησυχάζω. Ποτέ δεν ξεκουράζομαι. Δεν κοιμάμαι. Όλο ρωτάω τον εαυτό μου το γιατί, μα απαντήσεις δεν παίρνω. Το μόνο που παρακαλώ είναι να γίνει καλά ο Αλέξης, να αποφευχθεί το μεγαλύτερο κακό.»
«Συνήθως τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο τα φανταζόμαστε. εμείς τα κάνουμε να φαίνοντ’ έτσι. Για όλα φταίνε οι άθλιες ιδέες και οι εμμονές μας,» επενέβη χαμηλόφωνα και μ’ ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη η Ελένη.
«Για πες μου, ρε συ: την αγαπάς τη Βασιλική;»
«Νομίζω ναι...»
«Νομίζεις; Όσο αγαπάς την Αναστασία;»
«Δεν ξέρω!»
«Και ποιος ξέρει;»
«...»
«Και καλά, ρε άνθρωπέ μου, τόσα χρόνια στο κουρμπέτι δεν έμαθες να διαβάζεις τους ανθρώπους; Ένας άγγελος είναι η Αναστασία, βλάκα. Ένας άγγελος! Κι η Βασιλική, μια σκύλα...»
«Είναι καλή γυναίκα η Βασιλική, Γιώργο. Και τη γνώμη σου για κείνη θα κάνω πώς δεν την άκουσα για να μην...»
«Για να μην τι, ρε; Για να μην τι; Για να μη χαλάσουμε τη φιλία μας; Για να μην με πλακώσεις; Για να τη βγάλεις καθαρή; Για να μην τι; Όσο για τη Βασιλική σου, δεν είναι καλή γυναίκα, κι αυτό κάποια μέρα θα το καταλάβεις. θα ξυπνήσεις ξαφνικά και θα θυμηθείς τα λόγια μου. Πονεμένη είναι, καλή όχι. Αυτή θα μπορούσε να κάνει το καθετί, να φτάσει ως το φόνο, για να περάσει το δικό της. Τα μάτια της ξεχειλίζουν από μίσος, κακία κι υστεροβουλία. Ακόμη κι ένας τυφλός θα μπορούσε να το δει αυτό, αλλά εσύ όχι...»
«Μα, δεν τη βλέπω πια!»
«Δεν τη βλέπεις, αλλά τη σκέφτεσαι. Σε τρώνε οι ενοχές και η λαγνεία σου. Και καθόλου δε θα παραξενευόμουνα αν μάθαινα ότι, ενώ το παιδί σου παραδέρνει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, εσύ άρχιζες να μοιράζεσαι και πάλι το χρόνο σου μ’ εκείνη τη λάμια...»
Έγινε κατακόκκινος απ’ την οργή ο Αντρέας. Απ’ την οργή για τον Γιώργο, αλλά και για τον εαυτό του. Δίκιο έχει ο φίλος του, δίκιο σε όλα. Και είν’ αλήθεια ότι πολλές φορές σκέφτηκε να πάει να την επισκεφτεί, να χωθεί στον κόρφο της και να ξεχαστεί, μα δεν το έκανε. Δεν το έκανε. όχι για το παιδί του, όχι για τη γυναίκα του, αλλά για εκείνον τον ίδιο. Ήθελε και έπρεπε ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν είναι εντελώς χαμένη υπόθεση η δική του, ότι του έχει απομείνει ένα ισχνό αίσθημα, ένα ίχνος, μια ανάμνηση αξιοπρέπειας. Τώρα, τι να του πει του άλλου; Πώς να τον κάνει να σωπάσει; Αν μιλήσει θ’ ακούσει κι άλλα πολλά, πράγματα που δε θέλει να ακούσει. Καλύτερα να σκύψει το κεφάλι. Καλύτερα να δηλώσει ένοχος με τη σιωπή του. Μόνο έτσι θα περάσει η μπόρα. Μόνο έτσι δε θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα.
Κοιτάει το Γιώργο, αλλά όχι στα μάτια, φοβάται. Στρέφει το βλέμμα του στην Ελένη. Του χαμογελά ζεστά. Μα, πώς μπορεί και χαμογελά μέσα σε τούτη όλη την αναταραχή, μες στη φουρτούνα; Λες και προσπαθεί να του πει κάτι. Με καταλαβαίνει, σκέφτεται κι αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό να του ξεφύγει. Με καταλαβαίνει και προσπαθεί να μου το πει με το βλέμμα. Θέλει να κλάψει. Θέλει ν’ αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν ορμητικά από μέσα του, ν’ αδειάζουν για λίγο την πηγή του πόνου. Αλλά, δε θα το κάνει. Όχι τώρα. Μπροστά στον Γιώργο, ποτέ! Ίσως αργότερα. στην κρύα ερημιά του νοσοκομείου.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 15

«Η ζωή μας τα τελευταία χρόνια ήταν σα μια νύχτα, στον ουρανό της οποίας πού και πού πρόβαλλε το φεγγάρι.»
«Τόσο μαύρη;»
«Θεοσκότεινη! Κι όμως, εγώ η ηλίθια, δεν παραπονιόμουνα. Τα έβλεπα μοιρολατρικά τα πράγματα. Αυτά μού έτυχαν, μ’ αυτά θα πορευτώ, σκεφτόμουνα. Δεν είμαι, βλέπεις, σαν και σένα. Εσύ έκανες την επανάστασή σου νωρίς. Πρόλαβες...»
«Την έκανα επειδή δεν είχα άλλη επιλογή, Αναστασία. Αν έμενα εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι, με τους γονείς μας και τα μυαλά που κουβαλούσαν, θα γινόμουνα πολύ δυστυχισμένη. Όχι ότι είμαι ευτυχισμένη τώρα, αλλά όπως και να έχει, είμαι καλύτερα.»
«Καλύτερα είσαι, σίγουρα. Καλύτερα κι από μένα, κι από πολλές άλλες που ξέρω. Εσύ το μόνο που βιάστηκες να κάνεις ήταν να φύγεις, να ζήσεις, να χαρείς, εγώ βιάστηκα να παντρευτώ. Όλοι βιάστηκαν να σε κατακρίνουν, όλοι να με χειροκροτήσουν. Η ζωή, όμως, σε δικαίωσε. Ζηλεύω...»
«Ζηλεύεις τι; Νομίζεις ότι είναι εύκολος ο δρόμος που ακολούθησα, δίχως αγκάθια, χωρίς πτώσεις; Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο κάνεις μεγάλο λάθος, είσ’ ηλίθια. Ο δρόμος μου ήταν γεμάτος εμπόδια και κακουχίες, χαραγμένος με πληγές κι εγκαύματα. Τίποτα δεν δίνεται δωρεάν σ’ αυτή τη ζωή.»
«Κι όμως, αν μπορούσα να κάνω κάτι τώρα για ν’ αλλάξω τα πράγματα, θα γύριζα το χρόνο πίσω. Θα σε αντέγραφα. Θα έπαιρνα κουράγιο απ’ το κουράγιο σου, δύναμη απ’ τη δύναμή σου, και θ’ ακολουθούσα άλλη πορεία, διαφορετική. Μοιάζουμε! Παρ’ όλες μας τις διαφορές μοιάζουμε, Μαίρη.»
«Σ’ ένα σημείο μονάχα μοιάζουμε, κι αυτό τα τελευταία χρόνια, από τότε που το πήρες απόφαση να παντρευτείς: είμαστε κι οι δύο μόνες. Κι όσο κι αν εγώ λέω ότι το κάνω από επιλογή, μη με πιστεύεις. Ψέματα λέω! Είμαι μοναχή από έλλειψη επιλογών. Δεν είναι ότι είμαι κάνα ψώνιο, που γυρεύει τον πρίγκιπά του -κάθε άλλο- είναι που όσο κι αν ψάχνω δε βρίσκω μια ψυχή που να συμβαδίζει με τη δική μου. Μια περιπλανώμενη πληγή είμαι, στις έρημους των ανεκπλήρωτων πόθων...»
Της αρέσει της Αναστασίας ν’ ακούει την αδελφή της να μιλά. Σα να διαβάζει βιβλίο. Εξάλλου, από τότε που ήταν μικρή η μικρή όπου την έχανες, όπου την έβρισκες, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι ήταν – μια παραφωνία των καιρών. Την πιστεύει. Την πιστεύει όταν της λέει ότι δεν είναι ευτυχισμένη. Την πιστεύει επειδή την ξέρει. Αυτή ποτέ της δε θα μπορούσε να ευτυχήσει. Θα την ήταν αδύνατον να ζήσει δίχως τις ανησυχίες της. Αλλά, τη ζηλεύει κιόλας. Στ’ αλήθεια τη ζηλεύει. Τη ζηλεύει γι’ αυτό που είναι. γι’ αυτό που η ίδια δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Μα, χαίρεται. χαίρεται που την έχει και πάλι κοντά της – κι ας ήταν η καταστροφή που οδήγησε με τη βία, με το έτσι θέλω, τα βήματά της μέχρι εκεί.
«Θέλεις να πεις ότι όλα αυτά τα χρόνια δε συνάντησες κάποιον, που έστω λίγο να σου ταιριάζει, Μαίρη μου.»
«Πώς! Πώς! Φυσικά και συνάντησα. Έναν και μοναδικό. Και τον έδιωξα...»
«Τον έδιωξες; Μα, γιατί;»
«Επειδή ταιριάζαμε τόσο πολύ που τρόμαξα. Πολύ όμορφη κι αρμονική ήταν η σχέση μας. Κύλησε για πολλή καιρό δίχως ταραχή και καυγάδες. Όλα έμοιαζαν όμορφα. Αλλά, εγώ ήξερα! Ήξερα ότι όπου δεν υπάρχει τρικυμία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε και γαλήνη. Ζούσαμε σα μέσα σε μια γυάλα. Ο έξω κόσμος λες και δεν υπήρχε για μας. δε μας αφορούσε. Αλλά, εγώ έβλεπα τα σημάδια, τα διάβαζα. Ήξερα ότι όλα έπρεπε να τελειώσουν νωρίς, πριν να γίνουν αμετάκλητα.»
«Κι έτσι απλά τον ξαπόστειλες;»
«Όχι ακριβώς. Απλά, επέτρεψα σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να αναδεικνύεται η πλήξη της συνύπαρξής μας, η αφόρητή της νηνεμία. Περισσότερο σαν αδέλφια, που δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν, σαν πολύ καλοί φίλοι μοιάζαμε, παρά σα ζευγάρι. Με τον άντρα σου τσακώνεσαι, βρίζεσαι, πλακώνεσαι, τα βρίσκεις. Μ’ αυτόν ποτέ δε συνέβηκε κάτι τέτοιο. Έπρεπε να φύγει για να ζήσει τη ζωή του. για να ζήσω κι εγώ τις επιλογές μου...»
«Μα, είσαι τρελή;»
«Όχι και τόσο. Τώρα εκείνος είναι παντρεμένος και πολύ ευτυχισμένος. Μιλάμε ακόμη στο τηλέφωνο. Είμαστε φίλοι. Δε ζητάω τίποτα απ’ αυτόν και δε ζητάει τίποτα από μένα. Ενώ, αν μέναμε μαζί...»
«Καλά και όμορφα όλ’ αυτά, αλλά η μοναξιά δε σε τρελαίνει;»
«Ώρες-ώρες ναι, με τρελαίνει. ειδικά όταν δεν έχω κάτι να κάνω, όταν αφήνω το μυαλό μου για λίγο να ξαποστάσει. Αλλά, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δε συμβαίνει και πολύ συχνά. Πάντα κάτι κάνω, πάντα με κάτι καταπιάνομαι και όλο και κάποιος βρίσκεται για να μου εκπληρώσει πού και πού του κορμιού τις επιθυμίες.»
«Ε, εσύ καλά την έχεις. Εγώ;»
«Εσύ, τι; Αφού έχεις το γκόμενο...»
«Ποιο γκόμενο και πράσιν’ άλογα, καλέ; Η πρώτη φορά κι η τελευταία που απάτησα τον Αντρέα ήταν εκείνη, η μοιραία. Για δυο χρόνια κανένας δε με άγγιξε, κανένα κορμί δεν ακούμπησε στο δικό μου...»
«Τι να σου πω; Τέτοια ατυχία πια!»
«Γι’ αυτό σου λέω, αδελφούλα μου, είμαι καταραμένη. Δε μου ήτανε γραφτό, όπως βλέπεις, να ευτυχήσω.»
«Μαλακίες και προκαταλήψεις. Θα μπορούσες να ευτυχήσεις αν προσπαθούσες, αλλά δεν το έκανες. Απλά, κάθισες εκεί μοιρολατρικά και έκλαιγες τη μοίρα σου. Αν μου τηλεφωνούσες πιο γρήγορα, αν μου μιλούσες...»
«Δεν μπορούσα, Μαίρη. Με καταλαβαίνεις; Δεν μπορούσα. Και τώρα ακόμη που το κάνω, τώρα που σου μιλώ, και πάλι περίεργα νιώθω. Δεν είναι του χαρακτήρα μου να βγάζω τα άπλυτά μου στη φόρα. Αλλά, χαίρομαι, στ’ αλήθεια χαίρομαι που είσαι εδώ, που με ακούς, που με κρίνεις δίχως να με κατακρίνεις. Όχι πώς φοβάμαι τις κρίσεις και τις επικρίσεις των άλλων -γραμμένες στα παλιά μου τα παπούτσια τις έχω- τις ματιές της λύπησης και της δήθεν συμπόνιας, αυτές είναι που δεν ανέχομαι.»
«Και καλά κάνεις, Αναστασία. Και καλά κάνεις. Αλλά, σα να ξεχνάς κάτι: τη ζωή σου! Μην αφήνεις τα πράγματα να καθορίζουν την πορεία της, όσο μπορείς καθόρισέ την εσύ. Σε ό,τι αφορά τον Αλέξη, δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω ένα πολύ έντονο προαίσθημα ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα βγει απ’ το κώμα του, θα ζήσει. Πρέπει ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι θετικά.»
«Θέλω, αλλά δεν μπορώ. Ωστόσο, το προαίσθημά σου ίσως και να βγει αληθινό. Ποτέ σου δεν έκανες λάθος. θυμάσαι; Θυμάσαι πώς έλεγες ότι θα συμβεί αυτό ή το άλλο και πάντοτε συνέβαινε; Θυμάσαι που τ’ άλλα παιδιά σ’ αποκαλούσαν μάγισσα γι’ αυτό το χάρισμά σου; Θυμάσαι...»
«Όλα τα θυμάμαι. Τίποτα δε διαγράφει η μνήμη μου. Ένα χάρισμα είναι, όντως, αυτό που έχω, αλλά πού και πού το νιώθω σαν κατάρα. Ωστόσο, δεν αφαιρώ ούτ’ ένα τόνο απ’ αυτά που σου είπα. πιστεύω, στ’ αλήθεια, πώς στο τέλος όλα θα παν καλά. Δεν ξέρω για τον Αντρέα, αλλά για τον Αλέξη είμαι σίγουρη.»
«Από το στόμα σου...»
Δεν συμπλήρωσε τη φράση της. Είδε την αδελφή της να σηκώνει το βλέμμα με μια γκριμάτσα, ειρωνικά στο ταβάνι και χαμογέλασε. Τι να της κάνει ο θεός; Τι; Η ίδια πρέπει να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Η ίδια πρέπει να βρει το κλειδί και ν’ ανοίξει τη φυλακή της. Η ίδια πρέπει να τα βάλει μαζί και να νικήσει τον χειρότερό της εχθρό, τον εαυτό της.

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 13

«Δεν πας καλά!»
«Λες να μην το ξέρω, ρε Γιώργο;»
«Ε, και τι κάνεις γι’ αυτό; Όλη μέρα πίνεις, κι ύστερα πιωμένος ξενυχτάς. Μέχρι πότε...»
«Όσο αντέχω!»
«Και μετά;»
«Και μετά θα πάω στο διάολο να ησυχάσουμ’ όλοι!»
Κάθε μέρα όλο και χειρότερα δείχνει ο Αντρέας. Κάθε μέρα πίνει όλο και πιο πολύ, κοιμάται όλο και πιο λίγο, δεν τρώει καθόλου, κι ούτε δουλεύει. Μόνο σκέφτεται. Κλείνει τα μάτια και κοιτά μπροστά. στο τίποτα που του ανήκει.
«Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πεθάνει ο Αλέξης, φίλε. Θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ. Άλλη λύση δεν υπάρχει.»
«Και ποιος σου ’πε πώς ο θάνατος είναι η λύση; Αν νιώθεις τόσο άσκημα όσο λες, πρέπει να ζήσεις. να ζήσεις με τις ενοχές σου...»
«Ναι, το ξέρω, εύκολη λύση είν’ ο θάνατος, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Πάντα ήσουνα ντόμπρος άνθρωπος, Αντρέα, ξέρεις ποιο είναι το καθήκον σου, κι ας μη σου αρέσει. Πρέπει να σταθείς δίπλα της, όπως στέκεσαι δίπλα στο παιδί σου. Το πιοτό κι η αυτολύπηση δε βοηθάνε, μόνο χειρότερα μπορούν να κάνουν τα πράματα.»
«Θέλω να το κάνω αυτό. θέλω να τη δω, να την αγκαλιάσω, να τη συγχωρέσω. απλά δεν μπορώ.»
«Να μπορέσεις. Αν μπορεί να σε συγχωρέσει εκείνη, σίγουρα κι εσύ μπορείς. Μην κωλώνεις τώρα, στα δύσκολα!»
Δίκιο έχει ο Γιώργος. Αλλά, τι να κάνει; Αυτός είναι αλλιώς μαθημένος. Μια ζωή λιγομίλητος ήταν σε ό,τι αφορούσε τα συναισθήματά του, με το ζόρι του έβγαζες κουβέντα, ενώ τώρα... Ενώ τώρα μιλά και σταματημό δεν έχει. Και γι’ αυτό νιώθει αδύνατος πολύ, ευάλωτος, δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί δημόσια το μέσα του. Αν και όταν μιλάμε για τον Γιώργο, μιλάμε για τον άνθρωπό του, τον αδελφό του, ωστόσο... Ω, δεν ξέρει τι να σκεφτεί! Ίσως να είναι το πιοτό, ή, ίσως να είναι και ο πόνος που τον κάνουν τόσο ευαίσθητο, ένα παιδί κλαψιάρικο. Δεν του πάει αυτό το σκηνικό, καθόλου δεν του πάει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και κάτι για να το αλλάξει. Το είναι του όλο πια έχει φορέσει το προσωπείο της θλίψης, της άρνησης. Όχι, δεν κάνει αρνητικές σκέψεις. τις συνιστά. είναι το αποτέλεσμά τους.
«Είμαι μικρός, Γιώργο, πολύ μικρός μπροστά σ’ εκείνη. Εκείνη αντέχει τον πόνο, τον κοιτά κατάματα, ενώ εγώ...»
«Τι θες να σου πω τώρα; Να υψώσεις το ανάστημά σου; Να φανείς δυνατός; Μαλακίες! Το παιδί σου ίσως να πεθαίνει και τα λόγια σ’ αυτή την περίπτωση δε βοηθάνε. Να ρίξεις το εγώ σου, αυτό πρέπει να κάνεις, καλέ μου φίλε. Πρέπει ν’ αφήσεις τους εγωισμούς στην άκρη και να προσπαθήσεις να τα βρεις, έστω όπως-όπως, με τη γυναίκα σου. Είναι καλή γυναίκα η Αναστασία. Της αξίζει λίγος σεβασμός...»
«Όπως αξίζει σε μένα καταφρόνια!»
«Όχι καταφρόνια, συγχώρεση.»
«Συγχώρεση!»
Αφήνει τη λέξη να αιωρείται στον αέρα. Ναι, το ξέρει, αυτό χρειάζεται. Όχι άφεση αμαρτιών, απλά συγχώρεση. Σκέφτεται την Αναστασία του. Φέρνει την εικόνα της στο μυαλό του. Ακόμη είναι όμορφη πολύ, τουλάχιστον στα μάτια του. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που γνωρίστηκαν. Λες κι ο χρόνος παρέλειψε ν’ αφήσει πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της τα σημάδια του. Κι εκείνη η καλοσύνη της, η μεγάλη της καρδιά είναι... Είναι που τον γεμίζουν πιότερο με ενοχές. Η άλλη; Η άλλη είναι απλά κορμί, είναι φωτιά, δεν είναι πνεύμα. Αχ, Αναστασία μου! Αχ, κορίτσι μου όμορφο. Αχ και να ’ξερες τι σε περίμενε όταν δεχόσουνα να με παντρευτείς. Αχ και να ’ξερες τι κουμάσι ήταν ο καλός σου...
Κοιτάει τον Γιώργο που πίνει το βαρύ πικρό καφέ του και κοιτάει στο πουθενά. Δίκιο έχει, σκέφτεται, δίκιο κι άδικο. Δίκιο, επειδή του λέει τι είναι το σωστό, άδικο, επειδή φαίνεται να πιστεύει πώς μπορεί να το κάνει. Όχι, δεν μπορεί. Είναι αδύνατον. Ο εγωισμός του είναι μεγάλος, οι ενοχές του ακόμη μεγαλύτερες. Θα μείνει στο σκοτάδι. Εκεί θα μείνει. Οπουδήποτε αλλού φοβάται. Όλους και όλα τα φοβάται. τα λόγια και τις σιωπές, τη συμπόνια και τη λύπηση, ακόμη και τον εαυτό του τον ίδιο, τον οποίο δεν τολμάει πια να κοιτάξει μες στα μάτια, αφού είναι σίγουρος πώς κι εκεί θα διαβάσει την καταφρόνια.
Λες! Λες να προσπαθήσω, κι ό,τι βγει; Χειρότερα αποκλείεται να τα κάνω τα πράγματα...

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 10

«Δε θέλει να με βλέπει. Όχι τώρα. Όχι ακόμη. Ίσως και ποτέ. Αν με δει, λέει, αν του μιλήσω, αν προσπαθήσω να δικαιολογηθώ, δε θα αντέξει, δε θα συγκρατήσει τα νεύρα του. θα με σκοτώσει, επί τόπου...»
«Φοβάσαι, Αναστασία; Τον φοβάσαι;»
«Όχι! Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, δεν είναι φονιάς. Απλά...»
«Ναι, ξέρω, ο πόνος. Κι η κακιά η ώρα.»
«Γιατί η κακιά η ώρα να μην έρθει κάποια άλλη... ώρα; Ή, ακόμη καλύτερα, γιατί να μην έρθει ποτέ; Τουλάχιστον θα συνεχίζαμε να ζούμε όπως-όπως μέσα στο ψέμα μας. δε θα ξυπνούσαμε τόσο απότομα στον πραγματικό κόσμο.»
«Κι εσύ, κακομοίρα μου...»
«Κι εγώ τι; Τι να έκανα; Για χρόνια ολόκληρα με απατούσε. Το ήξερα. Τον ανεχόμουνα. Κάπου κιόλας τον συγχωρούσα. Αλλά, το κορμί δεν άντεχε. Δεν άντεχε άλλη μοναξιά, άλλη στειρότητα. Ήθελε να γευτεί. Πεθύμησα έναν άντρα. έναν οποιοδήποτε άντρα. Καταλαβαίνεις, Μαίρη;»
«Καταλαβαίνω, αλλά...»
«Ου, όλο αλλά και αλλά είσαι. Καλύτερα θα ’ταν να μη σου μιλούσα. Να τα κρατούσα όλα μέσα μου μέχρι να εκραγώ!»
«Μη με παρεξηγείς, Αναστασία, αδελφούλα μου. Απλά, δεν ξέρω τι να σου πω και τι παρηγοριά να σου χαρίσω. Είναι ξένια χωράφια αυτά για μένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε ακούσω και να εκφράσω τις απορίες μου. Αν θες, θ’ ακούσω μόνο, αλλά δεν έχω καμία συμβουλή να σου δώσω. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα...»
«Εδώ που έφτασαν τα πράγματα!»
Δεν άντεχε άλλο να μένει κλεισμένη στη σιωπή και τον εαυτό της η Αναστασία, δεν άντεχε άλλο τον καθημερινό θάνατο της μοναξιάς και των ενοχών της. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. ν’ αφήσει του είναι της τον πόνο να ξεχειλίσει απ’ τα χείλη της, να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει για ν’ αντέξει το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Φίλες πολλές και καλές δεν είχε, κι έτσι είπε ν’ ανοίξει την καρδιά της στη Μαίρη, την αδελφή της. Σε ποια άλλη θα μπορούσε να μιλήσει ειλικρινά; Σε ποια άλλη θα μπορούσε να ομολογήσει τα κρίματά της;
Αφήνουν για λίγες στιγμές το πέπλο της σιγής και της αμηχανίας να τις τυλίξει. Πρέπει να κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν μια ανάσα, για να σκεφτούνε τα πράγματα καλύτερα, πιο καθαρά. Αλλά, στ’ αλήθεια η Μαίρη δεν ξέρει τι να της πει της δόλιας. Παράξενα πολύ φαντάζουν όλα αυτά που έγιναν, όλα αυτά που συμβαίνουν, στα αθώα της μάτια, στο αμάθητό της βλέμμα. Σα μια ευθεία. πάντα έτσι έβλεπε τη ζωή εκείνη. Αλλά να που, πού και πού, προκύπτουν και ανατροπές, αδιέξοδα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαίρη. Θα σπάσω...» διέκοψε η Αναστασία τη σιωπή.
«Δε φταις μονάχα εσύ, ψυχή μου, φταίει κι εκείνος. Ίσως περισσότερο εκείνος.»
«Τι ζήτησα κι εγώ η δόλια; Λίγη αγάπη. Κι αυτός πήγε και τη χάρισε, τη χαράμισε αλλού. Πώς να μη ραγίσω;»
«Μα νόμιζα ότι περνούσατε καλά, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι οι δυο σας.»
«Ήμασταν ευτυχισμένοι! Άλλοτε, ήμασταν. Στις αρχές-αρχές όταν τον ερωτεύτηκα, όταν μ’ αγάπησε, με είχε στ’ αλήθεια σαν πριγκίπισσα. με κανάκευε, με φρόντιζε πολύ, μου έκανε δώρα πολλά -με το τσουβάλι- αλλά σαν πέρασε ο καιρός άλλαξε. κι αντί για δώρα άρχισε να μου κάνει παράπονα και παρατηρήσεις.»
«Γι’ αυτό τον απάτησες;»
«Μα, δεν τον απάτησα εγώ πρώτη. Εκείνος με απατούσε για χρόνια κι εγώ...»
«Για εκδίκηση, λοιπόν;»
«Όχι! Όχι για εκδίκηση. Τον απάτησα επειδή δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!»
«Και τώρα μετανιώνεις;»
«Μετανιώνω για το αποτέλεσμα. Ναι, γι’ αυτό μετανιώνω και θα μετανιώνω όσο ζω. ακόμη κι αν στο τέλος τα πράγματα πάνε καλά. Ωστόσο ποτέ δε θα απολογηθώ σε κείνον, ποτέ δε θα ζητήσω τη συγχώρεσή του. Εκείνος ήταν που έστρωσε το δρόμο για την καταστροφή.»
«Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις, Αναστασία. Μπορώ μονάχα να σου πω τι να μην κάνεις...»
«Μίλα.»
«Μην τα παρατήσεις. Μην παραιτηθείς. Κράτα για λίγο ακόμη. Το ξέρω, το νιώθω πώς δεν έχουν όλα χαθεί ακόμη.»
«Εύκολο να το λες...»
«Και δύσκολο να το κάνεις. Λες να μην το ξέρω; Ωστόσο, ζήσατε τόσα πολλά μαζί οι δυο σας, μοιραστήκατε μια ζωή. Πιστεύω ότι κάπου καλά κρυμμένο θα βρίσκεται το νήμα εκείνο που σας δένει. Κι αν...»
«Δεν είναι κρυμμένο το νήμα. έξω στο φως είναι και ψυχορραγεί. Το νήμα εκείνο είναι η ζωή είναι κι ο θάνατός μας. Σα να κρεμόμαστε αγκαλιασμένοι, αλλά από απόσταση, πάνω από ένα τεράστιο κενό. αν χωρίσουμε θα πέσουμε κι οι δυο μέσα, θ’ αφανιστούμε.»
«Βλέπεις, λοιπόν;»
«Βλέπω. Αλλά, για πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις: Ακόμη κι αν δεν προκύψει το χειρότερο, εκείνο που τόσο φοβάμαι, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μετά ξανά μαζί χωρίς αγάπη, δίχως εμπιστοσύνη;»
«Ο χρόνος...»
«Άσε το χρόνο. Αυτός δουλεύει για πάρτη του. Δε δίνει μία για μας.»
«Αν, λέω, αν πάνε τα πράγματα καλά, ίσως ν’ αλλάξει κάτι.»
«Δεν το νομίζω, αδελφούλα μου. Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω. Το παιχνίδι ήταν καθαρό. τα χαρτιά δεν ήταν σημαδεμένα. παίξαμε με το διάβολο και χάσαμε!»
«Φταίτε κι οι δύο, ωστόσο, ασυγχώρητα πολύ. Φταίτε επειδή δεν εκτιμήσατε σωστά τις προτεραιότητές σας. Φταίτε γιατί ξεχάσατε τα πιο σημαντικά. Φταίτε...»
«Φταίμε, φταίμε και φταίμε. Στάχτες κι αποκαΐδια έγιναν τώρα οι διπλές ζωές μας. Θέλαμε κι οι δύο περισσότερα, και τώρα είμαστε μια ανάσα μακριά από το να χάσουμε το πολύ που είχαμε, που έχουμε ακόμη.»
«Δεν ήξερες...»
«Κανείς δεν ήξερε. Αλλά αυτό τι σημασία έχει τώρα; Ωστόσο...»
Σωπαίνει. Στα χείλη της παίρνει να ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο, αλλά όχι της χαράς. του σαρκασμού, της χλεύης.
«Ωστόσο,» συνεχίζει αμείλικτα τη σκέψη της, «δεν είναι ειρωνεία -τραγική ειρωνεία- ο ένας οργασμός να οδηγεί στη ζωή κι ο άλλος στο θάνατο;»
Τώρα, σ’ αυτό τι ν’ απαντήσει η Μαίρη; Τίποτα! Χαμηλώνει το βλέμμα. Κοιτάει χάμω, τα παπούτσια της. Κοιτάει κατάμουτρα το βούρκο μέσα στο οποίο έχει καταπέσει η ψυχή της αδελφής της. Δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα και να τη δει στα μάτια δίχως θλίψη, χωρίς οίκτο. Δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να την πληγώσει με την κραυγαλέα ένοχη σιωπή της. Πρέπει να σταθεί δίπλα της. Πρέπει να της συμπαρασταθεί. Πρέπει να τη βοηθήσει να συνεχίσει να ζει, να ελπίζει, αλλά πώς; Πώς;