Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Ο σωσίας - Κεφάλαιο 1


Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα εδώ και μέρες ο Χοντρός. Μα γιατί δεν του δίνουν την υπόθεση; Γιατί; Εντάξει, δεν έχουν και πολύ άδικο που δεν το κάνουν, αφού λόγω της φύσης της δεν εντάσσεται ακριβώς στην κατηγορία των εγκλημάτων που διερευνά η ομάδα του, ή μάλλον η τώρα υπό την Ντίνα Αυγουστή ομάδα που φιλοξενεί στο τμήμα του, μα από την άλλη όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν αποτύχει, δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο, γιατί να μη δώσουν στους δικούς του μια ευκαιρία;
Βηματίζει ανυπόμονα πάνω κάτω στο γραφείο του. Έχει πολλά να κάνει, ένα βουνό χαρτολόι τον περιμένει, αλλά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σ' αυτό ετούτη την ώρα. Είναι από τη φύση του άνθρωπος ανυπόμονος και περίεργος, και του λείπει η δράση. Και είναι και καχύποπτος.
Η μεγάλη του απορία είναι γιατί δεν επικοινώνησε μαζί του ούτε μια φορά ο αρχηγός, όπως αποκαλεί τον υπαρχηγό της Αστυνομίας, και πρώην προϊστάμενό του στο τμήμα. Ο τελευταίος τον εμπιστευόταν τυφλά και συνήθως όταν τα έβρισκαν σκούρα οι άλλοι, αυτόν καλούσε.
Το ψηλό και χοντρό του κορμί μοιάζει λίγο πιο μικρό, μαραζωμένο, καθώς ο ιδιοκτήτης του ρωτά σιωπηλά αυτά τα γιατί και οι ρυτίδες στο πρόσωπο μοιάζουν να βαθαίνουν λίγο πιο πολύ. Στα πενήντα οκτώ του χρόνια πια, είναι κάποιος που έχει ζήσει πολλά και έχει μάθει και χάσει πολλά. Κι έχει χαρεί επίσης. Όλες του οι εμπειρίες είναι χαραγμένες λες στο πρόσωπό του. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια είναι ανήσυχα. Το βλέμμα του πότε σκοτεινιάζει, πότε θολώνει. Τα φουντωτά γκρίζα του μαλλιά και το μουστάκι, λες κι αντανακλούν τη μέσα του φουρτούνα.
"Δεν μπορείς να ησυχάσεις, ε;" Μια φωνή τον βγάζει απ' το τριπάκι του. Στρέφει το βλέμμα προς την πηγή της για ν' αντικρίσει το γαλήνιο αντίστοιχο της κοπέλας που είναι το δεξί του χέρι τα τελευταία χρόνια.  Στα τριάντα της η Ντίνα Αυγουστή, κατέχει ήδη τη θέση της αναπληρωτού λοχία και μάλλον δεν θα αργήσει να πάρει και νέα προαγωγή, αφού αποτελεί το λαμπερό νέο πρόσωπο της Κυπριακής Αστυνομίας, και όχι άδικα.
"Τι έχουμε, Ντίνα;"
Δεν του απαντά αμέσως. Το μελένιο της βλέμμα διαβάζει το δικό του. Ξέρει τι θέλει να ακούσει το αφεντικό της, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να του το πει. Καθώς τον πλησιάζει, εκείνος την παρατηρεί. Είναι λίγο πιο κοντή από κείνον, αλλά σχεδόν το ίδιο επιβλητική. Τα μαλλιά της κομμένα στο ύψος του ώμου, είναι κορακίσια μαύρα. Και το κορμί καλογυμνασμένο, κι ας μη φαίνεται κάτω απ' τη στολή.
Πηγαίνει και κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του αφεντικού της, κι αυτός θέλοντας και μη ακολουθεί το παράδειγμά της.
Πάντα μπορούσαν και επικοινωνούσαν με τις σιωπές αυτοί οι δυο, ακόμη κι όταν είχαν να ανακρίνουν κάποιον ή ήταν αναγκασμένοι να παρακαθίσουν σε συζητήσεις πάσης φύσεως με τους από πάνω. Εκείνος ήταν πονηρός και συνήθως έπαιρνε αυτό που ζητούσε. Εκείνη ήταν φωτιά και πάντα έβρισκε τον τρόπο να παρακάμψει τα εμπόδια που άλλοι έβαζαν στο δρόμο του.
Μοιάζει ήρεμος τώρα. Λες και η παρουσία και μόνο της σιωπηλής κοπέλας είναι αρκετή για να τον βγάλει απ' τη φουσκοθαλασσιά των σκέψεων του.
"Τι έχουμε, Ντίνα;" τη ρωτά ξανά, με μια τρυφερότητα στο βλέμμα.
"Όχι κάτι το ιδιαίτερο", του απαντά, "και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είμαι εδώ".
"Μίλα".
"Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με την υπόθεση του Μαγιέρη".
Ο Χοντρός, κατά κόσμο Πέτρος Ιωάννου, σηκώνεται από την καρέκλα, πηγαίνει και κλείνει την πόρτα του γραφείου του, κι επιστρέφει στη θέση του. Δεν θέλει άλλον κανέναν να ακούσει τι έχει να του πει η κοπέλα. Όχι πώς δεν εμπιστεύεται τη γραμματέα του, το Χριστινιώ όπως την αποκαλεί, αλλά είναι από τη φύση του προσεκτικός. Η Ντίνα, ο Τεκ και η Αγγέλα, είναι η αγία τριάδα του στην αστυνομία. Μονάχα αυτούς τους τρεις εμπιστεύεται απόλυτα στο σώμα. Εκτός σώματος για αστυνομικά θέματα συζητά μόνο με την κόρη του τη Μαργαρίτα, που εδώ και ενάμιση χρόνο παριστάνει, με επιτυχία μάλιστα την ιδιωτική ντετέκτιβ.
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα", ομολογεί στην Ντίνα. "Λες και κάποιοι προσπαθούν να μας κρατήσουν με το ζόρι εκτός παιχνιδιού".
Ο Νικόλας Μαγιέρης είναι ο υπουργός δικαιοσύνης. Ανέλαβε το υπουργείο πριν από ένα περίπου χρόνο, υποσχόμενος πράματα και θαύματα. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν τα πάει και πολύ άσχημα μέχρι τώρα. Προχώρησε ήδη σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, σε αναδιαρθρώσεις σχημάτων και γενικές μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα έλεγε κανείς ότι έχει αφήσει το σημάδι του κιόλας. Αλλά θα το άφηνε, ο Χοντρός δεν είχε καμιά αμφιβολία γι' αυτό, αφού ο τελευταίος τον διάβασε σαν ανοικτό βιβλίο την πρώτη φορά που τον συνάντησε - πιο φιλόδοξο πολιτικό δεν είδε ποτέ στη ζωή του.
"Η περιέργεια με τρώει. Γιατί δεν μας κάλεσαν να βοηθήσουμε; Όταν χρειάζονταν τη βοήθειά μας για αναβάθμιση των ηλεκτρονικών συστημάτων, μας κτύπησαν την πόρτα. Όταν τα βρήκαν σκούρα με την κατά συρροή δολοφόνο, μας έδωσαν το ελεύθερο να δράσουμε όπως θέλουμε. Το ίδιο και με την υπόθεση των εξαφανίσεων στην Κακοπετριά και τη δολοφονία του Χριστάκη. Ενώ τώρα…"
"Μας θέλουν μακριά κι αγαπημένους", συμπληρώνει την ανείπωτη σκέψη της κοπέλας.
Ο Χριστάκης ήταν ο καλύτερος φίλος και κουμπάρος του Χοντρού, και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον αφήσουν να διερευνήσει τη δολοφονία του δεκαοκτώ μήνες πριν.
"Απλά θέλω να ξέρω ποιος βρίσκεται πίσω απ' αυτό το μπλόκο. Ο μόνος που μπορώ να σκεφτώ είναι ο ίδιος ο υπουργός, αλλά γιατί να το κάνει αυτό;"
"Με τους πολιτικούς δεν βγάζει κανείς άκρη, Ντίνα. Τέλος πάντων, έχουμε καμιά εξέλιξη στις άλλες υποθέσεις μας αυτές τις μέρες;"
"Όλα είναι υπό έλεγχο. Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες διαρρήξεις στο κέντρο της Λευκωσίας, έχουμε μαζέψει αρκετά στοιχεία και πολύ πιθανόν να έχουμε και μία σύλληψη μέχρι το βράδυ. Οι διαρρήκτες ήταν δύο, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θα αργήσουμε να βρούμε και τον δεύτερο αφού, ως γνωστό, οι ντόπιοι μικροεγκληματίες άμα φτάσουν και συλληφθούν, δεν διστάζουν και πολύ προτού μας σερβίρουν στο πιάτο τα ονόματα των συνεργών τους. Η Αγγέλα, κυνηγά στα μουλωχτά φυσικά, το θέμα της κατ' επανάληψη εξαφάνισης κοριτσιών που βρίσκονται υπό την επιτήρηση των κοινωνικών υπηρεσιών, κι ο Τεκ εξακολουθεί να παρακολουθεί διακριτικά τον Πιγκουίνο και τους εκλεκτούς του φίλους, ενώ βοηθάει, ως συνήθως, και με όλα τα υπόλοιπα".
"Ωραία. Αν δεν έχεις κάτι άλλο να αναφέρεις, στείλε μου τον μέσα. Τον θέλω να με βοηθήσει με κάτι". Της κλείνει το μάτι κι η κοπέλα καταλαβαίνει τι θέλει να της πει. Χαμογελά. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Η ιστορία μιας άλλης ιστορίας…

"Σ' αγαπώ απελπισμένα", κάποτε σου είχα πει, κι αυτές οι λέξεις με στοιχειώνουν ακόμη.

Ωστόσο δεν τις είπα σε κάποια γυναίκα, αλλά μέσα από τις σελίδες μια ιστορίας - μιας από εκείνες τις ιστορίες που δεν σε εγκαταλείπουν ποτέ.

Αν δεν με απατά η μνήμη μου την ιστορία αυτή την είχα πρωτογράψει γύρω στο 2000. Τότε ήταν ένα απλό διήγημα. Ένα χρόνο αργότερα, και μετά τη γνωριμία μου με μια νεαρή ηθοποιό, που θα γινόταν διάσημη κάποια μέρα, τη μετέτρεψα σε μονόλογο, και τελικά το 2008, κατά τη διάρκεια της παραμονής μου για λίγους μήνες στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης, σε νουβέλα.

Παρένθεση: η νουβέλα είναι το λογοτεχνικό είδος που μου ταιριάζει περισσότερο απ' το καθένα. Ουσιαστικά το πρώτο μου βιβλίο ήταν νουβέλα -το Λάθος Πάθος- όπως και ένα από τα πλέον αγαπημένα απ' αυτά που έχω γράψει - Η στιγμή. Κλείνει η παρένθεση.

Εκείνο που παρατηρώ καθώς ρίχνω, αραιά και που, ματιές στις πρώτες γραφές, είναι το πόσο διαφοροποιούνται τα κείμενα κι οι χαρακτήρες στο πέρασμα του χρόνου. Κάποιες νέες γνωριμίες φέρνουν νέα ζωή σ' αυτά. Και κάποιοι χαρακτήρες αλλάζουν, γίνονται πιο ώριμοι, πιο τρελοί, πιο επαναστάτες ή συντηρητικοί.

Κάτι που μου άρεσε να κάνω από πάντα, υποθέτω, ήταν το να ταξιδεύω τους ήρωές μου από τη μια στην άλλη ιστορία. Έτσι ο ήρωας αυτού του βιβλίου ταξιδεύει από τη Λευκωσία στα Χανιά, όπου γνωρίζει τους πρωταγωνιστές της Μίρας και αυτούς από τις Γυναίκες της Συγνώμης. Κάποιος άλλος, που είναι βασικός πρωταγωνιστής στο τελευταίο, γίνεται δευτερεύον ήρωας στο Αγγελική, το ημερολόγιο μιας πόρνης. Και όλοι αυτοί, σε κάποιο κείμενο που δεν έχει εκδοθεί ακόμη, θα συναντηθούν στην Αθήνα.

Τροχός είναι όντως η ζωή κι όλο γυρίζει. Κι αλλάζει. Και μας αλλάζει. Μα αφήνει πάντα πίσω του ένα καράβι από αναμνήσεις, γλυκές και πικρές, κι αφήνει πληγές και γιατρειές επίσης.

Οι βασικοί ήρωες του Σ' αγαπώ απελπισμένα είναι δύο άνθρωποι νέοι, πολύ διαφορετικοί ο ένας απ' τον άλλο, μα βαθιά ερωτευμένοι. Οι διαφορές τους είναι μεγάλες, μα τους ενώνουν. Στο τέλος όμως αποδεικνύονται τόσο βαθιές που τους οδηγούν σε διαφορετικά μονοπάτια. Ωστόσο, ως συνήθως, η μοίρα έχει τον τελευταίο λόγο, κι αυτής τα σχέδια δεν είναι και τόσο εύκολο να τα μαντέψει κανείς.

Θα βρουν την ευτυχία; Θα ανακαλύψουν τις αλήθειες τους; Θα…;

Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν και μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ. Στις σελίδες του θα βρείτε όλες τις απαντήσεις. Η περίληψή του είναι εδώ.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 9



"Πώς τον ανακάλυψες;" ρωτά ο Ιωάννου, τον Τεκ, που στέκεται τώρα μπροστά του μαζί με τις δύο κοπέλες.
"Εύκολο ήταν. Αν θυμάσαι, πέρυσι, όταν ρίξαμε τον Γρηγόρη Γεωργίου στη φυλακή, μας είπες να έχουμε να μάτια ανοικτά ώστε να μάθουμε ποιος θα γινόταν ο νέος άμεσος συνεργάτης του Πιγκουίνου. Του πήρε πολλή καιρό μέχρι να αποφασίσει, αλλά τελικά, μόλις πρόσφατα, επέλεξε τον Κώστα Ιωσήφ. Αυτός μού φάνηκε από την πρώτη στιγμή που είδα τη φωτογραφία του, ότι σ' αντίθεση με τον Γρηγόρη, ασχολείτο πολύ με την τεχνολογία. Βρήκα λοιπόν τον αριθμό του τηλεφώνου του κι από τότε παρακολουθώ, νόμιμα παρακαλώ, τις κινήσεις του μέσω μιας εφαρμογής στο επίσημο κινητό μου. Φυσικά έχει ένα ακόμη κινητό, το οποίο μάλλον του έδωσε το αφεντικό του, του οποίου επίσης γνωρίζω τον αριθμό, αφού συνηθίζει να εμφανίζεται πάντα εκεί όπου είναι και το άλλο…"
"Και πώς ανακάλυψες ότι του τηλεφώνησαν απ' την Παγίδα; Δώσε μου τη σύντομη εκδοχή αυτή τη φορά".
"Έλεγξα τις κλήσεις που έγιναν απ' την περιοχή αμέσως μετά το περιστατικό και…"
"Καλά. Κατάλαβα. Δύο κλήσεις. Μια για το γεγονός και μια για επιπλέον ενημέρωση".
"Πώς θα το παίξεις;" ρωτά τώρα το αφεντικό της, η Ντίνα.
"Με τον Πιγκουίνο; Αργά και προσεκτικά, όπως πάντα. Με τους άλλους; Θ' αρχίσω τις ανακρίσεις αργά το απόγευμα, αφού τους δώσω την ευκαιρία να ξεκουραστούν. Όταν έχουν καθαρό μυαλό ίσως να έχουν περισσότερα να μας πουν. Τεκ, με τα εντάλματα τι γίνεται;"
"Βγήκαν. Περιμένω τώρα να μού στείλουν τα στοιχεία από τις τράπεζες, ώστε να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει με τα οικονομικά του… θύματος".
"Δεν υπάρχει λόγος να με χειρίζεσαι με το γάντι…"
"Και ο δικηγόρος του θα είναι πολύ σύντομα εδώ, αφού τον κάλεσα μόλις μού έστειλε μήνυμα η Ντίνα ότι είστε καθοδόν".
"Ωραία. Αγγέλα, με το βίντεο πώς τα πάμε; Υποθέτω έχεις πολλή υλικό".
"Ναι. Θα πάρει ώρα να το μελετήσω με την ησυχία μου. Τεκ, στέλνεις στο e-mail μου μια φωτογραφία του Ιωσήφ, ώστε να ξέρω ποιον ψάχνω;"
"Στην έστειλα πριν από μισή ώρα. Μαζί με τους αριθμούς όλων των τηλεφώνων που ήταν ενεργά στην περιοχή εκείνη τη στιγμή. Προς το παρόν δεν είδα κάτι που να μου τραβήξει την προσοχή, πέρα απ' αυτό που ήδη ανέφερα".
"Καλώς. Κάντε αυτά που ξέρετε. Όταν έρθει ο δικηγόρος στείλτε τον αμέσως εδώ. Πηγαίνετε".
Άρχισαν να αποχωρούν, αλλά την τελευταία στιγμή ο Ιωάννου είπε στην Ντίνα να παραμείνει εκεί.
"Ήθελες κάτι να μου πεις; Ή κάνω λάθος;"
"Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε θα το πρόσεχες, μα χαίρομαι που έπεσα έξω. Αυτό πάει να πει…"
"Ναι. Ναι. Παρακάτω…"
"Η κοπέλα που ανακάλυψε το πτώμα, μού φάνηκε ότι έκρυβε κάτι. Εντάξει, δεν προσπαθήσαμε να την ανακρίνουμε, και ίσως να μην είχε κιόλας ξεπεράσει το σοκ, αλλά το ένστικτό μου μού λέει ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί της".
"Ίσως να ήταν η τελευταία, σε εισαγωγικά, κατάκτηση του Χριστάκη. Ίσως και όχι. Θα ρωτήσω και θα μάθω. Κάτι άλλο;"
" Υπάρχει επίσης κάτι που δε βλέπουμε, κατά την άποψή μου. Δεν είμαι σίγουρη ότι ο Νίκος επικοινωνούσε με τον οχτρό απλά και μόνο επειδή θα μπορούσε να του δώσει δουλειά. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Δε θα με εξέπληττε καθόλου αν μαθαίναμε ότι…"
"Ο Πιγκουίνος θέλει να προσθέσει το μαγαζί στη μικρή του αυτοκρατορία".
"Ναι".
"Το σκέφτηκα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κινείται και πολλή ρευστό στην αγορά αυτή την περίοδο, οπότε πού θα έβρισκε το χρήμα για να επεκταθεί;"
"Το έθεσες λάθος. Δεν κινείται πολλή χρήμα στα φανερά αυτή την περίοδο, έπρεπε να πεις. Κι ακόμη δεν ξέρουμε όλους με τους οποίους έχει πάρε-δώσε εκείνος. Εξάλλου ένα μαγαζί δεν πρέπει να είναι κατ' ανάγκη κερδοφόρο για να κάνει τη δουλειά του".
"Δίκιο έχεις. Πες του Τεκ να ψάξει το θέμα όταν βρει το χρόνο. Κάτι μου λέει ότι δεν κρύβεται τούτος πίσω από το φονικό, αλλά φυσικά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Εσύ, για να προχωρούμε, ψάξε τα οικογενειακά του Χριστάκη. Γονείς και αδέλφια δεν έχει, αλλά έχει τρεις πρώην γυναίκες και δύο παιδιά. Καλύτερα να τις επισκεφθούμε μαζί, αφού με ξέρουν, αλλά είναι προτιμότερο να το κάνουμε αυτό μετά από το μεσημέρι μια κι έχω πολλά να κάνω τώρα. Βρες τηλέφωνα, διευθύνσεις κτλ. Υποθέτω τις έχουν ενημερώσει ήδη, έτσι;"
"Ναι, απ' το τμήμα του Στροβόλου. Η πρώτη ήθελε να επισκεφθεί τη σκηνή, αλλά της το απαγόρευσαν με τρόπο".
"Καλά έκαναν. Λοιπόν, εκτός απ' αυτά, έχεις ιδέα τι άλλο με περιμένει;"
"Θα πω στην κυρία Αγγελίδου να έρθει μέσα".
Αποχώρησε κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Μια στιγμή μετά, η Αγγελίδου, την άνοιξε και μπήκε μέσα. Η Χριστίνα Αγγελίδου ήταν η πρώτη κι η τελευταία πρόσληψη που έκανε ο Ιωάννου, αφότου κατέλαβε τη θέση του διευθυντή του τμήματος κι έγινε υπαστυνόμος. Νεαρή στην ηλικία κι αυτή, μόλις είκοσι τεσσάρων χρόνων, με μακριά σγουρά μαλλιά κι ανήσυχα καφέ μάτια, μετρίου αναστήματος ίσως όχι και τόσο όμορφη, αλλά κατά κάποιο τρόπο ελκυστική, προσελήφθη με σύμβαση λίγους μήνες πριν, αναπληρώνοντας τη γραμματέα του Σωτηρίου, που τον ακολούθησε στο Αρχηγείο. Ως συνήθως το ένστικτό του δεν έπεσε έξω γι' αυτήν. Ήταν ακούραστη, μάντευε τις ανάγκες του προτού καν τις εκφράσει, και δεν την ενοχλούσε καθόλου αν δούλευε περισσότερες ώρες απ' τον καθένα εκεί μέσα. Το μόνο που δεν είχε φίλους. Μπορούσε να το δει αυτό. Δυσκολευόταν να ανοιχτεί στους άλλους, κι έχοντας σαν αφεντικό αυτόν που τους έβγαζε όλους το λάδι, ίσως να μην είχε κιόλας το χρόνο για να το κάνει.
"Τι έχω σήμερα, Χριστινιώ;" Πάντα έτσι την αποκαλούσε, κλέβοντάς της ένα μικρό χαμόγελο κάθε πρωί.
"Τηλεφώνησε ο κύριος Σωτηρίου και είπε να τον πάρετε όταν βρείτε το χρόνο. Πρέπει να υπογράψετε τα χαρτιά για κάποια πράγματα που ζήτησε να παραγγείλουμε για το τμήμα ο Ιακώβου και τα οποία εγκρίνατε. Έχετε συνάντηση με το γενικό διευθυντή του υπουργείου στις έντεκα. Και το αυτοκίνητό σας πρέπει να πάει για σέρβις κι επιθεώρηση εντός της ημέρας. Σας το υπενθύμισα…"
"Δυο-τρεις φορές. Το ξέρω. Το ξέχασα. Γηρατειά βλέπεις. Κάτι άλλο;"
"Προς το παρόν όχι".
"Καλώς. Θα σε φωνάξω, αν σε χρειαστώ".
Τι κάνω εδώ; αναρωτιέται, προτού καν κλείσει η πόρτα. Θα έπρεπε να είμαι εκεί έξω, να ψάχνω το δολοφόνο του φίλου μου, αλλά…
Κατάρα κι ευλογία αποδείχτηκε γι' αυτόν η προαγωγή. Κατάρα, επειδή δεν μπορεί πια να βγαίνει στους δρόμους, όπως τ' αρέσει, ευλογία γιατί με τη βοήθεια των παιδιών έχει βάλει πια το τμήμα σε τάξη κι όλα κυλούν ομαλά. Τα εντάλματα βγαίνουν γοργά, οι έρευνες διεκπεραιώνονται πιο γρήγορα παρά ποτέ, τα παράπονα των πολιτών μειώθηκαν στο ελάχιστο, και χάρη στον Τεκ, τουλάχιστον μια ομάδα, αυτή των τριών, της οποίας την ηγεσία έχει αναλάβει η Ντίνα, κινείται για τα καλά στον 21ο αιώνα. Ακόμη κι αυτός, που μέχρι δυο χρόνια πριν δεν είχε καν κινητό τηλέφωνο, μεταπήδησε, καλλιά αργά παρά ποτέ, απ' την εποχή του τηλεφωνικού θαλάμου στην ψηφιακή εποχή.
Κοιτά το κινητό τηλέφωνό του και, για δες καιρούς που φτάσαμε, σκέφτεται. Το προηγούμενό του κινητό, κληρονομιά απ' τη γυναίκα του, ήταν παλιό σαν ιστορία. Όταν χάλασε θέλησε να το επιδιορθώσει και ο μάστορας, τεχνικούς τους λένε τώρα, του είπε χαμογελώντας, ότι θα μπορούσε να το χαρίσει σε κάποιο μουσείο ή να το πουλήσει στο ebay σαν αντίκα, αλλά να το φτιάξει όχι. Τελικά ο Τεκ του εξασφάλισε από δεύτερο χέρι αυτό το μαραφέτι και με τη βοήθεια όλων άρχισε σιγά-σιγά να το μαθαίνει και πολύ του αρέσει τώρα. Έξυπνο κινητό, σου λέει!
Ξαφνικά, θυμάται το αμάξι του κι αποφασίζει να φροντίσει αμέσως το θέμα, αφού δεν του αρέσει να κάνει παρανομίες ποτέ. Θα προτιμούσε ν' αφήσει τον αγαπημένο του σκαραβαίο ακινητοποιημένο παρά να τον οδηγήσει έστω και μια φορά χωρίς να απαραίτητα πιστοποιητικά. Παίρνει, λοιπόν, τηλέφωνο την Μαργαρίτα.
"Γέρο".
"Κόρη. Έχεις δουλειά;"
"Τώρα όχι. Το μεσημέρι όμως…"
"Ωραία. Δεν έχω χρόνο για κουβέντα τώρα. Μπορείς να πας το αυτοκίνητό μου για σέρβις στον Αντρέα και να του πεις ότι πρέπει να περάσει από επιθεώρηση σήμερα; Το ξέχασα…"
"Θα του τηλεφωνήσω αμέσως ώστε να μπορέσει να σε στριμώξει στον πρόγραμμά του, αν έχει δουλειά δηλαδή. Είσαι στο σταθμό;"
"Ναι".
"Οκέι. Έρχομαι να το πάρω".
Του το έκλεισε κατάμουτρα, αλλά αυτό δεν τον πείραξε, αφού κι αυτός το ίδιο πράγμα έκανε πάντα. Η σχέση τους ήταν τόσο στενή που οι ευχαριστίες και οι χαιρετούρες τους ήταν αχρείαστες.
Η πόρτα άνοιξε απαλά και είδε από κει να ξεπροβάλει για μια φευγαλέα στιγμή το κεφάλι της Ντίνας.
"Ο δικηγόρος είναι εδώ", είπε κι εκείνος της έκανε νόημα να τον οδηγήσει μέσα.

Συνεχίζεται.

Μπορείτε να βρείτε τα προηγούμενα κεφάλαια στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 2



Μέχρι πέρυσι τον αποκαλούσαν Χοντρό ή και Κρυφό. Το πρώτο επειδή ήταν όντως χοντρός και το δεύτερο γιατί δεν ήταν απ' αυτούς που ανοίγονταν εύκολα στους ανθρώπους και πολύ δύσκολα μπορούσε κανείς να καταλάβει τον τρόπο που σκεφτόταν. Το καλό μαζί του ήταν ότι δεν τους άφηνε ποτέ να πλήξουν, αφού περισσότερο από κάθε άλλον έβρισκε τρόπους για να τους προκαλέσει την έκπληξη.
Η τελευταία φορά όμως που τους άφησε άφωνους είναι αυτή που όλοι θα θυμούνται, και η οποία τον οδήγησε και στην προαγωγή, την οποία αρνιόταν εδώ και χρόνια, αφού πάνω απ' όλα του άρεσε να είναι ντετέκτιβ.
Ήταν λοιπόν ένα χρόνο πριν που συνέβησαν τα γεγονότα που θα του άλλαζαν τη ζωή. Κάποιος είχε αρχίσει να δολοφονεί αστυνομικούς τον ένα μετά από τον άλλο, και τα εγκλήματα αυτά άνοιξαν το δρόμο σε μια διαφορετική έρευνα που είχε να κάνει με τη διαφθορά στο αστυνομικό σώμα. Ο Χοντρός, που δε συμπαθούσε και πολύ τους συναδέλφους του τους οποίους θεωρούσε κηφήνες, αντί να θελήσει να εργαστεί μαζί τους για να διαλευκάνει τις υποθέσεις εναπόθεσε την πίστη του σε μια νεαρή του συνεργάτιδα και δύο άλλους νέους, που μόλις αποφοίτησαν από τη σχολή. Στη διάρκεια λίγων μόνο ημερών κατάφεραν όχι μόνο να συλλάβουν το δολοφόνο, αλλά και να στήσουν στον τοίχο αυτούς που τα έπαιρναν. Επίσης απέτρεψαν μία ακόμη δολοφονία και έστειλαν τους υπεύθυνους στη φυλακή.
Από τότε ο Χοντρός έγινε ο αρχηγός και τα, φανερά τουλάχιστον, εις βάρος του αστεία σταμάτησαν.
Τώρα κάθεται στο γραφείο του και περιμένει την αναφορά για τη νέα υπόθεση από τη Ντίνα Αυγουστή, που είναι το δεξί του χέρι. Η Ντίνα, στα είκοσι οκτώ της χρόνια, με τα μαλλιά κομμένα κοντά και τα μελιά της μάτια στεναχωρημένα, μα όπως πάντα, συγκεντρωμένα, έζησε ήδη τόσα πολλά με το αφεντικό της, που ξέρει τι θέλει κάθε φορά να τη ρωτήσει προτού καν το κάνει. Οπότε μπαίνει κατευθείαν στο ψητό.
"Τον βρήκε στο διαμέρισμά του μια κοπέλα που δουλεύει στην Παγίδα στις τέσσερις και είκοσι το πρωί. Είχε φύγει από το μαγαζί στις τρεις περίπου το πρωί, για λίγα λεπτά όπως τους είπε, κι αφού δεν επέστρεψε και τον χρειάζονταν για να κλείσουν το ταμείο, τον πήραν κατ' επανάληψη τηλέφωνο. Αφού δεν απαντούσε, η υπεύθυνη του μπαρ έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του διαμερίσματός του για να πάει να δει αν του είχε συμβεί κάτι, αφού ως γνωστό έπινε πολύ. Τον βρήκε πνιγμένο στη μπανιέρα και έτρεξε κάτω στο μαγαζί και τους είπε τι συνέβη. Τηλεφώνησαν στην αστυνομία και πρώτος στη σκηνή έφτασε ο Γιάννης Θεοδούλου, από το τμήμα της Στροβόλου, ο οποίος θεώρησε ύποπτες τις περιστάσεις τους πνιγμού του και κάλεσε ενισχύσεις. Κάποιος μάλλον θα του είπε ότι ο Χριστάκης είναι φίλος σου, έτσι λάβαμε μια κλήση ακριβώς στις τέσσερις και πενήντα το πρωί, οπότε και σου τηλεφώνησα".
"Οι άλλοι πού είναι;"
"Εγώ είμαι εδώ επειδή είχα βάρδια. Τους τηλεφώνησα λίγο πριν έρθεις. Όπου να 'ναι όμως…"
"Είμαστε εδώ".
Οι ροκόλοι ή τα παιδαρέλια του ήταν ήδη όντως εκεί. Ο Τεκ, κατά κόσμο Παναγιώτης Ιακώβου, μοιάζει όπως πάντα ξενυχτισμένος. Στα τριάντα του χρόνια θεωρείται βετεράνος της χακεριανής κοινότητας. Λεπτός, όσο πάει, με μαύρα μάτια βυθισμένα λες μες στις κόγχες τους, δε σου γεμίζει το μάτι. Κι όμως το μυαλό και τα δάχτυλά του πάνε με χίλια. Η Αγγέλα Χρυσοστόμου, που είναι ο Βενιαμίν της ομάδας, στα είκοσι πέντε της, με σπουδές ψυχολογίας και πλήθος ενδιαφέροντα, μοιάζει, κι αυτή όπως πάντα, έτοιμη από ώρα.
"Τι παίζει;" ρωτά εκείνος, που είναι μόνιμα ανυπόμονος.
"Σκότωσαν τον Χριστάκη", απαντά δίχως ενδοιασμούς η Ντίνα, αφού ξέρει ότι το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να εκνευρίσει τούτη την ώρα το αφεντικό της θα ήταν η σπατάλη χρόνου.
Ο Τεκ μπαίνει κατευθείαν στο ψητό, αφού ξέρει, έστω εξ ονόματος ποιος είναι αυτός.
"Επίθετο;"
"Αυτό είναι το επίθετο. Το όνομα είναι Βασίλης".
Ανάβει την οθόνη του τάμπλετ, το οποίο λες κρατά μόνιμα στα χέρια του στην αναμονή, και πληκτρολογεί.
"Βλέπω τρεις μ' αυτό το όνομα. Όνομα πατρός ή ημερομηνία γεννήσεως".
"1958" απαντά ο Ιωάννου.
Μια στιγμή μετά.
"Μάλιστα. Του Πάρη και της Σοφίας. Ιδιοκτήτης τεσσάρων διαμερισμάτων και τριών αυτοκινήτων. Διαμερίσματα στην Παλλουριώτισσα, την Ανθούπολη, το Ζύγι και στο κέντρο της Λευκωσίας. Αυτοκίνητα: μια μπέμπα, ένα Τογιότα του 2008 και ένα Ώστιν Μόρρις, κειμήλιο απ' την αγγλοκρατία. Ιδιοκτήτης της Παγίδας από το 1997. Χρωστά 437, 584 ευρώ σε διάφορες τράπεζες. Μάλλον γι' αυτό μπήκε στο στοπ λιστ και γι' αυτό το βλέπω εδώ".
"Τόσα πολλά;" αναρωτήθηκε δυνατά η Χρυσοστόμου, προλαβαίνοντας στο τσακ το αφεντικό της, αφού ούτε κι αυτός ήξερε ότι είχε τέτοια χρέη ο μακαρίτης.
"Μπορείς να δεις πώς δημιούργησε αυτό το χρέος;" ρώτησε εκείνος.
"Όχι τώρα. Αυτό το νούμερο το βρήκα επειδή είναι μαυροπινακισμένος…"
"Πάντα ξόδευε τα λεφτά λες και δεν υπήρχε αύριο, οπότε δεν μπορούσα να μαντέψω ότι ήταν καταχρεωμένος. Πάρε-δώσε με τη δικαιοσύνη;" Ναι, ήταν φίλος του ο Χριστάκης, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι ήξερε και τη ζωή του απέξω κι ανακατωτά.
"Πολλές καταδίκες σε σχέση με το μαγαζί. Για κάπνισμα, για μη έγκαιρη έκδοση αδειών και για παραβίαση ωραρίου. Δύο καταγγελίες επίσης για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και για υπερβολική ταχύτητα. Ήταν στο τσακ να του στερήσουν την άδεια. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί τίποτ' άλλο προς το παρόν".
Παρέμεινε για λίγο σκεφτικός. Οι τελευταίες αναφορές δεν τον εξέπληξαν. Ο φίλος του έπινε τόσο πολύ που καθόλου δε θα τον ξένιζε αν έπεφτε νεκρός απ' την κατάχρηση αλκοόλ ή αν πάθαινε κάποιο σοβαρό ατύχημα εξαιτίας του. Το να δολοφονηθεί όμως, αυτό δεν το περίμενε.
"Ντίνα, θα μας δώσουν την υπόθεση;"
"Μας την έδωσαν ήδη. Τηλεφώνησα στον Σωτηρίου αμέσως μετά από σένα και…"
"Καλά έκανες. Ευχαριστώ".
Ο Σωτηρίου ήταν ο προκάτοχος του Χοντρού και νυν υπαρχηγός της Αστυνομίας. Δε θα χρειάστηκε περισσότερα από ένα-δυο τηλεφωνήματα για να διευθετήσει το θέμα. Και σίγουρα δε θα είχε πρόβλημα που τον ξύπνησαν τα χαράματα, αφού οι χάρες που τους χρωστούσε θα μπορούσαν να κρατούσαν μια ζωή. Αυτοί ήταν που έσωσαν την καριέρα του, κι όχι μόνο αυτό, τον βοήθησαν κιόλας να αναρριχηθεί σ' ένα απ' τα υψηλότερα αξιώματα της ιεραρχίας.
"Ποιος είναι εκεί;" απευθύνθηκε και πάλι στην Ντίνα, αφού δεν ήθελε να χάσει στιγμή.
"Ο Θεοδούλου, δύο άλλοι αστυνομικοί από το τμήμα Στροβόλου, τα παιδιά της σήμανσης και ο Αντωνίου".
Ο Αντωνίου ήταν ο ιατροδικαστής, ένας άντρας πενήντα δύο χρόνων, που μοιάζει να γέρασε πριν απ' την ώρα του. Λεπτός, καμπούρης, με ταλαιπωρημένο το κορμί και την ψυχή, συνήθως μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει, αλλά το πείσμα του και η αγάπη του για τη δουλειά τον σώζουν. Ευτυχώς που είναι αυτός, σκέφτεται, οι άλλοι δε θα έκαναν τόσο καλή δουλειά.
"Ντίνα και Αγγέλα, θα έρθετε μαζί μου. Τεκ, ξέρεις;"
"Να περιμένω να βγουν τα εντάλματα;"
"Ξέρεις…"
Αυτό πάει να πει, κάνε ό,τι μπορείς να κάνεις τώρα με τα κομπιούτερ, και όταν βγουν τα εντάλματα, κάνουμε και τα υπόλοιπα.
Είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Ο ήλιος έχει χαράξει για τα καλά και η μέρα προβλέπεται πολύ ζεστή. Ιούλιος. Ένας από τους λιγότερο αγαπημένους μήνες για κείνον.
"Με το γραφείο τι θα κάνουμε;" τον ρωτά η Ντίνα, που χάρη σ' αυτόν έχει γίνει το κορίτσι για όλες τις δουλειές.
"Πες σε όποιον δουλεύει να κρατήσει τα όποια μηνύματα θα έρθουν για μας όσο θα λείπουμε, μέχρι να έρθει η γραμματέας μου. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι μας ψάχνουν στα κινητά, ενώ θα είναι και ο Τεκ εδώ".
"Θ' αργήσουμε να γυρίσουμε και…"
"Ναι, ναι, ξέρω, έχω πολλή δουλειά. Αυτό το χαρτολόι θα με φάει…"
Βγαίνουν έξω οι τρεις τους κι αρχίζουν να περπατούν προς τη σκηνή του εγκλήματος, αφού από την Πύλη Πάφου, όπου εδρεύουν, δεν απέχει παρά λίγα λεπτά. Εξάλλου αν πήγαιναν με τ' αμάξια θα τους έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο να γυρίσουν μετά που θ' άρχιζε η κίνηση.
"Τους κράτησαν όλους στην…"
"Παγίδα. Ναι".
Άθελά του λίγο έλειψε να γελάσει. Είναι εκπληκτικό το πώς αυτό το κορίτσι μπορεί και μαντεύει τις σκέψεις μου, σκέφτεται. Η αλήθεια είναι ότι και η Χρυσοστόμου είναι το ίδιο διορατική, αλλά δεν έχει το θάρρος να του μιλά με τον ίδιο τρόπο.
Όταν φτάνουν στην Παγίδα και παρά το ότι είναι τόσο νωρίς το πρωί έχει μαζευτεί πλήθος κόσμου. Τα άσχημα νέα ταξιδεύουν πάντα γοργά. Βρίσκουν τον επικεφαλή της αστυνομικής ομάδας που έφτασε εκεί πριν απ' αυτούς, να κάθεται σ' ένα τραπεζάκι και να πίνει τον καφέ του, παρατηρώντας το πλήθος. Βλέποντας τον Χοντρό πετάγεται απάνω λες και τον δάγκωσε φίδι. Το ύφος του τελευταίου του λέει ότι μάλλον θα ήταν προτιμότερο αυτό, αλλά για να αποφύγουν κάποια δημόσια διένεξη, επεμβαίνει ως συνήθως η Ντίνα.
"Μπορείτε να μετακινήσετε την κίτρινη κορδέλα λίγα πιο μέτρα πιο κάτω;", τον ρωτά, κοιτώντας τον έντονα στα μάτια, και αν και είναι πολύ μεγαλύτερος απ' αυτή σε ηλικία και ανώτερος σε βαθμό, σπεύδει να υπακούσει. Όλα καλά, προς το παρόν. Αλλά τα δύσκολα τώρα αρχίζουν.

Συνεχίζεται.


Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.