Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άντρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άντρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

"Ποιος είσαι;"

«Ποιος είσαι;»
«Μια ψυχή.»
«Ποιος είσαι;»
«Μια σκιά!»
«Ποιος είσαι;»
«Η σκιά του εαυτού μου!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας αλύτρωτος!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ανέστιος!»
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που θα βρεις μέσα σου!»
«Πως λένε αυτόν που θα βρω μέσα μου;»
«Κάποιος με είπε δέντρο!»
«Θέλω να σκαρφαλώσω στα κλαδιά σου!»
«Καλύτερα να βρεις πρώτα τις ρίζες!»
«Που να ψάξω;»
«Στα έγκατα της ύπαρξής σου!»
«Της δικής μου;»
«Αφού είμαι μέσα σου!»
Της χαμογελά και την κοιτά βαθιά στα μάτια. Εκείνη δείχνει να πεισμώνει μ’ ένα τρόπο γλυκό κι αποφασίζει να συνεχίσει την επίθεσή της.
«Ποιος είσαι;»
«Αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ!»
«Ποιος είσαι;»
«Ένας ταξιδιώτης στο χρόνο!»
«Ποιος είσαι;»
«Μια ελπίδα απέθαντη!»
«Τι ζητάς;»
«Το αδύνατο!»
«Γιατί το ζητάς;»
«Αν ήξερα το γιατί δε θα το ζητούσα!»
«Από που έρχεσαι;»
«Από το χθες!»
«Και που πας;»
«Στην άγνωστη ουσία!»
«Θα φτάσεις κάποτε μέχρι εκεί;»
«Αν φτάσω θα είναι το τέλος μου!»
«Γιατί;»
«Επειδή δε θα ’χω που να πάω. Εσύ που θες να πας;»
«Στην αγάπη!»
«Δύσκολο το ταξίδι σου και απαιτεί πολλά φονικά!»
«Φονικά;»
«Πρέπει να σκοτώσεις συνήθειες, απόψεις, δισταγμούς, αμφιβολίες. Πρέπει να φτάσεις ως το μη παρέκει. Τότε θα συναντήσεις την αγάπη ή το τέλος μιας οδυνηρής ψευδαίσθησης!»
«Ποιος θα με βοηθήσει για να τα καταφέρω;»
«Τα μικρά ανθρωπάκια του μυαλού και της ψυχής σου!»

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 9

Μακρύς και δύσκολος κι ανηφορικός πολύ ήταν ο δρόμος που περπάτησε βήμα το βήμα, λεπτό το λεπτό, μέχρι να φτάσει ως εδώ. ώσπου να φτάσει στο κατώφλι της χαράς και να το προσπεράσει, για να κινήσει ολοταχώς για το ξωπόρτι της απώλειας. Θα ζήσω για πάντα, φώναζε κάποτε ο τρελός, μα, απ’ ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν περίμενε ότι θα έβλεπε άλλους δίπλα του να πεθαίνουν.
Κάθεται δίπλα από ένα κρεβάτι, σε κάποιον θάλαμο αφόρητα παραμελημένου και φαινομενικά ξεχασμένου απ’ το χρόνο, νοσοκομείου. Βλέπει σωλήνες και σωληνάκια να εισβάλλουν στο στόμα και τα χέρια ενός κορμιού αγαπημένου, ένα καρδιογράφο να καταγράφει τις κινήσεις του μέσα του και ραγίζει. Θέλει ν’ αφήσει να ξεφύγει απ’ τα στήθια του μια σπαρακτική κραυγή, μια βλαστήμια, μια προσευχή-απειλή, για ν’ αδειάσει, να ξαλαφρώσει, αλλά κρατά γερά τα λουριά του εαυτού του, δεν τον αφήνει να ξεφύγει απ’ τον έλεγχο.
Σα να κρατά συντροφιά στο γέρο άρχοντα, το θάνατο, έτσι νιώθει. Η απόλυτη σιγή του χώρου τον τρομάζει, τον καθησυχάζει, τον αφυπνίζει και την αφηνιασμένη του ψυχή πολύ ταλαιπωρεί. Θέλει να πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα νικήσει η χαρά, η ζωή, αλλά δεν μπορεί. όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να δει τον κόσμο φωτεινό, το μέλλον μ’ αισιοδοξία.
Στον τοίχο βλέπει μια εικόνα του Χριστού, παλιά πολύ, από χαρτί λεπτό και ξεβαμμένο. Λες; Λες να προσευχηθεί σ’ Εκείνον για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια; Αλλά, όχι. Όχι! Αν όλα στον κόσμο Του ήταν σωστά και καθώς πρέπει καμωμένα, ποτέ δε θα συνέβαινε αυτό που του συμβαίνει, ποτέ δε θα έπεφτε στο βάραθρο, ποτέ του δε θα γνώριζε τέτοιο πόνο. Εκτός κι αν πληρώνει τις αμαρτίες του, όπως λένε κι οι παπάδες. Αλλά, αν είν’ έτσι, εκείνοι γιατί δεν πληρώνουν τις δικές τους;
Σηκώνεται απ’ την καρέκλα. Περπατά όσο πιο αθόρυβα μπορεί πάνω κάτω μέσα στο θάλαμο. Αφουγκράζεται τις ανάσες των άλλων ασθενών, που λες και μετά βίας αφήνουν τα στήθια τους. Πηγαίνει στο παράθυρο, αλλά τι θέα ν’ απολαύσει; Γκρίζες πολυκατοικίες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα -κολλημένα σχεδόν το ένα πάνω το άλλο- στα πεζοδρόμια, ένα ξερό χωράφι αφημένο στη μοίρα του, δυο-τρία δέντρα, που κατά τύχη μάλλον ξέφυγαν απ’ το τσεκούρι του πολιτισμού, και τα φώτα της νύχτας. Ψάχνει τον ουρανό, αλλά δεν τον βρίσκει. Αλλά και να τον έβρισκε, τ’ αστέρια θ’ απουσίαζαν. θα ’ταν αλλού, όπως και το φως που άλλοτε έλουζε τη ζωή του. Κάνει να κατευθυνθεί προς τα έξω, για να βρει κάποια γωνιά ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, αλλά αμέσως μετανιώνει. Δεν το κάνει η ψυχή του. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής του στο κρεβάτι του πόνου μοναχό του, μόνο και μόνο επειδή θέλει να ρίξει στο πηγάδι του μέσα του λίγες ακόμη ανάσες θάνατο.
Ξεφυσάει άηχα, ενοχικά, και επιστρέφει στη θέση του. Κάθεται και παίρνει να χαϊδεύει απαλά, νωχελικά, με στοργή ανείπωτη τα μαλλιά και το πρόσωπο, την αγγελική μορφή που έχει μπροστά του. Θα γίνεις καλά, ψιθυρίζει. Θα γίνεις καλά. Καλύτερα κι από πρώτα. Αλλά, δεν ακούγεται και τόσο σίγουρος, όχι και τόσο πειστικός. ούτε ακόμη και στον εαυτό μου. Α, ρε Αντρέα! Ποιος να στο ’λεγε!
Αποτραβάει το χέρι, το αφήνει να πέσει παρατημένο στο πλευρό της καρέκλας. Χαλαρώνει το κορμί. Κλείνει τα μάτια. Δε θα κοιμηθεί, το ξέρει. Αλλά να, και μια ψευδαίσθηση ύπνου του κάνει, είναι αρκετή. για να τον κάνει για λίγο να ξεφύγει απ’ τους δαίμονές του, για να ξεχαστεί.

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 4

Νιώθει σα μια ύπαρξη σε χωράφια ξένα. Με κλεμμένο νερό και φροντίδες δανεικές επιβιώνει. έτσι ζει. Ο Αντρέας όλο και πιο πολύ φεύγει, όλο και πιο πολύ απομακρύνεται από κείνη, όλο και την αφήνει. Γιατί; Σε τι του έφταιξε; Για τόσα χρόνια δεν ήταν όλα μεταξύ τους καλά καμωμένα;
Δεν ξέρει τι να σκεφτεί, σε ποιον να μιλήσει. Θυμάται τα παλιά. πιάνεται σα σε αγκίστρι σωτηρίας απ’ τις αναμνήσεις της. Πάει καιρός πολύς από τότε. Από τότε που τον πρωτοείδε, που την πρωτοαντίκρισε. Από τότε που την ακολουθούσε παντού και πάντα, νύχτα και μέρα, λες και μυριζόταν τον αγέρα, σαν σκυλί, σαν ένα καλό λαγωνικό.
Τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν η κορμοστασιά του, ήταν τα μάτια του τα παιχνιδιάρικα, ήταν τα λόγια του που την έκαναν να νιώθει τόσο όμορφη, τόσο ξεχωριστή. Ο χρόνος που γρήγορα πέρασε, τα γεγονότα που τραγικά μεσολάβησαν, αυτά τα χάλασαν όλα. Κάποτε κάνανε όνειρα μαζί, τώρα κάνουν συμβιβασμούς με τους άλλους, σκέφτεται και πικρά δακρύζει. Αλλά, δεν φταίει αυτός που άλλαξε η κατάσταση. η κατάσταση φταίει που άλλαξ’ αυτός!
Κάθεται στο σαλόνι μ’ όλα τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Λες και θέλει μ’ αυτά να ξορκίσει της ζωής της τους ζωντανούς εφιάλτες. Την αγκαλιάζει από παντού, την πνίγει μέσα της η σιωπή, της κλέβει λεπτό το λεπτό, όλο και περισσότερες ανάσες. Οι μαύροι κύκλοι του κλάματος και της αγρύπνιας βαθαίνουν όλο και πιο πολύ γύρω από τα μεγάλα της μάτια.
Η ζωή της όλη μοιάζει να έχει φτάσει πια σ’ ένα τελειωτικό αδιέξοδο, απ’ όπου δεν μπορεί να διακρίνει καμία έξοδο κινδύνου, ούτε μία αχτίδα φωτός. Ο ήλιος φέγγει αλλού και: «Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να ελπίζω!» σκέφτεται. Να ελπίζει. Όταν όλοι και όλα της φωνάζουν ότι η ελπίδα πέθανε, πώς το παιχνίδι χάθηκε.
Σηκώνεται με κόπο απ’ το χαλί – όπου εγκαταλείπει το κορμί της σωριασμένο όλη νύχτα, κάθε νύχτα. Όλες οι αρθρώσεις της μοιάζουν πιασμένες, σα να έχουν αποκοιμηθεί. Τεντώνεται λίγο και στριφογυρίζει τα χέρια της, προσπαθεί να αναγκάσει τα πόδια της που μυρμηγκιάζουν να κάνουν ένα βήμα, κι άλλο ένα. Σέρνει τη μαραμένη της ύπαρξη προς τον καθρέφτη. Με μια μεγάλη προσπάθεια χαμογελά στο είδωλό της, που μοιάζει σαν ένα ερείπιο, ένα απομεινάρι του παλιού της εαυτού, κι εκείνο άκαρδα, σαρκαστικά, πιότερο ραγίζει. Θυμάται κάτι που διάβασε παλιά σ’ ένα ποίημα και αρχίζει να γελά δυνατά, νευρικά, ανεπίκαιρα. «Κοιμήθηκα φεγγαράδα και ξύπνησα νεφικό!» έλεγε ο στίχος, κι η ειρωνεία του την κτύπησε κατακέφαλα, την έκανε ξαφνικά να φλερτάρει με την πραγματική παράκρουση. «Για δες,» σκέφτεται πικρά και πιότερο γελά. «Για δες» σκέφτεται γλυκά κι όλο και πιο σπαρακτικά κλαίει.
«Αν ήταν εκείνος εδώ, όλα θα ήταν αλλιώς,» είναι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά, δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πια, λέει. Πέρασαν μαζί τόσα και τόσα. γιατί τώρα, στην πιο δύσκολή της ώρα, αποφάσισε να την εγκαταλείψει;
«Θα φύγω για λίγο,» της είπε. «Για λίγο μονάχα,» έλεγε αυτός, «Για πάντα,» φώναζαν τα μάτια του. Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει γιατί το έκανε; Ίσως να μην ήταν τόσο δυνατός όσο φάνταζε στα μάτια της. Ίσως να ήταν κι αυτός ένα δειλό ανθρωπάκι όπως όλα τ’ άλλα. Τον αγαπούσε όμως. τυφλά, με αφοσίωση. Τον μισούσε, με την ψυχή της όλη. Τον ήθελε κοντά της. Κι ας ήταν δειλός. Τον χρειαζόταν, κι ας ήταν κάποιος άλλος. Τον αγαπούσε. Τον μισούσε. Τον...
Νιώθει τις λειψές της δυνάμεις να την εγκαταλείπουν και πάλι. Αφήνει το σαρκίο της να καταρρεύσει και να πέσει μ’ ένα γδούπο στο πάτωμα. Ίσως μπορέσει να κοιμηθεί τώρα και να ονειρευτεί. Να ονειρευτεί την ελπίδα.
Έξω ξημερώνει, μέσα πέφτει το σκοτάδι.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

Ένα σημάδι στο δρόμο

Την έβλεπαν όλοι έτσι όπως ήταν, λυπημένη, σκυθρωπή, καταρρακωμένη, και τη συμπονούσαν με όλο της ψυχής τους το περίσσευμα. Την προηγούμενη μόλις ημέρα είχε χάσει τον άντρα της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, και τώρα στην κηδεία, στο στερνό του τον αποχαιρετισμό, έμοιαζε να τα ’χει τελείως χαμένα. Όχι, δεν έκλαιγε με λυγμούς, όπως συνήθως κάνουν οι χήρες, αλλά ούτε και κτυπιόταν φωνάζοντας το νεκρό να επιστρέψει πάλι πίσω κοντά της. Απλά, είχε υιοθετήσει μια στάση ψυχρής, θα έλεγε κανείς, αξιοπρέπειας. Κάθε τόσο κάποιο μικρό δάκρυ επιχειρούσε να βρει διέξοδο στους χλωμούς διαδρόμους του προσώπου της, αλλά στο τέλος πάντα κατάφερνε να το εμποδίσει, να το καταπιέσει. Ούτε καν ένα ξεφύσημα αναστεναγμού δεν άφησε να ξεφύγει απ’ τα πονεμένα της στήθια. Δημόσια, τουλάχιστον, θα αντιμετώπιζε τον πόνο της, το προσωπικό της δράμα, με περήφανη αξιοπρέπεια.
Η πιο καλή της φίλη, η κολλητή της από τότε που ήταν μικρές, κάποια με την οποία πέρασαν τα μύρια όσα μαζί, η Δήμητρα, την κοιτούσε και σιωπηλά μαράζωνε. Αχ, καλή μου, μονολογούσε από μέσα της, σε χτύπησε σκληρά πολύ, η μοίρα. Ναι, την ήξερε πολύ καλά τη Βάσω, διάβαζε την ψυχή της σαν ένα φανερό χαρτί στην τράπουλα της ζωής, μάντευε την κάθε της σκέψη, κι ας εκείνη υποστήριζε το αντίθετο: Δεν είμαι αυτή που νομίζεις, φιλενάδα, της έλεγε κάθε φορά που συναντιόνταν, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά να την ακούσει. Και τώρα σκεφτόταν: Το καλό είναι ότι με το φευγιό του Αντρέα, ο θεός ας αναπάψει την ψυχή του, θα έρθουμε και πάλι κοντά, όπως παλιά, όπως τότε που δεν υπήρχαν άντρες μέσα στη μέση για να μας χωρίζουν.
Δεν ήξερε, δε ρώταγε; Η Βάσω είχε άλλα, δικά της σχέδια, για το μέλλον, και όσο κι αν της κόστισε ο χαμός του άντρα της, εκείνη ήταν αποφασισμένη να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή, να φύγει για άλλους τόπους, να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, να μάθει νέα, πιο συναρπαστικά κόλπα. Αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το σκοτισμένο της μυαλό στη διάρκεια της κηδείας, και το πρόσωπό της, αν και την περισσότερη ώρα σκυθρωπό, για κάποιες φευγαλέες στιγμές έμοιαζε παράξενα να λάμπει.
Σαν τέλειωσε το τελετουργικό, όταν απέθεσαν το νεκρό κορμί στη γη και το κάλυψαν με τη μυρωδιά του φρεσκοσκαμμένου χώματος, φίλοι και γνωστοί, συγγενείς και άγνωστοι, την ακολούθησαν στο σπίτι για τον καφέ, τα ούζα και τα μεζεδάκια της παρηγοριάς. Τι να έκανε κι αυτή η καημένη; Θα υπέμενε κι ετούτο το μαρτύριο. Ως συνήθως όλοι, με τη σειρά, πήραν να την παρηγορούν. Της έλεγαν να έχει πίστη και κουράγιο, να βάλει τα δυνατά της και όλα θα πάνε καλά. Εκείνη τους άκουγε υπομονετικά, με σκυμμένο το κεφάλι, με χαμηλωμένο το βλέμμα, και τους ευχαριστούσε ψιθυριστά, σχεδόν άηχα, ραγισμένα.
Ύστερα από δυο-τρεις ώρες το σαλόνι του σπιτιού της πήρε να αδειάζει. Τελευταίοι έμειναν κάποιοι αργόσχολοι, από κείνους που περιμένουν να γίνει κάνας γάμος, καμιά κηδεία ή βάφτιση για να κλέψουν λίγες ανάσες ζωής, και η Δήμητρα, που δεν το έκανε το μεγαλείο της ψυχής της να φύγει και να εγκαταλείψει τη φιλενάδα της, στην πιο δύσκολή της ώρα. Αφού είδε κι απόειδε και λυτρωμό απ’ αυτούς δε βρήκε, η νια χήρα επικαλέστηκε ένα φοβερό πονοκέφαλο, μήπως μπορέσει και τους ξεφορτωθεί. Επιτέλους, έφεξε, έπιασαν το εμφανές υπονοούμενο και με αεροφιλήματα και λίγες τελευταίες κουβέντες παρηγοριάς, σηκώθηκαν και φύγαν. Μόνο η Δήμητρα παρέμεινε, η οποία πίστευε ακράδαντα ότι δεν είχε ακόμη φέρει σε πέρας το ιερό της καθήκον.
Όχου, μάνα μου, που μπλέξαμε! Ετούτη δω δε θα μου αδειάσει με τίποτα τη γωνιά, σκέφτονταν με σιωπηλή οργή, η Βάσω.
Πριν περάσει πολλή ώρα η φιλενάδα άρχισε να την πυροβολεί με ερωτήσεις σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του μακαρίτη, ο οποίος χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο σε κάποια διασταύρωση, για να εγκαταλειφθεί αιμόφυρτος στο δρόμο και να ξεψυχήσει καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο.
Τον είδες, καλή μου, τον άντρα σου προτού ξεψυχήσει; Τον είδες; Πώς όταν;
Ήταν... Ήταν... Ήταν σαν ένα σημάδι στο δρόμο, απάντησε εκείνη, και μη μπορώντας άλλο πια να καταπιέζει μέσα της όλα εκείνα τα συναισθήματα, που για ώρες ατέλειωτες αμείλικτα την τυραννούσαν, έτρεξε στο υπνοδωμάτιό της, κλειδαμπάρωσε την πόρτα, ρίχτηκε μπρούμυτα, ακριβώς έτσι όπως ήταν ντυμένη, στο κρεβάτι κι άρχισε να γελά με την ψυχή της. Γελούσε τόσο πολύ, τόσο τρανταχτά, τόσο από καρδιάς, που ώρες-ώρες ένιωθε να της κόβεται η ανάσα.Η Δήμητρα, που με κάποια μικρή καθυστέρηση την ακολούθησε και βρήκε την πόρτα κλειστή, έστησε για λίγο αυτί απ’ έξω και την άκουσε, έλεγε μετά στους κοινούς τους γνωστούς, να κλαίει με λυγμούς, σπαρακτικά πολύ, τόσο πολύ που έμοιαζε να πνιγόταν!

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Εμμονές

Του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ τις σκέψεις, αλλά ούτε και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την καταβάλει, να την αποκτήσει, να την κερδίσει. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι το αφεντικό, πόσα ο ίδιος αξίζει.

Το πάθος του και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον τρελαίνουν – όχι μόνον αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, ώρες ώρες, τον βλέπουν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν από την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις.

«Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε!» τους κατηγορεί αυτός, κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένοι καθώς, δεν υπάρχει τίποτα για να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο φίλος τους άρχισε να χάνει τα λογικά του.

Πολλές φορές, αργά το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μονάχος και σιγοκλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, ένα πάθος κι ένας πόθος του καίνε τα σωθικά. «Τη θέλω!» λέει μέσα του και ραγίζει. «Τη θέλω,» ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει αδιάφορα τη γραμμένη στα κιτάπια του χρόνου πορεία του.


Η συνέχεια στα Διηγήματα