Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρίλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρίλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Ο σωσίας - Κεφάλαιο 1


Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα εδώ και μέρες ο Χοντρός. Μα γιατί δεν του δίνουν την υπόθεση; Γιατί; Εντάξει, δεν έχουν και πολύ άδικο που δεν το κάνουν, αφού λόγω της φύσης της δεν εντάσσεται ακριβώς στην κατηγορία των εγκλημάτων που διερευνά η ομάδα του, ή μάλλον η τώρα υπό την Ντίνα Αυγουστή ομάδα που φιλοξενεί στο τμήμα του, μα από την άλλη όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν αποτύχει, δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο, γιατί να μη δώσουν στους δικούς του μια ευκαιρία;
Βηματίζει ανυπόμονα πάνω κάτω στο γραφείο του. Έχει πολλά να κάνει, ένα βουνό χαρτολόι τον περιμένει, αλλά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σ' αυτό ετούτη την ώρα. Είναι από τη φύση του άνθρωπος ανυπόμονος και περίεργος, και του λείπει η δράση. Και είναι και καχύποπτος.
Η μεγάλη του απορία είναι γιατί δεν επικοινώνησε μαζί του ούτε μια φορά ο αρχηγός, όπως αποκαλεί τον υπαρχηγό της Αστυνομίας, και πρώην προϊστάμενό του στο τμήμα. Ο τελευταίος τον εμπιστευόταν τυφλά και συνήθως όταν τα έβρισκαν σκούρα οι άλλοι, αυτόν καλούσε.
Το ψηλό και χοντρό του κορμί μοιάζει λίγο πιο μικρό, μαραζωμένο, καθώς ο ιδιοκτήτης του ρωτά σιωπηλά αυτά τα γιατί και οι ρυτίδες στο πρόσωπο μοιάζουν να βαθαίνουν λίγο πιο πολύ. Στα πενήντα οκτώ του χρόνια πια, είναι κάποιος που έχει ζήσει πολλά και έχει μάθει και χάσει πολλά. Κι έχει χαρεί επίσης. Όλες του οι εμπειρίες είναι χαραγμένες λες στο πρόσωπό του. Τα βαθιά γαλάζια του μάτια είναι ανήσυχα. Το βλέμμα του πότε σκοτεινιάζει, πότε θολώνει. Τα φουντωτά γκρίζα του μαλλιά και το μουστάκι, λες κι αντανακλούν τη μέσα του φουρτούνα.
"Δεν μπορείς να ησυχάσεις, ε;" Μια φωνή τον βγάζει απ' το τριπάκι του. Στρέφει το βλέμμα προς την πηγή της για ν' αντικρίσει το γαλήνιο αντίστοιχο της κοπέλας που είναι το δεξί του χέρι τα τελευταία χρόνια.  Στα τριάντα της η Ντίνα Αυγουστή, κατέχει ήδη τη θέση της αναπληρωτού λοχία και μάλλον δεν θα αργήσει να πάρει και νέα προαγωγή, αφού αποτελεί το λαμπερό νέο πρόσωπο της Κυπριακής Αστυνομίας, και όχι άδικα.
"Τι έχουμε, Ντίνα;"
Δεν του απαντά αμέσως. Το μελένιο της βλέμμα διαβάζει το δικό του. Ξέρει τι θέλει να ακούσει το αφεντικό της, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να του το πει. Καθώς τον πλησιάζει, εκείνος την παρατηρεί. Είναι λίγο πιο κοντή από κείνον, αλλά σχεδόν το ίδιο επιβλητική. Τα μαλλιά της κομμένα στο ύψος του ώμου, είναι κορακίσια μαύρα. Και το κορμί καλογυμνασμένο, κι ας μη φαίνεται κάτω απ' τη στολή.
Πηγαίνει και κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του αφεντικού της, κι αυτός θέλοντας και μη ακολουθεί το παράδειγμά της.
Πάντα μπορούσαν και επικοινωνούσαν με τις σιωπές αυτοί οι δυο, ακόμη κι όταν είχαν να ανακρίνουν κάποιον ή ήταν αναγκασμένοι να παρακαθίσουν σε συζητήσεις πάσης φύσεως με τους από πάνω. Εκείνος ήταν πονηρός και συνήθως έπαιρνε αυτό που ζητούσε. Εκείνη ήταν φωτιά και πάντα έβρισκε τον τρόπο να παρακάμψει τα εμπόδια που άλλοι έβαζαν στο δρόμο του.
Μοιάζει ήρεμος τώρα. Λες και η παρουσία και μόνο της σιωπηλής κοπέλας είναι αρκετή για να τον βγάλει απ' τη φουσκοθαλασσιά των σκέψεων του.
"Τι έχουμε, Ντίνα;" τη ρωτά ξανά, με μια τρυφερότητα στο βλέμμα.
"Όχι κάτι το ιδιαίτερο", του απαντά, "και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είμαι εδώ".
"Μίλα".
"Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με την υπόθεση του Μαγιέρη".
Ο Χοντρός, κατά κόσμο Πέτρος Ιωάννου, σηκώνεται από την καρέκλα, πηγαίνει και κλείνει την πόρτα του γραφείου του, κι επιστρέφει στη θέση του. Δεν θέλει άλλον κανέναν να ακούσει τι έχει να του πει η κοπέλα. Όχι πώς δεν εμπιστεύεται τη γραμματέα του, το Χριστινιώ όπως την αποκαλεί, αλλά είναι από τη φύση του προσεκτικός. Η Ντίνα, ο Τεκ και η Αγγέλα, είναι η αγία τριάδα του στην αστυνομία. Μονάχα αυτούς τους τρεις εμπιστεύεται απόλυτα στο σώμα. Εκτός σώματος για αστυνομικά θέματα συζητά μόνο με την κόρη του τη Μαργαρίτα, που εδώ και ενάμιση χρόνο παριστάνει, με επιτυχία μάλιστα την ιδιωτική ντετέκτιβ.
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα", ομολογεί στην Ντίνα. "Λες και κάποιοι προσπαθούν να μας κρατήσουν με το ζόρι εκτός παιχνιδιού".
Ο Νικόλας Μαγιέρης είναι ο υπουργός δικαιοσύνης. Ανέλαβε το υπουργείο πριν από ένα περίπου χρόνο, υποσχόμενος πράματα και θαύματα. Κι η αλήθεια είναι ότι δεν τα πάει και πολύ άσχημα μέχρι τώρα. Προχώρησε ήδη σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, σε αναδιαρθρώσεις σχημάτων και γενικές μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα έλεγε κανείς ότι έχει αφήσει το σημάδι του κιόλας. Αλλά θα το άφηνε, ο Χοντρός δεν είχε καμιά αμφιβολία γι' αυτό, αφού ο τελευταίος τον διάβασε σαν ανοικτό βιβλίο την πρώτη φορά που τον συνάντησε - πιο φιλόδοξο πολιτικό δεν είδε ποτέ στη ζωή του.
"Η περιέργεια με τρώει. Γιατί δεν μας κάλεσαν να βοηθήσουμε; Όταν χρειάζονταν τη βοήθειά μας για αναβάθμιση των ηλεκτρονικών συστημάτων, μας κτύπησαν την πόρτα. Όταν τα βρήκαν σκούρα με την κατά συρροή δολοφόνο, μας έδωσαν το ελεύθερο να δράσουμε όπως θέλουμε. Το ίδιο και με την υπόθεση των εξαφανίσεων στην Κακοπετριά και τη δολοφονία του Χριστάκη. Ενώ τώρα…"
"Μας θέλουν μακριά κι αγαπημένους", συμπληρώνει την ανείπωτη σκέψη της κοπέλας.
Ο Χριστάκης ήταν ο καλύτερος φίλος και κουμπάρος του Χοντρού, και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον αφήσουν να διερευνήσει τη δολοφονία του δεκαοκτώ μήνες πριν.
"Απλά θέλω να ξέρω ποιος βρίσκεται πίσω απ' αυτό το μπλόκο. Ο μόνος που μπορώ να σκεφτώ είναι ο ίδιος ο υπουργός, αλλά γιατί να το κάνει αυτό;"
"Με τους πολιτικούς δεν βγάζει κανείς άκρη, Ντίνα. Τέλος πάντων, έχουμε καμιά εξέλιξη στις άλλες υποθέσεις μας αυτές τις μέρες;"
"Όλα είναι υπό έλεγχο. Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες διαρρήξεις στο κέντρο της Λευκωσίας, έχουμε μαζέψει αρκετά στοιχεία και πολύ πιθανόν να έχουμε και μία σύλληψη μέχρι το βράδυ. Οι διαρρήκτες ήταν δύο, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θα αργήσουμε να βρούμε και τον δεύτερο αφού, ως γνωστό, οι ντόπιοι μικροεγκληματίες άμα φτάσουν και συλληφθούν, δεν διστάζουν και πολύ προτού μας σερβίρουν στο πιάτο τα ονόματα των συνεργών τους. Η Αγγέλα, κυνηγά στα μουλωχτά φυσικά, το θέμα της κατ' επανάληψη εξαφάνισης κοριτσιών που βρίσκονται υπό την επιτήρηση των κοινωνικών υπηρεσιών, κι ο Τεκ εξακολουθεί να παρακολουθεί διακριτικά τον Πιγκουίνο και τους εκλεκτούς του φίλους, ενώ βοηθάει, ως συνήθως, και με όλα τα υπόλοιπα".
"Ωραία. Αν δεν έχεις κάτι άλλο να αναφέρεις, στείλε μου τον μέσα. Τον θέλω να με βοηθήσει με κάτι". Της κλείνει το μάτι κι η κοπέλα καταλαβαίνει τι θέλει να της πει. Χαμογελά. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 14



Μισή ώρα μόνο διήρκησε η συνάντηση του και της Ντίνας με τον γενικό διευθυντή του υπουργείου δικαιοσύνης και τώρα καθώς εξέρχονται από το κτήριο στη Λεωφόρο Αθαλάσσης, η τελευταία ενεργοποιεί ξανά το κινητό της και βλέπει ότι έχει μια χαμένη κλήση από τον Τεκ. Τον καλεί.
"Πες μου".
"Είσαι με το αφεντικό;"
"Ναι".
"Βάλε το μεγάφωνο, αν είστε μόνοι".
"ΟΚ. Λέγε".
"Εντόπισα ένα από τα τηλέφωνα του Χριστάκη. Είναι ενεργοποιημένο σε μια γωνιά της Παλιάς Λευκωσίας, πολύ κοντά στην Οδό Αξιοθέας. Σού στέλνω οδηγίες στο κινητό αν θα πάτε εσείς εκεί. Πέστε μου αν θέλετε να στείλω κάποιον άλλο".
"Θα πάμε εμείς", απαντά εκείνος. "Έμαθες τίποτ' άλλο;"
"Έχω πάρει επιτέλους τα στοιχεία απ' τις τράπεζες. Χρωστούσε κοντά μισό εκατομμύριο ευρώ ο Χριστάκης, αλλά η ακίνητή του περιουσία τα κάλυπτε και με το παραπάνω, αν αποφάσιζε να πουλήσει…"
"Καλά. Καλά. Μού τα λες όλα όταν έρθω. Κάποιο νέο σχετικά με τον Πιγκουίνο;"
"Σχετικά μ' αυτόν όχι, τουλάχιστον όχι άμεσα. Αλλά για κάποιο λόγο το κινητό του Ιωσήφ πήγε ένα ταξιδάκι μέχρι το αεροδρόμιο της Λάρνακας και μόλις τώρα επέστρεψε στη Λευκωσία. Προσπαθώ ν' ανακαλύψω μέσα από τις κάμερες τι έκανε εκεί".
"Χμ!"
"Όβερ;"
"Όβερ".
Τώρα περπατούν οι δυο τους σιωπηλοί προς το αυτοκίνητο της Ντίνας το οποίο στάθμευσε στην άκρη ενός δρόμου πίσω από το υπουργείο. Η ζέστη έχει γίνει πια αφόρητη κι ο Ιωάννου νιώθει τον ιδρώτα να τρέχει ρυάκι στην πλάτη του.
"Εσύ του είπες για τα κινητά;"
"Ναι", του απάντησε η κοπέλα.
"Αυτή είναι η δεύτερη φορά σήμερα που ξεχνώ να κάνω κάτι ή η τρίτη; Δε θυμάμαι".
"Φταίει η υπόθεση που είναι προσωπική και σου θολώνει το μυαλό. Στα χρόνια που σε ξέρω πρώτη φορά συμβαίνει αυτό. Θα περάσει".
"Αναρωτιέμαι τι σκαρώνει ο Πιγκουίνος. Αν όντως έχει στο μάτι την Παγίδα δε θα έχανε χρόνο του υποδεχόμενος επισκέπτες. Εκτός κι αν ο επισκέπτης είναι συνεργάτης. Τότε πρέπει να μάθουμε οπωσδήποτε ποιος είναι. Όπως ξέρεις, δεν πιστεύω στις συμπτώσεις".
"Θα μάθουμε. Ο Τεκ θα τον βρει όποιος κι αν είναι. Όμως… Ξέρεις τι; Θυμάσαι τον δικαστή; Εκείνον που σου χρωστά δυο-τρεις χάρες; Τι θα έλεγε αν του ζητούσαμε να εκδώσει κάποιο ένταλμα για παρακολούθηση του Πιγκουίνου και του Ιωσήφ; Έχουμε στοιχεία που τους εμπλέκουν με την υπόθεση. Δεν είναι και πολλά, αλλά στο παρελθόν καταφέραμε να βγάλουμε εντάλματα και με λιγότερα".
"Αξίζει τον κόπο όμως να χαραμίσουμε αυτή τη χάρη τώρα;"
Φτάνουν στο αυτοκίνητο της Ντίνας και μπαίνουν μέσα. Η τελευταία βάζει τον κλιματισμό στο φουλ για να δροσιστούν λίγο και μια στιγμή αργότερα το ξεκινά και βάζει πλώρη για την περιοχή του Τακτακαλά. Έχει ήδη στο κινητό της το χάρτη που θα την οδηγήσει στην σχεδόν ακριβή τοποθεσία όπου βρίσκεται το κινητό του Χριστάκη.
"Πώς και δε βρήκε πιο νωρίς το κινητό;" τη ρωτά, διακόπτοντας τη σιωπή.
"Μάλλον θα ήταν κλειστό. Όποιος και να το πήρε το άνοιξε τώρα και γι' αυτό μπόρεσε να το εντοπίσει".
"Καλώς".
Σκέφτεται και σκέφτεται εκείνος. Να ζητήσει τη χάρη ή όχι. Ο Χριστάκης ήταν φίλος του, αλλά - αλλά δεν του αρέσει να ζητά χάρες. Μα, ο Χριστάκης ήταν φίλος του. Το αποφασίζει. Παίρνει τηλέφωνο την Αγγέλα.
"Βρες το δικαστή και ζήτα του να βγάλει εντάλματα παρακολούθησης για τον Πιγκουίνο και τον Ιωσήφ", της λέει με το που απαντά. "Εσύ έχεις τίποτα να μού πεις;"
"Έχω τον Ιωσήφ στο βίντεο κοντά στον τόπο του εγκλήματος. Και μελετώ τα πάντα σχετικά με τον Χριστάκη μαζί με τον Τεκ. Έχω κάποιες ερωτήσεις να σου κάνω όταν βρεις το χρόνο. Καλά;"
"Καλά".
Ενημερώνει την Ντίνα για την τελευταία εξέλιξη. Εκείνη δεν απαντά. Αλλάζει θέμα.
"Με τον Τεκ τι θα κάνεις;"
Η κίνηση στο δρόμο είναι αραιή αυτή την ώρα, αλλά η Ντίνα τους οδηγεί στον προορισμό τους από διάφορα στενά και παράδρομους, που κάνουν τη διαδρομή μακρύτερη αλλά τη διάρκειά της συντομότερη αφού αποφεύγουν ένα σωρό φανάρια. Εκείνος το σκέφτεται πολύ προτού της απαντήσει, αφού η αλήθεια είναι ότι δεν είναι σίγουρος για το τι θα της πει. Μια λύση υπάρχει μόνο τελικά, σκέφτεται και της τη λέει.
"Θα τον αφήσω αυτόν ν' αποφασίσει".
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα".
Η συνάντηση με τον διευθυντή είχε λίγο-πολύ σα θέμα της αποκλειστικά και μόνο τον Τεκ. Ο πρώτος, κατόπιν εισήγησης του Σωτηρίου, ζήτησε από τον Ιωάννου να δανείσει τον χάκερ του τμήματός του σ' ολόκληρο το αστυνομικό σώμα. Ούτε κάτι λιγότερο, ούτε κάτι περισσότερο. Τον ήθελαν να εκσυγχρονίσει τα ηλεκτρονικά δίκτυα όλων των τμημάτων ανά την Κύπρο, κάτι που θα του έπαιρνε αρκετό καιρό. Εκείνος θα του έδινε το δικαίωμα ν' αποφασίσει κατά πόσο ήθελε να το κάνει ή όχι, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι εκτιμούσε πολύ τις δυνατότητές του και τον ήθελε στο τμήμα του συνεχώς, κι ο δεύτερος ότι από τον καιρό που τον προσέλαβε, δεκατρείς μήνες πριν, δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να πάρει ανάσα. Δούλευε ασταμάτητα, μερικές φορές μέχρι και δεκαέξι ώρες την ημέρα, πολλές φορές και τις Κυριακές. Έπρεπε να ξεκουραστεί. Όπως και νάχει, η απόφαση τώρα είναι δική του.
Φτάνουν στον προορισμό τους και η Ντίνα σταθμεύει το Χόντα της μπροστά από ένα από τα πιο γνωστά μεζεδοπωλεία της πόλης, που αυτή την ώρα είναι κλειστό. Η ώρα έχει πάει δώδεκα παρά είκοσι το μεσημέρι.
Βγαίνουν από το αμάξι και αρχίζουν να περπατούν προς την κατεύθυνση των κατεχομένων. Όταν φτάνουν στο αδιέξοδο στρίβουν αριστερά και εισέρχονται στο στενό λιθόστρωτο δρομάκι που θα τους οδηγήσει στην Οδό Αξιοθέας. Όταν φτάνουν εκεί στρίβουν και πάλι αριστερά και μια στιγμή μετά πράττουν ξανά το ίδιο. Τώρα στέκονται μπροστά από δύο εγκαταλειμμένα και παρατημένα εδώ και χρόνια στη μοίρα τους κτήρια.
"Σύμφωνα με τις οδηγίες του Τεκ το κινητό είναι κάπου εδώ".
Εκείνος ψάχνει, σιγά-σιγά, όπως πάντα, τους αριθμούς του Χριστάκη στις επαφές του κι αρχίζει να παίρνει τηλέφωνα. Την τρίτη φορά στέκονται τυχεροί. Ακούν το κινητό να χτυπά, κάπου εκεί κοντά. Μετά από ένα μόλις λεπτό, το ανακαλύπτουν κρυμμένο ανάμεσα σε κάτι μπάζα. Και βρίσκουν και κάτι άλλο. Αποτυπώματα παπουτσιών στο χώμα, μάλλον από δύο ή τρία διαφορετικά άτομα. Η Ντίνα καλεί την ομάδα σήμανσης, προτού φορέσει ένα ζευγάρι γάντια και πάρει το κινητό στα χέρια της. Προσπαθεί να το ανοίξει αλλά έχει κωδικό προστασίας. Θα το πάει στον Τεκ.
Μια και είναι ήδη εκεί αποφασίζουν να ρίξουν μια ματιά τριγύρω. Ανακαλύπτουν στοίβες από χαρτιά, σκεπασμένα κάτω από στρώματα σκόνης, παλιά ξύλινα έπιπλα σκοροφαγωμένα, παμπάλαια διαφημιστικά φυλλάδια που διαφημίζουν το Γάλα Βλάχας, μπύρες κι αναψυκτικά. Τίποτα το χρήσιμο.
Μια και είναι αναγκασμένοι να περιμένουν εκεί μέχρι να φτάσουν οι της σήμανσης, οι οποίοι θα πρέπει να πάρουν και τα δικά τους αποτύπωμα παπουτσιών για ευνόητους λόγους, η Ντίνα αρχίζει να μελετά τα στοιχεία που έχουν μαζωχτεί στη διάρκεια αυτού του μεγάλου πρωινού στο κινητό της. Κοιτά τις φωτογραφίες, μελετά τα έγγραφα, περπατά στον τόπο του εγκλήματος για μια ακόμη φορά, έστω και νοητικά. Σκέφτεται κάτι.
Βγάζει το κινητό απ' το πλαστικό σακούλι, στο οποίο το είχε τοποθετήσει λίγες στιγμές πριν και ανοίγει το καπάκι του.
"Αχά", λέει ικανοποιημένη. "Πόσους αριθμούς του Χριστάκη είδες στο κινητό σου; Τρεις ή τέσσερις;"
"Τέσσερις. Ο ένας είναι αυτός της κάρτας που έχει λήξει".
"Άρα μας λείπει μία συσκευή. Αυτή εδώ παίρνει δυο κάρτες. Και για να χρειάζεται κωδικό πρόσβασης μάλλον αυτή ήταν που χρησιμοποιούσε για τη δουλειά του. Έχω μια υποψία".
"Μίλα".
"Η κοπέλα που ανακάλυψε το πτώμα…"
"Κατάλαβα. Αυτό μας έκρυβε".
Υπολόγιζε ν' αρχίσει να ανακρίνει το προσωπικό της Παγίδας, αργά το απόγευμα, μετά τις συναντήσεις του με τις πρώην συζύγους του θύματος, αλλά αποφάσισε να κάνει γι' αυτή την κοπέλα και μόνο την εξαίρεση. Θα την καλούσε αμέσως να τον επισκεφθεί στο τμήμα. Δε θα της έδινε την ευκαιρία να σκεφτεί με καθαρό μυαλό τι είχε κάνει και ν' αλλάξει γνώμη.
"Πάρ' την τηλέφωνο και πες της να έρθει στο τμήμα σε μισή ώρα".
Καθώς η Ντίνα κάνει την κλήση, καταφθάνει και η ομάδα σήμανσης. Τους εξηγά εκείνος τα καθέκαστα, δίνουν και οι δύο τα αποτυπώματά τους και αποχωρούν.
"Με ρώτησε αν είναι ανάγκη να 'ρθει με το δικηγόρο της και της είπα όχι".
"Καλά έκανες".

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 13



Ο Πιγκουίνος δεν μπορεί να κοιμηθεί από την υπερένταση, αλλά κι επειδή αναμένει νέα τόσο από τον Ιωσήφ, όσο κι από κάποιους άλλους συνεργάτες του.
Τα πράγματα τελικά είναι πιο περίπλοκα απ' ό,τι ανέμενε, αφού η διαχείριση της περιουσίας του Χριστάκη, από τη στιγμή που δεν είχε γονείς, αδέλφια ή σύζυγο, θα περνούσε στα χέρια της μιας του κόρης και της μητέρας της δεύτερης. Θα τα 'βρισκαν άραγε οι δύο μεταξύ τους ή όχι; Κι αν δεν τα έβρισκαν, τότε τι θα συνέβαινε;
Δοκίμασε να πάρει τηλέφωνο τον δικηγόρο του, ώστε να κανονίσουν κατεπειγόντως μία συνάντηση για να συζητήσουν τα πιο πάνω αλλά εκείνος δεν απάντησε, κι όπως τον πληροφόρησαν απ' το γραφείο του μετά ήταν στο δικαστήριο για μια υπόθεση, αλλά θα του έλεγαν να του τηλεφωνήσει με την πρώτη ευκαιρία.
Ο Ιωσήφ από την άλλη του έδωσε ήδη αναφορά για το τι παρατήρησε στο δρόμο μπροστά από τη σκηνή του εγκλήματος, προτού αναχωρήσει για τη Λάρνακα, για να υποδεχτεί έναν απρόσκλητο επισκέπτη, ο οποίος στο τέλος της ημέρας ίσως να τους φαίνονταν και χρήσιμος. Τόσο χρήσιμος, που ο ύπνος του πρώτου μπορούσε να μπει στην αναμονή.
Για δες μέρα που βρήκε μέρα να μας επισκεφθεί κι ο Ροντεόν, σκέφτεται τώρα και χαμογελά σχεδόν σαρκαστικά, ξαπλωμένος καθώς βρίσκεται στον καναπέ του γραφείου του. Ο τελευταίος του τηλεφώνησε πριν μία μόλις ώρα για να του πει ότι ερχόταν. Ετοιμαζόταν ήδη να επιβιβαστεί στη πτήση που θα τον μετέφερε απ' το Τελ Αβίβ στη Λάρνακα όταν το έκανε.
Ο Πιγκουίνος και ο Ροντεόν έχουν μεγάλη ιστορία πίσω τους. Γνωρίστηκαν πριν από είκοσι χρόνια όταν ο δεύτερος άρχισε να προμηθεύει τον πρώτο με κορίτσια από την πρώην ανατολική Ευρώπη. Οι σχέσεις τους ήταν πάντοτε καλές, αλλά δε θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει φίλους, αφού και οι δύο θεωρούσαν τη φιλία μια πολυτέλεια που δεν μπορούσαν να έχουν. Οι φίλοι κάνουν τις άμυνες να πέφτουν, κι όταν οι άμυνες πέφτουν τα πράγματα τείνουν να ξεφεύγουν απ' τα προκαθορισμένα πλαίσια.
Είναι έντεκα και δέκα το πρωί τώρα η ώρα. Για πόσο θα είναι αναγκασμένος να παραμένει εκεί και να περιμένει; Ίσως για ακόμη μισή ώρα; Αν ο Ροντεόν θέλει να τον συναντήσει αμέσως, δεν μπορεί να του χαλάσει το χατίρι. Αλλά ακόμη κι αν δε θέλει δεν μπορεί να πάει για ύπνο προτού…
Η σκέψη του μένει στη μέση. Τη διακόπτουν οι κραυγές κάποιου που νομίζει ότι τραγουδά, ο ήχος ειδοποίησης δηλαδή, του κινητού του τηλεφώνου. Κοιτάει το όνομα. Ένας από τους μπάτσους του. Ακούει τι έχει να πει, τον ευχαριστεί και του το κλείνει. Ο Χοντρός είναι στο υπουργείο για συζητήσεις ήταν η πληροφορία - μια πληροφορία περιττή, τουλάχιστον για την ώρα.
Το τηλέφωνο κτυπά ξανά. Αυτή τη φορά είναι ο δικηγόρος του. Του εξηγεί περιληπτικά το θέμα που τον απασχολεί κι εκείνος τού λέει ότι θα δει τι μπορεί να μάθει και θα τον ενημερώσει.
Όταν κλείνουν σηκώνεται απ' τον καναπέ και κατευθύνεται προς τη μικρή κουζινούλα, όπου εκτός των άλλων συνηθίζει να κρατά κάποια είδη πρώτης ανάγκης, όπως οδοντόβουρτσα και ξυριστικά. Πρέπει να ετοιμαστεί για να υποδεχτεί τον Ροντεόν είτε πάει κατευθείαν εκεί είτε όχι.
Στις έντεκα και τριάντα πέντε τον βλέπει να μπαίνει στο γραφείο, έχοντας σα σκιά του τον Ιωσήφ και το σωματοφύλακά του. Κάνουν νόημα και στους δύο να αποχωρήσουν. Τους παρακολουθούν από τις κάμερες καθώς κατεβαίνουν τα σκαλιά προς το καμπαρέ, που βρίσκεται ακριβώς από κάτω.
Κάθονται σιωπηλοί και για καμπόση ώρα παρατηρεί ο ένας τον άλλο. Ο Ροντεόν είναι ένας ψηλός και πολύ εύσωμος ρουμάνος, ακαθόριστης ηλικίας. Είναι μεταξύ πενήντα και εξήντα χρόνων, με βαθιά πράσινα μάτια που δείχνουν μόνιμα σε εγρήγορση. Το όλο παρουσιαστικό του θυμίζει κάποιον που είναι πάντα βαριεστημένος, αλλά όταν πιει καμπόση βότκα τότε χαλαρώνει και αρχίζει τα τραγούδια και τους χορούς και συνηθίζει να γελά τρανταχτά.
Ξόδεψαν πολλές νύχτες γλεντοκοπώντας οι δυο τους και καταστρώνοντας σχέδια. Ο Πιγκουίνος, στο πέρασμα του χρόνου, έμαθε όλες τις ιδιοτροπίες του, έτσι αν και η περιέργεια τον τρώει, δεν του απευθύνει το λόγο. Είτε θα ανοίξει εκείνος την κουβέντα ή θα παραμείνουν σιωπηλοί.
"Άκουσα για τον Χριστάκη", του λέει τελικά εκείνος σε σπασμένα αγγλικά.
Εκείνος δεν παραξενεύεται, αλλά για λόγους, ας πούμε ευγενείας, αποφασίζει να τον ρωτήσει κάτι.
"Μα πότε πρόλαβες;"
"Έχω τις πηγές μου".
"Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω τι ήταν για σένα ο Χριστάκης;"
"Παλιός γνωστός και πρώην άντρας της πρώην γυναίκας μου".
"Ποιας;"
"Της Φουνάρ. Εγώ τους σύστησα".
"Δεν ξέρω τις γυναίκες του. Να υποθέσω ότι ήταν η πρώτη;"
"Ναι".
"Γι' αυτό ήρθες εσπευσμένα στην Κύπρο; Δε νομίζω…"
"Δίκιο έχεις. Ήρθα επειδή εδώ και καιρό σκέφτομαι να μεταφέρω κάποιες από τις επιχειρήσεις μου στο νησί και το μαγαζί του μακαρίτη θα ήταν μια καλή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσα να κτίσω".
"Το θέλω κι εγώ".
"Το μάντεψα. Γι' αυτό βιάστηκα μόλις άκουσα τα νέα να μπω στο αεροπλάνο και να 'ρθω. Θα ήθελα να συνεργαστούμε. Το ξέρω ότι σαν κύπριος κρατάς τα περισσότερα χαρτιά, αλλά εγώ κρατώ τα καλύτερα. Με την πρώην μου διατηρούμε πολύ καλή σχέση, κι εγώ είμαι αυτός που τουλάχιστον σε ό,τι αφορά πολλές χώρες της ανατολικής Ευρώπης μπορώ να κάνω πράγματα να συμβούν. Ωστόσο, δε θέλω να σε αδικήσω, αφού είμαστε συνεργάτες εδώ και χρόνια. Οπότε σου δίνω το λόγο μου ότι δε θα βγεις ζημιωμένος απ' αυτή την σύμπραξη".
Ο λόγος του άντρα αυτού είναι συμβόλαιο και το ξέρει ο Πιγκουίνος. Κι αν έχει όντως καλές σχέσεις με την πρώην γυναίκα του τότε πολύ πιθανόν η Παγίδα να περάσει στα χέρια τους. Και αν μεταφέρει και κάποιες απ' τις άλλες δουλειές του στην Κύπρο, όπως είπε, τότε αυτός θα έχει πολλά να κερδίσει. Ωστόσο, αν και πολύ του αρέσουν όλ' αυτά, οι συμβάσεις απαιτούν να παίξει κάπως τον δύσκολο, έτσι παριστάνει ότι σκέφτεται τα πράγματα στο κεφάλι του για πολλή ώρα. Και μετά σηκώνεται και πηγαίνει προς τον Ροντεόν, στον οποίο τείνει το χέρι για χειραψία.
"Συνέταιροι", λένε και οι δύο ταυτόχρονα και χαμογελούν. Ο ένας πλατιά κι άλλος σχεδόν μέσα από τα δόντια του.
"Θ' αναχωρήσω και πάλι για Ισραήλ σήμερα, αφού έχω μια σημαντική συνάντηση απόψε στο Τελ Αβίβ, αλλά θα επιστρέψω αύριο. Αν μπορείς κανόνισε εσύ τις συναντήσεις ανάμεσα στους δικηγόρους μας για τα σχετικά. Θ' αφήσω έναν άνθρωπό μου εδώ αν χρειαστείς κάτι και μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο όποτε θες. Εντάξει;"
"Εντάξει".
Ο Ροντεόν του δίνει ένα κομμάτι χαρτί με όλα τα σχετικά στοιχεία κι αναχωρεί. Το πρωινό αυτό δε θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερο απ' ό,τι ήδη είναι για τον Πιγκουίνο.

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

Thomas Harris – The Silence of the Lambs

Για μια ακόμη φορά μπορώ να πω ότι η ταινία δεν αδίκησε τη «Σιωπή των Αμνών» του Τόμας Χάρρις, αλλά αντίθετα ανέδειξε τα δυνατά στοιχεία της στοιχεία.
Η υπόθεση λίγο-πολύ γνωστή απ’ την ταινία: Ένας κατά συρροή δολοφόνος σκορπά τον πανικό απάγοντας και δολοφονώντας γυναίκες και οι διωκτικές αρχές, που δέχονται ασφυκτική πίεση από τον τύπο και τους πολιτικούς, μοιάζουν να βρίσκονται σ’ αδιέξοδο. Κανείς απ’ τους ειδικούς δε φαίνεται ικανός να μπει στο μυαλό του δολοφόνου και να προβλέψει την επόμενη κίνησή του, έτσι όλα μοιάζουν χαμένα. Ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει στη σύλληψή του είναι ο Δρ. Χάνιμπαλ Λέκτερ, που κρατείται κάτω από υψηλά μέτρα ασφαλείας σε μια ψυχιατρική κλινική. Πώς να τον πείσουν, όμως, να τους μιλήσει; Ο Τζακ Κρώφορντ, που γνωρίσαμε από το προηγούμενο βιβλίο του Χάρρις, τον «Κόκκινο Δράκο», επιστρατεύει μια τελειόφοιτο της ακαδημίας του Εφ Μπι Άι, ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό.
Η Κλαρίς Στάρλινγκ, που υποδύθηκε με επιτυχία στην ταινία η Τζόντι Φόστερ, είναι μια λαμπρή φοιτήτρια, που θέλει όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο να επιτύχει και να μπει στο Σώμα, έτσι με που την καλεί ο Κρώφορντ, πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά, αλλά και σ’ ένα ταξίδι που θα την οδηγήσει στις σκοτεινές πλευρές της ψυχής και την αυτογνωσία. Ο Λέκτερ, που τη βασανίζει και τη συμπαθεί, της δείχνει με τον τρόπο του το δρόμο προς τη λύση του μυστηρίου.
Τα πράγματα, ωστόσο, περιπλέκονται, όταν ο δολοφόνος απαγάγει την κόρη μιας πανίσχυρης πολιτικού, με αποτέλεσμα ο Κρώφορντ να εξοστρακιστεί από την πρώτη γραμμή της έρευνας. Τώρα η Στάρλινγκ πρέπει είτε να υπακούσει τις εντολές των ανωτέρων της και να επιστρέψει στην ακαδημία ή να ακολουθήσει το ένστικτό της και, με τη βοήθεια και ανοχή του «προστάτη» της, να συνεχίσει να διερευνά την υπόθεση, βάζοντας προς το παρόν στον πάγο τα όνειρά της για καριέρα. Το δίλημμά της μεγάλο, αλλά κι η επιλογή που προβάλλει μπροστά της ξεκάθαρη.
Η «Σιωπή των Αμνών» είναι ένα καλογραμμένο, αλλά κάπως φλύαρο θρίλερ, που ίσως στα ίσως ενός άλλου συγγραφέα είχε καλύτερη τύχη. Ο Χάρρις, έχοντας την ευλογία να χειρίζεται ένα αβανταδόρικο χαρακτήρα, όπως του Λέκτερ, θα μπορούσε να γράψει ένα από εκείνα τα βιβλία που αφήνουν εποχή, τόσο με τη θεματολογία τους όσο και με τα πάθη των ηρώων τους. Αντί αυτού, όμως, τον προσεγγίζει μάλλον επιφανειακά, αποτυγχάνοντας να διεισδύσει εις βάθος στης ψυχής του τα σκοτάδια.
Απ’ τη δική τους πλευρά οι συντελεστές της ταινίας απομόνωσαν μ’ επιτυχία τα σημεία εκείνα που έκαναν το βιβλίο να ξεχωρίζει και τα ανέδειξαν με τρόπο κινηματογραφικά μοναδικό.
Την αίσθηση του ανεκπλήρωτου μού άφησε η ανάγνωση αυτού του έργου.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Thomas Harris – Red Dragon

Ο «Κόκκινος Δράκος» του Τόμας Χάρρις έγινε γνωστός μετά την επιτυχία που σημείωσε «Η σιωπή των αμνών». Λόγω του ότι σαν ταινία κυκλοφόρησε πρώτα το τελευταίο, πολλοί θεώρησαν ότι σ’ αυτό το βιβλίο ήταν που έκανε την πρώτη του εμφάνιση ο περιβόητος Χάνιμπαλ Λέκτερ, κάτι που ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο γνωστός ιδιοφυής κανίβαλος της λογοτεχνίας και της μεγάλης οθόνης έκανε το ντεμπούτο του στον ανά χείρας τόμο.
Το βιβλίο αυτό καταπιάνεται με τα έργα και τις ημέρες ενός κατά συρροή δολοφόνου, που στη διάρκεια δύο μηνών ξεκληρίζει δύο ολόκληρες οικογένειες. Οι διωκτικές αρχές είναι σίγουρες ότι θα κτυπήσει ξανά πριν την επόμενη πανσέληνο και, βρισκόμενες σε αδιέξοδο, ζητούν τη βοήθεια ενός ντετέκτιβ που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση.
Ο Γουίλ Γκράχαμ ήταν εκείνος που συνέλαβε τον Λέκτερ και τώρα καλείται να τα βάλει με το «θαυμαστή» του, τον οποίο οι μπάτσοι βαφτίζουν «Νεράιδα των δοντιών» -λόγω του ότι άφησε το αποτύπωμα των δοντιών του σ’ ένα θύμα- αν και ο ίδιος, όπως θα τους αποκαλύψει με μακάβριο τρόπο, προτιμά να τον αποκαλούν Κόκκινο Δράκο.
Καθώς ο χρόνος κυλά αμείλικτα και το φονικό σε αναμονή όλο και πλησιάζει, ο Γκράχαμ προσπαθεί να εισβάλει στην ψυχή του εγκληματία, να τον κατανοήσει, να μαντέψει τα κίνητρά του και να βρει τις αδυναμίες του, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού ώρες-ώρες νιώθει σαν κυνηγός φαντασμάτων.
Ο ντετέκτιβ και ο εγκληματίας μοιάζουν σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και σε κάποια ανύποπτη στιγμή ο τελευταίος το αντιλαμβάνεται αυτό, καθώς νιώθει σίγουρος ότι ο διώκτης του σκέφτεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται αυτός. Μοιάζει επίσης να ξέρει ότι ο Γκράχαμ γνωρίζει πως η κινητήριος δύναμη πίσω από τις πράξεις του είναι ο φόβος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο ντετέκτιβ κάποια στιγμή λέει: «Ο φόβος έρχεται με τη φαντασία. Είναι η τιμωρία, είναι το τίμημα της φαντασίας.»
Ο «Κόκκινος Δράκος» δεν είναι τόσο ένα μυθιστόρημα καταδίωξης όσο ένα ψυχολογικό θρίλερ, καθώς στη διάρκεια της ανάγνωσης καταδυόμαστε στα βάθη των ψυχών των ηρώων, μαθαίνουμε τα πιο κρυφά κι οδυνηρά τους μυστικά, και καταλαβαίνουμε ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις μόνο οι «εκλεκτικές συγγένειες» μπορούν να προλάβουν την καταστροφή.
Η μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη κρίνεται επιτυχημένη, αφού το κείμενο δεν αφήνει περιθώρια για σκηνοθετικές ακροβασίες. Με τα σημερινά δεδομένα ίσως να μοιάζει κάπως ξεπερασμένο, αλλά η συγγραφική μαστοριά του Χάρρις το κάνει να κρατά κάποια απ’ τη γοητεία του στο πέρασμα του χρόνου.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

David Baldacci – The Simple Truth

Αυτό είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα του επιτυχημένου συγγραφέα.

Είναι η ιστορία του Τζον Φισκ, ενός δικηγόρου του οποίου ο αδελφός βρίσκεται στυγνά δολοφονημένος, και του Ρούφους Χαρμς, κάποιου που ξόδεψε είκοσι πέντε χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που διέπραξε εν αγνοία του.

Όλα αρχίζουν όταν ο Χαρμς λαμβάνει ένα γράμμα από το στρατό, που ξαφνικά ρίχνει φως στα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης του, κάνοντάς τον να αντιληφθεί ότι για το φονικό που διέπραξε δεν έφερε ο ίδιος την ευθύνη, αλλά κάποια σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Με τα νέα δεδομένα στην κατοχή του καλεί το δικηγόρο του και του ζητά να καταχωρήσει έφεση σχετικά με την υπόθεσή του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο τελευταίος εσωκλείει σ’ ένα φάκελο τα στοιχεία και τα αποστέλλει στον προορισμό τους, αν και αμφιβάλλει κατά πόσο θα βρούνε το δρόμο τους προς τη δικαιοσύνη, αφού αυτά εμπλέκουν στη δολοφονία διάφορα σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής, στρατιωτικής και αστυνομικής σκηνής.

Ο φάκελος φτάνει στα χέρια του Μάικλ Φισκ, που δουλεύει στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο οποίος αντιλαμβανόμενος το μέγεθος και τη σοβαρότητα της υπόθεσης αποφασίζει να τη διερευνήσει προσωπικά προτού την καταχωρήσει στο σύστημα. Αυτό το μικρό ολίσθημα θα του στοιχίσει τη ζωή, αλλά θα σταθεί και η αφετηρία για ένα ντόμινο από γεγονότα που θα γκρεμίσουν πολλά είδωλα και θ’ αναδείξουν μεγάλα ψέματα στο πέρασμά τους.

Σ’ αυτή την ιστορία πραγματικότητα και ψευδαίσθηση βαδίζουν χέρι-χέρι και οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη, καθώς ο αδελφός του νεκρού, αποφασισμένος να διαλευκάνει την υπόθεση με κάθε κόστος, θα έρθει σε σύγκρουση με κάθε είδους εξουσία, θρυμματίζοντας τη δική του ζωή, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων που κινούνται γύρω του. Μοναδικός συμπαραστάτης στο μοναχικό του αυτό αγώνα θα σταθεί μια συνάδελφος του αδελφού του, που μοιάζει να βρίσκεται με τη σειρά της στο στόχαστρο κάποιων αδίστακτων εγκληματίων.

Αν και η «Απλή Αλήθεια» δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποια μεταγενέστερα βιβλία του Μπαλτάτσι, όπως το «Κάμελ Κλαμπ» και τους «Συλλέκτες», είναι ένα αξιόλογο θρίλερ που κάνει φύλλο και φτερό τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ και βάφει κάθε άλλο παρά με φωτεινά χρώματα τα έργα και τις ημέρες της περιβόητης CIA.

Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και είναι ότι πρέπει για τις νωχελικές ημέρες του καλοκαιριού.