Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 1



Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος και φυσάει πολύ, μα αυτός κάθεται σκεφτικός κάτω από την κληματαριά στην αυλή και δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία σ' αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Το κρύο δεν τον αγγίζει, οι φωνές απ' την κουζίνα, που μάλλον ψίθυροι είναι δεν τον φτάνουν, μόνο στο μέσα του κοιτά πού και πού καθώς κλείνει τα μάτια, ενώ σαν τα ανοίγει ρίχνει έντονες ματιές στα χαρτιά που είναι σκορπισμένα στο τραπέζι μπροστά του, και τα οποία συγκρατεί με δυο χέρια βαριά ώστε να μην τα πάρει ο αέρας.
"Μα τι κάνει;" ρωτά η Νάντια χαμηλόφωνα τη Μαργαρίτα.
Η τελευταία είναι η κόρη του άντρα, μια κοπέλα είκοσι έξι χρόνων με σπουδές ψυχολογίας που ελλείψει άλλων επιλογών, αλλά κι επειδή της αρέσει δουλεύει εδώ και μερικούς μήνες μαζί με την πρώτη. Είναι κάτι σαν τα κορίτσια για όλες τις δουλειές για κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ κάνουν και έρευνες εκ μέρους τους, αλλά και για κάποιους άλλους, που αναζητούν φίλους, συγγενείς, απομεινάρια από κάποιες περασμένες ζωές.
"Λοιπόν;" επιμένει η φίλη της, που δεν αντέχει τις σιωπές όταν εμφανίζονται εκεί που δεν πρέπει.
"Οι εμμονές του. Τα φαντάσματά του", απαντάει εκείνη κι ένα δάκρυ ξεφεύγει απροσδόκητα από το άτονο πράσινο των ματιών της.
"Τι εννοείς;"
"Πώς να σου το εξηγήσω; Να, έχει μια μανία να λύνει όποια υπόθεση πέφτει στα χέρια του, και όταν δεν τα καταφέρνει, πότε τον πιάνουν τα νεύρα και πότε γίνεται μελαγχολικός. Προς το παρόν παραμένει αναποφάσιστος…"
"Για τη λύπη ή τα νεύρα;"
"Για το αν μπορεί να κάνει κάτι ή όχι".
Παραμένουν για λίγο σιωπηλές και τον παρατηρούν. Ο Πέτρος Ιωάννου, στα πενήντα εφτά του σχεδόν χρόνια, μοιάζει πρόωρα γερασμένος, αλλά η τωρινή του εικόνα τον αδικεί, αφού όταν δουλεύει είναι ακούραστος, δε ξεμένει ποτέ από ενέργεια και τα εκκωφαντικά έντονα πράσινα μάτια του πότε φωτίζουν πότε σκοτεινιάζουν, αλλά ποτέ δεν παραμένουν απαθή. Είναι χοντρός και σαν τέτοιον τον ξέρουν όλοι, αλλά από τότε που πήρε προαγωγή και ανέλαβε το τμήμα στο οποίο εργαζόταν κανείς δεν τολμά να του απευθυνθεί με το παρατσούκλι του.
"Είναι μια παλιά ιστορία", συνεχίζει, λες και δε σταμάτησε ποτέ να μιλά, η Μαργαρίτα. "Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που άρχισε να τη διερευνά και ακόμη δεν έχει βγάλει άκρη".
"Για πες".
"Εσύ και η περιέργειά σου".
"Όσο ζω μαθαίνω".
"Κι εγώ, όσο ζω παθαίνω".
Γελούν για λίγο μα εκείνος δεν τις ακούει.
"Μίλα".
"Τότε ήταν ένας νέος αστυνομικός, τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό της Κακοπετρίας. Όπως καταλαβαίνεις οι δουλειές που του έδιναν τότε ήταν κατά βάση αγγαρείες. Βασικά έκανε όλα όσα δεν ήθελε να κάνουν οι άλλοι…"
"Και τα έκανα μετά χαράς".
Λίγο έλειψε να τις τρομάξει. Πάντα εκινείτο αθόρυβα εκείνος και πάντα είχε την ικανότητα να εμφανίζεται στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή.
"Μιλάτε για το τι κάνω εκεί έξω; Ό,τι κάνω πάντα όταν είμαι με άδεια…"
"Και ποτέ δε βγάζεις άκρη".
Η σχέση του πατέρα με την κόρη είναι πολύ στενή και ποτέ δε μασούν τα λόγια τους όταν μιλούν μεταξύ τους. Έτσι αντί να την εκνευρίσουν τα λόγια της τον κάνουν να χαμογελάσει. Τα μάτια του φωτίζονται λίγο καθώς τη βλέπει. Μεγάλωσε η Μαργαρίτα του, εδώ και χρόνια, αλλά εξακολουθεί να την κοιτά με το ίδιο τρυφερό βλέμμα που την κοιτούσε πάντα. Τη μετρά με το μάτι. Λεπτή, με μέτριο ανάστημα και μαλλιά μαύρα όλο και πιο μακριά, μ' εξαίρεση τα μάτια σε τίποτα δε φαίνεται να του μοιάζει. Αλλά είναι βγαλμένοι και οι δύο απ' το ίδιο καλούπι: πεισματάρηδες, άφοβοι, αποφασισμένοι για όλα, μα πάνω απ' όλα λάτρεις της δικαιοσύνης.
"Μη μου πείτε ότι θ' αγκαλιαστείτε τώρα και θα πλακώσετε τα φιλιά", λέει δήθεν αγανακτισμένη η Νάντια, βγάζοντάς τους απ' το προσωρινό τους τριπάκι.
"Τι κάνεις, Τροπικό;" τη ρωτά εκείνος. Τροπικό - έτσι την αποκαλεί από τη στιγμή που τη γνώρισε, κι αυτό λόγω των μαλλιών της, που είναι πάντα βαμμένα σε διάφορα χρώματα που θυμίζουν κάποιο τροπικό πουλί ή ψάρι.
"Λιάζομαι στη βαρυσυννεφιά. Θα μου πεις την ιστορία;"
Δείχνει με το κεφάλι της προς τα έξω. Εκεί που καθόταν πριν ο Ιωάννου. Στο τραπέζι με τους φακέλους και τα διάφορα χαρτιά, τα οποία αυτή τη στιγμή συνθλίβονται υπό το βάρος ενός πολύπριζου και του κινητού του τηλεφώνου.
"Δεν πρόλαβα να της την πω εγώ".
"Μα έτσι κι αλλιώς δεν την ξέρεις όλη".
"Φυσικά και την ξέρω. Λες να μην έχω μνήμη;"
"Μνήμη έχεις, αλλά εγώ έχω πηγές. Αργά χθες το βράδυ έμαθα ότι υπήρξε ένα νέο θύμα".
"Νέο θύμα;" Πετάχτηκε και πάλι στη μέση η Νάντια, προτού προλάβει καν η φίλη της να αντιδράσει.
"Και πώς ξέρεις ότι σχετίζεται με τις παλιές υποθέσεις;"
"Ο τρόπος".
"Εξαφανίστηκε…"
"Μια μέρα πριν τα δέκατα-έβδομα γενέθλιά της. Ακριβώς όπως τα κορίτσια τότε".
"Μα πώς είναι δυνατόν;"
"Όπως βλέπεις είναι. Τώρα αν ο θύτης είναι ο ίδιος ή κάποιος άλλος, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει αυτή τη στιγμή".
Η Νάντια κοιτά μια τον πατέρα μια την κόρη. Η περιέργειά της είναι τόσο μεγάλη που νιώθει να της ανεβαίνουν τα αίματα στο κεφάλι. Αν δεν της πουν αμέσως τι έγινε παλιά και τι ακριβώς συμβαίνει τώρα θα εκραγεί. Το νιώθει, θα εκραγεί. Αλλά αν το κάνει τότε δε θα μάθει σύντομα αυτό που θέλει. Πιέζει λοιπόν τον εαυτό της να κάνει υπομονή, κι η Μαργαρίτα που την παρατηρεί με την άκρη του δεξιού της ματιού, τη δείχνει τώρα σιωπηλά στον πατέρα της κι αυτός δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
"Αν ήσουνα καρτούν", της λέει, "τώρα θα ξεκάπνιζες απ' τ' αυτιά".
"Θα της πεις".
"Θα της πω. Γιατί όχι; Αφού έτσι κι αλλιώς θα της τα ξεφούρνιζες όλα εσύ, οπότε τι είχαμε τι χάσαμε. Εξάλλου δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα να δει κάποιος με νέο βλέμμα τις υποθέσεις".
"Και τι σκοπεύεις να κάνεις αύριο;"
"Επίσημα; Τίποτα. Ανεπίσημα. Θα πάω στο χωριό για να δω αν χρειάζεται κάτι το σπίτι. Και ίσως και να μείνω και λίγες μέρες για να ξεκουραστώ. Αν μείνω εδώ θα είμαι μες στα πόδια της Γεωργίας και θα βράζω στα ζουμιά μου, αφού δε θα έχω τι να κάνω. Ενώ αν πάω εκεί…"
Η Γεωργία είναι η γυναίκα του. Στα πενήντα δύο της χρόνια εκείνη και παρά το ότι τρώει σχεδόν όσο ο άντρας, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Κάτι οι δουλειές του σπιτιού, κάτι ο μεταβολισμός της, κάτι το γεγονός ότι σε αντίθεση μ' εκείνον σπάνια πίνει, μοιάζει με μια εύθυμη σαραντάρα. Η μοναδική της σκοτούρα τώρα είναι η μικρή της κόρη, που σε λίγους μήνες θα φύγει για σπουδές στο εξωτερικό και την οποία φροντίζει λες και είναι μωρό-παιδί. Αιώνια κύπρια μάνα.
"Ναι, δίκιο έχεις. Αν μείνεις εδώ θα υποφέρεις, αλλά κι εκεί δε θα σε υποδεχτούν με ανοικτές αγκάλες".
"Θα βρω κάτι να τους πω. Εξάλλου δε θα ανακατευτώ καθόλου στη δική τους έρευνα. Υπάρχουν τρόποι να μάθει κανείς πράγματα χωρίς ν' ανοίξει τα χαρτιά του…"
"Και ποια χαρτιά είν' αυτά;"
Αρκετά άντεξε η Νάντια. Έπρεπε να μάθει. Τα πάντα.
Της κάνει νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσει στο θερινό του γραφείο, που ειδικά γι' αυτήν την υπόθεση έχει μετατραπεί και σε χειμερινό. Εκείνη υπακούει. Το κρύο έξω γίνεται όλο και πιο έντονο, αλλά κανείς απ' τους δυο τους δε μοιάζει να το νιώθει κι ας είναι ελαφρά ντυμένοι. Εκείνος φοράει τις φόρμες του κι εκείνη ένα μαύρο τζιν παντελόνι κι ένα γκρίζο κοντομάνικό μπλουζάκι.
"Μπρρρ", ψιθυρίζει η Μαργαρίτα, που τους παρακολουθεί μόνη πια απ' το παράθυρο της κουζίνας. Και την επόμενη στιγμή αποφασίζει να πάει για ύπνο, αφού ξέρει ότι η επόμενη μέρα θα είναι πολύ κουραστική για την ίδια. Κι αυτό επειδή δεν έχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η φίλη της θα καταφέρει να πείσει το γέρο να την πάει μαζί του, και θ' αφήσουν αυτή πίσω τους για ν' αναλάβει όλες τις δουλειές της ιδιότυπης επιχείρησης που την εργοδοτεί.
Σκύβει στα χαρτιά η Νάντια. Εκείνος την κοιτά και της μιλά, για λίγο. Μια τριπλή υπόθεση βγαίνει απ' το ψυγείο, με την ελπίδα ότι δε θα εισέλθει μια νέα μέσα εκεί για να της κρατήσει συντροφιά.

Συνεχίζεται...

Ο τίτλος είναι στα σίγουρα προσωρινός.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 16



Στις δώδεκα και τριάντα πέντε εκείνος και η Αγγέλα κάθονται στο γραφείο του με τη γυναίκα που ανακάλυψε το θύμα. Της δίνουν κι αυτηνής τη σιωπηλή μεταχείριση. Το μόνο που αυτή τη φορά δεν έχουν και πολλή χρόνο στη διάθεσή τους, αφού σε κάτι περισσότερο από μισή ώρα πρέπει να αναχωρήσουν για την Ακρόπολη, όπου θα συναντήσουν τη σύζυγο νούμερο ένα.
Το όνομα της κοπέλας είναι Νάστια Ναβίτσκι, τριάντα δύο χρόνων και σύμφωνα με τα χαρτιά της βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και δέκα μόλις μήνες. Μάλλον δεν ξέρει και πολλά ελληνικά ακόμη, αφού επέλεξε να τους μιλήσει στα αγγλικά - αν συνομιλήσουν δηλαδή τελικά αφού από τη στιγμή που πήγε εκεί το μόνο που κάνουν είναι να κοιτούν ο ένας τον άλλο σιωπηλά. Τα βαθιά γαλάζια της μάτια είναι κάπως ανήσυχα, ενώ και τα χέρια και τα μακριά της πόδια μοιάζουν να μην μπορούν να κατασταλάξουν σε μια στάση.
Ο Ιωάννου την αφήνει να βράζει στα ζουμιά της για λίγα ακόμη λεπτά, και όταν βλέπει ότι έχει φτάσει στο απροχώρητο η κατάσταση για κείνην, τη ρωτά μέσω της Αγγέλας που κάνει το διερμηνέα τι του κρύβει.
"Τίποτα", απαντά εκείνη.
"Λες ψέματα".
"Όχι".
"Δε σε ρώτησα αν λες ψέματα, ξέρω ότι λες. Το γιατί θέλω να μάθω;"
"Πότε πρόλαβα να σου πω ψέματα; Αφού τώρα μιλάμε για πρώτη φορά".
"Μού είπες ψέματα όταν απάντησες την ερώτησή μου μ' εκείνο το τίποτα. Μιλά λοιπόν. Τι μού κρύβεις;"
Την κοιτά για λίγο ακόμη βαθιά μες στα μάτια. Η μάχη είναι άνιση και πολύ σύντομα εκείνη αποστρέφει το βλέμμα.
"Τι δεν είπες στους αστυνομικούς; Μίλα", την προστάζει.
Εκείνη είναι πολύ ταραγμένη. Ξέρει ότι πρέπει να μιλήσει, αλλά φοβάται ότι αν το κάνει θα 'χει να πληρώσει κάποιο βαρύ τίμημα, αφού ξέρει ότι σαν ξένη δεν έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τους ντόπιους, κι ας οι νόμοι λένε το αντίθετο.
Εκείνος διαβάζει τους φόβους της και τους καταλαβαίνει. Κι από τη στιγμή που δεν σκότωσε τον Χριστάκη, αλλά απλά απέκρυψε κάποια στοιχεία, δε νιώθει και έντονη την ανάγκη να της κάνει τη ζωή δύσκολη. Ο χρόνος όμως τρέχει, και χρειάζεται απαντήσεις τώρα.
"Μίλα και δε θα χρησιμοποιήσουμε ό,τι κι αν έχεις κάνει, εκτός βέβαια κι αν είναι ο φόνος, εναντίον σου", λέει στα ελληνικά κι η Αγγέλα επαναλαμβάνει στα αγγλικά.
Εκείνη τον παρατηρεί για μια στιγμή σιωπηλά. Ο Νίκος της είπε ότι είναι πολύ εντάξει ο Χοντρός. Και δε διακρίνει κανένα δόλο στο βλέμμα του.
"Οκέι. Θα σου πω τι έκανα. Αλλά υπόσχεσαι ότι δε θα μου συμβεί τίποτα;"
"Υπόσχομαι".
"Όταν βρήκα τον Χριστάκη νεκρό", αρχίζει εκείνη, "πανικοβλήθηκα. Και η πρώτη μου σκέψη ήταν να βρω το κινητό του τηλέφωνο, προτού κάνω οτιδήποτε άλλο, αφού άρχισα να τον βλέπω εδώ και δυο μήνες εκτός δουλειάς και είχε κάποιες φωτογραφίες μου εκεί, που δεν ήθελα να δει κανείς. Καταλαβαίνετε…"
Κόμπιασε για μια στιγμή. Αλλά εκείνος της έκανε νόημα με το κεφάλι να συνεχίσει κι αυτή υπάκουσε.
"Μόλις το βρήκα, το απενεργοποίησα και το έχωσα στην τσέπη μου. Και μετά… Μετά έβγαλα φωτογραφίες με το δικό μου κινητό κει μέσα, αφού…"
Δεν έμοιαζε να έχει τις δυνάμεις να συνεχίσει να μιλά. Ότι κι αν έκανε πριν, μάλλον αυτό που θα τους έλεγε ότι θα έκανε μετά θα ήταν και το χειρότερο. Ο Χοντρός όμως ήθελε να τελειώνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μαζί της έτσι δεν την άφησε να χρονοτριβήσει άλλο.
"Σού έχω δώσει το λόγο μου. Μίλα να τελειώνουμε".
"Θα ανέβαζα τις φωτογραφίες στο ίντερνετ για να πουληθούν, υπάρχει μεγάλη αγορά…"
"Για λήψεις από σκηνές εγκλήματος", ολοκλήρωσε εκείνος στα αγγλικά την πρόταση, προκαλώντας της μια κάποια έκπληξη που δεν έπρεπε, αφού εδώ και λίγη ώρα η Αγγέλα είχε πάψει να μεταφράζει τις απαντήσεις της στα αγγλικά, μια και το αφεντικό της ήταν άρτιος γνώστης της γλώσσας.
"Και τώρα;" ρώτησε εκείνη.
"Και τώρα θα μας παραδώσεις τα δύο τηλέφωνα και θα πας στο καλό".
"Έσβησα τις φωτογραφίες μου από το κινητό του Χριστάκη".
"Αν τις χρειαστούμε ξέρουμε που να τις βρούμε, αλλά δεν πιστεύω να υπάρχει λόγος".
Κάτι έμαθε απ' τον Τεκ και τους άλλους μέσα σ' αυτό τον ένα χρόνο ο Χοντρός. Ήξερε ότι ακόμη κι αν διέγραφε κάποιος τις φωτογραφίες του απ' το κινητό, υπήρχαν ακόμη στο Σύννεφο, όπως το λέγαν, και οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τις πάρει από κει. Όμως, έτσι κι αλλιώς δεν τον απασχολούσαν οι μάλλον γυμνές φωτογραφίες της κοπέλας, αλλά εκείνες που η ίδια έβγαλε στο διαμέρισμα, όπως και οι πιθανές κλήσεις του Χριστάκη προτού συμβεί το κακό.
"Αγγέλα, παράλαβε τα δύο κινητά αλλά κόψε απόδειξη μόνο γι' αυτό της κυρίας Ναβίτσκι, και μετά δώσ' τα στον Τεκ για να δούμε τι θα μπορέσει ν' ανακαλύψει εκεί. Και στείλε μου την Ντίνα".
Οι δύο γυναίκες υποχωρούν και σε λίγο εισέρχεται στο χώρο η τελευταία φέρνοντάς του κι ένα σάντουιτς απ' το πρώην γραφείο του, το οποίο ήταν ένα καφενεδάκι, στο οποίο συνήθιζε να πηγαίνει κάθε πρωί, προτού πάρει προαγωγή κι αρχίσουν τα ζόρια.
"Χα. Μπράβο ρε Ντίνα, όλα τα σκέφτεσαι. Τώρα που σε είδα θυμήθηκα ότι δεν έχω φάει τίποτα από χθες το βράδυ. Πώς πάει το πράμα εκεί έξω;"
"Λίγο αργά, αλλά όχι πιο αργά απ' ό,τι συνήθως. Ο Αντωνίου μού είπε ότι ανακάλυψε κάτι στη διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης, αλλά δε θα είναι σε θέση να μας πει κάτι με σιγουριά μέχρι αργότερα σήμερα το απόγευμα. Και πριν με ρωτήσεις, όχι, δεν του ξέφυγε κάτι που να με οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα. Τον ξέρεις τώρα. Παρεμπιπτόντως πήρα τηλέφωνο τον Σωτηρίου, εκ μέρους σου, αφού ξέρω ότι ξέχασες να το κάνεις. Του είπα τι ζόρια τραβάμε και είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να βιαστείς να του τηλεφωνήσεις, μπορεί να περιμένει".
"Αν δεν είχα κι εσένα…"
"Ναι. Αν δεν είχες κι εμένα. Μάσα όμως τώρα. Σε πέντε λεπτά πρέπει να φύγουμε".
Τι μέρα κι αυτή. Από συνάντηση σε συνάντηση κι από ανάκριση σε ανάκριση το πάνε. Μέχρι να 'ρθει το βράδυ θα έχουν επισκεφθεί τα περισσότερα προάστια της Λευκωσίας και κανείς δεν μπορεί να μαντέψει τι θα τους φέρει η νύχτα.
Καθώς ετοιμάζονται ν' αναχωρήσουν μπαίνει στο γραφείο ο Τεκ, μ' εκείνο το χαρακτηριστικό του χαμόγελο που θυμίζει γκριμάτσα κάποιου καρτουνιστικού ήρωα στα χείλη.
"Τον βρήκα", λέει.

Δε θα προδημοσιεύσω άλλα αποσπάσματα απ' αυτό το βιβλίο, αφού από δω και πέρα θα χρειαστεί να κάνω αρκετές διορθώσεις στο πρωτότυπο. Ωστόσο αυτά που ανέβηκαν ήδη αποτελούν περίπου το ένα τέταρτο του βιβλίου οπότε κανείς δεν μπορεί να παραπονεθεί ότι δε σάς έδωσα αρκετή "ύλη" για ανάγνωση.

Τα προηγούμενα κεφάλαια μπορείτε να τα βρείτε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 14



Μισή ώρα μόνο διήρκησε η συνάντηση του και της Ντίνας με τον γενικό διευθυντή του υπουργείου δικαιοσύνης και τώρα καθώς εξέρχονται από το κτήριο στη Λεωφόρο Αθαλάσσης, η τελευταία ενεργοποιεί ξανά το κινητό της και βλέπει ότι έχει μια χαμένη κλήση από τον Τεκ. Τον καλεί.
"Πες μου".
"Είσαι με το αφεντικό;"
"Ναι".
"Βάλε το μεγάφωνο, αν είστε μόνοι".
"ΟΚ. Λέγε".
"Εντόπισα ένα από τα τηλέφωνα του Χριστάκη. Είναι ενεργοποιημένο σε μια γωνιά της Παλιάς Λευκωσίας, πολύ κοντά στην Οδό Αξιοθέας. Σού στέλνω οδηγίες στο κινητό αν θα πάτε εσείς εκεί. Πέστε μου αν θέλετε να στείλω κάποιον άλλο".
"Θα πάμε εμείς", απαντά εκείνος. "Έμαθες τίποτ' άλλο;"
"Έχω πάρει επιτέλους τα στοιχεία απ' τις τράπεζες. Χρωστούσε κοντά μισό εκατομμύριο ευρώ ο Χριστάκης, αλλά η ακίνητή του περιουσία τα κάλυπτε και με το παραπάνω, αν αποφάσιζε να πουλήσει…"
"Καλά. Καλά. Μού τα λες όλα όταν έρθω. Κάποιο νέο σχετικά με τον Πιγκουίνο;"
"Σχετικά μ' αυτόν όχι, τουλάχιστον όχι άμεσα. Αλλά για κάποιο λόγο το κινητό του Ιωσήφ πήγε ένα ταξιδάκι μέχρι το αεροδρόμιο της Λάρνακας και μόλις τώρα επέστρεψε στη Λευκωσία. Προσπαθώ ν' ανακαλύψω μέσα από τις κάμερες τι έκανε εκεί".
"Χμ!"
"Όβερ;"
"Όβερ".
Τώρα περπατούν οι δυο τους σιωπηλοί προς το αυτοκίνητο της Ντίνας το οποίο στάθμευσε στην άκρη ενός δρόμου πίσω από το υπουργείο. Η ζέστη έχει γίνει πια αφόρητη κι ο Ιωάννου νιώθει τον ιδρώτα να τρέχει ρυάκι στην πλάτη του.
"Εσύ του είπες για τα κινητά;"
"Ναι", του απάντησε η κοπέλα.
"Αυτή είναι η δεύτερη φορά σήμερα που ξεχνώ να κάνω κάτι ή η τρίτη; Δε θυμάμαι".
"Φταίει η υπόθεση που είναι προσωπική και σου θολώνει το μυαλό. Στα χρόνια που σε ξέρω πρώτη φορά συμβαίνει αυτό. Θα περάσει".
"Αναρωτιέμαι τι σκαρώνει ο Πιγκουίνος. Αν όντως έχει στο μάτι την Παγίδα δε θα έχανε χρόνο του υποδεχόμενος επισκέπτες. Εκτός κι αν ο επισκέπτης είναι συνεργάτης. Τότε πρέπει να μάθουμε οπωσδήποτε ποιος είναι. Όπως ξέρεις, δεν πιστεύω στις συμπτώσεις".
"Θα μάθουμε. Ο Τεκ θα τον βρει όποιος κι αν είναι. Όμως… Ξέρεις τι; Θυμάσαι τον δικαστή; Εκείνον που σου χρωστά δυο-τρεις χάρες; Τι θα έλεγε αν του ζητούσαμε να εκδώσει κάποιο ένταλμα για παρακολούθηση του Πιγκουίνου και του Ιωσήφ; Έχουμε στοιχεία που τους εμπλέκουν με την υπόθεση. Δεν είναι και πολλά, αλλά στο παρελθόν καταφέραμε να βγάλουμε εντάλματα και με λιγότερα".
"Αξίζει τον κόπο όμως να χαραμίσουμε αυτή τη χάρη τώρα;"
Φτάνουν στο αυτοκίνητο της Ντίνας και μπαίνουν μέσα. Η τελευταία βάζει τον κλιματισμό στο φουλ για να δροσιστούν λίγο και μια στιγμή αργότερα το ξεκινά και βάζει πλώρη για την περιοχή του Τακτακαλά. Έχει ήδη στο κινητό της το χάρτη που θα την οδηγήσει στην σχεδόν ακριβή τοποθεσία όπου βρίσκεται το κινητό του Χριστάκη.
"Πώς και δε βρήκε πιο νωρίς το κινητό;" τη ρωτά, διακόπτοντας τη σιωπή.
"Μάλλον θα ήταν κλειστό. Όποιος και να το πήρε το άνοιξε τώρα και γι' αυτό μπόρεσε να το εντοπίσει".
"Καλώς".
Σκέφτεται και σκέφτεται εκείνος. Να ζητήσει τη χάρη ή όχι. Ο Χριστάκης ήταν φίλος του, αλλά - αλλά δεν του αρέσει να ζητά χάρες. Μα, ο Χριστάκης ήταν φίλος του. Το αποφασίζει. Παίρνει τηλέφωνο την Αγγέλα.
"Βρες το δικαστή και ζήτα του να βγάλει εντάλματα παρακολούθησης για τον Πιγκουίνο και τον Ιωσήφ", της λέει με το που απαντά. "Εσύ έχεις τίποτα να μού πεις;"
"Έχω τον Ιωσήφ στο βίντεο κοντά στον τόπο του εγκλήματος. Και μελετώ τα πάντα σχετικά με τον Χριστάκη μαζί με τον Τεκ. Έχω κάποιες ερωτήσεις να σου κάνω όταν βρεις το χρόνο. Καλά;"
"Καλά".
Ενημερώνει την Ντίνα για την τελευταία εξέλιξη. Εκείνη δεν απαντά. Αλλάζει θέμα.
"Με τον Τεκ τι θα κάνεις;"
Η κίνηση στο δρόμο είναι αραιή αυτή την ώρα, αλλά η Ντίνα τους οδηγεί στον προορισμό τους από διάφορα στενά και παράδρομους, που κάνουν τη διαδρομή μακρύτερη αλλά τη διάρκειά της συντομότερη αφού αποφεύγουν ένα σωρό φανάρια. Εκείνος το σκέφτεται πολύ προτού της απαντήσει, αφού η αλήθεια είναι ότι δεν είναι σίγουρος για το τι θα της πει. Μια λύση υπάρχει μόνο τελικά, σκέφτεται και της τη λέει.
"Θα τον αφήσω αυτόν ν' αποφασίσει".
"Κι εγώ αυτό σκεφτόμουνα".
Η συνάντηση με τον διευθυντή είχε λίγο-πολύ σα θέμα της αποκλειστικά και μόνο τον Τεκ. Ο πρώτος, κατόπιν εισήγησης του Σωτηρίου, ζήτησε από τον Ιωάννου να δανείσει τον χάκερ του τμήματός του σ' ολόκληρο το αστυνομικό σώμα. Ούτε κάτι λιγότερο, ούτε κάτι περισσότερο. Τον ήθελαν να εκσυγχρονίσει τα ηλεκτρονικά δίκτυα όλων των τμημάτων ανά την Κύπρο, κάτι που θα του έπαιρνε αρκετό καιρό. Εκείνος θα του έδινε το δικαίωμα ν' αποφασίσει κατά πόσο ήθελε να το κάνει ή όχι, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι εκτιμούσε πολύ τις δυνατότητές του και τον ήθελε στο τμήμα του συνεχώς, κι ο δεύτερος ότι από τον καιρό που τον προσέλαβε, δεκατρείς μήνες πριν, δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να πάρει ανάσα. Δούλευε ασταμάτητα, μερικές φορές μέχρι και δεκαέξι ώρες την ημέρα, πολλές φορές και τις Κυριακές. Έπρεπε να ξεκουραστεί. Όπως και νάχει, η απόφαση τώρα είναι δική του.
Φτάνουν στον προορισμό τους και η Ντίνα σταθμεύει το Χόντα της μπροστά από ένα από τα πιο γνωστά μεζεδοπωλεία της πόλης, που αυτή την ώρα είναι κλειστό. Η ώρα έχει πάει δώδεκα παρά είκοσι το μεσημέρι.
Βγαίνουν από το αμάξι και αρχίζουν να περπατούν προς την κατεύθυνση των κατεχομένων. Όταν φτάνουν στο αδιέξοδο στρίβουν αριστερά και εισέρχονται στο στενό λιθόστρωτο δρομάκι που θα τους οδηγήσει στην Οδό Αξιοθέας. Όταν φτάνουν εκεί στρίβουν και πάλι αριστερά και μια στιγμή μετά πράττουν ξανά το ίδιο. Τώρα στέκονται μπροστά από δύο εγκαταλειμμένα και παρατημένα εδώ και χρόνια στη μοίρα τους κτήρια.
"Σύμφωνα με τις οδηγίες του Τεκ το κινητό είναι κάπου εδώ".
Εκείνος ψάχνει, σιγά-σιγά, όπως πάντα, τους αριθμούς του Χριστάκη στις επαφές του κι αρχίζει να παίρνει τηλέφωνα. Την τρίτη φορά στέκονται τυχεροί. Ακούν το κινητό να χτυπά, κάπου εκεί κοντά. Μετά από ένα μόλις λεπτό, το ανακαλύπτουν κρυμμένο ανάμεσα σε κάτι μπάζα. Και βρίσκουν και κάτι άλλο. Αποτυπώματα παπουτσιών στο χώμα, μάλλον από δύο ή τρία διαφορετικά άτομα. Η Ντίνα καλεί την ομάδα σήμανσης, προτού φορέσει ένα ζευγάρι γάντια και πάρει το κινητό στα χέρια της. Προσπαθεί να το ανοίξει αλλά έχει κωδικό προστασίας. Θα το πάει στον Τεκ.
Μια και είναι ήδη εκεί αποφασίζουν να ρίξουν μια ματιά τριγύρω. Ανακαλύπτουν στοίβες από χαρτιά, σκεπασμένα κάτω από στρώματα σκόνης, παλιά ξύλινα έπιπλα σκοροφαγωμένα, παμπάλαια διαφημιστικά φυλλάδια που διαφημίζουν το Γάλα Βλάχας, μπύρες κι αναψυκτικά. Τίποτα το χρήσιμο.
Μια και είναι αναγκασμένοι να περιμένουν εκεί μέχρι να φτάσουν οι της σήμανσης, οι οποίοι θα πρέπει να πάρουν και τα δικά τους αποτύπωμα παπουτσιών για ευνόητους λόγους, η Ντίνα αρχίζει να μελετά τα στοιχεία που έχουν μαζωχτεί στη διάρκεια αυτού του μεγάλου πρωινού στο κινητό της. Κοιτά τις φωτογραφίες, μελετά τα έγγραφα, περπατά στον τόπο του εγκλήματος για μια ακόμη φορά, έστω και νοητικά. Σκέφτεται κάτι.
Βγάζει το κινητό απ' το πλαστικό σακούλι, στο οποίο το είχε τοποθετήσει λίγες στιγμές πριν και ανοίγει το καπάκι του.
"Αχά", λέει ικανοποιημένη. "Πόσους αριθμούς του Χριστάκη είδες στο κινητό σου; Τρεις ή τέσσερις;"
"Τέσσερις. Ο ένας είναι αυτός της κάρτας που έχει λήξει".
"Άρα μας λείπει μία συσκευή. Αυτή εδώ παίρνει δυο κάρτες. Και για να χρειάζεται κωδικό πρόσβασης μάλλον αυτή ήταν που χρησιμοποιούσε για τη δουλειά του. Έχω μια υποψία".
"Μίλα".
"Η κοπέλα που ανακάλυψε το πτώμα…"
"Κατάλαβα. Αυτό μας έκρυβε".
Υπολόγιζε ν' αρχίσει να ανακρίνει το προσωπικό της Παγίδας, αργά το απόγευμα, μετά τις συναντήσεις του με τις πρώην συζύγους του θύματος, αλλά αποφάσισε να κάνει γι' αυτή την κοπέλα και μόνο την εξαίρεση. Θα την καλούσε αμέσως να τον επισκεφθεί στο τμήμα. Δε θα της έδινε την ευκαιρία να σκεφτεί με καθαρό μυαλό τι είχε κάνει και ν' αλλάξει γνώμη.
"Πάρ' την τηλέφωνο και πες της να έρθει στο τμήμα σε μισή ώρα".
Καθώς η Ντίνα κάνει την κλήση, καταφθάνει και η ομάδα σήμανσης. Τους εξηγά εκείνος τα καθέκαστα, δίνουν και οι δύο τα αποτυπώματά τους και αποχωρούν.
"Με ρώτησε αν είναι ανάγκη να 'ρθει με το δικηγόρο της και της είπα όχι".
"Καλά έκανες".

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 13



Ο Πιγκουίνος δεν μπορεί να κοιμηθεί από την υπερένταση, αλλά κι επειδή αναμένει νέα τόσο από τον Ιωσήφ, όσο κι από κάποιους άλλους συνεργάτες του.
Τα πράγματα τελικά είναι πιο περίπλοκα απ' ό,τι ανέμενε, αφού η διαχείριση της περιουσίας του Χριστάκη, από τη στιγμή που δεν είχε γονείς, αδέλφια ή σύζυγο, θα περνούσε στα χέρια της μιας του κόρης και της μητέρας της δεύτερης. Θα τα 'βρισκαν άραγε οι δύο μεταξύ τους ή όχι; Κι αν δεν τα έβρισκαν, τότε τι θα συνέβαινε;
Δοκίμασε να πάρει τηλέφωνο τον δικηγόρο του, ώστε να κανονίσουν κατεπειγόντως μία συνάντηση για να συζητήσουν τα πιο πάνω αλλά εκείνος δεν απάντησε, κι όπως τον πληροφόρησαν απ' το γραφείο του μετά ήταν στο δικαστήριο για μια υπόθεση, αλλά θα του έλεγαν να του τηλεφωνήσει με την πρώτη ευκαιρία.
Ο Ιωσήφ από την άλλη του έδωσε ήδη αναφορά για το τι παρατήρησε στο δρόμο μπροστά από τη σκηνή του εγκλήματος, προτού αναχωρήσει για τη Λάρνακα, για να υποδεχτεί έναν απρόσκλητο επισκέπτη, ο οποίος στο τέλος της ημέρας ίσως να τους φαίνονταν και χρήσιμος. Τόσο χρήσιμος, που ο ύπνος του πρώτου μπορούσε να μπει στην αναμονή.
Για δες μέρα που βρήκε μέρα να μας επισκεφθεί κι ο Ροντεόν, σκέφτεται τώρα και χαμογελά σχεδόν σαρκαστικά, ξαπλωμένος καθώς βρίσκεται στον καναπέ του γραφείου του. Ο τελευταίος του τηλεφώνησε πριν μία μόλις ώρα για να του πει ότι ερχόταν. Ετοιμαζόταν ήδη να επιβιβαστεί στη πτήση που θα τον μετέφερε απ' το Τελ Αβίβ στη Λάρνακα όταν το έκανε.
Ο Πιγκουίνος και ο Ροντεόν έχουν μεγάλη ιστορία πίσω τους. Γνωρίστηκαν πριν από είκοσι χρόνια όταν ο δεύτερος άρχισε να προμηθεύει τον πρώτο με κορίτσια από την πρώην ανατολική Ευρώπη. Οι σχέσεις τους ήταν πάντοτε καλές, αλλά δε θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει φίλους, αφού και οι δύο θεωρούσαν τη φιλία μια πολυτέλεια που δεν μπορούσαν να έχουν. Οι φίλοι κάνουν τις άμυνες να πέφτουν, κι όταν οι άμυνες πέφτουν τα πράγματα τείνουν να ξεφεύγουν απ' τα προκαθορισμένα πλαίσια.
Είναι έντεκα και δέκα το πρωί τώρα η ώρα. Για πόσο θα είναι αναγκασμένος να παραμένει εκεί και να περιμένει; Ίσως για ακόμη μισή ώρα; Αν ο Ροντεόν θέλει να τον συναντήσει αμέσως, δεν μπορεί να του χαλάσει το χατίρι. Αλλά ακόμη κι αν δε θέλει δεν μπορεί να πάει για ύπνο προτού…
Η σκέψη του μένει στη μέση. Τη διακόπτουν οι κραυγές κάποιου που νομίζει ότι τραγουδά, ο ήχος ειδοποίησης δηλαδή, του κινητού του τηλεφώνου. Κοιτάει το όνομα. Ένας από τους μπάτσους του. Ακούει τι έχει να πει, τον ευχαριστεί και του το κλείνει. Ο Χοντρός είναι στο υπουργείο για συζητήσεις ήταν η πληροφορία - μια πληροφορία περιττή, τουλάχιστον για την ώρα.
Το τηλέφωνο κτυπά ξανά. Αυτή τη φορά είναι ο δικηγόρος του. Του εξηγεί περιληπτικά το θέμα που τον απασχολεί κι εκείνος τού λέει ότι θα δει τι μπορεί να μάθει και θα τον ενημερώσει.
Όταν κλείνουν σηκώνεται απ' τον καναπέ και κατευθύνεται προς τη μικρή κουζινούλα, όπου εκτός των άλλων συνηθίζει να κρατά κάποια είδη πρώτης ανάγκης, όπως οδοντόβουρτσα και ξυριστικά. Πρέπει να ετοιμαστεί για να υποδεχτεί τον Ροντεόν είτε πάει κατευθείαν εκεί είτε όχι.
Στις έντεκα και τριάντα πέντε τον βλέπει να μπαίνει στο γραφείο, έχοντας σα σκιά του τον Ιωσήφ και το σωματοφύλακά του. Κάνουν νόημα και στους δύο να αποχωρήσουν. Τους παρακολουθούν από τις κάμερες καθώς κατεβαίνουν τα σκαλιά προς το καμπαρέ, που βρίσκεται ακριβώς από κάτω.
Κάθονται σιωπηλοί και για καμπόση ώρα παρατηρεί ο ένας τον άλλο. Ο Ροντεόν είναι ένας ψηλός και πολύ εύσωμος ρουμάνος, ακαθόριστης ηλικίας. Είναι μεταξύ πενήντα και εξήντα χρόνων, με βαθιά πράσινα μάτια που δείχνουν μόνιμα σε εγρήγορση. Το όλο παρουσιαστικό του θυμίζει κάποιον που είναι πάντα βαριεστημένος, αλλά όταν πιει καμπόση βότκα τότε χαλαρώνει και αρχίζει τα τραγούδια και τους χορούς και συνηθίζει να γελά τρανταχτά.
Ξόδεψαν πολλές νύχτες γλεντοκοπώντας οι δυο τους και καταστρώνοντας σχέδια. Ο Πιγκουίνος, στο πέρασμα του χρόνου, έμαθε όλες τις ιδιοτροπίες του, έτσι αν και η περιέργεια τον τρώει, δεν του απευθύνει το λόγο. Είτε θα ανοίξει εκείνος την κουβέντα ή θα παραμείνουν σιωπηλοί.
"Άκουσα για τον Χριστάκη", του λέει τελικά εκείνος σε σπασμένα αγγλικά.
Εκείνος δεν παραξενεύεται, αλλά για λόγους, ας πούμε ευγενείας, αποφασίζει να τον ρωτήσει κάτι.
"Μα πότε πρόλαβες;"
"Έχω τις πηγές μου".
"Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω τι ήταν για σένα ο Χριστάκης;"
"Παλιός γνωστός και πρώην άντρας της πρώην γυναίκας μου".
"Ποιας;"
"Της Φουνάρ. Εγώ τους σύστησα".
"Δεν ξέρω τις γυναίκες του. Να υποθέσω ότι ήταν η πρώτη;"
"Ναι".
"Γι' αυτό ήρθες εσπευσμένα στην Κύπρο; Δε νομίζω…"
"Δίκιο έχεις. Ήρθα επειδή εδώ και καιρό σκέφτομαι να μεταφέρω κάποιες από τις επιχειρήσεις μου στο νησί και το μαγαζί του μακαρίτη θα ήταν μια καλή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσα να κτίσω".
"Το θέλω κι εγώ".
"Το μάντεψα. Γι' αυτό βιάστηκα μόλις άκουσα τα νέα να μπω στο αεροπλάνο και να 'ρθω. Θα ήθελα να συνεργαστούμε. Το ξέρω ότι σαν κύπριος κρατάς τα περισσότερα χαρτιά, αλλά εγώ κρατώ τα καλύτερα. Με την πρώην μου διατηρούμε πολύ καλή σχέση, κι εγώ είμαι αυτός που τουλάχιστον σε ό,τι αφορά πολλές χώρες της ανατολικής Ευρώπης μπορώ να κάνω πράγματα να συμβούν. Ωστόσο, δε θέλω να σε αδικήσω, αφού είμαστε συνεργάτες εδώ και χρόνια. Οπότε σου δίνω το λόγο μου ότι δε θα βγεις ζημιωμένος απ' αυτή την σύμπραξη".
Ο λόγος του άντρα αυτού είναι συμβόλαιο και το ξέρει ο Πιγκουίνος. Κι αν έχει όντως καλές σχέσεις με την πρώην γυναίκα του τότε πολύ πιθανόν η Παγίδα να περάσει στα χέρια τους. Και αν μεταφέρει και κάποιες απ' τις άλλες δουλειές του στην Κύπρο, όπως είπε, τότε αυτός θα έχει πολλά να κερδίσει. Ωστόσο, αν και πολύ του αρέσουν όλ' αυτά, οι συμβάσεις απαιτούν να παίξει κάπως τον δύσκολο, έτσι παριστάνει ότι σκέφτεται τα πράγματα στο κεφάλι του για πολλή ώρα. Και μετά σηκώνεται και πηγαίνει προς τον Ροντεόν, στον οποίο τείνει το χέρι για χειραψία.
"Συνέταιροι", λένε και οι δύο ταυτόχρονα και χαμογελούν. Ο ένας πλατιά κι άλλος σχεδόν μέσα από τα δόντια του.
"Θ' αναχωρήσω και πάλι για Ισραήλ σήμερα, αφού έχω μια σημαντική συνάντηση απόψε στο Τελ Αβίβ, αλλά θα επιστρέψω αύριο. Αν μπορείς κανόνισε εσύ τις συναντήσεις ανάμεσα στους δικηγόρους μας για τα σχετικά. Θ' αφήσω έναν άνθρωπό μου εδώ αν χρειαστείς κάτι και μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο όποτε θες. Εντάξει;"
"Εντάξει".
Ο Ροντεόν του δίνει ένα κομμάτι χαρτί με όλα τα σχετικά στοιχεία κι αναχωρεί. Το πρωινό αυτό δε θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερο απ' ό,τι ήδη είναι για τον Πιγκουίνο.

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα του μπλογκ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.