Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανατροπές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανατροπές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Η θυσία

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα. Δίχως αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουνα σκέφτεται, καθώς βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα γαλήνιο την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω από τα πόδια του, καθώς θαυμάζει το ξεβαμμένο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια είναι η ζωή του, ή μάλλον ήταν, αφού ετούτο δα θα είναι το στερνό του.
Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν τα μάτια στον κόσμο τον απτό, του θυμίζουν χαμόγελα παλιά και εμπειρίες μοναδικές. Όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά απλά όμορφη. Πολλά έζησε, πολλά έκανε, σε πολλά μέρη πήγε. Κάποτε γνώρισε κι εκείνο το μεγάλο έρωτα, τον ονειρικό, που όμως δεν κράτησε για πολύ. Ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε στο διάβα του, παίρνοντας εκείνη στον άλλον κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα.
Ωστόσο, επιβίωσε. Και συνέχισε να ζει όπως-όπως, λίγο λειψά, λίγο θλιμμένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σαν δώρο θεού έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Όνομα μαγικό, σαν και την ίδια. Αυτή τον έφερε πίσω στο φως με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή.
Από την ημέρα που γεννήθηκε της δόθηκε, της αφοσιώθηκε με την ψυχή του όλη. Λες και στο λευκό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα δάκρυά της αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε.
Και τα χρόνια πέρασαν. Κι η μικρή άρχισε να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, να ψευτοχορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο. Μα για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα ήταν η αγαπημένη του. Και ούτε για μια στιγμή δεν ξέχασε την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, κάποια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη, μέσα στο παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να πει το όνομά του: Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι στη δίνη της αρρώστιας.
Τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δεν θα την αφήσει να της περάσει αυτή τη φορά, θα επιβάλει το δικό του νόμο, το δίκαιο. Εσύ έζησες πολλά, Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του κι ας μην το πολυπιστεύει αυτό. Εσύ έζησες πολλά, τώρα είναι η σειρά της.
Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του, την κοιτάει για ώρα πολλή, επίμονα, με βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στον άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, συνένοχος στη θλίψη του. Θα μπορούσε, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι -ένα όμορφο ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί του- και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου.
Χαϊδεύει το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, το φιλά στο μέτωπο από χαρτί απαλά, αναπνέει πάνω σ’ αυτό την τρυφερότητά του, το αποχαιρετά: αντίο, Μαγιούλα μου, και σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, βάζει εκείνο το πλάνο από μια αλλοτινή, χαρούμενη ζωή, και σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά με θαυμασμό.
Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και παίρνει να κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το βουνό. Σε μια στροφή χάνει, ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, τον έλεγχό της, χτυπάει με βία σ’ ένα κιγκλίδωμα κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να διακρίνεται ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του και αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά - εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει!
Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του απ’ την ασφάλεια ζωής θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στον εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που της χρειάζεται. Αρκετά για να αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, έκανε το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό; Η θυσία του δεν θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Η Απαραίτητη

Και πάλι περσινά ξινά "εγκληματικά" σταφύλια.
Καλή σας όρεξη
Του έγινε απαραίτητη! Απολύτως απαραίτητη. Χωρίς να το περιμένει. Κι έτσι όλα τα λόγια τα μεγάλα, που στη ζωή του είχε ξανά και ξανά πει, από τη μια στιγμή στην άλλη μεταμορφώθηκαν σε μεγάλες διαψεύσεις. Πόσο έξω έπεσε! Απίστευτο του φαίνεται. Κι όμως, είτε του άρεσε είτε όχι, ο Μεγάλος Μοναχικός -όπως ήθελε με ένα κάποιο στόμφο να αποκαλεί τον εαυτό του- ήτανε κι αυτός γραφτό μια μοίρα να την πατήσει. Πόσο διαφορετικός ήταν από τους άλλους ανθρώπους άλλωστε; Μάλλον λίγο, πολύ λίγο, αφού κι εκείνος πάντοτε ένιωθε την ανάγκη για λίγη συντροφιά, κι ας μην τόλμησε ποτέ του να το παραδεχτεί αυτό. Είμαι αυτόφωτος, έλεγε, δε χρειάζομαι τίποτα και κανένα. Κούνια που τον κούναγε. Τα βιβλία μου, μονάχ’ αυτά μου φτάνουν, δήλωνε κατηγορηματικά. Έλα, όμως, που δεν του έφταναν. Έλα που δεν του έφταναν και αναγκάστηκε κι αυτός, ο εγκρατής, να υποκύψει στον πειρασμό. Έλα που ετούτος, ο ανεπιθύμητος κατά τα άλλα, πειρασμός, έγινε της ζωής του ο έρωτας ο πιο μεγάλος, στερώντας του την ίδια ώρα πράγματα πολλά, που άλλοτε τον γέμιζαν!
Αχχχ, αυτή η ζωή! Αχ, αυτή η ζωή που περνάει και χάνεται αναξιοποίητη. Περνάει. Χάνεται. Αναξιοποίητη. Η ζωή. Η ζωή η δικιά του. Πρέπει να το πάρει επιτέλους απόφαση. Να τη διώξει. Να την ξεφορτωθεί. Για να ξαναβρεί τον εαυτό του. Για να αρχίσει να κολυμπάει και πάλι στη μέσα του θάλασσα. Η αλήθεια είναι πώς πέρασαν πολλά οι δυο τους, στην πλειοψηφία τους όμορφα και καλά, αλλά να, η συνύπαρξή τους ήταν κάπως μονότονη και που και που γινόταν κυκλοθυμική. Την αγαπούσε με πάθος. Τη μισούσε με ενοχές. Την αγαπούσε γι’ αυτά που του έδινε, μα τη μισούσε για τ’ άλλα, τα πολλά, που δεν του χάριζε. Του ήταν απαραίτητη, σαν την αναπνοή του την ίδια, αλλά την ένιωθε και σαν ένα στίγμα στο κορμί και στην ψυχή του. Τον αρρώσταινε βαριά και τον ανάσταινε εκκωφαντικά. Έχω ξεχάσει ποιος είμαι, της ψιθύριζε κάθε τόσο με παράπονο πικρό, ενώ εκείνη παρέμενε πεισματικά σιωπηλή, αδυνατώντας στ’ αλήθεια να τον καταλάβει – να καταλάβει αυτόν και την ιερή του τρέλα.
Τώρα, μοιάζει να τα έχει τελείως χαμένα. Όλο και παίρνει μια απόφαση και όλο και την ανακαλεί. Το μόνο που κάνει πια είναι να περπατάει πάνω κάτω, νύχτα μέρα, μέσα στο διαμέρισμα, να στριφογυρνάει δίχως να κοιμάται στα σεντόνια και να πίνει συνεχώς δίχως ν’ απολαμβάνει τα ποτά του. Νιώθει παγιδευμένος, φυλακισμένος σ’ ένα κλουβί που έκτισε ο ίδιος. Για δες ρε, πώς την πάτησες! παρατηρεί σαρκαστικά τον εαυτό του. Ναι, το ξέρει καλά, το ξέρει πώς αν τη χάσει μετά θ’ αρχίσει να νιώθει ασυγχώρητα μόνος. Αλλά, τι να κάνει; Οι φίλοι τον συμβουλεύουν ν’ αλλάξει μυαλά, ν’ ανοίξει τα μάτια και να δει τον κόσμο όπως είναι, του λένε ότι αποκλείεται να βρει ποτέ ξανά και πουθενά αλλού κάποια σαν κι εκείνη. Ε, αν δε βρω, χέστηκα, τους απαντά πεισματικά και μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο αυτός.
Η αλήθεια ωστόσο παραμένει ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο μοιάζει να καταρρέει. Δεν μπορεί να τη διώξει, δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν, κι ας μην τη θέλει. Πώς να διαγράψει κανείς τόσους μήνες κοινής ζωής; Πώς; Θυμάται τα παλιά. Όχι τα πολύ παλιά, το πρόσφατο παρελθόν, προτού τη γνωρίσει. Τότε η ζήση του ήταν απλή πολύ, με τα πάνω και τα κάτω της, αλλά με ουσία. Τώρα έχει καταντήσει μια συνεχής επανάληψη, ένας αργός θάνατος. Κάθε μέρα τα ίδια πράγματα κάνει, κάθε μέρα τα ίδια άθλια συναισθήματα τον πλημμυρίζουν. Του λείπει η τρέλα κι η μοναχικότητά του. Του λείπει ο εαυτός του.
Είναι τέσσερις η ώρα το πρωί και στέκεται σκεφτικός στο μπαλκόνι, αγκαλιά με το στροφιλιζόμενο κρύο του Φλεβάρη. Το σώμα του, το άθλιο κέλυφος, το νιώθει να παγώνει, αλλά ο μέσα του κόσμος, εκείνος δα που μετράει, φλέγεται. Ήρθε η ώρα, δηλώνει αινιγματικά στο μανιασμένο αέρα, η ώρα του αποχαιρετισμού, πληροφορεί χαμηλόφωνα το γκρίζο τ’ ουρανού. Επιτέλους, πήρε την απόφασή του! Επιτέλους, θ’ αποκτήσει και πάλι την ελευθερία του, θ’ αποκτήσει και πάλι το δικαίωμά του στη ζωή. Χαμογελά. Χαμογελά πλατιά και αμείλικτα. Αρχίζει να χιονίζει. Οι νιφάδες του χιονιού έρχονται, σαν καλοί οιωνοί, να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το αίσθημα ευδαιμονίας που τον κατακλύζει. Μπαίνει με αργόσυρτο επιτηδευμένο βήμα στο σαλόνι. Μοιάζει να χορεύει ακίνητος, τόσο αργά κινείται. Τη βλέπει, εκεί στη γωνία, να τον κοιτά μ’ ένα άδειο βλέμμα. Σ’ αγαπώ, αλλά πρέπει να φύγεις, τής λέει τελεσίδικα, μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα. Την πλησιάζει. Την παίρνει στην αγκαλιά του με αγάπη και την οδηγεί απαλά, σα μωρό παιδί, έξω στο μπαλκόνι. Τα στοιχεία της φύσης τους χαϊδεύουν και τους μαστιγώνουν, αλλά κανείς απ’ τους δυο τους δε φαίνεται να τα νιώθει. Σηκώνει το κεφάλι και το βλέμμα ψηλά, ανοίγει το στόμα και αφήνει να ταξιδέψει στη γλώσσα του μια νιφάδα χιονιού, προτού αφήσει να του ξεφύγει απ’ τα στήθια μια σιγαλή και παγωμένη ανάσα ανακούφισης. Λυτρώθηκες, συγχαίρει με θαυμασμό τον εαυτό του, καθώς την αφήνει να γλιστρήσει απ’ τα χέρια του, να πέσει σα βόμβα στο πεζοδρόμιο πέντε ορόφους πιο κάτω, και να γίνει χίλια κομμάτια. Η αγαπημένη του. Η απαραίτητη. Η τηλεόρασή του!
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 4

Νιώθει σα μια ύπαρξη σε χωράφια ξένα. Με κλεμμένο νερό και φροντίδες δανεικές επιβιώνει. έτσι ζει. Ο Αντρέας όλο και πιο πολύ φεύγει, όλο και πιο πολύ απομακρύνεται από κείνη, όλο και την αφήνει. Γιατί; Σε τι του έφταιξε; Για τόσα χρόνια δεν ήταν όλα μεταξύ τους καλά καμωμένα;
Δεν ξέρει τι να σκεφτεί, σε ποιον να μιλήσει. Θυμάται τα παλιά. πιάνεται σα σε αγκίστρι σωτηρίας απ’ τις αναμνήσεις της. Πάει καιρός πολύς από τότε. Από τότε που τον πρωτοείδε, που την πρωτοαντίκρισε. Από τότε που την ακολουθούσε παντού και πάντα, νύχτα και μέρα, λες και μυριζόταν τον αγέρα, σαν σκυλί, σαν ένα καλό λαγωνικό.
Τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν η κορμοστασιά του, ήταν τα μάτια του τα παιχνιδιάρικα, ήταν τα λόγια του που την έκαναν να νιώθει τόσο όμορφη, τόσο ξεχωριστή. Ο χρόνος που γρήγορα πέρασε, τα γεγονότα που τραγικά μεσολάβησαν, αυτά τα χάλασαν όλα. Κάποτε κάνανε όνειρα μαζί, τώρα κάνουν συμβιβασμούς με τους άλλους, σκέφτεται και πικρά δακρύζει. Αλλά, δεν φταίει αυτός που άλλαξε η κατάσταση. η κατάσταση φταίει που άλλαξ’ αυτός!
Κάθεται στο σαλόνι μ’ όλα τα φώτα του σπιτιού αναμμένα. Λες και θέλει μ’ αυτά να ξορκίσει της ζωής της τους ζωντανούς εφιάλτες. Την αγκαλιάζει από παντού, την πνίγει μέσα της η σιωπή, της κλέβει λεπτό το λεπτό, όλο και περισσότερες ανάσες. Οι μαύροι κύκλοι του κλάματος και της αγρύπνιας βαθαίνουν όλο και πιο πολύ γύρω από τα μεγάλα της μάτια.
Η ζωή της όλη μοιάζει να έχει φτάσει πια σ’ ένα τελειωτικό αδιέξοδο, απ’ όπου δεν μπορεί να διακρίνει καμία έξοδο κινδύνου, ούτε μία αχτίδα φωτός. Ο ήλιος φέγγει αλλού και: «Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να ελπίζω!» σκέφτεται. Να ελπίζει. Όταν όλοι και όλα της φωνάζουν ότι η ελπίδα πέθανε, πώς το παιχνίδι χάθηκε.
Σηκώνεται με κόπο απ’ το χαλί – όπου εγκαταλείπει το κορμί της σωριασμένο όλη νύχτα, κάθε νύχτα. Όλες οι αρθρώσεις της μοιάζουν πιασμένες, σα να έχουν αποκοιμηθεί. Τεντώνεται λίγο και στριφογυρίζει τα χέρια της, προσπαθεί να αναγκάσει τα πόδια της που μυρμηγκιάζουν να κάνουν ένα βήμα, κι άλλο ένα. Σέρνει τη μαραμένη της ύπαρξη προς τον καθρέφτη. Με μια μεγάλη προσπάθεια χαμογελά στο είδωλό της, που μοιάζει σαν ένα ερείπιο, ένα απομεινάρι του παλιού της εαυτού, κι εκείνο άκαρδα, σαρκαστικά, πιότερο ραγίζει. Θυμάται κάτι που διάβασε παλιά σ’ ένα ποίημα και αρχίζει να γελά δυνατά, νευρικά, ανεπίκαιρα. «Κοιμήθηκα φεγγαράδα και ξύπνησα νεφικό!» έλεγε ο στίχος, κι η ειρωνεία του την κτύπησε κατακέφαλα, την έκανε ξαφνικά να φλερτάρει με την πραγματική παράκρουση. «Για δες,» σκέφτεται πικρά και πιότερο γελά. «Για δες» σκέφτεται γλυκά κι όλο και πιο σπαρακτικά κλαίει.
«Αν ήταν εκείνος εδώ, όλα θα ήταν αλλιώς,» είναι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά, δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πια, λέει. Πέρασαν μαζί τόσα και τόσα. γιατί τώρα, στην πιο δύσκολή της ώρα, αποφάσισε να την εγκαταλείψει;
«Θα φύγω για λίγο,» της είπε. «Για λίγο μονάχα,» έλεγε αυτός, «Για πάντα,» φώναζαν τα μάτια του. Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει γιατί το έκανε; Ίσως να μην ήταν τόσο δυνατός όσο φάνταζε στα μάτια της. Ίσως να ήταν κι αυτός ένα δειλό ανθρωπάκι όπως όλα τ’ άλλα. Τον αγαπούσε όμως. τυφλά, με αφοσίωση. Τον μισούσε, με την ψυχή της όλη. Τον ήθελε κοντά της. Κι ας ήταν δειλός. Τον χρειαζόταν, κι ας ήταν κάποιος άλλος. Τον αγαπούσε. Τον μισούσε. Τον...
Νιώθει τις λειψές της δυνάμεις να την εγκαταλείπουν και πάλι. Αφήνει το σαρκίο της να καταρρεύσει και να πέσει μ’ ένα γδούπο στο πάτωμα. Ίσως μπορέσει να κοιμηθεί τώρα και να ονειρευτεί. Να ονειρευτεί την ελπίδα.
Έξω ξημερώνει, μέσα πέφτει το σκοτάδι.