Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γυναίκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γυναίκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα)

Αποφάσισα ότι ο πιο πάνω θα είναι τελικά ο τίτλος του βιβλίου που γράφω τώρα, αφού μιλά καλύτερα για το περιεχόμενό του από το "Δυο φωνές και μια σιωπή." Πιο κάτω μπορείτε να διαβάσετε ένα από από τα νέα κεφάλαια.

«Τον συνάντησες, λοιπόν, ξανά!» Δεν ρωτάει, το λέει με θαυμασμό η Δανάη. «Και;»
«Και, τι; Όλα πήγαν μια χαρά. Εντάξει, δεν πηδηχτήκαμε κιόλας, αλλά όσο ντεμοντέ κι αν ακούγεται αυτό στις μέρες, κι αυτό το πρώτο φιλί αξίζει κάτι.»
«Σε ζηλεύω.»
«Έλα, τώρα. Θα βρεις σίγουρα κι εσύ κάποιον. Πάντα βρίσκεις.»
«Α, δεν είναι γι’ αυτό που σε ζηλεύω. Πώς θα βρω κάποιον θα τον βρω. το θέμα είναι να μη πάω απ’ το κακό στο χειρότερο. Εσένα σε ζηλεύω, επειδή πήγες στο καλύτερο.»
Δεν απάντησε η Βασιλική. Τι να της πει, άλλωστε; Είναι διάχυτη ακόμη η αμηχανία ανάμεσά τους. Δεν πάνε παρά λίγες μέρες από τότε που εκείνη άρχισε ν’ απαντά σιγά-σιγά στα τηλεφωνήματά της, πέρασε μόλις μια βδομάδα απ’ την πρώτη φορά που συναντήθηκαν ξανά. Τώρα την θέλει εκεί. να της μιλά, να την ακούει, να γίνει η καλύτερή της φίλη, όπως ήταν παλιά – κι η μοναδική. Την θέλει, όχι επειδή την θέλει, αλλά γιατί τη χρειάζεται. για να φέρει σε πέρας το σχέδιό της. Την κοιτά και χαμογελά με ζεστασιά. όχι προσποιητή, αλλά αληθινή. Όπως χαμογελά η μάνα στο άτακτο παιδί της, ο αξιωματικός στο άβουλο πιόνι του. Ω, ναι, πήρε τα πάνω της πια. Σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια, με στρατηγική αξεπέραστη, την πορεία που θ’ ακολουθήσει από δω και πέρα η ζωή της. Όλα θα γίνουν, όπως τα θέλει. ο Αντρέας πολύ θα πονέσει και πάλι, ο Αντώνης θα παραδοθεί. Κι όλ’ αυτά με τη βοήθεια της ανίδεης φίλης της.
«Μου έλειψες, ξέρεις,» της λέει. Της χαρίζει ψίχουλα αγάπης, ώστε όταν έρθει η προκαθορισμένη ώρα, να πάρει ό,τι χρειάζεται απ’ αυτήν.
«Κι εμένα μου έλειψες, βλαμμένο,» απάντησε χαμογελώντας μ’ ένα μικρό παράπονο εκείνη.
Δεν μίλησαν ακόμη για το καυγά τους, για εκείνη την κωμωδία που στάθηκε η αφορμή ν’ απομακρυνθούν τόσο η μια από την άλλη. Είπαν ν’ αφήσουν το χθες στο σεντούκι του και να δουν τι μπορούν στ’ αλήθεια να κάνουν για το σήμερα και το αύριό τους, αλλά...
«Συγνώμη, που ήμουν τόσο σκύλα,» απολογήθηκε ξάφνου η Δανάη.
«Μα, τι λες; Αφού εγώ έφταιγα για όλα,» απάντησε μελιστάλαχτα εκείνη. «Μου πήρε χρόνο να το καταλάβω, αλλά τελικά το κατάλαβα. Γι’ αυτό, άλλωστε, άρχισα να σε παίρνω από πίσω. Ήθελα για πρώτη φορά στη ζωή μου ν’ απολογηθώ για κάτι και να το εννοώ.»
Χάρηκε γι’ αυτό που άκουσε η γυναίκα. χάρηκε, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Αλλαγμένη πολύ, αλλά και ίδια όπως παλιά, της φαίνεται η φίλη της. Μοιάζει και λειτουργεί γαλήνια, αλλά τα μάτια της δεν ξαποστάζουν στιγμή. σαν να έχει δύο εαυτούς: ένα ήρεμο, κατασταλαγμένο, κι ένα δεύτερο, ανήσυχο και σε υπερδιέγερση. Αλλά, ας είναι. Φτάνει που τώρα είναι εκεί. Φτάνει που είναι μαζί. Επιτέλους, έχει κάποιον με τον οποίο μπορεί να μιλά ξανά. Δύσκολες πολύ, αφόρητες, ήταν οι μέρες που πέρασε μέσα στην πλήρη απομόνωσή της. Όχι πώς κλεινόταν πεισματικά στο μέσα της, όχι αυτή. αλλά να, όσο κι αν προσπαθούσε να πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα τόσο της ξέφευγε εκείνη. Της έβγαζε λες τη γλώσσα και κινούσε γι’ αλλού. Ενώ τώρα...
«Έλα απόψε. Να βγούμε μαζί. Να σε πάω να τον γνωρίσεις. Να μου πεις την άποψή σου. Ποιος ξέρει; Ίσως γνωρίσεις κι εσύ κάποιον εκεί...»
«Ω, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, καλή μου, αλλά θαρρώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν θέλω να είμαι μες στα πόδια σου.»
«Δεν θα είσαι. Εξάλλου, δεν μου το ζήτησες, εγώ σου είπα να ’ρθεις. Καιρός είναι ν’ αρχίσεις κι εσύ να βγαίνεις έξω, να βλέπεις κόσμο, να χαίρεσαι λίγο, να χαμογελάς.»
«Μα, βγαίνω έξω, αλλά...»
«Απόψε όλα θα είναι διαφορετικά. Έλα και θα το δεις. Στο υπόσχομαι.»
Την κοιτά απορημένη εκείνη. Δεν απαντά. Δεν ξέρει τι να απαντήσει. Εντάξει, ίσως κάπου ν’ άλλαξε η Βασιλική, αλλά αυτό πια είν’ απ’ τ’ ανήκουστα. Τόσο καιρό πού ήταν με τον Αντρέα, ποτέ δεν την κάλεσε να πάνε κάπου όλοι μαζί, τώρα τι...
«Μην το σκέφτεσαι, καλέ, απλά πες μου ότι θα έρθεις. Απλά πες μου, Ναι.»
«Ναι!» ψιθύρισε η καημένη η κοπέλα, που δίχως να το καταλάβει, με μια και μόνο λέξη, πήρε τη θέση που της ανήκε στη σκακιέρα του μέλλοντος της φίλης της.
«Τι να φορέσω; Δεν έχω ιδέα πώς ντύνονται εκεί.»
«Μην ανησυχείς καθόλου. Θα σου δανείσω κάποια δικά μου ρούχα. Θα τα φροντίσω όλα εγώ. Μια κούκλα θα σε κάνω. Όχι πώς δεν είσαι τώρα, αλλά απόψε θέλω να λάμπεις.»
Εγώ, να λάμπω; Απόρησε εκείνη από μέσα της. Αλλά, γιατί όχι; Γιατί να μην ζήσει κι αυτή για μια βραδιά, αυτό που αποκαλούνε Μεγάλη Ζωή; Αφού, έτσι κι αλλιώς, όλα ο αγαπητικός της φιλενάδας θα τα πληρώσει, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
«Σ’ ευχαριστώ,» είπε με μάτια που έσταζαν ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Αυτό, να πω το κρίμα μου, ποτέ δεν το περίμενα από σένα.»
«Μην είσαι κουτό. Ας θες πες ότι είναι μια αποζημίωση για όλα τα δεινά που τράβηξες για μένα. Δέξου ετούτη την πρόσκληση σαν δώρο, αλλά και σαν απολογία. Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω, Δανάη,» κατέληξε, κι ένας λυγμός φάνηκε για μια στιγμή να της κόβει την ανάσα, να χαράζει στα μάτια της πληγές και να δακρύζει.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα βιαστικά η φίλη της, τρέχει κοντά της, την αγκαλιάζει, της ψιθυρίζει ευχαριστίες και συμπόνια. Είμαι πολύ καλή θεατρίνα τελικά, σκέφτεται εκείνη. αποδίδει τα εύσημα στον εαυτό της. Απόψε θα δώσει την πιο μεγάλη της παράσταση, την πιο σημαντική, μπροστά σε δυο θεατές μονάχα. Απόψε θ’ αντικρίσουν μια Βασιλική βγαλμένη από άλλη ιστορία: γιομάτη ζεστασιά, αγάπη, κέφι και ζωή, μια γυναίκα-καλοσύνη.
Καταπίνει δίχως δυσκολία τα τελευταία της δάκρυα, τιθασεύει τους λυγμούς. Σηκώνει το βλέμμα και κοιτά με μια αγάπη δίχως όρια εκείνα της φίλης της.
«Ας αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε,» της λέει. «Η νύχτα απόψε μας ανήκει.» Της αρέσει να χρησιμοποιεί τον πληθυντικό. μεταμορφώνει τους άλλους μεμιάς σε συνένοχούς της.

Η εικόνα κλέμμενη από εδώ


Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ατάκα κι επί τόπου

«Και το μέλι και το δηλητήριο, και τα δυο απ’ τη φύση είναι φτιαγμένα.»

«Ν’ αλλάζεις συνέχεια, να γίνεσαι σύννεφο και κύμα. Σαν το φεγγάρι να γιομίζεις και να τρεμοσβήνεις.»

«Ο χρόνος από μόνο σου δεν έχει σημασία. Αν τον σπαταλάμε ή τον γεμίζουμε, αυτό είναι που μετρά.»

«Θέλω γιο, αλλά το ξέρω ότι κορίτσι θα είναι το παιδί. Και όταν μεγαλώσει θα γίνει κούκλα σαν τη μάνα της. Κι ενώ εκείνη θα βγαίνει με τους γκόμενους εγώ θα βγαίνω με το μπαστούνι.»

«Ο εαυτός μου μού έλεγε ότι κυνηγούσα χίμαιρες. Εγώ του απαντούσα πως στόχευα στην καταστροφή τους.»

«Ο φόνος δεν αποδεικνύει την αγάπη σου για μένα, αλλά το μίσος σου για τους άλλους.»

«Για πες μου, μικρέ: Έμαθες ν’ αγαπάς τις γυναίκες ή συνεχίζεις να τις αναλύεις;»
«Τις αγαπάω αναλυτικά!»

«Σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν τουλάχιστον τρεις θλίψεις.»

«Όταν το μέσα σου δε φοβάται κανένα, κανένας δεν μπορεί να το απειλήσει.»

«Προσπαθείς να σκοτώσεις τις ενοχές σου με τα δώρα. Με τη μυγοσκοτώστρα...»

«Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, είναι η αδιαφορία.»

Αποσπάσματα από ένα μελλοντικό αριστούργημα (εδώ γελάτε)

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 21

Κάλλιο να την τρόμαζαν οι θόρυβοι όσο η σιωπή! Όχι πώς μιλά πολύ -λίγο μιλάει και μόνο αν υπάρχει λόγος- αλλά να, τη μέσα της σιωπή, αυτή είναι που δεν αντέχει. Και όταν είναι μόνη, όπως ετούτη τη στιγμή, τότε είναι που πιο πιότερο την τυραννά. Θέλει να μιλήσει με κάποιον και κάποιον ν’ ακούσει, μια ξένη ανάσα να αφουγκραστεί και μια δική της να χαρίσει, αμέσως τώρα. Η Μαίρη απόψε δεν μπορεί να ’ρθει κοντά της, να σταθεί δίπλα της και να τη συντροφέψει, και τον Αντρέα -που έτσι κι αλλιώς κάνει τη βάρδια του στο προσκεφάλι του παιδιού τους- σίγουρα δεν τον περιμένει. Ω, μακάρι να ήταν τα πράγματα αλλιώς. Μακάρι να ήταν κι ή ίδια αλλιώς. Μακάρι να ήταν όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι. εξωστρεφής, κενή, κοινωνική. Αλλά, δεν είναι. Ένα απλό κορίτσι είναι που μόνο στα χρόνια μεγάλωσε, που στα της ζωής είναι ανώριμη και μοναδικά αδαής. Αν μόνο...
Ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι. Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα, άραγε; Λες η Μαίρη να ανέβαλε εκείνο που είχε να κάνει και ν’ αποφάσισε να την επισκεφθεί; Αλλά, μάλλον όχι, δε σήκωνε αναβολή η δουλειά της τής είπε. Τότε, ποιος; Σηκώνεται σχεδόν βαριεστημένα απ’ το χαλί και κατευθύνεται προς την πόρτα. Κοιτάει απ’ το ματάκι. Ο Γιώργος! Μα τι γυρεύει αυτός εδώ; Ανοίγει την πόρτα δισταχτικά, με την απορία βαθιά ζωγραφισμένη στα μάτια και το πρόσωπό της.
«Καλώς σε βρήκαμε, κυρά Αναστασία!» της λέει εκείνος με που την αντικρίζει.
«Με βρήκατε;»
Παραμερίζει αμέσως ο Γιώργος και από πίσω του ξεπροβάλλει ένα κορίτσι-γυναίκα παράξενα ντυμένο και όμορφο πολύ.
«Η Ελένη μου!» Τη συστήνει. «Και η Αναστασία του,» προσθέτει πειραχτικά.
Τους κοιτάει αμίλητη, σχεδόν με απάθεια, εκείνη. Δεν ξέρει τι να πει και τι να σκεφτεί. Ακόμη κι ο χρόνος μοιάζει παγωμένος, ακινητοποιημένος.
«Έι, δε θα μας πεις να περάσουμε μέσα; Εδώ στην πόρτα θα στεκόμαστε όλη νύχτα και θα κοιτάμε ο ένας τον άλλο, Αναστασία;»
«Ω, συγγνώμη Γιώργο. Συγγνώμη. Καλωσορίσατε στο σπίτι μου. Ελάτε...»
Ένα αμήχανο χαμόγελο παίρνει μορφή στο πρόσωπό της, προδίδοντας ακόμη πιο πολύ τη σύγχυση που πλημμυρίζει το μέσα της. Ο Γιώργος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενε να δει εκεί. Ήταν ο καλύτερος φίλος του Αντρέα και σαν τέτοιος δεν έκανε να επισκέπτεται το άντρο του εχθρού, κι όμως νάτον!
Τους οδηγεί στο σαλόνι, τους δείχνει τον καναπέ για να καθίσουν οι δυο τους δίπλα-δίπλα, και προτού θρονιαστεί στην πολυθρόνα απέναντί τους, θυμάται και τους ρωτά τι θα ήθελαν να πιουν.
«Κάτι δυνατό!» απαντά ο Γιώργος.
«Κι εγώ το ίδιο!» ακούγεται σαν ηχώ η Ελένη.
Κάτι δυνατό. Αν δεν την απατά η μνήμη της στον Γιώργο αρέσει το ούζο ή το τσίπουρο. Δεν είναι σίγουρη. Αλλά, από την άλλη δε μοιάζει από εκείνους τους τύπους που θα αρνιούνταν είτε το ένα είτε το άλλο. Ούζο, λοιπόν. Τους γέμισε δυο ποτήρια μέχρι πάνω, μαζί με πάγο, και ύστερα άνοιξε το ψυγείο για να δει τι θα μπορούσε να τους φιλέψει για να ξεπλύνουν το ποτό. Όχι και πολλά πράγματα, αλλά και τα λίγα καλά είναι. Όταν επιτέλους τελειώνει με τα καθήκοντά της, της καλής νοικοκυράς, κάθισε κι αυτή στο σαλόνι μαζί τους χωρίς να μιλά. Ασυνήθιστο πολύ της φαντάζει το σκηνικό. Σαν ένα έργο θεατρικό, άσχημα σκηνοθετημένο. Λες και κάποιος τους έδεσε χεροπόδαρα εκεί και τους απαγόρευσε να μιλάνε ο ένας στον άλλο.
Ωστόσο, μιλούσαν. Μιλούσαν με τα μάτια. Ρωτούσε η Αναστασία σιωπηλά, απαντούσε ο Γιώργος δίχως ήχο, συγκατάνευε η Ελένη μ’ ένα βλέμμα. Στο τέλος ξέσπασαν στα γέλια, που δεν κράτησαν όμως και πολύ. Πρώτος μίλησε ο Γιώργος.
«Όχι, δεν το ξέρει ο Αντρέας ότι είμαστε εδώ. Αν το ήξερε θ’ άρχιζε τη μουρμούρα και τις αντιρρήσεις του και θα του τάιζα καμιά φάπα. Δική μου ήταν η απόφαση να ’ρθω εδώ, και συμφώνησε κι ετούτη η μορφονιά,» είπε κοιτώντας στοργικά την Ελένη.
«Κι ήρθες για να κάνεις τι;» ρώτησε κάπως απότομα και δεικτικά η Αναστασία.
«Να δω τι κάνεις. Πώς τα βγάζεις πέρα. Πόσο καλά κρατάς. Να σε ρωτήσω, με τρόπο φυσικά (της έκλεισε το μάτι), αν χρειάζεσαι κάποια βοήθεια και τα λοιπά τραγικά.»
«Κι ο Αντρέας δεν έχει καμιά ιδέα γι’ αυτό;»
«Καμιά απολύτως.»
«Ε, τότε γιατί;»
«Τι γιατί, ρε Αναστασία; Τόσα χρόνια σε ξέρω. Τόσα χρόνια είναι φίλος μου ο Αντρέας. Σας νοιάζομαι. Τι άλλο χρειάζεται να πω, δηλαδή;»
«Είσαι φίλος δικός του, Γιώργο, όχι δικός μου. Έτσι μη με παρεξηγείς για τη στάση μου. Είσαι το τελευταίο πλάσμα στη γη που περίμενα να δω να περνά την πόρτα του σπιτιού μου, όσο η κατάσταση έχει όπως έχει.»
«Δε σε παρεξηγώ. Σε καταλαβαίνω. Ίσως κι εγώ αν ήμουνα στη θέση σου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο να σκεφτόμουν. Έτσι κι αλλιώς, δε με ξέρεις καλά. Με γνώρισες λίγο προτού γίνει το κακό κι ύστερα για εφτά χρόνια ήμουνα χαμένος. Καταλαβαίνω τους δισταγμούς σου. Καταλαβαίνω τις απορίες σου. Κι αν θες να φύγω, απλά πες το μου και θα σηκωθώ τώρα αμέσως και θα φύγω...»
«Όχι! Δε θέλω να φύγεις, Γιώργο. Θέλω να μείνεις. Τώρα είσαι, μόλις έγινες, ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ του χθες και του σήμερά μου. μεταξύ εμένα κι εκείνου. Δε θέλω να φύγεις. Συγγνώμη. Συγγνώμη για τη στάση μου. Τα έχω λίγο χαμένα...»
«Μην απολογείσαι, Αναστασία. Περνάς δύσκολες ώρες. Πολλοί άλλοι στη θέση σου θα τα παρατούσαν, θα λύγιζαν, θα έσπαγαν, αλλά εσύ όχι. σε ξέρω, σε διαβάζω, βλέπω το μέσα σου. Είσαι φτιαγμένη από γερό κράμα, πονεμένη αλλά αποφασισμένη. Είμαι σίγουρη ότι εσύ, με το πείσμα σου και μόνο, μπορείς να σώσεις την κατάσταση, να...»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα της η Ελένη και ξαφνικά είδε τη γυναίκα απέναντί της να βουρκώνει. Σηκώθηκε. Την πλησίασε. Γονάτισε και την πήρε στην αγκαλιά της.
«Κλάψε!» της ψιθύρισε. «Κλάψε. Και να κλαις όσο πιο πολύ μπορείς. Για ν’ αφήνεις μέσα σου χώρο για την αγάπη, για ν’ ανανεώνεις τις πηγές της δύναμής σου»
Τι της έλεγε τώρα ετούτη η μουρλή; Ωραία, όμως, που της τα έλεγε! Σαν τη Μαίρη, σαν την αδελφή της, ακουγόταν. Πώς στο διάολο, όμως, κατάφερε και διαπέρασε τις ασπίδες των ματιών της τόσο γρήγορα; Πώς στην ευχή κατάλαβε ποια ήταν με τόση ευκολία; Τόσο ανοικτό βιβλίο είναι πια για τους άλλους;
Έμειναν για ώρα πολλή εκεί, ζεστά σφικταγκαλιασμένες. Οι μόνοι θόρυβοι που έκλεβαν στιγμές απ’ τη σιωπή ήταν οι ανάσες τους και ο ήχος του ούζου, που ανέβαινε σταγόνα τη σταγόνα στα χείλη του Γιώργου, που κατέβαινε γουλιά τη γουλιά μέσα του. Η Ελένη, με τη διορατικότητα, τα λόγια και τις πράξεις της, έμοιαζε να έχει καταφέρει, από τη μια στιγμή στην άλλη, να δαμάσει μια καταιγίδα, προτού καλά-καλά αρχίσει, να επιβάλει τη νηνεμία εκεί που προμηνυόταν χαλασμός. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο του άρεσε τόσο πολύ αυτή η γυναίκα, γι’ αυτό την αγαπούσε. επειδή μπορούσε μέσα από το τίποτα να δημιουργήσει μαγεία!
Σιγά-σιγά οι βαριές ανάσες της Αναστασίας έγιναν ανάλαφρες, τα μάτια σύντομα στράγγιξαν και έλαμψαν. Ξεγλίστρησε απαλά απ’ την αγκαλιά της άλλης γυναίκας και πήγε να της πει ευχαριστώ, αλλά δεν πρόλαβε. Με τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού της έφραξε εκείνη απαλά τα χείλη και ύστερα πήρε να της φτιάχνει με επιδέξιες κινήσεις τα μαλλιά. Να τα σπρώχνει προς τα πίσω, ν’ αναδεικνύει την αναλλοίωτη ομορφιά του προσώπου και των ματιών της. Σαν τέλειωσε την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα εκτυφλωτικό, λες για πρώτη φορά, και της είπε:
«Θέλω να σε ζωγραφίσω. Έχεις τα πιο θαλασσιά μάτια που είδα ποτέ!» και χαμογέλασε.
Ο κόσμος της Αναστασίας για μια στιγμή φωτίστηκε από μια, για καιρό πολλή ξεχασμένη στα βάθη του χρόνου, λάμψη.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 15

«Η ζωή μας τα τελευταία χρόνια ήταν σα μια νύχτα, στον ουρανό της οποίας πού και πού πρόβαλλε το φεγγάρι.»
«Τόσο μαύρη;»
«Θεοσκότεινη! Κι όμως, εγώ η ηλίθια, δεν παραπονιόμουνα. Τα έβλεπα μοιρολατρικά τα πράγματα. Αυτά μού έτυχαν, μ’ αυτά θα πορευτώ, σκεφτόμουνα. Δεν είμαι, βλέπεις, σαν και σένα. Εσύ έκανες την επανάστασή σου νωρίς. Πρόλαβες...»
«Την έκανα επειδή δεν είχα άλλη επιλογή, Αναστασία. Αν έμενα εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι, με τους γονείς μας και τα μυαλά που κουβαλούσαν, θα γινόμουνα πολύ δυστυχισμένη. Όχι ότι είμαι ευτυχισμένη τώρα, αλλά όπως και να έχει, είμαι καλύτερα.»
«Καλύτερα είσαι, σίγουρα. Καλύτερα κι από μένα, κι από πολλές άλλες που ξέρω. Εσύ το μόνο που βιάστηκες να κάνεις ήταν να φύγεις, να ζήσεις, να χαρείς, εγώ βιάστηκα να παντρευτώ. Όλοι βιάστηκαν να σε κατακρίνουν, όλοι να με χειροκροτήσουν. Η ζωή, όμως, σε δικαίωσε. Ζηλεύω...»
«Ζηλεύεις τι; Νομίζεις ότι είναι εύκολος ο δρόμος που ακολούθησα, δίχως αγκάθια, χωρίς πτώσεις; Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο κάνεις μεγάλο λάθος, είσ’ ηλίθια. Ο δρόμος μου ήταν γεμάτος εμπόδια και κακουχίες, χαραγμένος με πληγές κι εγκαύματα. Τίποτα δεν δίνεται δωρεάν σ’ αυτή τη ζωή.»
«Κι όμως, αν μπορούσα να κάνω κάτι τώρα για ν’ αλλάξω τα πράγματα, θα γύριζα το χρόνο πίσω. Θα σε αντέγραφα. Θα έπαιρνα κουράγιο απ’ το κουράγιο σου, δύναμη απ’ τη δύναμή σου, και θ’ ακολουθούσα άλλη πορεία, διαφορετική. Μοιάζουμε! Παρ’ όλες μας τις διαφορές μοιάζουμε, Μαίρη.»
«Σ’ ένα σημείο μονάχα μοιάζουμε, κι αυτό τα τελευταία χρόνια, από τότε που το πήρες απόφαση να παντρευτείς: είμαστε κι οι δύο μόνες. Κι όσο κι αν εγώ λέω ότι το κάνω από επιλογή, μη με πιστεύεις. Ψέματα λέω! Είμαι μοναχή από έλλειψη επιλογών. Δεν είναι ότι είμαι κάνα ψώνιο, που γυρεύει τον πρίγκιπά του -κάθε άλλο- είναι που όσο κι αν ψάχνω δε βρίσκω μια ψυχή που να συμβαδίζει με τη δική μου. Μια περιπλανώμενη πληγή είμαι, στις έρημους των ανεκπλήρωτων πόθων...»
Της αρέσει της Αναστασίας ν’ ακούει την αδελφή της να μιλά. Σα να διαβάζει βιβλίο. Εξάλλου, από τότε που ήταν μικρή η μικρή όπου την έχανες, όπου την έβρισκες, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι ήταν – μια παραφωνία των καιρών. Την πιστεύει. Την πιστεύει όταν της λέει ότι δεν είναι ευτυχισμένη. Την πιστεύει επειδή την ξέρει. Αυτή ποτέ της δε θα μπορούσε να ευτυχήσει. Θα την ήταν αδύνατον να ζήσει δίχως τις ανησυχίες της. Αλλά, τη ζηλεύει κιόλας. Στ’ αλήθεια τη ζηλεύει. Τη ζηλεύει γι’ αυτό που είναι. γι’ αυτό που η ίδια δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Μα, χαίρεται. χαίρεται που την έχει και πάλι κοντά της – κι ας ήταν η καταστροφή που οδήγησε με τη βία, με το έτσι θέλω, τα βήματά της μέχρι εκεί.
«Θέλεις να πεις ότι όλα αυτά τα χρόνια δε συνάντησες κάποιον, που έστω λίγο να σου ταιριάζει, Μαίρη μου.»
«Πώς! Πώς! Φυσικά και συνάντησα. Έναν και μοναδικό. Και τον έδιωξα...»
«Τον έδιωξες; Μα, γιατί;»
«Επειδή ταιριάζαμε τόσο πολύ που τρόμαξα. Πολύ όμορφη κι αρμονική ήταν η σχέση μας. Κύλησε για πολλή καιρό δίχως ταραχή και καυγάδες. Όλα έμοιαζαν όμορφα. Αλλά, εγώ ήξερα! Ήξερα ότι όπου δεν υπάρχει τρικυμία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε και γαλήνη. Ζούσαμε σα μέσα σε μια γυάλα. Ο έξω κόσμος λες και δεν υπήρχε για μας. δε μας αφορούσε. Αλλά, εγώ έβλεπα τα σημάδια, τα διάβαζα. Ήξερα ότι όλα έπρεπε να τελειώσουν νωρίς, πριν να γίνουν αμετάκλητα.»
«Κι έτσι απλά τον ξαπόστειλες;»
«Όχι ακριβώς. Απλά, επέτρεψα σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να αναδεικνύεται η πλήξη της συνύπαρξής μας, η αφόρητή της νηνεμία. Περισσότερο σαν αδέλφια, που δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν, σαν πολύ καλοί φίλοι μοιάζαμε, παρά σα ζευγάρι. Με τον άντρα σου τσακώνεσαι, βρίζεσαι, πλακώνεσαι, τα βρίσκεις. Μ’ αυτόν ποτέ δε συνέβηκε κάτι τέτοιο. Έπρεπε να φύγει για να ζήσει τη ζωή του. για να ζήσω κι εγώ τις επιλογές μου...»
«Μα, είσαι τρελή;»
«Όχι και τόσο. Τώρα εκείνος είναι παντρεμένος και πολύ ευτυχισμένος. Μιλάμε ακόμη στο τηλέφωνο. Είμαστε φίλοι. Δε ζητάω τίποτα απ’ αυτόν και δε ζητάει τίποτα από μένα. Ενώ, αν μέναμε μαζί...»
«Καλά και όμορφα όλ’ αυτά, αλλά η μοναξιά δε σε τρελαίνει;»
«Ώρες-ώρες ναι, με τρελαίνει. ειδικά όταν δεν έχω κάτι να κάνω, όταν αφήνω το μυαλό μου για λίγο να ξαποστάσει. Αλλά, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δε συμβαίνει και πολύ συχνά. Πάντα κάτι κάνω, πάντα με κάτι καταπιάνομαι και όλο και κάποιος βρίσκεται για να μου εκπληρώσει πού και πού του κορμιού τις επιθυμίες.»
«Ε, εσύ καλά την έχεις. Εγώ;»
«Εσύ, τι; Αφού έχεις το γκόμενο...»
«Ποιο γκόμενο και πράσιν’ άλογα, καλέ; Η πρώτη φορά κι η τελευταία που απάτησα τον Αντρέα ήταν εκείνη, η μοιραία. Για δυο χρόνια κανένας δε με άγγιξε, κανένα κορμί δεν ακούμπησε στο δικό μου...»
«Τι να σου πω; Τέτοια ατυχία πια!»
«Γι’ αυτό σου λέω, αδελφούλα μου, είμαι καταραμένη. Δε μου ήτανε γραφτό, όπως βλέπεις, να ευτυχήσω.»
«Μαλακίες και προκαταλήψεις. Θα μπορούσες να ευτυχήσεις αν προσπαθούσες, αλλά δεν το έκανες. Απλά, κάθισες εκεί μοιρολατρικά και έκλαιγες τη μοίρα σου. Αν μου τηλεφωνούσες πιο γρήγορα, αν μου μιλούσες...»
«Δεν μπορούσα, Μαίρη. Με καταλαβαίνεις; Δεν μπορούσα. Και τώρα ακόμη που το κάνω, τώρα που σου μιλώ, και πάλι περίεργα νιώθω. Δεν είναι του χαρακτήρα μου να βγάζω τα άπλυτά μου στη φόρα. Αλλά, χαίρομαι, στ’ αλήθεια χαίρομαι που είσαι εδώ, που με ακούς, που με κρίνεις δίχως να με κατακρίνεις. Όχι πώς φοβάμαι τις κρίσεις και τις επικρίσεις των άλλων -γραμμένες στα παλιά μου τα παπούτσια τις έχω- τις ματιές της λύπησης και της δήθεν συμπόνιας, αυτές είναι που δεν ανέχομαι.»
«Και καλά κάνεις, Αναστασία. Και καλά κάνεις. Αλλά, σα να ξεχνάς κάτι: τη ζωή σου! Μην αφήνεις τα πράγματα να καθορίζουν την πορεία της, όσο μπορείς καθόρισέ την εσύ. Σε ό,τι αφορά τον Αλέξη, δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω ένα πολύ έντονο προαίσθημα ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα βγει απ’ το κώμα του, θα ζήσει. Πρέπει ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι θετικά.»
«Θέλω, αλλά δεν μπορώ. Ωστόσο, το προαίσθημά σου ίσως και να βγει αληθινό. Ποτέ σου δεν έκανες λάθος. θυμάσαι; Θυμάσαι πώς έλεγες ότι θα συμβεί αυτό ή το άλλο και πάντοτε συνέβαινε; Θυμάσαι που τ’ άλλα παιδιά σ’ αποκαλούσαν μάγισσα γι’ αυτό το χάρισμά σου; Θυμάσαι...»
«Όλα τα θυμάμαι. Τίποτα δε διαγράφει η μνήμη μου. Ένα χάρισμα είναι, όντως, αυτό που έχω, αλλά πού και πού το νιώθω σαν κατάρα. Ωστόσο, δεν αφαιρώ ούτ’ ένα τόνο απ’ αυτά που σου είπα. πιστεύω, στ’ αλήθεια, πώς στο τέλος όλα θα παν καλά. Δεν ξέρω για τον Αντρέα, αλλά για τον Αλέξη είμαι σίγουρη.»
«Από το στόμα σου...»
Δεν συμπλήρωσε τη φράση της. Είδε την αδελφή της να σηκώνει το βλέμμα με μια γκριμάτσα, ειρωνικά στο ταβάνι και χαμογέλασε. Τι να της κάνει ο θεός; Τι; Η ίδια πρέπει να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Η ίδια πρέπει να βρει το κλειδί και ν’ ανοίξει τη φυλακή της. Η ίδια πρέπει να τα βάλει μαζί και να νικήσει τον χειρότερό της εχθρό, τον εαυτό της.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 8

Μεθάει όμορφα, χαριτωμένα, γαλήνια, χαμογελαστά. Και μαζί της μεθάει κι η Δανάη. Όχι για συμπαράσταση, όχι, κάθε άλλο. μεθάει επειδή το ’χει ανάγκη, επειδή -έτσι στα ξαφνικά- έμεινε κι εκείνη μόνη.
«Πώς τα καταφέραμε έτσι, Βασιλική;»
«Με μαεστρία πολλή!»
«Τουλάχιστον ο δικός σου έχει μια δικαιολογία σοβαρή, ενώ ο δικός μου... Άστα να πάνε.»
«Ακριβώς. Άστα να πάνε. Αλλά, εσύ ήσουν πιο τυχερή απ’ την αφεντιά μου, έβλεπες τα σημάδια, το περίμενες, ενώ εμένα μου ’ρθε απ’ το πουθενά...»
«Τα έβλεπα, αλλά δεν ήθελα να τα πιστέψω, Βασιλική!»
«Κι ύστερα μου λες εμένα...»
«Ναι. Δίκιο έχεις. Δάσκαλε που δίδασκες...»
«Πάντως δεν περίμενα να σε πάρει τόσο από κάτω. Όχι εσένα.»
«Α, δεν είμαι και τόσο άσκημα. Πιότερο ξαφνιασμένη είμαι και λίγο χαμένη. Είναι τα χρόνια που περνάνε. Είναι η μοναξιά που τώρα πια δεν αντέχεται.»
«Είναι και τα...»
«Ξέρεις τι θέλω να κάνω; Να χτυπήσω κάποιον. Να τον χτυπήσω τώρα, αμέσως, άγρια. Πριν μου περάσει. Πριν το ποτό με ηρεμήσει και πάλι. Θέλω...»
«Κτυπά εμένα, λοιπόν. Δε θα πονέσω. Καθόλου! Τίποτα πια δε μου προκαλεί πόνο.»
«Μη λες μαλακίες. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.»
«Φυσικά και καταλαβαίνω. Αλλά και πώς καταλαβαίνω τι έγινε; Ξαναφτιάχνουν τα πράγματα; Δεν ξαναφτιάχνουνε...»
Κάπου χαμένη στο μέσα της είναι τώρα κι η Δανάη, αντίγραφο -όχι και τόσο πιστό- της φίλης της, που μέχρι χθες παρηγορούσε. που παρηγορεί ακόμη. Η μοναξιά που την περιμένει τη φοβίζει, αλλά θα ρίξει γροθιές μαζί της, θα την πολεμήσει, δεν είναι αδύναμη σαν κι εκείνη αυτή. Θα ξαναπιάσει την πόρνη τη ζωή απ’ τα κέρατα, όσο έχει ακόμη καιρό.
Κάθεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη Βασιλική. Την παρατηρεί και την παρατηρεί. Δύο ανώμαλα προσγειωμένες ψυχές, δυο λαβωμένοι απ’ τη ζωή άγγελοι. Ψάχνει το είδωλό της στον καθρέφτη των ματιών που την κοιτάνε και βλέπει κάποια άλλη. μια ξένη, κάποια παραχαράκτη. Της αρέσει πολύ η παραμορφωμένη εικόνα που αντικρίζει μέσα εκεί. Χαμογελά.
«Ίσως όλα να έγιναν για το καλό!» λέει στην εμβρόντητη Βασιλική, που ξαφνικά νιώθει την ανάγκη να την αρπάξει απ’ το λαιμό και να την πνίξει.
«Ε, μα εσύ δεν υποφέρεσαι!» προσπαθεί να στραγγίξει μέσα απ’ τις λέξεις την οργή της. «Πριν μια στιγμή μου κλαιγόσουν και τώρα λες...» Δεν ξέρει τι άλλο να της πει. Αυτή η γυναίκα έχει μια μοναδική ικανότητα να τη φέρνει, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, στα όριά της. Εκτός κι αν...
«Δε μου λες: στ’ αλήθεια χώρισες ή μου παίζεις θέατρο;»
«Χώρισα, καλή μου, χώρισα. Απλά, όσο κι αν πονώ, δεν μπορώ να ξοδεύομαι άλλο πια σε κλαψούρες. Ο χρόνος τρέχει. Πρέπει να προλάβω...»
«Μα, έλεγες ότι τον αγαπούσες σα τη ζωή σου τον Μένιο.»
«Τον αγαπούσα σαν τη ζωή μου, όταν ήμουν μαζί του. Τώρα που με παράτησε, δεν έμεινε κάτι ν’ αγαπώ.»
«Κι έτσι απλά, θα προχωρήσεις;»
«Όχι. Όχι, έτσι απλά. Θα μαδήσω σιγά-σιγά σαν ψόφιο κοτόπουλο το δέρμα του πόνου, μέχρι να το καθαρίσω απόλυτα και μετά, όπου με βγάλει ο δρόμος. Εξάλλου αν δεν πονούσα, δε θα μεθούσα. Με ξέρεις...»
«Σε ξέρω; Δεν ξέρω!»
Πήραν να γελάνε. Να γελάνε με τα χάλια και τις προοπτικές τους, να γλεντούν ακαριαία κι αλκοολικά τις ομοιότητες και τις διαφορές τους.
«Μακάρι να ’μουν σαν και σένα, Δανάη!»
«Δηλαδή, άκαρδη σκύλα, όπως με αποκαλούν οι πρώην μου;»
«Άκαρδη σκύλα, με μεγάλη ψυχή και πολλή κουράγιο.»
«Δεν είναι που έχω κουράγιο, είναι που είμαι κυνική. Δε μ’ αρέσει να κλαίω για χαμένους έρωτες. τουλάχιστον όχι για πολύ.»
«Κι εγώ που κλαίω τι κατάλαβα;»
«Έλα ντε. Τι; Ακόμη στο σκοτάδι βρίσκεσαι.»
«Πάντα εκεί. Πιστός φρουρός κι αναζητητής.»
«Αναζητητής; Μην το ψάχνεις το σκοτάδι, είναι μέσα σου.»
«Το ξέρω. Μοναχά αυτό μου ανήκει...»
Πάντα, ό,τι και να κάνουν, ό,τι και να πουν, στα ίδια και στα ίδια καταλήγουν: στα χαμηλωμένα βλέμματα, στις απειλητικές σιωπές, στις αναμνήσεις.
«Θυμάσαι, Δανάη; Θυμάσαι τι μας έλεγε εκείνη η μουρλή, η φιλόλογός μας;»
«Όχι. Τι;»
«Δεν υπάρχει λόγος να περπατάς μ’ ομπρέλα στη βροχή. Τι ζημιά να σου κάνει αυτή; Η δόλια η ζωή είναι που θα κάνει μούσκεμα τα όνειρά σου!»
«Ω, ναι, θυμάμαι. Κι εμείς την κοροϊδεύαμε. Πού να ξέραμε!»
Νιώθει παράξενα πολύ η Δανάη. Δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Πονάει και χαίρεται, κι ανυπομονεί, κι αγωνιά. Όλα μέσα της ένα κουβάρι. Πιότερο μοιάζει να λυπάται για τη φίλη της, παρά για τη δική της απώλεια. Ίσως ο τρόπος που αντιμετωπίζει την κατάστασή της η Βασιλική, να ελαττώνει στα μάτια της το μέγεθος του προσωπικού της μικρού δράματος. Και ίσως θα ήταν καλύτερα για την ίδια να μη βρισκόταν τώρα εκεί, μαζί της. αλλά δεν είχε που αλλού να πάει, κάποιον άλλο για να πει τον πόνο της. Είναι το ποτό ή η κουβέντα που την έκανε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να νιώσει καλύτερα; Δεν ξέρει. Δεν ενδιαφέρεται να μάθει. Το μόνο που τη νοιάζει είναι το τώρα. το γλυκά μεθυστικό τώρα. Αφήνει, επιτέλους, τα δάκρυα ρυάκια να τρέξουν απ’ τα μάτια της, να χαράξουν πικρά μονοπάτια στα μάγουλα και να βρέξουν ανακούφιση στο στήθος της. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτεται, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να χαμογελάσει. Όλα θα πάνε καλά, επειδή έτσι πρέπει. Επειδή η ίδια θα τα κάνει να πάνε. Για την ίδια. Για τη φίλη της δεν ξέρει. Γι’ αυτή δεν μπορεί να μιλήσει. Το μόνο που μπορεί είναι να την αγκαλιάσει σφικτά και να ρουφήξει, για μια ακόμη φορά, τις αφόρητες μυρουδιές απ’ το μεθυσμένο χνώτο της, που μάλλον τώρα δε θα διαφέρει και πολύ απ’ το δικό της.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 5

«Σαν κουνούπι, που σου πίνει σιγά-σιγά, γουλιά-γουλιά το αίμα είν’ ο χρόνος...»
«Σαν κουνούπι!»
Κάθονται η Βασιλική και η Δανάη, κάθονται και πάλι και συζητάνε, και της ζωής τα καμώματα τα φιλοσοφούνε. Ο ήλιος σήμερα λάμπει αφόρητα, λες και θέλει να τους φωνάξει το ζήτω της ύπαρξης, αλλά αυτές κλεισμένες στη βιτρίνα μιας κεντρικής και πολύ μοδάτης καφετέριας δε μοιάζουν ν’ ακούνε το κάλεσμά του. Παρατηρούνε μόνο πού και πού τους περαστικούς, προσπαθούνε ν’ ανακαλύψουν και σ’ αυτούς, τους εμφανώς ανυποψίαστους, τα σημάδια του πόνου, της δυστυχίας.
«Τελικά, κανείς δεν είναι καλά, Δανάη!»
«Μην προβάλλεις τη θλίψη σου στους άλλους, καλή μου. Όλα είναι σχετικά...»
«...και άσχετα.»
«Και άσχετα!»
Κοιτά προσεχτικά τη φίλη της. Όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο ραγισμένη της φαίνεται η Βασιλική. Λες κι έχει χάσει τη θέλησή της για ζωή. Κι όμως, ακόμη είναι νέα κι όμορφη πολύ. Τη νιώθει. Νιώθει το σαράκι που της τρώει σάρκα και ψυχή. Τη νιώθει, αλλά δεν την καταλαβαίνει. Καθόλου! Ή, μάλλον, σχεδόν καθόλου. Δεν καταλαβαίνει πια το κόλλημά της μ’ αυτόν τον άνθρωπο. τον Αντρέα. Εντάξει, είναι ελκυστικός, καταφερτζής, πολύ καλός με τα λόγια, αλλά... Αλλά, πρέπει να τον ξεχάσει.
«Μη φοβάσαι,» μου έλεγε, «τίποτα δε θα πάει καλά!» και γελούσε. «Ήταν προφήτης, μα δεν τον ήξερε,» τη βγάζει εκείνη απ’ τις σκέψεις της.
«Κι εσύ το ήξερες ότι κάποτε θα ερχόταν το τέλος, αλλά δεν ήθελες να το παραδεχτείς.»
«Δε μου αρέσει να μαντεύω δεινά. Προτιμώ να τα ζω από πρώτο χέρι.»
«Μα, τόσο σε μισείς πια;»
«Δεν είναι ότι με μισώ, Δανάη. Είναι ότι απλά... απλά, άλλοτε δούλευα σκληρά για να ζήσω, τώρα για να πεθάνω.»
«Για έναν άντρα;»
«Για μένα.»
«Για να σωθείς απ’ τον εαυτό σου.»
«Για να σώσω τους άλλους από μένα.»
«Είσαι υπέροχο πλάσμα, Βασιλική, γιατί δεν ανοίγεις επιτέλους τα μάτια για να το δεις, όπως το βλέπουν οι άλλοι, για να το παραδεχτείς;»
«Μα, θαρρώ, ετούτη είναι η πρώτη στ’ αλήθεια φορά που έχω τα μάτια ορθάνοιχτα, τα μέσα και τα έξω. Τώρα τα βλέπω όλα. Τώρα βλέπω την αλήθεια.»
«Και ποια αλήθεια είν’ αυτή, παρακαλώ;»
«Ότι το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω τώρα πια είναι να μην ελπίζω...»
«Α, εδώ θα τα χαλάσουμε. Αλλιώς μου τα ’λεγες παλιά.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν.»
«Δεν είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν, είναι οι καταστάσεις. Οι άνθρωποι απλά, λίγο ή πολύ, προσαρμόζονται.»
«Ε, λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να προσαρμοστώ.»
«Δεν προσπαθείς καν. Το πήρες απόφαση ότι θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου μες στη δυστυχία και άντε να σου βγάλει κανείς αυτή την ιδέα απ’ το μυαλό...»
«Δεν καταλαβαίνεις...»
«Καταλαβαίνω. Και πολύ καλά μάλιστα. Και μου φαίνεται ότι σου αρέσει πολύ ετούτο το βούρκο της αυτολύπησης, όπου έχεις βουλιάξει. Την έχεις δει, ξαφνικά, μοιραία γυναίκα. Για...»
«Το πώς την έχω δει, το τι κάνω και τι σκέφτομαι, δε σε αφορά. Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω στη ζωή μου...»
«Μα, ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Το πρόβλημα δεν είναι το τι κάνεις ή δεν κάνεις στην ζωή σου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κάνεις απολύτως τίποτα,» ύψωσε τη φωνή της λογικής, η απηυδισμένη Δανάη.
Η Βασιλική δεν απαντάει. Σκύβει μονάχα το κεφάλι και παίρνει να παρατηρεί τις γραμμές των χεριών της, τα οδοντοφαγωμένα της νύχια. Τα δάκρυα προσπαθούν να βρουν την έξοδο για τους καλά χαραγμένους δρόμους του προσώπου της, αλλά τα εμποδίζει πεισματικά. Δεν της αρέσει να κλαίει μπροστά σε ξένους ανθρώπους, κι ας γίνεται θέαμα συζητώντας μεγαλόφωνα τα προβλήματά της.
Νιώθει ένα χέρι ν’ αγγίζει το αριστερό δικό της, να το πιάνει, να το σφίγγει με ζεστασιά, με αγάπη. Σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει εκείνο, το επίσης λυπημένο μα καθόλου παραδομένο, της Δανάης.
«Κράτα. Κράτα γερά και θα το ξεπεράσεις κι αυτό,» της ψιθυρίζει η φίλη της.
Θα το ξεπεράσει; Πώς; Αφού από τη ζωή της έχουν εξαφανιστεί όλες οι χαρές, έχουν χαθεί όλα τα χρώματα. Πάντα είναι λυπημένη, πάντα αναστατωμένη, το μέσα της μια τρικυμία μεγάλη, η καρδιά της μια βαρυσυννεφιά, η ψυχή της το θανατερό τρίγωνο των Βερμούδων. Τώρα πια, καθημερινά, παίρνει χάπια για να κοιμηθεί, πίνει αλκοόλ για να ηρεμήσει. χάπια και αλκοόλ για να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
«Έχω γίνει άπιστος Θωμάς, Δανάη. Βλέπω τη ζωή, τη μυρίζω, την αγγίζω, μα την απαρνιέμαι.»
«Η σωτηρία ποτέ δεν είναι μακριά...»
«Μα, ούτε και κοντά είναι...»
«Δεν την ψάχνεις.»
«Για να μην απογοητευτώ σαν δεν την βρω!»
Σκοτάδι! Ένα τεράστιο πέπλο ψυχικού σκότους καλύπτει και τις δυο τους. Η μια προσπαθεί να το σηκώσει, κι η άλλη γαντζώνεται πεισματικά απ’ αυτό, φοβάται μην την πληγώσει το φως.
Ήταν από πάντοτε φίλες η Δανάη με τη Βασιλική, αλλά πρώτη φορά της οδηγήσε της κοινής τους ζωής ο δρόμος σ’ ένα τέτοιο, αδιέξοδο σταυροδρόμι. Θα κρατήσει η φιλία τους, θ’ αντέξει τους κραδασμούς, ή θα διαλυθεί κι αυτή σαν ένα σύννεφο στο ορμητικό πέρασμα του αγέρα των καιρών.
«Για ό,τι χρειαστείς είμ’ εδώ, Βασιλική!»
«Το ξέρω. Το μόνο που δεν μπορείς να μου τον φέρεις πίσω.»
«Κανείς δεν μπορεί. Μόνο ο ίδιος. Και είμαι σίγουρη ότι αυτή την ώρα υποφέρει πιότερο απ’ τον καθένα.»
«Ναι, ναι, υποφέρει. Σίγουρα. Αλλά, αυτό δεν κάνει τον πόνο μου ελαφρύτερο, την απουσία του λιγότερο οδυνηρή.»
«Δε χάθηκαν όλα ακόμη.»
«Έχεις δίκιο, δε χάθηκαν. Αλλά... Αλλά, απλά νιώθω... Προαισθάνομαι... Ω, δεν ξέρω τι νιώθω. Κατασκευάζω τα προαισθήματά μου και τα ντύνω στα μαύρα. Τρελάθηκα, κι έχω βαλθεί να τρελάνω κι όλους γύρω μου. Πάμε να φύγουμε.»
Σηκώνεται απότομα κι αποφασιστικά απ’ τη φτιαγμένη από μπαμπού καρέκλα της, πηγαίνει στο ταμείο, πληρώνει το λογαριασμό και βγαίνει φουριόζα στους δρόμους της πόλης, με τη φίλη της να την ακολουθεί κατά πόδας. να τρέχει ξοπίσω της, με σώμα και ψυχή, προσπαθώντας ν’ ανακόψει τη φρενήρη πορεία της προς -ποιος ξέρει;- ίσως μια κάποια άλλη πτώση.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 2

«Δεν πας καλά, Βασιλική...»
«Λες να μην το ξέρω!»
«Ε, τότε γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό;»
«Να κάνω τι; Όλη μέρα κι όλη νύχτα αυτό σκέφτομαι, αλλά απάντηση δε βρίσκω. Να κάνω τι;»
«Να πας να τον βρεις, τώρα που σε χρειάζεται.»
«Μα δε με θέλει εκεί, δε με θέλει κοντά του. Δεν καταλαβαίνεις, Δανάη. Δεν καταλαβαίνεις...»
«Ε, τότε βρες κάτι άλλο να κάνεις, κάτι για να κρατήσεις το μυαλό σου απασχολημένο. Για να μη σε τυραννάνε συνεχώς οι σκέψεις σου.»
«Δεν μπορώ. Απλά, δεν μπορώ!»
Μένουν για λίγο σιωπηλές οι δυο φιλενάδες. Κοιτά η μια την άλλη με τα βλέμματα της θλίψης, λίγο ενοχικά, λίγο ραγισμένα. Έχουν μεγαλώσει πια, ασυγχώρητα, κι οι δυο τους. Δεν τους μένει πλέον καιρός για νέες ευκαιρίες, νέα πειράματα. Πρέπει να συνεχίσουν να ζουν τη ζωή όπως τους έλαχε, με τα σωστά της και τα λάθη της. Επιλογή άλλη καμία.
Παρατηρεί έντονα τη Βασιλική η Δανάη, βλέπει καθαρά το μέσα της που παλεύει και παραδίδεται. Μοιάζει να έχει πια πάρει για τα καλά το δρόμο εκείνο τον γνωστό, τον πολυταξιδεμένο, το δίχως επιστροφή. Πίνει και καπνίζει και πίνει. Λίγο τρώει, πολύ μιλά, πολύ σιωπά. Όλο τα ίδια και τα ίδια λέει. Για τον άντρα της. Για τον άντρα που ποτέ δεν ήταν, που ποτέ δεν έγινε άντρας της. τουλάχιστον όχι επίσημα. Πρέπει να τη βοηθήσει, θέλει να τη βοηθήσει, αλλά πώς; Αφού από λόγια και παρηγοριές δεν παίρνει χαμπάρι αυτή!
«Πίνεις πολύ, ρε συ...» τολμά να της πει.
«Χα! Κι εσύ που δεν πίνεις, τι κατάλαβες;» απαντά ετοιμόλογα εκείνη.
Τι κατάλαβε; Στ’ αλήθεια τι; Κι εκείνη στον ίδιο βόθρο ζει, κι εκείνη στα ίδια σκατά παραδέρνει. Το μόνο που -αυτή, η τυχερή- δε νιώθει τόσο έντονα τον πόνο, το μόνο που δεν ξεχειλίζει από πίκρα, όπως η φιλενάδα της.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και πλησιάζει τη Βασιλική, καθώς εκείνη ρουφάει μ’ ένα ανεπίτρεπτο πάθος, αλλά δίχως καμιά εμφανή ευχαρίστηση, την τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι της. Η φύση έξω σκοτεινιάζει, οι σιωπές θα γίνουν τώρα αφόρητες, αν τους ανοίξουν την πόρτα. Πρέπει να συνεχίσουν να μιλάνε, για να ξορκίσουν όπως όπως τα φαντάσματά τους, για να μασκαρέψουν τη θλίψη τους. Κάθεται δίπλα της. Την κλείνει ασφυκτικά στην αγκαλιά της. Τα μαλλιά της μυρίζουν καπνό και απλυσιά, το κορμί της το νιώθει σκληρό, απολιθωμένο. Όμως, ξάφνου τη νιώθει να χαλαρώνει λίγο, κι ύστερα να συσπάται. Ακούει την αλκοολούχα ανάσα της ν’ αλλάζει ρυθμό. Αρχίζει να κλαίει. Σιωπηλά. Σχεδόν ατάραχα. Πάει να της πει κάτι η Δανάη, αλλά δεν την αφήνει -της κλείνει το στόμα με το χέρι γρήγορα, επιτακτικά, προτού προλάβει να μιλήσει και- συνεχίζει ν’ αδειάζει το μέσα της, για να ’χει χώρο μετά για να το γεμίσει ξανά, με νέες σκέψεις, με τις ίδιες λύπες και σιωπές. Όταν τα δάκρυα στερεύουν, όταν οι αναπνοές της αποκτούν και πάλι την κανονικότητά τους, τότε σηκώνει το ραγισμένο μαύρο των ματιών της, κοιτά με στοργή την καλή της φίλη και της λέει:
«Δεν κλαίω ζητώντας τα λόγια τα ψεύτικα, της παρηγοριάς, καμιά βοήθεια. Κλαίω εκλιπαρώντας σιωπή. οι φωνές μέσα μου να βγάλουν, επιτέλους, τον σκασμό!»
Σιωπή ζητά, σιωπή της δίνει κι η Δανάη – στο έξω όχι στο μέσα της. Εκείνο δεν εξαρτάται απ’ αυτήν. Τι άλλο μπορεί να κάνει; Κάτι!
«Μπορείς;» της προτείνει το ποτήρι της για να το γεμίσει. Το παίρνει. Πηγαίνει με βήματα αργά, σχεδόν βαριεστημένα, προς την κουζίνα και παίρνει ένα ακόμη. Τους βάζει πάγο και τα γεμίζει μέχρι πάνω. Ας πιούνε, λοιπόν. Ας πιούνε μέχρι τελικής πτώσεως αυτή τη νύχτα, κι ας τους φέξει ό,τι θέλει ο θεός σαν ξημερώσει. Σβήνει το φως.
Κάθονται δίπλα-δίπλα, κολλητά η μια στην άλλη, και δίχως φωνή μιλάνε στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι του χώρου που αβίαστα έφτασε, του χρόνου που έφυγε, σ’ εκείνο το σκοτάδι της ζωής το αξεδιάλυτο. εκείνο που δεν έψαξαν.
«Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει!» λέει, ύστερα από αρκετή ώρα, σε μια ανύποπτη στιγμή η Βασιλική, και ξεσπάνε κι οι δυο τους σε γέλια ακράτητα, ασυγκράτητα, απ’ τη μέθη καλά καμωμένα.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008

Η ξωτικιά

Την είδα να περπατά προς το μέρος μου
και πίσω της μια φωτιά να καιει.
Φαίνονταν το μέρος να ’ναι ερημικό
σαν την ψυχή της χρόνια τώρα.
Ντυμένη σε διάφανα λευκά
και το πρόσωπο να κοκκινίζει
απ’ τις φλόγες έμοιαζε να ’χει μόλις
επιστρέψει απ’ την αντίπερα
όχθη της ζωής.
Σκέφτηκα να την πλησιάσω μα
κοντοστάθηκα, κάτι αόρατο με
κράτησε μακριά της.
Προσπάθησα να τη δω στα μάτια
αλλά άδειο ήταν το βλέμμα της.
Ήταν εκεί αλλά και κάπου αλλού
σα μια οπτασία σε φλόγινο φόντο.
Παρέμεινα σα μαγεμένος να την κοιτάω
και κείνη σαν αεράκι από δίπλα μου
πέρασε και κίνησε για τον κόσμο των
ξωτικών, εκεί, που απ’ τα μικράτα της ανήκε!

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Η μοναχική

Κάθεται πάντα μόνη

Σε μια γωνιά του μπαρ

Και παρατηρεί τους ανθρώπους.

Προσπαθεί να διαβάσει τα πρόσωπά τους,

Να δει τι κρύβεται πίσω από τις ασυνείδητες κινήσεις τους.

Πολλοί είναι αυτοί που κοιτάνε κι εκείνη,

Αλλά κανείς δεν μπορεί να τη δει για πολύ στα μάτια καθώς...

Τρομάζει,

Τρομάζει από τη θλίψη και τη συγκρατημένη οργή

Που κρύβουν μέσα τους.

Είναι μια μοναχική κι αυτό της αρέσει,

Αφού η ίδια το επέλεξε.

Τώρα πια τίποτα δεν τη γεμίζει

Όσο τα γραπτά της.

Αυτά έχει, μ’ αυτά πορεύεται.

Με τη σκέψη τους ξυπνά και κοιμάται.

Κι όταν λίγο βαριέται βγαίνει έξω,

Πηγαίνει σ’ ένα μπαράκι, κάθεται σε μια γωνιά,

Και παρατηρεί τους ανθρώπους.

Ενίοτε σιγοψιθυρίζει κάποιους στίχους

Και φτιάχνει μικρές ιστορίες μέσα στο κεφάλι της

Για τους γύρω της.

Είναι μοναχική από επιλογή,

Κι αυτή είναι η λύτρωση κι η καταδίκη της.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Αδιέξοδα

Θα ’βγαινε μόνη ετούτη τη νύχτα, αυτή με τον εαυτό της. Βάφει λίγο τα χείλη, βάζει μολύβι πάνω στους κύκλους των χαραγμένων ματιών.
Ελπίζει να βρει κι απόψε κάποιον. Κάποιον για να περάσει καλά, ε, κι αν προκύψει κι ένα καλό κρεβάτι μετά, αυτό καθόλου δε θα τη χαλάσει. Δε το επιδιώκει ποτέ άλλωστε, απλά αφήνει τα πράγματα να συμβούν.
Όσο για αγάπες κι έρωτες δεν έχει χώρο στη ζωή της. Όχι πως δε νιώθει την ανάγκη να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει αληθινά, αλλά να, οι άντρες στο τέλος τέλος τη χαλούν. με τις ζήλιες τους, τις απαιτήσεις και τις ιδιοτροπίες τους, με τους εγωισμούς τους. Έτσι κι αυτή κάποτε είπε: Ως εδώ και μη παρέκει!

Πέρασαν δύο σχεδόν χρόνια που είναι μόνη, χωρίς δηλαδή μόνιμο σύντροφο στη ζωή της και η αλήθεια είναι ότι δεν νιώθει και τόσο άσχημα γι’ αυτό. Της αρέσει να φλερτάρει ασύστολα, να κάνει έρωτα δίχως σκέψεις για το αύριο. Μια ζωή την έχουμε.
Συνήθως βγαίνει με μεγάλες αντροπαρέες απ’ τη δουλειά και όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.
Όχι, δε θα λέγαμε ότι είναι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά είναι ευγενική και πρόσχαρη και γι’ αυτό ελκυστική. Την ίδια ώρα, όμως, τρομάζει τους άντρες, αφού δε μοιάζει καθόλου με μία συνηθισμένη γυναίκα. Δεν μπορούν να εισβάλουν στο μυαλό της και να δουν τι σκέφτεται. Πολλές φορές την παρατηρούν να χάνεται κάπου μέσα της και δεν ξέρουν πως να το ερμηνεύσουν αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πάει είναι κάπου αλλού. Ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι της και δεν πολυβλέπει, δεν ενδιαφέρεται να δει, τι συμβαίνει γύρω της. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ένας στους δυο άντρες που συναντά τη βλέπει σαν κάτι περισσότερο από μια πιθανή ερωμένη. Πορεύεται στη ζωή τυφλή.

Θα βγει μόνη, λοιπόν, απόψε. Θα πάει κάπου, θα πιει, θα τραγουδήσει και θα γελάσει, κι αν όλα πάνε πρίμα θα συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι της. Με ποιον δεν ξέρει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περάσει καλά, χωρίς πιέσεις και δίχως υποχρεώσεις. Κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Τι θα γίνει όμως με το μικρό δειλό ανθρωπάκο που την παρακολουθεί στενά και που δεν τόλμησε ποτέ να της εκμυστηρευτεί τον έρωτά του;