Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ένας φανταστικός διάλογος...

...που μοιάζει όμως πολύ με πραγματικό
«Θα ήθελα μια φορά να μου πεις τι σκέφτεσαι και να μου πεις την αλήθεια. Κουράστηκα να προσπαθώ να μαντέψω τις σκέψεις σου, τα σωστά σου και τα λάθη σου,» της είπε σχεδόν παρατημένα.
«Μα, δεν ξέρω τι να σου πω,» απάντησε εκείνη. «Όλα μέσα μου είναι ανακατεμένα, ένα κουβάρι. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι. Δεν έχω ιδέα τι πιστεύω ή κι αν στ’ αλήθεια πιστεύω σε κάτι. Απλά είμαι. Κι αυτό που είμαι καθόλου δεν μου αρέσει.»
«Μετάνιωσες, λοιπόν;»
«Όχι, δεν μετάνιωσα. Μου έλεγε για χρόνια ψέματα κι εγώ αυτό δεν το έβλεπα. Ο χωρισμός μας ήταν σωστός, αλλά οι συνέπειες...»
«Οδυνηρές.»
«Ναι. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Νιώθω χαμένη.»
«Είναι που τον είχες συνηθίσει. Περισσότερο από συνήθεια παρά από αγάπη έμενες μαζί του.»
«Δίκιο έχεις. Έτσι είναι. Αλλά και πάλι...»
«Δεν έχει και πάλι. Διέψευσε τις προσδοκίες σου, γκρέμισε την ασφάλεια που ένιωθες μέσα σου όταν ήσουνα μαζί του.»
«Μα, ποτέ δεν ζήτησα την ασφάλεια. Δεν του ζήτησα ποτέ τίποτα. Απλά όταν άρχισε να μου την προσφέρει, την αποδέχτηκα. Αλλά ύστερα αυτή μετατράπηκε σε ανάγκη και...»
«Αν σου έλεγε την αλήθεια από την αρχή θα έσμιγες ποτέ μαζί του;»
«Μάλλον όχι, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Λες ότι δε ζητούσες την ασφάλεια, κι όμως μόλις προέκυψε η ανασφάλεια τον παράτησες.»
«Για τα ψέματα που μου έλεγε τον παράτησα.»
«Ή, μήπως για τις αλήθειες που αρνιόσουνα πεισματικά να δεις;»
«Τώρα εσύ με ποιον είσαι; Μ’ εκείνον ή με μένα;»
«Και με τους δύο. Αλλά κι οι δύο φταίξατε.»
«Νόμιζα ότι εσύ θα μπορούσες να με καταλάβεις...»
«Μα, σε καταλαβαίνω. Γι’ αυτό σε ακούω, γι’ αυτό σου μιλώ. Απλά πρέπει να καταλάβεις κι εσύ τον εαυτό σου, ν’ αναλάβεις το μερίδιο ευθύνης που σου αναλογεί. Εύκολο πολύ κι ανέξοδο είναι να ρίχνεις σ’ εκείνον όλα τα κρίματα.»
«Γιατί δεν μου είπε την αλήθεια; Αυτό θέλω να μάθω.»
«Ποιος ξέρει; Ίσως φοβότανε ότι δεν θα την άντεχες. Και μάλλον δίκιο είχε.»
«Δίκιο...»
«Μην τον κατηγορείς για τα ψέματά του, για το καλό σας πίστευε ότι τα έλεγε. Το κρίμα του είναι ότι στην προσπάθειά του να μείνετε μαζί έγινε κάποιος άλλος, ενώ εσύ παρέμεινες η ίδια. Πάντα στο ίδιο τεντωμένο σκοινί βαδίζατε, αλλά παριστάνατε πως δεν το βλέπατε. Μέχρι που φτάσατε μέχρι εδώ...»
«Και γκρεμοτσακιστήκαμε.»
«Άνοιξη. Καιρός για μια νέα αρχή.»
«Μα, μου λείπει και...»
«Ζηλεύεις τη γυναίκα που ακόμη δεν είναι εκεί, μαζί του. Έτσι πάει το πράμα, κι ας ήσουνα εσύ που τον έδιωξες.»
«Δεν ξέρω τι κάνω.»
«Μην ψάχνεις την απάντηση, θα ’ρθει να σε βρει. Μην ψάχνεις το δρόμο, θα σου φανερωθεί. Απλά άσε το χθες στο χθες και ζήσε το σήμερα. Τα άλλα είναι περιττά».
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα)

Αποφάσισα ότι ο πιο πάνω θα είναι τελικά ο τίτλος του βιβλίου που γράφω τώρα, αφού μιλά καλύτερα για το περιεχόμενό του από το "Δυο φωνές και μια σιωπή." Πιο κάτω μπορείτε να διαβάσετε ένα από από τα νέα κεφάλαια.

«Τον συνάντησες, λοιπόν, ξανά!» Δεν ρωτάει, το λέει με θαυμασμό η Δανάη. «Και;»
«Και, τι; Όλα πήγαν μια χαρά. Εντάξει, δεν πηδηχτήκαμε κιόλας, αλλά όσο ντεμοντέ κι αν ακούγεται αυτό στις μέρες, κι αυτό το πρώτο φιλί αξίζει κάτι.»
«Σε ζηλεύω.»
«Έλα, τώρα. Θα βρεις σίγουρα κι εσύ κάποιον. Πάντα βρίσκεις.»
«Α, δεν είναι γι’ αυτό που σε ζηλεύω. Πώς θα βρω κάποιον θα τον βρω. το θέμα είναι να μη πάω απ’ το κακό στο χειρότερο. Εσένα σε ζηλεύω, επειδή πήγες στο καλύτερο.»
Δεν απάντησε η Βασιλική. Τι να της πει, άλλωστε; Είναι διάχυτη ακόμη η αμηχανία ανάμεσά τους. Δεν πάνε παρά λίγες μέρες από τότε που εκείνη άρχισε ν’ απαντά σιγά-σιγά στα τηλεφωνήματά της, πέρασε μόλις μια βδομάδα απ’ την πρώτη φορά που συναντήθηκαν ξανά. Τώρα την θέλει εκεί. να της μιλά, να την ακούει, να γίνει η καλύτερή της φίλη, όπως ήταν παλιά – κι η μοναδική. Την θέλει, όχι επειδή την θέλει, αλλά γιατί τη χρειάζεται. για να φέρει σε πέρας το σχέδιό της. Την κοιτά και χαμογελά με ζεστασιά. όχι προσποιητή, αλλά αληθινή. Όπως χαμογελά η μάνα στο άτακτο παιδί της, ο αξιωματικός στο άβουλο πιόνι του. Ω, ναι, πήρε τα πάνω της πια. Σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια, με στρατηγική αξεπέραστη, την πορεία που θ’ ακολουθήσει από δω και πέρα η ζωή της. Όλα θα γίνουν, όπως τα θέλει. ο Αντρέας πολύ θα πονέσει και πάλι, ο Αντώνης θα παραδοθεί. Κι όλ’ αυτά με τη βοήθεια της ανίδεης φίλης της.
«Μου έλειψες, ξέρεις,» της λέει. Της χαρίζει ψίχουλα αγάπης, ώστε όταν έρθει η προκαθορισμένη ώρα, να πάρει ό,τι χρειάζεται απ’ αυτήν.
«Κι εμένα μου έλειψες, βλαμμένο,» απάντησε χαμογελώντας μ’ ένα μικρό παράπονο εκείνη.
Δεν μίλησαν ακόμη για το καυγά τους, για εκείνη την κωμωδία που στάθηκε η αφορμή ν’ απομακρυνθούν τόσο η μια από την άλλη. Είπαν ν’ αφήσουν το χθες στο σεντούκι του και να δουν τι μπορούν στ’ αλήθεια να κάνουν για το σήμερα και το αύριό τους, αλλά...
«Συγνώμη, που ήμουν τόσο σκύλα,» απολογήθηκε ξάφνου η Δανάη.
«Μα, τι λες; Αφού εγώ έφταιγα για όλα,» απάντησε μελιστάλαχτα εκείνη. «Μου πήρε χρόνο να το καταλάβω, αλλά τελικά το κατάλαβα. Γι’ αυτό, άλλωστε, άρχισα να σε παίρνω από πίσω. Ήθελα για πρώτη φορά στη ζωή μου ν’ απολογηθώ για κάτι και να το εννοώ.»
Χάρηκε γι’ αυτό που άκουσε η γυναίκα. χάρηκε, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Αλλαγμένη πολύ, αλλά και ίδια όπως παλιά, της φαίνεται η φίλη της. Μοιάζει και λειτουργεί γαλήνια, αλλά τα μάτια της δεν ξαποστάζουν στιγμή. σαν να έχει δύο εαυτούς: ένα ήρεμο, κατασταλαγμένο, κι ένα δεύτερο, ανήσυχο και σε υπερδιέγερση. Αλλά, ας είναι. Φτάνει που τώρα είναι εκεί. Φτάνει που είναι μαζί. Επιτέλους, έχει κάποιον με τον οποίο μπορεί να μιλά ξανά. Δύσκολες πολύ, αφόρητες, ήταν οι μέρες που πέρασε μέσα στην πλήρη απομόνωσή της. Όχι πώς κλεινόταν πεισματικά στο μέσα της, όχι αυτή. αλλά να, όσο κι αν προσπαθούσε να πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα τόσο της ξέφευγε εκείνη. Της έβγαζε λες τη γλώσσα και κινούσε γι’ αλλού. Ενώ τώρα...
«Έλα απόψε. Να βγούμε μαζί. Να σε πάω να τον γνωρίσεις. Να μου πεις την άποψή σου. Ποιος ξέρει; Ίσως γνωρίσεις κι εσύ κάποιον εκεί...»
«Ω, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, καλή μου, αλλά θαρρώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν θέλω να είμαι μες στα πόδια σου.»
«Δεν θα είσαι. Εξάλλου, δεν μου το ζήτησες, εγώ σου είπα να ’ρθεις. Καιρός είναι ν’ αρχίσεις κι εσύ να βγαίνεις έξω, να βλέπεις κόσμο, να χαίρεσαι λίγο, να χαμογελάς.»
«Μα, βγαίνω έξω, αλλά...»
«Απόψε όλα θα είναι διαφορετικά. Έλα και θα το δεις. Στο υπόσχομαι.»
Την κοιτά απορημένη εκείνη. Δεν απαντά. Δεν ξέρει τι να απαντήσει. Εντάξει, ίσως κάπου ν’ άλλαξε η Βασιλική, αλλά αυτό πια είν’ απ’ τ’ ανήκουστα. Τόσο καιρό πού ήταν με τον Αντρέα, ποτέ δεν την κάλεσε να πάνε κάπου όλοι μαζί, τώρα τι...
«Μην το σκέφτεσαι, καλέ, απλά πες μου ότι θα έρθεις. Απλά πες μου, Ναι.»
«Ναι!» ψιθύρισε η καημένη η κοπέλα, που δίχως να το καταλάβει, με μια και μόνο λέξη, πήρε τη θέση που της ανήκε στη σκακιέρα του μέλλοντος της φίλης της.
«Τι να φορέσω; Δεν έχω ιδέα πώς ντύνονται εκεί.»
«Μην ανησυχείς καθόλου. Θα σου δανείσω κάποια δικά μου ρούχα. Θα τα φροντίσω όλα εγώ. Μια κούκλα θα σε κάνω. Όχι πώς δεν είσαι τώρα, αλλά απόψε θέλω να λάμπεις.»
Εγώ, να λάμπω; Απόρησε εκείνη από μέσα της. Αλλά, γιατί όχι; Γιατί να μην ζήσει κι αυτή για μια βραδιά, αυτό που αποκαλούνε Μεγάλη Ζωή; Αφού, έτσι κι αλλιώς, όλα ο αγαπητικός της φιλενάδας θα τα πληρώσει, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
«Σ’ ευχαριστώ,» είπε με μάτια που έσταζαν ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Αυτό, να πω το κρίμα μου, ποτέ δεν το περίμενα από σένα.»
«Μην είσαι κουτό. Ας θες πες ότι είναι μια αποζημίωση για όλα τα δεινά που τράβηξες για μένα. Δέξου ετούτη την πρόσκληση σαν δώρο, αλλά και σαν απολογία. Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω, Δανάη,» κατέληξε, κι ένας λυγμός φάνηκε για μια στιγμή να της κόβει την ανάσα, να χαράζει στα μάτια της πληγές και να δακρύζει.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα βιαστικά η φίλη της, τρέχει κοντά της, την αγκαλιάζει, της ψιθυρίζει ευχαριστίες και συμπόνια. Είμαι πολύ καλή θεατρίνα τελικά, σκέφτεται εκείνη. αποδίδει τα εύσημα στον εαυτό της. Απόψε θα δώσει την πιο μεγάλη της παράσταση, την πιο σημαντική, μπροστά σε δυο θεατές μονάχα. Απόψε θ’ αντικρίσουν μια Βασιλική βγαλμένη από άλλη ιστορία: γιομάτη ζεστασιά, αγάπη, κέφι και ζωή, μια γυναίκα-καλοσύνη.
Καταπίνει δίχως δυσκολία τα τελευταία της δάκρυα, τιθασεύει τους λυγμούς. Σηκώνει το βλέμμα και κοιτά με μια αγάπη δίχως όρια εκείνα της φίλης της.
«Ας αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε,» της λέει. «Η νύχτα απόψε μας ανήκει.» Της αρέσει να χρησιμοποιεί τον πληθυντικό. μεταμορφώνει τους άλλους μεμιάς σε συνένοχούς της.

Η εικόνα κλέμμενη από εδώ


Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Μια ιστορία ΙΙ

«Ποιος είσαι;»
«Μια ψυχή.»
«Ποιος είσαι;»
«Μια σκιά!»
«Ποιος είσαι;»
«Η σκιά του εαυτού μου!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας αλύτρωτος!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ανέστιος!»
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που θα βρεις μέσα σου!»
«Πώς λένε αυτόν που θα βρω μέσα μου;»
«Κάποιος με είπε Δέντρο!»
«Θέλω να σκαρφαλώσω στα κλαδιά σου!»
«Καλύτερα να βρεις πρώτα τις ρίζες!»
«Πού να ψάξω;»
«Στα έγκατα της ύπαρξής σου!»
«Της δικής μου;»
«Αφού είμαι μέσα σου!»
Της χαμογελά και την κοιτά βαθιά στα μάτια. Εκείνη δείχνει να πεισμώνει μ’ ένα τρόπο γλυκό κι αποφασίζει να συνεχίσει την επίθεσή της.
«Ποιος είσαι;»
«Αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ταξιδιώτης στο χρόνο!»
«Ποιος είσαι;»
«Μια ελπίδα απέθαντη!»
«Τι ζητάς;»
«Το αδύνατο!»
«Γιατί το ζητάς;»
«Αν ήξερα το γιατί δε θα το ζητούσα!»
«Από που έρχεσαι;»
«Από το χθες!»
«Και πού πας;»
«Στην άγνωστη ουσία!»
«Θα φτάσεις κάποτε μέχρι εκεί;»
«Αν φτάσω θα είναι το τέλος μου!»
«Γιατί;»
«Επειδή δε θα ’χω που να πάω. Εσύ που θες να πας;» τη ρωτά προτού προλάβει να συνεχίσει.
«Στην αγάπη!»
«Δύσκολο το ταξίδι σου και απαιτεί πολλά φονικά!»
«Φονικά;»
«Πρέπει να σκοτώσεις συνήθειες, απόψεις, δισταγμούς, αμφιβολίες. Πρέπει να φτάσεις ως το μη παρέκει. Τότε θα συναντήσεις την αγάπη ή το τέλος μιας οδυνηρής ψευδαίσθησης!»
«Ποιος θα με βοηθήσει να τα καταφέρω;»
«Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής σου!»
Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής της! Πάντα ήξερε ότι ήταν εκεί, τα ένιωθε, τ’ άκουγε να της ψιθυρίζουν σκέψεις ανείπωτες βαθιά μέσα στο είναι της, να ταράζουν τα όνειρά της. Τι της έλεγαν; Ν’ αλλάξει τρόπο ζωής και σκέψης. Τα άκουγε; Όχι. Ήταν αυτή που ήταν και δε θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη. Έτσι γεννήθηκε, έτσι μεγάλωσε, έτσι θα πέθαινε. Άλλωστε και κείνος, ο μόνος άνθρωπος που ποτέ στ’ αλήθεια την κατάλαβε, γι’ αυτό που ήταν την αγάπησε, για της ψυχής της τις αλήθειες. Κι ας επέμενε:
«Μην είσαι απόλυτη στις απόψεις σου, Ελένη. Ποτέ! Ό,τι σκέφτεσαι πως δε θα έκανες ποτέ ίσως κάποια μέρα να το κάνεις. Ό,τι επικρίνεις ίσως κάποτε να το μιμηθείς. Να θυμάσαι ότι η ζωή μας δεν εξαρτάται πάντα, ή μάλλον σχεδόν ποτέ, από εμάς. Είναι πολλοί οι εξωτερικοί παράγοντες που την επηρεάζουν. Μπορεί να κοιμηθούμε στον Παράδεισο και να ξυπνήσουμε στην Κόλαση. μην το ξεχνάς ποτέ αυτό...»
Πώς να το ξεχάσει; Αλλά και πάλι δεν πιστεύει ότι κάποια μέρα θ’ αλλάξει. Όχι αυτή. Η ζωή όμως, η ζωή...

Ακόμη ένα απόσπασμα από εκείνο το μυθιστόρημα που δε γράφτηκε ποτέ. Και το οποίο, μάλλον, ποτέ δε θα γραφεί. Το είχα αρχίσει πριν τρία χρόνια εδώ στην Τσιανγκ Μάι και θα ήταν υποτίθεται ένα «υβριδικό» βιβλίο, αφού θα συνδύαζε ρομαντισμό, σάτιρα και στοιχεία θρίλερ. Από τη στιγμή, όμως, που σταμάτησα να γράφω, αφού έπρεπε να επιστρέψω στην Κύπρο, δεν μπόρεσα να το ξαναπιάσω στα χέρια μου. Ίσως, όμως, κάποια αποσπάσματα όπως το πιο πάνω, μου φανούν χρήσιμα στο μέλλον...

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Desperado

«Ποιος είσαι;» με ρώτησε.
«Αυτός που λέει το τραγούδι...»
«Και τι κάνεις εδώ;»
«Δεν ξέρω. Ίσως ένα διάλειμμα στη μάχη μου με τους ανεμόμυλους, ίσως και να προσπαθώ ν’ αλλάξω ζωή.»
«Δε σ’ αρέσει η ζωή σου;»
«Κάποτε μ’ άρεσε. Τώρα πια δεν ξέρω...»
«Γιατί αυτό;»
«Νιώθω κουρασμένος.»
«Νιώθεις ότι όλα είναι μάταια;»
«Προβλεπόμενα και συνηθισμένα.»
«Τι σου λείπει;»
«Εσύ τι λες;» Έμεινε για λίγο σιωπηλή, διαβάζοντας τα μάτια μου. Χαμογελάσε και πάλι.
«Και μένα,» μου είπε.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

"Ποιος είσαι;"

«Ποιος είσαι;»
«Μια ψυχή.»
«Ποιος είσαι;»
«Μια σκιά!»
«Ποιος είσαι;»
«Η σκιά του εαυτού μου!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας αλύτρωτος!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ανέστιος!»
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που θα βρεις μέσα σου!»
«Πως λένε αυτόν που θα βρω μέσα μου;»
«Κάποιος με είπε δέντρο!»
«Θέλω να σκαρφαλώσω στα κλαδιά σου!»
«Καλύτερα να βρεις πρώτα τις ρίζες!»
«Που να ψάξω;»
«Στα έγκατα της ύπαρξής σου!»
«Της δικής μου;»
«Αφού είμαι μέσα σου!»
Της χαμογελά και την κοιτά βαθιά στα μάτια. Εκείνη δείχνει να πεισμώνει μ’ ένα τρόπο γλυκό κι αποφασίζει να συνεχίσει την επίθεσή της.
«Ποιος είσαι;»
«Αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ταξιδιώτης στο χρόνο!»
«Ποιος είσαι;»
«Μια ελπίδα απέθαντη!»
«Τι ζητάς;»
«Το αδύνατο!»
«Γιατί το ζητάς;»
«Αν ήξερα το γιατί δε θα το ζητούσα!»
«Από που έρχεσαι;»
«Από το χθες!»
«Και που πας;»
«Στην άγνωστη ουσία!»
«Θα φτάσεις κάποτε μέχρι εκεί;»
«Αν φτάσω θα είναι το τέλος μου!»
«Γιατί;»
«Επειδή δε θα ’χω που να πάω. Εσύ που θες να πας;»
«Στην αγάπη!»
«Δύσκολο το ταξίδι σου και απαιτεί πολλά φονικά!»
«Φονικά;»
«Πρέπει να σκοτώσεις συνήθειες, απόψεις, δισταγμούς, αμφιβολίες. Πρέπει να φτάσεις ως το μη παρέκει. Τότε θα συναντήσεις την αγάπη ή το τέλος μιας οδυνηρής ψευδαίσθησης!»
«Ποιος θα με βοηθήσει για να τα καταφέρω;»
«Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής σου!»