Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Το τέλος


Νόμιζα ότι θα τον έχανα μετά την εξομολόγησή μου, καταριόμουνα τον εαυτό μου ακόμη και τη στιγμή που την έκανα, αλλά δεν τον έχασα. Μάλλον τον κέρδισα, μ’ αγάπησε ακόμη πιο πολύ όταν έμαθε όλη την ιστορία μου. Μα είχε ένα παράπονο: Έπρεπε να μου το πεις, Χαρά. Έπρεπε να μου το πεις. Πάντα ήξερα ότι μου έκρυβες κάποιο φοβερό μυστικό, αλλά δεν ήξερα τι, κι αυτό με τυραννούσε. Απολογήθηκα χαμηλόφωνα και κρύφτηκα στην αγκαλιά του. Όταν σήκωσα ξανά το βλέμμα είδα δυο φωτεινά ζευγάρια μάτια να με κοιτάνε με ζεστασιά, κι ένα παραπονεμένο. εκείνο του Γιάννη – είχε χάσει την αποκλειστικότητα. Του το είπα. Γέλασε. Και συμφώνησε. Δεν έχεις ιδέα πόσα με δίδαξες μικρή, συνέχισε. Εσύ με έμαθες να βλέπω την κάθε στιγμή ξεχωριστά. Πάντα κοιτούσα το αύριο και έχανα το σήμερα. Γνώριζα γυναίκες και σκεφτόμουνα ότι δε χωράνε στα σχέδιά μου και τις έχανα, ο μαλάκας. Τώρα ακολουθώ τα σχέδια της ζωής και προσπαθώ όσο μπορώ να τα προσαρμόζω στα μέτρα μου. Αν δεν ήσουνα εσύ, δε θα υπήρχε η Αντωνία, δε θα υπήρχαμε εμείς. Είσαι το νήμα που μας δένει. Δεν είπα τίποτα. Τα είχα χαμένα. Πάντα έβλεπα τον εαυτό μου σαν εκείνο το πλάσμα που χρειαζότανε μόνιμα τους άλλους. Για να το φιλοξενήσουν, για να το ακούσουν, για να το παρηγορήσουν. Ποτέ μου δεν κατάλαβα ότι άλλο τόσο χρειάζονταν οι άλλοι εμένα. Δε με ρώτησες ποτέ γιατί σε φίλησα εκείνη τη μέρα, πετάχτηκε στη μέση η Νάντια, βγάζοντάς με από τη μια αμηχανία και βάζοντάς με στην άλλη. Γέλασε ο Αλέξης. Ρίχτηκες στο κορίτσι μου; τη ρώτησε, μα δεν περίμενε απάντηση. Την πήρε όμως. Ναι, της ρίχτηκα, αφού την αγαπώ. Με έσωσε. Αν δεν ήταν αυτή θα ήμουνα ακόμη με τον ακατονόμαστο. Με έκανε να καταλάβω ότι τα ζόρια μου δεν ήταν ζόρια και σιγά-σιγά ξύπνησα. Και μένα…, πήγε να πει ο Αλέξης, αλλά δεν πρόλαβε. Σε ξεζούμισε, πετάχτηκε στη μέση ο Γιάννης προκαλώντας ακράτητα γέλια. Εκείνο που ήθελα να πω Χαρά είναι ότι μόνο με σένα μπορώ να είμαι στ’ αλήθεια ο εαυτός μου. Όταν δεν ήμουνα μαζί σου ένιωθα σαν κάποιος ξένος, μια μαριονέτα στα δάχτυλα των άλλων. Εγώ σε μισώ, πήρε τελευταία το λόγο η Αντωνία, αφού αν πιστέψω τα λόγια του εσύ φταις που μου φορτώθηκε. Και τον φίλησε. Παράξενη νύχτα, παράξενη και μαγική. Εντελώς ανάλαφρο, χωρίς κρυμμένα μυστικά κι αχρείαστες ενοχές θα ξεκινούσε για μένα το φθινόπωρο.

     «Δεν είμαστε μια ανέραστη γενιά, όπως μας κατηγορείς», λέει ο Αλέξης, «απλά είμαστε μια γενιά συγχυσμένη. Μεγαλώσαμε στη σκιά των γονιών μας και τις ψεύτικες αλήθειες τους, τη νερωμένη ηθική τους. Προσπάθησαν να μας κάνουν αντίγραφά τους. Ήθελαν και θέλουν να συμπεριφερόμαστε όπως εκείνοι, να πατάμε επί πτωμάτων στη ζωή, να δείχνουμε στους άλλους το καλό μας πρόσωπο, κι ας κρύβουμε ένα τέρας μέσα μας. Αυτοί φταίνε για όλα. Για όσα έπαθες εσύ, για την ατελείωτη μοναξιά της Νάντιας, για το δικό μου ζόρι, αφού δεν τόλμησα να τους αντισταθώ. Μας σκοτώνουν οι γονιοί, μας κλέβουν τη ζωή προτού καλά-καλά αρχίσει…»
     Του έδωσα να διαβάσει αυτές, της μικρής μου ζωής τις καταγραφές, μόλις επιστρέψαμε από το τριήμερο στα Πλατάνια. Δεν είχα τίποτα να του κρύψω πια. Του είπα να διαβάσει την ιστορία μου, την ιστορία μας, για να με μάθει πιο καλά, για να δει πως ακριβώς βλέπω εγώ τον κόσμο. Τη διάβασε, έμαθε νέα πράγματα, θυμήθηκε παλιά, ξεκαθάρισαν πολλά στη σκέψη του. Κι ύστερα μου είπε τα πιο πάνω. Και μάλλον είχε δίκιο. Τι ήξερα όταν άρχισα να γράφω αυτό το χρονικό; Τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Στη διάρκεια της συγγραφής του, του ταξιδιού, έμαθα πολλά. Κι αναρωτιέμαι πόσα έχω να μάθω ακόμη. Η οπτική μου γωνία αλλάζει συνεχώς. Τα αποκλείεται μου γίνονται ίσως, τα ίσως ναι, τα ναι όχι. Κι αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ, όπως λέει και το τραγούδι, ή μάλλον το ποίημα. Βλέπω τους ανθρώπους στο δρόμο, στη σχολή, στα στέκια. Έχουν βάσανα στα λόγια, λύνουν τα προβλήματα με τα λόγια, μόνο στα λόγια υπάρχουν. Λόγια πίτουρα. Ξεχνάνε τους φίλους όταν αυτοί τους έχουν πιότερο ανάγκη, επενδύουν σε εφήμερες σχέσεις, ντύνουν με ρούχα ακριβά τα φτηνά κορμιά τους. Και προδίδουν τόσο συχνά ο ένας τον άλλο, κι όλοι μαζί τους εαυτούς τους, που αυτή η προδοσία έχει πια καταντήσει τρόπος ζωής, κανείς δεν την προσέχει. Παντρεύονται από συνήθεια, κάνουν παιδιά επειδή πρέπει, απατούν κατ’ επανάληψη τους συντρόφους τους, αφού η ευτυχία που ποθούσαν κάπου τους ξέφυγε στην πορεία. Ωστόσο πιστεύουν, βαθιά. Στην πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια. Στα λόγια και πάλι. Λυπούνται για τη φτώχεια των γύρω τους και την εξαλείφουν από προσώπου γης πίνοντας πανάκριβους καφέδες σε πολυτελείς καφετέριες και πολύχρωμα κοκτέιλ σε ιν κλαμπ και μπαράκια. Πηγαίνουν στις κηδείες και κλαίνε γι’ αυτούς που δεν αγάπησαν ποτέ και δίνουν όρκους πως δε θα τους μοιάσουν ποτέ. Και δεν τους μοιάζουν. Η υποκρισία έχει πολλά πρόσωπα. Δηλώνουν ολιγαρκείς μα δε σταματούν στιγμή ν’ αγοράζουν, να ξοδεύουν λεφτά για τα μάτια του κόσμου, να τα πετάνε στο τραπέζι ενός κέντρου διαλαλώντας: εν να πληρώσω εγώ κουμπάρε! Και ύστερα να κατηγορούν τον κουμπάρο επειδή δεν πλήρωσε στη γυναίκα τους και στους άλλους. Λόγια. Λόγια. Κουράστηκα πια να τα ακούω. Κουράστηκα και να τα γράφω. Πρέπει να το κάνω, λέει ο Αλέξης. Πρέπει, αλλά μέχρι πότε; Δεν είπα άραγε όσα είχα να πω; Τι να προσθέσω; Κι αν προσθέσω τι θα αλλάξει; Τίποτα. Θα συνεχίσουμε όλοι να περιπλανιόμαστε από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, μέχρι να πάρει τη σκυτάλη η επόμενη γενιά, κι ύστερα αυτή που θα ακολουθήσει. Ο χρόνος θα περνά, η γη θα αλλάζει και θα πεθαίνει, κι εμείς θα συνεχίσουμε να μιλάμε και να χανόμαστε. Τελικά ναι, η στιγμή, αυτή μονάχα είναι που μετρά, και άλλη καμία. Αυτή η στιγμή που κάθομαι εδώ με τον Αλέξη, βυθισμένος ο καθένας στις σκέψεις του. Η στιγμή που θα κάνουμε έρωτα. Η στιγμή που κάποιος θα προσφέρει τη βοήθειά του σε κάποιον άλλο δίχως να περιμένει αντάλλαγμα. Η στιγμή που γεννιέται ένα παιδί. Η στιγμή που πεθαίνει ένας νέος ή ένας γέρος. Η στιγμή που θέλεις ν’ αγκαλιάσεις όλο τον κόσμο. Η στιγμή που βλέπεις κάτι και αγαλλιάζει η ψυχή σου. Η στιγμή που συναντάς στο πρόσωπο κάποιου άγνωστου ένα πλατύ χαμόγελο. Η στιγμή που κλείνεις στην αγκαλιά σου ένα φίλο. Η στιγμή που συμφιλιώνεσαι με τη μάνα σου. Η στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο μικρή είναι η ζωή και έτσι δεν πρέπει ν’ αφήνεις τη στιγμή να πηγαίνει χαμένη. Η στιγμή που ανακαλύπτεις το δρόμο σου. Η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι μες στη φτώχεια σου πόσα πολλά έχεις. Η στιγμή που κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και του λες, Καλά τα κατάφερες, και το εννοείς. Η στιγμή που αλλάζουν οι εποχές και τα χρόνια. Η στιγμή που το κρεβάτι του πόνου μεταμορφώνεται σε κρεβάτι της χαράς. Η στιγμή που ο παραμορφωτικός φακός χάνεται και τα λάθη σου γίνονται σωστά. Η μεγάλη στιγμή που ο πόνος γίνεται λύτρωση επειδή τον μοιράζεσαι με κάποιο άλλο. Η στιγμή που ονειρευόσουνα μα ποτέ σου δεν περίμενες να ’ρθει. Η στιγμή που μια λέξη σου αλλάζει τη ζωή: Δίχως έρωτα πριν, Με έρωτα μετά. Η στιγμή!

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου