Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 15


Τα πήγα καλά στις εξετάσεις, πιο καλά απ’ ό,τι περίμενα. Ίσως να τις φοβόμουνα περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε, ίσως να έμαθα πιο πολλά απ’ όσα πίστευα. Το τέλος τους με βρήκε ανακουφισμένη και το τέλος της μέρας που βγήκαν τα αποτελέσματα με βρήκε σε μια ταβέρνα με τον Γιάννη και τη Νάντια. Ναι, ο μονόχνοτος και μοναχικός άντρας αποφάσισε να βγει για μια φορά απ’ το κλουβί του, κι είπε να μας κάνει το τραπέζι για να γιορτάσουμε το τέλος των προσωρινών μας σκοτούρων και την αρχή του καλοκαιριού. Καθόμαστε γύρω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, πάνω σε εξίσου παλιές ψάθινες καρέκλες. Πίνουμε μπύρα, τσιμπάμε απ’ τους μεζέδες, που πηγαίνουν και έρχονται με τα γκαρσόνια, και συζητάμε για τα σχέδιά μας για το άμεσο μέλλον. Η Νάντια κράτησε την υπόσχεσή της. Μέσω των γονιών της εξασφάλισε για λίγες μέρες ένα σπιτάκι στις Πλάτρες. Θα πάμε να μείνουμε οι δυο μας εκεί καθώς ο Γιάννης δεν μπορεί να πάρει άδεια τώρα. Ωστόσο θα έρθει το Σαββατοκύριακο. Ανυπομονούμε κι οι δυο, λέμε, να πάμε εκεί. Ανυπομονώ κι εγώ να σας ξεφορτωθώ, λέει αυτός, αλλά τώρα πια τον μάθαμε και μας έμαθε, το ξέρουμε ότι δεν το εννοεί. Θα του λείψουμε κι ας μην το παραδέχεται.
     Ένα πρωινό Τετάρτης βάζουμε λίγα ρούχα σε μια κοινή βαλίτσα, φτιάχνουμε κι ένα κιβώτιο με προμήθειες και επιβιβαζόμαστε σ’ ένα λεωφορείο. Πλάκα έχει. Οι περισσότεροι επιβάτες είναι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι, κι ο οδηγός αρχαίος σαν την ιστορία. Θα πάρει ώρες η διαδρομή καθώς θα περάσουμε από χωριά και χωριουδάκια, συνταξιδεύοντας με κιβώτια, ανθρώπους, δέματα και το ταχυδρομείο. Όταν επιτέλους φτάνουμε στον προορισμό μας είναι πολύ αργά το απόγευμα, αλλά δεν είμαστε καθόλου κουρασμένες. Εξάλλου καλά περάσαμε στη διαδρομή. Γνωρίσαμε κόσμο, απαντήσαμε σε ερωτήσεις, γελάσαμε, και ναι, τραγουδήσαμε. Η Νάντια άρχισε να λέει ένα παλιό παιδικό τραγούδι και την ακολούθησα, έτσι για την πλάκα, και σύντομα έγινε ο χαμός. Κανείς δεν μας είπε τίποτα κακό, κανένας δεν παραπονέθηκε στον οδηγό, απλά απόλαυσαν την παράσταση, όπως κι εμείς.
     Το σπιτάκι ήταν υπέροχο. Μικρό, αλλά καινούριο και σε εξαιρετική κατάσταση. Ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα και κατελάμβανε δύο στενούς ορόφους, ενώ είχε και μια μικρή βεράντα, που ήταν όλα τα λεφτά. Το ερωτευτήκαμε από την πρώτη στιγμή. Βάλαμε τα πράγματα στο ψυγείο, πετάξαμε τα ρούχα μας στη ντουλάπα, κάναμε ένα ντους και βγήκαμε για μια βόλτα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη για να μαζέψει κόσμο πολύ εκεί -η τουριστική σεζόν δεν είχε καν αρχίσει- έτσι μοναχά αραιά και πού βλέπαμε να περνάει ένα αυτοκίνητο, ή κάποιον να περπατάει στο δρόμο. Δεν πήγαμε και πολύ μακριά, αφού η νύχτα έμοιαζε σιγά-σιγά να πλησιάζει. Φτάσαμε ωστόσο σ’ ένα ξέφωτο και καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι ν’ απολαύσουμε τη θέα. Ένα δάσος από δέντρα από κάτω και γύρω μας, ένα άγνωστο χωριό στο βάθος του ορίζοντα κι ένα καταπράσινο βουνό αντίκρυ. Σκέτη μαγεία. Δε μιλούσαμε. Καθόμασταν μοναχά εκεί οι δυο μας αγκαλιασμένες κι αφήναμε τα βλέμματά μας λεύτερα να ρουφήξουν εικόνες, τα πνευμόνια μας να χορτάσουν αέρα καθαρό, τη φύση να μας κλείσει τρυφερά στα προαιώνια σπλάχνα της. Είμαι ευτυχισμένη, ψιθύρισε κάποια στιγμή η Νάντια, και ήταν σα να με ξυπνούσε από κάποιο λήθαργο. Άνοιξα τα μάτια στον πραγματικό κόσμο, την κοίταξα. Τα δικά της μάτια υγρά, αλλά φωτισμένα, σα να αντανακλούσαν το ηλιοβασίλεμα που μας έκρυβε η ίδια η φύση. Έσκυψα και τη φίλησα στα μάτια. Έσβησα τα δάκρυά της. Κι εκείνη, σήκωσε το κεφάλι και φίλησε εμένα, στα χείλη. Ξαφνιάστηκα, αλλά δεν αντέδρασα. Δεν την έσπρωξα. Δεν τη ρώτησα τι κάνει. Ούτε καν αναρωτήθηκα. Απλά της ανταπόδωσα το φιλί, με την ίδια θέρμη, και συνέχισα να το κάνω. Εκείνη τη στιγμή όλοι μου οι φόβοι χάθηκαν, τα λάθη έγιναν σωστά. Ίσως αυτό να χρειαζόμουνα τελικά, ακριβώς αυτό. Τώρα, καθώς το σκέφτομαι στη σιγαλιά της νύχτας, σιωπηλά γελάω. Τι τρέλα! Κι όμως μου άρεσε. Όσο κράτησε μου άρεσε. Λες και σήκωσε ένα βάρος απ’ την ψυχή μου εκείνο το φιλί, σα να έσβησε μεμιάς το χθες μου. Δε μιλήσαμε γι’ αυτό μετά, δεν το συζητήσαμε. Σα να ήταν μια ακόμη στιγμή όπως όλες τις άλλες που είχαμε ζήσει, την αφήσαμε να περάσει στο άλμπουμ με τις αναμνήσεις μας. Ήθελα να υπάρξει συνέχεια; Ίσως και να το ήθελα. Όπως τη βλέπω να κοιμάται τώρα στο διπλανό μονό κρεβάτι σκέφτομαι πως ναι, θα το ήθελα. Αλλά, μετά τι; Αν προχωρούσαμε πού θα πηγαίναμε; Κι αν τα πράγματα στράβωναν, τότε τι; Θα συνεχίζαμε να είμαστε φίλες; Πολύ το αμφιβάλλω. Καλύτερα λοιπόν. Καλύτερα που μείναμε στο φιλί και τη φιλία, αν και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτό το γεγονός θα αποδειχτεί ένα από τα πιο σημαντικά στη ζωή μου.

Σαν ένα όνειρο πέρασαν οι επόμενες δυο μέρες, σα μια ευχάριστη συνεχής έκπληξη οι νύχτες. Κοιμόμασταν αργά, ξυπνούσαμε νωρίς, περπατούσαμε με τις ώρες στα μονοπάτια της φύσης, βγάζαμε φωτογραφίες, κάναμε μπάνιο στα παγωμένα νερά των καταρρακτών των Καληδονίων και του Μοιλλομέρη, ετοιμάζαμε αυτοσχέδιους μεζέδες στη σχάρα, πίναμε καλό χωριάτικο παγωμένο κρασί που αγοράσαμε από ένα -τον μοναδικό εναπομείναντα ίσως- πλανόδιο έμπορα, δροσιζόμασταν με τη γεύση του καρπουζιού και το κρύο ακόμη αεράκι της νύχτας. Ναι, ένας παράδεισος είναι η Κύπρος, ένας παράδεισος που επιμένουμε πεισματικά να καταστρέφουμε, ένα νησί ονειρικό, που σιγά-σιγά, με τις πυρκαγιές και την ανάπτυξη αρχίσαμε να μετατρέπουμε σε κρανίου τόπου.
     Το Σάββατο δεν άργησε να ’ρθει και μαζί του ο Γιάννης. Και μαζί του η Αντωνία. Την ξέραμε μόνο σαν πρόσωπο. Τη βλέπαμε πολλές φορές στο Καφενείο να κάθεται μόνη της και να διαβάζει κάτι, ή να κρύβεται ανάμεσα στο πλήθος ανώνυμων μεγάλων συντροφιών. Τη γνώρισε τις προάλλες μας είπε ο Γιάννης. Κάθονταν κι οι δυο εκεί μόνοι, μέσα στη βράση του μεσημεριού, και χάρη στο πέρασμα μιας πρωτότυπης ζητιάνου άρχισαν να μιλούν. Και συνέχισαν, για πολύ. Και συναντήθηκαν ξανά την επόμενη μέρα. Και να τους τώρα εδώ. Μας τη σύστησε, την περιεργαστήκαμε. Μετρήσαμε η μια την άλλη. Θα ’ταν γύρω στα τριάντα πέντε, μεγαλύτερη δηλαδή από κείνον. Φορούσε μια πλατιά φούστα που έφερνε κάτι από τις κουρτίνες της μάνας μου και μια πουκαμίσα που έκρυβε το κορμί της, που ωστόσο δεν ήταν χοντρό, κανονικό ήταν. Είχα μακριά ολόισια καστανά μαλλιά και επίσης μακριά λεπτά δάχτυλα. Ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξα πάνω της, τα δάχτυλα. Μουσικός θα ’ναι, σκέφτηκα. Μουσικός ήταν. Πιανίστρια. Τα μάτια της έσταζαν και στάζουν ακόμη μυστήριο. Δεν μπορώ να τα διαβάσω. Ούτε ποιο είναι το χρώμα τους μπορώ να πω με σιγουριά. Σίγουρα είναι σκουρόχρωμο, αλλά μέχρι εκεί. Σα φιγούρα από κόμικς μοιάζει. Στην αρχή νιώσαμε αμήχανα, αλλά σιγά-σιγά η γλώσσα άρχισε να λύνεται, και ο χρόνος και τα γεγονότα να κυλάνε ατάραχα. Δεν έγινε εκείνο που φοβόμασταν. Δεν άρχισε να μας μιλά σαν κάποια μεγαλύτερη και σπουδαιότερη από μας, και δεν έμοιαζε να προσπαθεί να το κάνει. Σα να διέθετε μια φυσική καλοσύνη, σαν έκτη αίσθηση, που τη βοηθούσε να προσαρμόζεται στις περιστάσεις. Ύστερα από λίγη ώρα νιώθαμε ότι ήταν από πάντα εκεί. Και σύντομα πήραμε τους δρόμους. Ήτανε ακόμη δέκα και κάτι το πρωί, έτσι είχαμε όλη τη μέρα στη διάθεσή μας. Βάλαμε πλώρη για τον Άγιο Νικόλαο, κι από κει χαράξαμε πορεία για το αρχαίο γεφύρι του Τσιελεφού, το μεγαλύτερο ίσως και ομορφότερο της περιοχής. Παρά το ότι είναι Ιούνιος τρέχει ακόμη πολύ νερό στο ποτάμι, καθώς οι φετινές βροχές του χάρισαν μια νέα ζωή, που θύμιζε την παλιά καλή του. Περπατήσαμε λίγο στις όχθες, καθίσαμε, μιλήσαμε, βγάλαμε φωτογραφίες εμάς, τα δέντρα, τα νερά, το γεφύρι και τα βατράχια και φύγαμε. Ακολουθήσαμε το χωματόδρομο που οδηγεί στο χωριό Μηλικούρι. Ο Γιάννης οδηγούσε ασυνήθιστα αργά. Συνήθως δεν έχανε ευκαιρία να δείχνει τις ικανότητές του σαν οδηγός της Φόρμουλα (καν) Ένα, αλλά σήμερα σκεφτόταν αλλιώς. Όμορφη διαδρομή, μέσα στο δάσος, στου ποταμού το πλάι, αλλά πολύ κουραστική. Όταν φτάσαμε στο Μηλικούρι σταματήσαμε έξω απ’ την εκκλησούλα (του Αγίου Γεωργίου νομίζω) για να ξεμουδιάσουμε τα πόδια μας και να βγάλουμε φωτογραφίες. Η ώρα περνούσε, η πείνα μεγάλωνε, κινήσαμε για τον Πρόδρομο. Φτάσαμε εκεί νωρίς το απόγευμα και καθίσαμε για φαγητό σ’ ένα από τα κέντρα στην πλατεία. Αν μας έβλεπε κανείς θα σκέφτονταν: όλοι οι τρελοί εδώ μαζεύτηκαν σήμερα! Τόσο πολύχρωμοι, χαρούμενοι, κουρασμένοι και φωνακλάδες ήμασταν. Ο μάστορας ήρθε μέσα στην καλή χαρά να μας πάρει παραγγελία. Τέσσερα διαφορετικά πιάτα ζητήσαμε, ένα για τον καθένα, μαζί με μια κοινή μεγάλη σαλάτα. Ήθελε να μας πασάρει τους μεζέδες, τα φαγητά της ημέρας, και άλλα πολλά τραγικά, μα δεν του πέρασε. Δίπλα μας καθόταν ένας ωραίος τύπος. Αγρότης παλιάς κοπής, αλλά όχι μεγάλος, στην ηλικία της Αντωνίας μάλλον. Ίσως γι’ αυτό κάθε τόσο της έκλεινε το μάτι και μας έστελνε μπύρες γελώντας δυνατά και φωνάζοντας στο μάστορα να βιαστεί λίγο με το φαγητό, προτού ξεμείνει από χρήμα. Ο Γιάννης τον προσκάλεσε στο τραπέζι μας, αλλά αρνήθηκε να έρθει. Περίμενε την κυρά του είπε και δεν έκανε να τον δει στο τραπέζι μ’ έναν ασκημομούρη και τρεις ομορφονιές. Και όντως σε λίγο ήρθε. Ωραία γυναίκα, ξένη. Ρωσίδα, ουκρανέζα, δεν ξέρω. Μια από εκείνες τις γυναίκες που εγκαταλείπουν τις χώρες τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η συμπεριφορά του με που την είδε άλλαξε, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του απάλυναν, η φωνή του έχασε τα ντεσιμπέλ της. Ήταν φανερό πόσο την αγαπούσε. Κι αν με παρατηρούσε κανείς εκείνη την ώρα θα έβλεπε ότι ήταν φανερό πόσο τη ζήλευα. Θέλω κι εγώ κάποιον να με αγαπάει έτσι, σκεφτόμουνα. Η Νάντια είδε τα μάτια που άρχισαν να υγραίνονται, μου έπιασε το χέρι κάτω από το τραπέζι και το έσφιξε, προτού οι σκέψεις γίνουν δάκρυα και κυλήσουν στα μάγουλά μου. Γύρισα προς το μέρος της και χαμογέλασα μ’ ευγνωμοσύνη. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή με τα ψυχολογικά μου. Μετά το φαγητό ευχαριστήσαμε το μάστορα και τον ερωτευμένο άντρα και κινήσαμε για το δήθεν στοιχειωμένο ξενοδοχείο Βερεγγάρια, μια βόλτα πέντε μόλις λεπτών από κει που βρισκόμασταν. Ανεβήκαμε στο λόφο, φωτογραφίσαμε το παλιό κτήριο απ’ έξω και τη φύση που απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας και μπήκαμε μέσα. Για ώρα πολλή τριγυρνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο από όροφο σ’ όροφο. Παίζαμε με τις σκιές και τις σιωπές, κρυφοκοιτάζαμε έξω από τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρά του, αναρωτιόμασταν σε ποιους ανήκαν τα φαντάσματα που έλεγαν ότι το στοιχειώνανε. Λίγο προτού πέσει το σκοτάδι πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Είχαμε ζήσει μια μέρα γεμάτη, ανυπομονούσαμε για μια νύχτα μαγική, ή έστω ωραία. Με ιστορίες τελικά θα την ξοδεύαμε. Με ιστορίες που θα έλεγαν ο Γιάννης κι η Αντωνία, εκείνη από τη δική της ζωή, κι εκείνος από τη δική του κι από άλλες. Εμείς μονάχα ακούγαμε και ρωτούσαμε, κι ανάλογα με το που μας έπαιρνε η αφήγηση, ταξιδεύαμε, σε όλ’ αυτά που μαθαίναμε, στα πολλά που δεν ξέραμε. Ναι, τελικά, με τον τρόπο της αποδείχτηκε μαγική η νύχτα.
     Την Κυριακή την περάσαμε τριγυρνώντας από χωριό σε χωριό στους πρόποδες του Τροόδους, ανακαλύπτοντας, μαθαίνοντας, φωτογραφίζοντας. Προτού πέσει η νύχτα ο Γιάννης και η Αντωνία είχαν φύγει. Εμείς θα παραμέναμε εκεί για τρεις ακόμη μέρες, που πέρασαν γρήγορα, σαν όλα και σαν τίποτα.

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου