Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 20


Την επομένη έφυγα πρωί-πρωί για τη δουλειά -με πήγε εκείνη- κι επέστρεψα το βράδυ, αφού συνάντησα για λίγο τον Αλέξη, ακριβώς όπως της είχα υποσχεθεί. Ήθελε να μιλήσουμε, ήθελα κι εγώ. Μού έφτιαξε ένα από τα αγαπημένα μου φαγητά -ρολό- καθίσαμε, φάγαμε, χορτάσαμε. Και μετά βγήκαμε στη βεράντα. Το πιο κοντινό σπίτι ήταν αρκετά μέτρα μακριά και ήμουνα σίγουρη ότι αν μιλούσαμε εκεί κανείς δε θα μας άκουγε. Κάτι από τη νύχτα που έφυγα θύμιζε το όλο σκηνικό. Εμείς, οι άσπρες πλαστικές καρέκλες, το τραπέζι μες στη μέση, η ησυχία, τ’ αστέρια και το φεγγάρι στον ουρανό. Πέρασε πολλή ώρα χωρίς να τολμά καμία από τις δύο να μιλήσει. Το θέμα μας έκαιγε. Έπρεπε να κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και να προχωρήσουμε, δε γινόταν αλλιώς. Έκανα το πρώτο βήμα. με άτσαλο τρόπο, αλλά το έκανα.
     «Τον σκότωσα», της είπα, και σήκωσα τα μάτια για να δω την αντίδρασή της. Απολύτως καμία. Σα να μην άκουσε τι της είπα. Άπλωσα το χέρι, την άγγιξα στο μπράτσο. «Μάνα…».
     «Σε άκουσα. Αλλά το ήξερα. Από την πρώτη στιγμή. Κι ας μην ήθελα να το παραδεχτώ. Συγγνώμη…»
     «Εγώ τον σκότωσα μάνα, εγώ. Όχι εσύ…»
     «Συγγνώμη που δεν τον σκότωσα στη θέση σου, ήθελα να πω. Του άξιζε, του κερατά, του άξιζε. Όπως άξιζε και σε μένα. Τόσα χρόνια…». Την άκουσα να πνίγεται σχεδόν, να χάνει τις ανάσες της, να ξεροκαταπίνει. Και μετά να κοιτάει το κενό και να επανέρχεται. Τα μάτια της δεν έμοιαζαν να βλέπουν τίποτα. Σαν τυφλή ήταν. «Τόσα χρόνια και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω. Τον αγαπούσα και τον φοβόμουνα τόσο πολύ…»
     «Περασμένα ξεχασμένα, μάνα!» Αυτό το είπα αυθόρμητα, χωρίς να το καλοσκεφτώ, μάλλον για να εμποδίσω την αμηχανία που με πλημμύριζε να βγει στο φως. Κάπου ένιωθα δικαιωμένη, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να τη βλέπω να αυτομαστιγώνεται. Αρκετά υπέφερε κι αυτή η κακομοίρα. Εκείνη την ώρα δεν ένιωθα ούτε οργή ούτε αγάπη για κείνη, απλά ένα συναίσθημα συνενοχής. «Όλα πια θα πάνε προς το καλύτερο, είμαι σίγουρη γι’ αυτό».
     «Θα πάνε, Χαρά μου; Μακάρι. Σου χρωστώ. Όχι, μη μιλάς ακόμη, άσε με να τελειώσω. Μια ζωή σου χρωστώ. Μια ζωή καινούρια. Ζήτα μου ό,τι θες και θα το έχεις. Φτάνει να είσαι ευτυχισμένη. Δε σου ζητώ να γυρίσεις στο σπίτι, δε σου ζητώ να με καταλάβεις, ένα κόκαλο σου ζητώ, μια ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα θα φτιάξουν μεταξύ μας. Ελπίζω να μην είναι πια πολύ αργά…»
     «Είναι και δεν είναι», τη διέκοψα. «Υπέφερα πολλά μάνα, πιο πολλά απ’ αυτά που ξέρεις. Κι όμως, κάθε μέρα που περνά με πείθει όλο και πιο πολύ ότι χωρίς αυτές τις πληγές δε θα γινόμουνα αυτή που είμαι σήμερα. Τον σκότωσα κι απέκτησα ζωή, έφυγα απ’ εδώ κι απέκτησα σπίτι, κι ας μην έχω στ’ αλήθεια που να μείνω. Σπίτι μου έγιναν οι φίλοι μου, ζωή μου κάποιος που βασάνισα πολύ με τους φόβους μου και που με δέχτηκε γι’ αυτό που είμαι. Το ξέρω ότι πάντα θα κουβαλώ μαζί μου το βάρος της αμαρτίας μου, αυτού που έκανα αλλά, για να σου πω την αλήθεια, ενοχές δε νιώθω, ποτέ δεν ένιωσα. Μόνο πού και πού λυπόμουνα για σένα που σε άφησα μόνη…».
     «Δε μου αξίζει η λύπη σου, τίποτα δεν μου αξίζει. Όπως δεν αξίζει και στις άλλες. Ξέρεις ποιες εννοώ; Βγήκαν τόσα πολλά στη φορά αυτές τις μέρες, που μόνο και μόνο που τα σκέφτομαι ανατριχιάζω. Τόσα θύματα. Ο πατέρας σου δεν ήταν μόνος στη διαστροφή του. Βιαστές, παιδεραστές, κακοποιοί μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Η αγία κυπριακή οικογένεια…»
     «Χα. Τώρα σαν τον Γιάννη ακούγεσαι – ο Γιάννης είναι ένας απ’ τους φίλους μου. Αυτός λέει ότι τόσα χρόνια κρύβαμε τα πράγματα κάτω από το χαλί, κι επειδή δεν τα έβλεπε κανείς κάναμε πως δεν υπάρχουν. Αλλά κάποιοι άρχισαν να σηκώνουν τα χαλιά, να κοιτάνε από κάτω και να βρίσκουν τις κρυμμένες αλήθειες και να τις βγάζουν στο φως. Η φίλη μου, αυτή που πέθανε, μέχρι και στο δικαστήριο οδήγησε τον πατέρα της. Κι εκεί τον αθώωσαν, επειδή μαρτύρησε υπέρ του η μάνα της. Ωστόσο, συνέχισε να τον βασανίζει, να παίρνει την εκδίκησή της ως την τελευταία στιγμή. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό, αλλά θαυμάζω το κουράγιο της. Στο τέλος όμως…». Ένιωσα τους λυγμούς να ανεβαίνουν στο λαιμό, η μορφή της πήρε σχήμα μέσα μου υγρή και αλμυρή και ξεχείλισε από τα μάτια. Η μάνα μου σηκώθηκε αθόρυβα απ’ την καρέκλα της, ήρθε και γονάτισε μπροστά μου και μ’ αγκάλιασε. Την αγκάλιασα κι εγώ. Ήθελα να νιώσω την ξεχασμένη, απ’ τα παιδικά χρόνια, ζεστασιά της. Δε μου πήρε και πολύ να συνέλθω. Εξάλλου την είχα κλάψει ήδη πολύ. Χωμένη ακόμη στην αγκαλιά της μάνας μου είπα ό,τι είχα να πω. «Στο τέλος όμως ηττήθηκε. Τη νίκησε ο ίδιος ο εαυτός της. Αυτός που κατασκεύασε για να ξεφύγει απ’ την πίκρα των εφηβικών της χρόνων…»
     «Αυτοκτόνησε;» άκουσα τη φωνή της να με ρωτάει απαλά. Δεν είμαι σίγουρη, αυτό ήθελα να της πω, αλλά κάτι άλλο βγήκε απ’ τα χείλη μου.
     «Αυτοκτονούσε κάθε νύχτα, ανασταινόταν κάθε πρωί. Όπως κι εγώ, μέχρι πρόσφατα…». Ένιωσα το κορμί της να σφίγγεται. Το κράτησα κι εγώ πιο σφικτά. Μάλλον την πλήγωσαν τα λόγια μου, μα δεν το ήθελα. Πρέπει να μάθω επιτέλους να κουμαντάρω τη γλώσσα μου, σκεφτόμουνα, προτού αρχίσει να με βάζει σε άλλους μεγάλους μπελάδες. Ήθελα να απολογηθώ, αλλά τα λόγια δεν έβρισκαν το δρόμο προς τα χείλη. Έτσι παραμείναμε για ώρα πολύ εκεί σιωπηλές, σα μια πονεμένη ανάσα, να πνιγόμαστε στους λυγμούς και τις σκέψεις, να σκεφτόμαστε το χθες και ν’ αναρωτιόμαστε για το αύριο. Κάποτε σηκώθηκε. Σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάτια. Πήγε και κάθισε και πάλι στην καρέκλα της. Η νύχτα ήταν φωτεινή. Στα χωράφια χάραζε μονοπάτια ένα ολόγιομο σχεδόν φεγγάρι.
     «Και τώρα τι θες να κάνεις;» με ρώτησε.
     «Αυτό που κάνω ήδη. Να συνεχίσω τις σπουδές μου, να εξακολουθήσω να ψάχνω το δρόμο μου, να περνώ καλά με τους φίλους μου, να σου μιλώ και να σε ακούω…» Πάλι δάκρυσε, αλλά χωρίς λυγμούς και δράματα.
     «Πού ζεις τώρα;»
     «Στο σπίτι του Γιάννη, σ’ ένα παλιό κτήριο που κάναμε κατάληψη, κάθε τόσο στη φίλη μου τη Νάντια. Δε μένω κάπου σταθερά, αλλά δεν παραπονιέμαι. Και μην ανησυχείς, είμαι απόλυτα ασφαλής».
     «Θα μπορούσα να σου νοικιάσω διαμέρισμα».
     «Δεν είν’ ανάγκη μάνα, μια χαρά είμαι και τώρα. Τι να ξοδεύεσαι…»
     «Μα το δικαιούσαι. Δικά σου είναι τα λεφτά. Η γιαγιά σου τα άφησε όλα σε σένα, αφού δεν έχει άλλη εγγονή, κι ο παππούς σου είναι πολύ γέρος και δε χρειάζεται τόσα λεφτά. Το ξέρω, μου το είπες, ότι δε θα έπαιρνες χρήματα από μένα, αλλά αυτά έτσι κι αλλιώς σου ανήκουν».
     «Τότε…»
     «Τότε;»
     «Αν τα λεφτά είναι αρκετά, θα μπορούσαμε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα στην παλιά πόλη με τη Νάντια. Το είχε βάλει στο μάτι από καιρό και μού είπε ότι θα μπορούσα να ζω μαζί της χωρίς να χρειάζεται να πληρώνω νοίκι, αλλά δε μου άρεσε η ιδέα, αφού τότε θα εξαρτιόμουν απόλυτα από κείνη. Ενώ τώρα… Εξάλλου, ίσως είναι καιρός ν’ αδειάσουμε τη γωνιά και στον Γιάννη, αρκετά μας ανέχτηκε…»

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου