Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016
Η ζωή είναι κόκκινη
Τρίτη 14 Ιουνίου 2016
Η ιστορία μιας άλλης ιστορίας…
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
Της ζωής το ποτάμι
Έτσι είναι η ζωή. Κυλάει σαν ποτάμι. Στην αρχή κυλάει αργά, έπειτα γίνεται χείμαρρος, καταρράκτης. Μαργαρίτα Καραπάνου
Έτσι είναι όντως η ζωή; αναρωτιόταν.
Ακριβώς έτσι;
Κι αν ναι, γιατί όχι γι’ αυτήν;
Γιατί παρέμεινε στο πέρασμα των χρόνων
Και παραμένει ακόμη, ένα γαλήνιο ποτάμι,
Ούτε καν ποτάμι παρά ένα ρυάκι;
Ήθελε να γνωρίσει την άλλη της πλευρά,
Την πιο άγρια, τη συναρπαστική,
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ τάχατες αυτό;
Είμαι αιχμάλωτη του είναι μου, σκεφτόταν.
Και ήταν.
Ποτέ της δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’
Τα μονοπάτια της εκ των άνωθεν επιβεβλημένης σιγουριάς,
Ποτέ δεν κατάφερε να κάνει
Τη φωνή της να ΑΚΟΥΣΤΕΙ.
Ποτέ…
Και τώρα ζει καθημερινά τα ίδια και τα ίδια,
Κόβει βόλτες κατ’ επανάληψη στα αδιέξοδά της.
Και οργίζεται σιωπηλά και σκέφτεται ότι,
Αν εκραγώ κάποια μέρα θα θρηνήσουνε πολλά θύματα.
Θα θρηνήσουνε αφού, αν εκραγεί, μετά
Δεν θα έχει άλλη επιλογή από το
Να τα παρατήσει όλα και να φύγει,
Από το να μετατρέψει το ρυάκι της σε χείμαρρο
Και καταρράκτη και να ξεχυθεί ορμητικά εκεί έξω,
Κατακλύζοντας τον κόσμο με την όμορφη
Πλην καταπιεσμένη και καταφρονημένη μέχρι τώρα
Παρουσία της.
Αν εκραγεί…
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δευτέρα 28 Μαΐου 2012
Ματαιότης
Προσπαθώ να φτιάξω το ολόγραμμα
Του μελλοντικού εαυτού μου
Αλλά μου βγαίνει θολό
Σχεδόν σαν ένα όνειρο της μέρας που
Διαλύεται στο πρώτο φύσημα του
Ανέμου μιας ζεστής νύχτας.
Σκέφτομαι, κοιτώ μπροστά, σχεδιάζω,
Επιστρέφω στο σήμερα απογοητευμένος
Αλλά έχοντας κάθε φορά επίγνωση:
Δεν θα αλλάξω ποτέ,
Όχι όσο το επιδιώκω.
Η αλλαγή είναι εύκολη μόνο στα λόγια.
Οι εξωτερικές συνθήκες διαφοροποιούνται συχνά
Αλλάζουν δέρμα και υφή αλλά
Οι εσωτερικές παραμένουν πάντα οι ίδιες.
Λες:
Δεν είμαι λυπημένος επειδή είμαι μονάχος
Είμαι μονάχος επειδή είμαι λυπημένος.
Κι αυτή η λύπη μοιάζει ανίκητη.
Αναζητώ αυτό που δεν μπορώ να βρω,
Βρίσκω αυτό που δεν αναζητώ,
Της ζωής μου η ιστορία εν συντομία,
Αλλά και της κάθε ζωής.
Ξανά και ξανά λέω τα ίδια λόγια
Σε διαφορετικούς ανθρώπους,
Ξανά και ξανά ακούω τα ίδια λόγια,
Από διαφορετικούς ανθρώπους.
Ο κύκλος της ζωής;
Η ζωή δεν κινείται σε κύκλους,
Αλλά ανάλογα με το άτομο ακολουθεί
Εντελώς διαφορετικές πορείες:
Πάνω, κάτω και ζιγκ-ζαγκ και η σκέψη
Ότι θα μπορούσε κανείς να της
Αλλάξει φορά παραμένει μονάχα αυτό:
Μια σκέψη.
Η ζωή γράφει τους κανόνες,
Αυτή τους εφαρμόζει.
Κι η κάθε προσπάθεια για ανατροπή τους
Αποδεικνύεται μάταιη.
Όπως κι η ζωή η ίδια,
Θα προσέθεται κάποιος απαισιόδοξος.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011
Σ’ ένα ανώνυμο κορίτσι
Αλλά ξέρω ότι σε είδα, πως σε άκουσα.
Σε είδα στους δρόμους της Τύνιδας να ζητάς δημοκρατία
Στις πλατείες του Καΐρου ελευθερία να ψάχνεις.
Άκουσα τη φωνή σου να μου φωνάζει: ξύπνα!
Απ’ της Συρίας τ’ αυτοκρατορικά ερείπια
Απ’ του Ιράν τα θεοκρατικά μπουντρούμια.
Σε είδα να ματώνεις στις πετρελαιοπηγές της Αφρικής
Και στης Νοτίου Αμερικής τα ορυχεία
Να πεθαίνεις στου μεταξιού τους δρόμους
Και ν’ ανασταίνεσαι ξανά και να λες: Αρκετά!
Αρκετά, κραύγασες, Αρκετά!
Και σήκωσες ψηλά το αδύναμο λάβαρό σου,
Αυτό του ονείρου και της σύγχρονης ευρωπαϊκής απελπισίας.
Οπλίστηκες με τα νιάτα σου, μ’ ένα χαμόγελο,
με δυο αγκαλιές και τρεις φίλους καλούς,
με μια γειτονιά, όλο τον κόσμο σου,
Και κίνησες να τα πεις ένα χεράκι στης πολιτικής τα όρνια.
Μα η φωνή σου ήταν αδύναμη.
Δεν μπορούσε ν’ ακουστεί πάνω απ’ τις κόρνες των αυτοκινήτων,
Και τις ατελείωτες τσιρίδες των τηλεπαρουσιαστών,
Η παρουσία σου πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη,
Για να τραβήξει πάνω της τα βλέμματα των περαστικών.
Αλλά εσύ δεν τα παράτησες: Θα μείνω εδώ, είπες.
Κι έμεινες εδώ. Εκεί.
Εκεί, στη μέση του δρόμου της πόλης – μιας πόλης.
Εκεί σε συνάντησαν τα Ματ:
Στην Αθήνα και στη Λισαβόνα, στο Λονδίνο και στο Δουβλίνο,
Στη Σαλονίκη και στη Βαρκελώνη.
Κι εκεί σε χτύπησαν. Εκεί σε μάτωσαν.
Το αίμα και τα δάκρυά σου έκαναν το γύρο του κόσμου.
Κάποιοι τα είδαν και σε συμπόνεσαν, άλλοι ταράχτηκαν,
Και κάποιοι, οι περισσότεροι, απλά απέστρεψαν το βλέμμα και σε ξέχασαν.
Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, εσύ πέτυχες το στόχο σου,
Έβαλες ένα λιθαράκι στο ναό της νέας ελπίδας.
Και μάς έδειξες ένα δρόμο αλλιώτικο,
Παλιό και καινούριο,
Κοινό και μοναδικό.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011
Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 2
«Θυμάσαι τι όμορφη νυχτιά ήταν εκείνη που σε γνώρισα; Μια νύχτα δροσερή τ’ Αυγούστου, με ένα ανάλαφρο αεράκι να χαρακώνει τις αισθήσεις, με τα αστέρια λαμπερά στην κουβέρτα τ’ ουρανού σα μια ψευδαίσθηση, με το νεογέννητο φεγγάρι να κάνει μετά βίας αισθητή την παρουσία του, με μια απροσδιόριστη μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μας από κάπου πολύ μακριά, μα τόσο κοντά... με... με... με...Καθόσουνα μόνη, αφόρητα και τελεσίδικα μόνη, σε μια απόμακρη γωνιά του πάρκου, αργά, πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κάπνιζες νευρικά ένα τσιγάρο και έβρεχες με δάκρυα το χώμα κάτω από τα πόδια σου. Εγώ, αιώνιος ξενύχτης και δεινός περιπατητής, άκουσα καθώς περνούσα τους πνιχτούς σου λυγμούς και σε πλησίασα. Ήθελα να δω αν μπορούσα να κάνω κάτι για σένα, αν και ήμουν σίγουρος πως έτσι κι αλλιώς θα αρνιόσουν τη βοήθειά μου. Είδα τα δάκρυα ρυάκια να κυλούν, τις γραμμές του πόνου να χαράζουν αμείλικτα το πρόσωπό σου, και κατάλαβα πως η πηγή θα αργούσε πολύ να στερέψει ακόμη.
Προχώρησα σιωπηλά και κάθισα σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα. Το τραγούδι των λυγμών σου θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα έφτανε στ’ αυτιά μου, αν δεν περνούσαν πού και πού κάποια τροχοφόρα ψυχοφθόρα οχήματα, κι αν δεν ξέφευγε και καμιά νότα απ’ τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά.
Αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω και δε βιαζόμουν να πάω πουθενά, βυθίστηκα απαλά στις σκέψεις μου, που όλο μου ξέφευγαν, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα, να επικεντρώσω την προσοχή μου όλη, προσπαθώντας ωστόσο να μην το δείξω, στο πρόσωπό σου. Στο πρόσωπο που δε φαινόταν καλά στο μισοφωτισμένο εκείνο τοπίο. Έτσι, σκυφτή καθώς ήσουνα και κάπνιζες, δεν μπορούσα να διακρίνω τα μάτια σου, παρά μόνο ένα χλωμό μάγουλο και τα βαμμένα ολόισια μαύρα και κομμένα στο ύψος του ώμου σου μαλλιά. Αμέσως ένιωσα κάποια ανεξήγητη συμπάθεια για σένα, μια τρυφερότητα που δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Λες και κάποια έκτη αίσθηση με προειδοποιούσε ότι, να, ότι κάπου πάω...
Ω, δεν έχω τα λόγια, δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωσα εκείνη τη νύχτα που σε γνώρισα. Χαρά; Ίσως. Απορία; Σίγουρα. Αβεβαιότητα; Και βέβαια. Ένιωσα πολλά, κι ένιωσα λίγα. Και οι λέξεις δεν είναι ικανές να βάλουν τις σκέψεις μου σε τάξη...
Παρέμεινα λοιπόν εκεί και σε παρατηρούσα. Σε παρατηρούσα και περίμενα. Τι ακριβώς; Δεν είχα ιδέα. Ή ίσως και να είχα, αφού ήμουνα σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έκανες εσύ την πρώτη κίνηση, πως θα μου μιλούσες. Για τι και γιατί, αυτά είναι που δεν ήξερα.
Δε θα πέρασε πολλή ώρα όταν σε άκουσα να με πλησιάζεις σιγοπατώντας. Ευτυχώς πρόλαβα και απέσυρα το βλέμμα μου στο... υπερπέραν. Στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες, σιγαλά κι ευγενικά, ένα τσιγάρο. Δεν είχα αλλά, σαν σύγχρονος πεζός ιππότης, προσφέρθηκα να πάω να σου φέρω. Δεν πειράζει φίλε, μου είπες, αλλά εγώ επέμεινα κι υποχώρησες. Σε λίγο, όταν επέστρεψα, στεκόσουν ακόμη εκεί, ακριβώς στην ίδια θέση, κοιτώντας το σκοτάδι με μάτια που δεν έβλέπαν. Κάνουν; σε ρώτησα, προτείνοντάς σου το πακέτο και βγάζοντάς σε, την ίδια ώρα, από τον απόμακρό σου κόσμο. Είχα ξεχάσει να σε ρωτήσω ποια τσιγάρα προτιμούσες, κι έτσι πήρα τα πρώτα που είδα μπροστά μου. Κάνουν! απάντησες, χαρίζοντάς μου ένα μισό θλιμμένο χαμόγελο.
Κάθισες στο παγκάκι, άναψες ένα παρηγορητή κι έμεινες για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας τη φωτιά να το καίει, τον καπνό ν’ ακολουθεί τ’ αχνάρια του ανέμου. Σε ρώτησα αν θες να μείνεις μόνη κι απάντησες μ’ ένα σχεδόν άηχο και κάπως τρομαγμένο, όχι. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα σου, κρυφακούγοντας την ανάσα που έβγαινε απ’ τα στήθια σου απαλή, σαν το τραγούδι των βότσαλων. Σου έριξα, τώρα που μπορούσα, μια καλύτερη, πιο ενδελεχή ματιά. Όμορφο πρόσωπο, πολύ, αν και πονεμένο. Μάτια μαύρα βαθιά, έντονα εκφραστικά, μάτια που μιλούσαν. Ένα κορίτσι της θλίψης.
Τελείωσε το τσιγάρο και το έσβησες, όπως κάθε χαμένη στιγμή. Άναψες ένα ακόμη και με ρώτησες: Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει λόγος που βρέθηκα εδώ, απλά συνέβηκε, σου απάντησα. Όσο για τα τσιγάρα, σου τα έφερα επειδή τα είχες ανάγκη. Αναστέναξες βαθιά και μετά μου χάρισες ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, ψιθύρισες. Και για πες μου: Πάντα τρέχεις να εκπληρώσεις τις επιθυμίες των άλλων; βιάστηκες να ρωτήσεις. Όχι πάντα. Μου πρότεινες να περπατήσουμε για λίγο. Δέχτηκα. Εξάλλου για να περπατήσω βγήκα έξω νυχτιάτικα. Αλλά, δεν στο είπα αυτό. Σου είπα μόνο: Ό,τι επιθυμείτε, κυρία! Ένα δειλό γελάκι σου ξέφυγε απ’ τα χείλη και για μια στιγμή η γκριζοσυννεφιά φάνηκε να εγκαταλείπει το πρόσωπό σου...»
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011
Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 1
Λένε πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πάντα γρήγορα τελειώνουν. Ή κι ότι πολλές φορές δεν προλαβαίνουν καν να αρχίσουν. Κι έχουν δίκιο. Απόλυτο! Αφού και των δικών τους ζωών οι καλύτερες στιγμές, οι λίγες που χάρηκαν, έφτασαν πριν από όχι πολλή καιρό, σ’ ένα απότομο -μα όχι αναπάντεχο- τέλος. Σ’ ένα τέλος απότομο, αλλά στην πορεία καλά σχεδιασμένο. από τους άλλους. Από εκείνους τους άλλους, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο μοιάζουν πάντα να ξέρουν -ή που νομίζουν πώς ξέρουν, τέλος πάντων- τι είναι καλύτερο για μας, ποιος άνθρωπος και ποια ζωή μας ταιριάζει. Όχι πως αφήνει τον εαυτό της απ’ έξω, κάθε άλλο. Κι εκείνη έφταιξε, ή, μάλλον, εκείνη έφταιξε περισσότερο απ’ τον καθένα. Εκείνη κι οι φοβίες της. Εκείνη κι οι δολερές της ανασφάλειες. Εκείνη, που τώρα τα βάζει αμείλικτα, μ’ οργή κι ένα δάκρυ, με τον εαυτό της: «Τον έχασα... Τον έχασα ακριβώς επειδή ήταν αυτό που πάντοτε ζητούσα, αυτό που πάντοτε ποθούσα. ένας άνθρωπος αληθινός. τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος.»Τώρα, κάθεται μοναχή σ’ ένα καναπέ ανέραστο κι απολαμβάνει με νοσταλγία πικρή την ανάμνησή του. κάθεται και θρηνεί την απουσία του. κάθεται και με αμείλικτο πείσμα αυτομαστιγώνεται, αυτοτιμωρείται. Βουλιάζει στις σκιές, που τώρα καλύπτουν την άλλοτε κοινή τους ζωή και ψάχνει απεγνωσμένα το νήμα, εκείνο που κάποτε τόσο στέρεα τους ένωνε, μήπως και μπορέσει να τον φέρει πίσω.
Αλλά, γιατί να γυρίσει; Έφυγε επειδή δεν ήταν πια αυτή. έτσι της είπε: Φεύγω επειδή δεν είσαι πια εσύ! Κι είχε δίκιο. Το ξέρει. Και τότε το ήξερε, αλλά να, δεν το παραδεχόταν, δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Έτσι τον άφησε να φύγει. Δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, για να τον σταματήσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη τον αγαπούσε με μια αγάπη τυφλή, μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη, τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Φοβότανε τη δύναμη, την εξουσία που είχε πάνω της, το πως μπορούσε -έτσι απλά- να διαβάζει μ’ ένα βλέμμα την ψυχή της ως τα τρίσβαθά της, τον τρόπο με τον οποίο μάντευε τα πιο κρυφά της μυστικά. Πάντα, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις και τα μάτια της, ή μάλλον τις σκέψεις στα μάτια της, και να προβλέπει τις αντιδράσεις της, όλες! Έμπαινε λες μες στο μυαλό της και σαν τετράδιο το φυλλομετρούσε, καταλάβαινε τα πάντα, όλα τα έβλεπε, και αν και σπάνια έκανε λάθος, εκείνη υποστήριζε πώς έκανε πάντα, αναγκάζοντάς τον ξανά και ξανά, μισοτρυφερά και μισοειρωνικά να χαμογελάσει. Ξέρετε τι τρομακτικό πράγμα είναι να εισβάλλει κάποιος ορμητικά στο μέσα σου και να σε κάνει να νιώθεις ευανάγνωστο σαν παιδικό βιβλίο; Έτσι την έκανε να νιώθει, δίχως άμυνες, ευανάγνωστη! Φυσικά δεν το έκανε σκόπιμα -πάντα, έλεγε, μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στα μάτια των ανθρώπων- αλλά εκείνη και πάλι την τρόμαζε.
Όταν συνέβαινε κάτι κακό, και συνέβαινε συχνά, έτρεχε και κρυβότανε βαθιά στην αγκαλιά του, για να ξορκίσει τους φόβους της, για να νιώσει καλύτερα και να ξεπεράσει αυτό που την απασχολούσε. Αλλά, το λιμάνι της ήταν κι η ανησυχία της καθώς, όσο βρισκόταν εκείνος στη ζωή της δεν ένιωθε ούτε στιγμή πώς ήταν μόνη, ακόμη ούτε και μέσα στο μυαλό της. Σα να κρυβόταν πίσω από τις σκέψεις της, κι άλλοτε τις διαμόρφωνε, ή, τις περισσότερες φορές απλά τις παρατηρούσε. Τρελό δεν ακούγεται; Αλλά, κι εκείνη τώρα τρελή νιώθει. τρελή επειδή τον έδιωξε. Μα, τον έδιωξε επειδή την τρέλαινε, αλλά και γιατί βαρέθηκε. Βαρέθηκε τη δύναμη που είχε πάνω στη ζωή της. Βαρέθηκε τη σιωπηλή του αυταρέσκεια – που φρόντιζε να μη δείχνει, την οποία, όμως, εκείνη ξεκάθαρα διέκρινε. Βαρέθηκε το γεγονός ότι είχε σχεδόν πάντα δίκιο, αλλά και το θάρρος του να παραδέχεται τα λάθη του όταν είχε άδικο. Βαρέθηκε την απόλυτα εκνευριστική του ηρεμία, την απερίγραπτη γαλήνη του. Βαρέθηκε τη μοναδική του ικανότητα να κατευθύνει τις σκέψεις των άλλων και τον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του. Όλα τα βαρέθηκε, κι ακόμη περισσότερα. Όλα τα βαρέθηκε και τώρα όλα βασανιστικά της λείπουν.
Της λείπουν οι στιγμές που περνούσανε μαζί προτού ραγίσει το γυαλί, το τρυφερό χαμόγελο και τα γιομάτα κατανόηση βλέμματά του, το ισοπεδωτικό του χιούμορ και ο τρόπος με τον οποίο κάποια όμορφα βράδια, καλοκαιρινά, ζωγράφιζε στο μέσα της έναν παράλληλο, παραμυθένιο κόσμο. Της λείπουν ακόμη και τα ελαττώματά του – ναι, ακόμη κι αυτά, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, του εαυτού της.
Τώρα; Τώρα βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά της. Πήρε τη μοτοσικλέτα και το σακίδιό του, λίγα βιβλία και τη φωτογραφική του μηχανή, ανέβηκε σ’ ένα καράβι κι έφυγε για την Κρήτη. Τον έχασε, αλλά δε χαθήκανε, ακριβώς όπως της είχε υποσχεθεί. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ!» της είπε αντί για αντίο, τη θλιβερή εκείνη μέρα κι έφυγε. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ,» της είπε και τον πίστεψε, αφού αυτός πάντοτε εννοούσε αυτά που έλεγε και πάντοτε έλεγε αυτά που εννοούσε. Έφυγε, λοιπόν, μακριά, αλλά ποτέ από κοντά της, καθώς τον συναντά συχνά-πυκνά στα γράμματα που της στέλνει απ’ την αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά. στα γράμματα όπου με τρυφερότητα πολλή και οδυνηρό ρεαλισμό αναπολεί το χθες τους. Τον συναντά στις αναμνήσεις της, που αναβιώνουν μέσα απ’ αυτά, που παίρνουν ζωή και τη στοιχειώνουν. Τον συναντά στους δρόμους της άχαρης πόλης, που τώρα κάθε βράδυ διασχίζει μοναχή ακούγοντας μουσική. Τον συναντά στην καθημερινή μισερή και μίζερη ύπαρξή της. Τον συναντά και τον μισεί. Τον μισεί επειδή στα γράμματά του δεν της κλαίγεται, επειδή δεν της ζητά να σμίξουν και πάλι των ζωών τους τις μοναξιές. Τον μισεί επειδή μετά τη φουρτούνα που πέρασαν αυτός μοιάζει να είναι απόλυτα ήρεμος, γαλήνιος όσο παίρνει, ενώ εκείνη παραδέρνει ακόμη στης καταιγίδας τα κύματα. Τον μισεί επειδή δεν αναλύει τα πράγματα, δεν απολογείται, δεν ψάχνει δικαιολογίες. Και τον μισεί και γι’ αυτά ακόμη τα γράμματά του, που καταντάνε εκνευριστικά -νοητικές μαχαιριές- καθώς της έχουν καταντήσει τη ζωή χώρο αναμονής. Τον μισεί και τον αγαπά. Τον αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε ποτέ αγαπήσει όσο ήτανε μαζί. Αγαπά την ιδέα και μόνο της παρουσίας του, κάπου εκεί έξω. Τον αγαπά για όλ’ αυτά που της έχει χαρίσει και για όσα της πήρε. Τον αγαπά και μισεί τον εαυτό της και τον αγαπά... Παραληρεί!
Παραληρεί καθώς ένας παραλογισμός έχει καταντήσει η ζωή της όλη. Τίποτα πια δεν της αρέσει. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ζει μες στις αναμνήσεις, τρέφεται απ’ αυτές, κι ελπίζει σ’ ένα αύριο, το οποίο εκείνη η ίδια τόσο επιδέξια και με απαράμιλλη οργή, με τα ίδια της τα χέρια στραγγάλισε. Τον θέλει να γυρίσει πίσω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο θέλω στη ζωή της. Τον θέλει να γυρίσει πίσω, για να πιάσουνε ξανά μαζί το κομμένο νήμα, το μαγικό. Το νήμα στο οποίο κεντήσανε νύχτες έρωτα και μέρες σιωπής. Το νήμα που αν και σε νάρκη ποτέ δεν κόπηκε – που διατηρείται ακόμη ζωντανό μέσα από την ιστορία τους, την οποία πήρε εκείνος να αφηγείται, κομμάτι το κομμάτι, λεπτό το λεπτό, μέσα από τα γράμματά του.
Με τούτα τα γράμματα αγκαλιά γλυκά κοιμάται, μ’ αυτά πικρά ξυπνά, κι ας μην το λέει σε κανέναν. Σε ποιον να το πει, άλλωστε; Αφού τώρα πια δεν έχει φίλους ή έστω κάποιον για να μιλήσει τέλος πάντων, αφού πραγματικούς φίλους δεν είχε στ’ αλήθεια ποτέ – αν και άργησε πολύ να το αντιληφθεί αυτό. Εκείνοι που άλλοτε θεωρούσε φίλους ήταν οι ίδιοι εκείνοι που την πρόδωσαν. Εκείνοι που την ακολούθησαν με ψεύτικα χαμόγελα στην άνοδο, δεν την ακολούθησαν μ’ αληθινά στην πτώση. Ερωτεύτηκαν φευγαλέα την εικόνα της και μόνο, εκείνη που έβλεπαν, που τους έδινε αξία. Αγάπησαν τη διασημότητά της, το περιτύλιγμα που ποτέ δε θέλησε, μα που εκείνοι κάποτε την έπεισαν πώς ακριβώς αυτό ζητούσε. Ναι, αγάπησαν το περιτύλιγμά της και όχι την ίδια, γι’ αυτό τους παράτησε.
Ο Νικόλας, μονάχα αυτός, την αγάπησε βαθιά και άδολα, γι’ αυτά που έκρυβε πίσω από τα λόγια και τις σιωπές της, στης ψυχής το μεγάλο μπαούλο. Κι ας ήταν όμορφη πολύ, κι ας είναι όμορφη πολύ ακόμη. Εκείνος έβλεπε τη σοκολάτα, κι όχι το χαρτί που την κάλυπτε.
Ω, δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό της για τα λάθη του -είναι σίγουρη γι’ αυτό- για τα λάθη που την έσπρωξαν να χάσει ό,τι ένιωσε ποτέ πιο πολύ δικό της.
Το μόνο που της απομένει τώρα πια είναι η εξιλέωση, η εξόφληση των γραμματίων από το παρελθόν, μήπως και μπορέσει και βαδίσει με βήματα πιο σίγουρα, πιο σταθερά, στα μονοπάτια του μέλλοντος, μήπως και προσχωρήσει στο αύριο. Κι άλλο τρόπο δεν έχει για να το κάνει αυτό από το να καθίσει και να γράψει με το δικό της ιδιαίτερο, φτωχό και άτεχνο τρόπο αυτή την ιστορία, την ιστορία τους, μια ιστορία συναισθημάτων. Θα κλέψει στιγμές από τα γράμματά του, θα ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της, και θα προσπαθήσει να αναστήσει μια εποχή, που στα μάτια της τώρα φαντάζει μακρινή σαν την αιωνιότητα, κοντινή σαν την ίδια της την αναπνοή.
Θα τα καταφέρει άραγε; Δεν ξέρει. Έτσι κι αλλιώς πιστεύει πώς αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ν’ αδειάσει το μέσα της, να ξεφορτωθεί το ψυχικό βάρος που κουβαλεί με περίσσιο κόπο, μήπως και ξαποστάσει, μήπως κι αναγεννηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο Νικόλας.
«Σ’ αγαπώ απελπισμένα!» της είχε πει κάποτε, κι εκείνη γέλασε. Γέλασε κι αυτός. Και να που σήμερα τον αγαπά κι εκείνη το ίδιο, απελπισμένα, και δίχως ελπίδα – αν και δε βγαίνει νόημα απ’ αυτό το τελευταίο.
Αλλά, αρκετά για κείνη. Έφτασε πια η ώρα να πάρει ο Νικόλας το λόγο, εκείνος που τόσο αγάπησε, και να μας ταξιδέψει με τη μηχανή του χρόνου στης πικρής ζωής τους το γλυκό χθες...
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010
Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 6
Μπήκαμε σ’ ένα βαγόνι σαν όλ’ τ’ άλλα και σταθήκαμε σε μια γωνιά, κολλημένοι σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο, κοιτώντας τα σκοτεινά τοπία των τούνελ και τους σταθμούς να περνούν σχεδόν αδιάφορα μπροστά από τα μάτια μας. Κόσμος ερχόταν και έφευγε, τα πρόσωπα άλλαζαν, αλλά η παράσταση παρέμενε η ίδια. Όσο απομακρυνόμασταν από το κέντρο οι φυλές άρχισαν να διαδέχονται η μια την άλλη. Οι λευκοί γίνονταν όλο και λιγότεροι, οι λατίνοι και οι μαύροι όλο και περισσότεροι. Σα να πλησιάζαμε τα σύνορα, έτοιμοι να περάσουμε σε μια ξένη γη.Όταν βγήκαμε επιτέλους έξω, στο φως, λες και δε βρισκόμασταν πια στη Νέα Υόρκη, αλλά σε μια πόλη παρείσακτη, τριτοκοσμική, που έμοιαζε να έχει ξεφυτρώσει στα μέρη μας από το πουθενά. Παλιά κτήρια κτυπημένα από την υγρασία και μια ζώσα εγκατάλειψη, ακόμη πιο παλιά μουχλιασμένα αυτοκίνητα στους δρόμους, νέοι να περιφέρονται σε ομάδες από δω κι από κει, περιπολικά να διασχίζουν πού και πού με χαμηλή ταχύτητα τις σχεδόν έρημες γειτονιές, πολύχρωμες μπουγάδες απλωμένες στα μπαλκόνια και ήχοι παράταιροι να φτάνουν στ’ αυτιά μας από τα σπίτια, από τηλεοράσεις που διαφήμιζαν μια ζωή που ήταν αλλού, σε ανθρώπους που ίσως να μην είχαν αύριο. Η όψη πίσω από τη φωτεινή βιτρίνα της σύγχρονης πόλης.
Η αλήθεια είναι ότι πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να φοβάμαι τόσο πολύ, κι ας είχα τον Άντι δίπλα μου, να μου κρατά το χέρι, να με καθησυχάζει και δίχως λόγια να με καθοδηγεί σ’ ένα προορισμό για μένα άγνωστο ακόμη. Κάποτε φτάσαμε σ’ ένα παλιό κτήριο, σαν όλα τ’ άλλα, μα κάπου διαφορετικό, αφού αυτό, για κάποιο αδιανόητο στην κοινή μου λογική λόγο, έμοιαζε να ξεχειλίζει από ζωή. Ήταν φρεσκομπογιατισμένο τουρκουάζ και όλα τα παλιά, σαν κι εκείνο το ίδιο, παράθυρα κάλυπταν λευκές διάφανες κουρτίνες. Μπήκαμε μέσα απρόσκλητοι, λες και μας ανήκε ο χώρος, σπρώχνοντας μια πόρτα που έτριζε και ήταν κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Είδα μια χοντρή αφροαμερικανή να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, παριστάνοντας ή μη τη θυρωρό. Με το που σήκωσε το βλέμμα και μας αντίκρισε είδα να σχηματίζεται στα χείλη της ένα τόσο πλατύ χαμόγελο, που έμοιαζε σε μια στιγμή να έχει ανακτήσει πέντε από τα χαμένα χρόνια της ζωής της. Όταν μίλησε η φωνή της ακούστηκε παράταιρα λεπτή, λίγο τσιριχτή, σαν ενός κοριτσιού που αρνιότανε πεισματικά να μεγαλώσει.
«Άντι, αγόρι μου», είπε και σηκώθηκε για να τον αγκαλιάσει. Εκείνος για μια στιγμή φάνηκε να χάνεται μέσα στην τεράστια αγκαλιά της, αλλά αμέσως μετά τον άκουσα να κρυφογελάει.
«Μυρίζεις απολυμαντικό σαπούνι, Τάμπιθα», της είπε με που τον άφησε.
«Κι εσύ σαν άπλυτος ασπρουλιάρης κώλος, εξυπνάκια», του απάντησε γελώντας εκείνη. Και μετά έστρεψε το βλέμμα της σε μένα. Έμεινε να με παρατηρεί για λίγο σαν ένα παιχνίδι, σαν κάτι αξιοπερίεργο, δεν ξέρω τι. «Κι η δεσποινίς;» ρώτησε τελικά τον Άντι δείχνοντάς με με μια κίνηση του κεφαλιού.
«Το κορίτσι μου», απάντησε εκείνος, σχεδόν με περηφάνια, προκαλώντας μια έκρηξη γέλιου στη γυναίκα. Γελούσε, σταματούσε, τον κοιτούσε και ξαναγελούσε. Στο τέλος δεν άντεξα, άρχισα να γελώ κι εγώ μαζί της. Τρελό σκηνικό, αλλά όμορφο.
«Για δες τον βρε. Βρήκε κι αυτός ένα κορίτσι και το ’φερε για να μας το επιδείξει, και να περηφανευτεί σαν το κοκόρι που είναι. Κι εσύ;» Στράφηκε σε μένα, κοιτώντας με με μάτια που έσταζαν τρυφερότητα και ειρωνεία. «Εσύ τι του βρήκες αυτού του μπουνταλά, γλύκα;»
«Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα», της απάντησα, προσπαθώντας να μη γελάσω, αλλά χωρίς να μπορέσω να αποτρέψω εκείνην από το να το κάνει. Μάλλον αυτή είχε πάντα έτοιμο το γέλιο, έτοιμο να ξεχυθεί απ’ το πλούσιο μπούστο της, και καλά έκανε δηλαδή.
«Σε περιμένουν», είπε γυρνώντας προς τον Άντι, και το πρόσωπό της αμέσως σοβάρεψε, δίχως να χάσει όμως ίχνος απ’ την ευθυμία του, η οποία μετατοπίστηκε στο βλέμμα.
«Πάμε». Με πήρε απ’ το χέρι και πάλι, καθώς αρχίζαμε ν’ ανεβαίνουμε μια παλιά μα πεντακάθαρη, αλλά εμφανώς φθαρμένη στο πέρασμα του χρόνου σκάλα. Από κάτω και στα δεξιά διέκρινα έναν ανελκυστήρα με σιδερόφρακτη πόρτα, που είχε μάλλον φάει εδώ και καιρό τα ψωμιά του.
Με το που φτάσαμε στον πρώτο όροφο ακούσαμε πολλή θόρυβο και κάποιες χαρούμενες φωνές και γέλια να δονούν το χώρο. Με το που μπήκαμε μέσα όμως μας υποδέχτηκε μια αναμενόμενη αμήχανη σιωπή, που δεν κράτησε και τόσο πολύ. Μετά από μια στιγμή όλοι άρχισαν να χαιρετούν τον Άντι, να του δίνουν το χέρι, να τον ρωτάνε:
«Τι χαμπάρια, μάγκα;» Εκείνος, ζεστός και χαμογελαστός, τους απαντούσε πώς ήταν καλά, όλα πήγαιναν μια χαρά, ότι κρατιόταν απ’ τη ζωή εκεί έξω.
«Αυτή είναι η Χοπ», με σύστησε, και όλοι με καλωσόρισαν με δυνατές φωνές και πειρακτικά χαμόγελα, σαν να κοιτούσαν εμένα και έβλεπαν τον Άντι. Κάποιος, που ήταν κάπου στο βάθος μάλλον, έδωσε το σύνθημα και σε λίγο, όσοι ήξεραν το τραγούδι, άρχισαν να τραγουδούν ακαπέλα ένα κομμάτι που γράφτηκε για το όνομα μιας άλλης γυναίκας, αλλά τι σημασία είχε αυτό. Hope, Joanna gimme hope, τραγουδούσαν οι περισσότεροι και γελούσαν, ενώ ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας θυμήθηκε κάποιαν άλλη Χοπ, που πρωταγωνιστούσε σ’ ένα μπλουζ. Καθώς έκαναν όλο αυτό το σαματά, εγώ απλά τους παρατηρούσα, ευτυχισμένη κι άφωνη, μη μπορώντας να πιστέψω αυτά που έβλεπα να συμβαίνουν μπρος στα μάτια μου. Μαύροι, νοτιαμερικανοί, ασιάτες, ακόμη και κάποιοι λευκοί κάθονταν ή μάλλον περιφέρονταν εκεί, σα μια συντροφιά, μια παλιά καλή παρέα, και μιλούσαν, γελούσαν, τραγουδούσαν, μεγάλοι και μικροί, νέοι και γέροι.
«Τι είναι αυτό το μέρος;» ρώτησα ψιθυριστά τον Άντι, χωρίς να προσπαθήσω να κρύψω την ταραχή μου.
«Θα έλεγα ότι είναι ένα κοινοτικό κέντρο, αλλά όχι ακριβώς. Είναι πολύ περισσότερα. Θα στα εξηγήσω όλα αργότερα, όταν μας το επιτρέπει ο χώρος και ο χρόνος». Μου υπέδειξε μια γωνία στο βάθος της αίθουσας, όπου θα μπορούσα να πάω και να καθίσω.
«Για να κάνω τι;»
«Μα για να παρακολουθήσεις το μάθημα φυσικά, κουτό!» Με αποστόμωσε. Υπάκουσα, ακριβώς όπως υπακούει μια καλή μαθήτρια το δάσκαλό της. Πήγα και κάθισα πάνω σε μια άσπρη πλαστική καρέκλα, που σε κάθε μου κίνηση έτριζε, και αμέσως μετά τον είδα με μια κίνηση του χεριού του, η οποία έμοιαζε μ’ επίσημο χαιρετισμό, να επιβάλλει την τάξη, δίχως να σβήνει τα χαμόγελα. Μονάχα οι ασιάτες έδειχναν λίγο συνοφρυωμένοι, αλλά αυτό μάλλον θα οφειλόταν από την τεράστια σημασία που έδιναν σε θέματα πειθαρχίας και τη φυσική τους συστολή.
Σε λίγο έκαναν την εμφάνισή τους τετράδια και βιβλία, που όπως είδα ήταν κρυμμένα σε μικρές τσάντες ώμου, κωλότσεπες, ακόμη και χαρτοφύλακες. Έμοιαζε τόσο ετερόκλητο εκείνο το πλήθος, τόσο ξεχωριστό και αταίριαστο, που η έκπληξη, την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί, άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ξεκίνησα, ασυναίσθητα, να τους παρατηρώ αδιάκριτα, μέχρι που κάποια στιγμή το βλέμμα μου συνάντησε το δικό του και το ’κοψα, αν κι εκείνοι δεν έδειχναν να νοιάζονται.
Μη ξέροντας τι άλλο να κάνω, έστρεψα την προσοχή μου στο χώρο που μας φιλοξενούσε. Ήταν μια μεγάλη ψηλοτάβανη αίθουσα, στην οποία έμπαινε άπλετο φως από τα πολλά παράθυρα και τους φεγγίτες. Οι τοίχοι όλοι έμοιαζαν καλυμμένοι πέρα ως πέρα με ζωγραφιές -άλλες άτεχνες, κι άλλες περίτεχνες- γκράφιτι κι ατάκες. Σε μια γωνιά στεκόταν ένα γερασμένο πιάνο, ενώ από πίσω του υπήρχαν διάσπαρτα διάφορα άλλα μουσικά όργανα: κιθάρες, τρομπόνια, φλάουτα, φυσαρμόνικες, κι ένα μπάσο που έμοιαζε καινούριο. Στο βάθος αριστερά, όπως καθόμουνα, ανάμεσα στα δύο φύλλα μιας ψηλής πόρτας, μπορούσα να διακρίνω μια κοπέλα να κάθεται στο πάτωμα με κάποια μικρά παιδιά και να τους δείχνει πώς να ζωγραφίζουν. Η φωνή της δεν έφτανε στ’ αυτιά μου, ίσως και να ψιθύριζε για να μην ενοχλεί αυτή την τάξη, και όσο κι αν τεντωνόμουνα, όσο κι αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να διακρίνω το χρώμα των ματιών της, τις θύρες της ψυχής. Τα μόνα πράγματα που μπορούσα να παρατηρήσω ήταν οι αβίαστες κινήσεις της, οι σχεδόν αέρινες, κι η ευγένεια των τρόπων της. Είχε σγουρά μαύρα μαλλιά, κομμένα στο ύψος του ώμου, και όπως την έβλεπα να κάθεται εκεί χάμω, δεν ήξερα να πω αν ήτανε κοντή ή ψηλή. Πρέπει να ένιωσε το βλέμμα μου πάνω της, αφού κάποια στιγμή στράφηκε προς το μέρος μου, αλλά δεν έμοιαζε να με έχει δει. Έδειχνε ολότελα φευγάτη, και δίχως να μπορώ να εξηγήσω το γιατί ένιωθα ότι ήταν βαθιά λυπημένη. Εντελώς αφοσιωμένη σ’ αυτό που έκανε, αλλά και χωμένη στο μέσα της. Κάθε τόσο την έβλεπα να χαϊδεύει τα μαλλιά ενός παιδιού, να του λέει κάτι και να χαμογελά. Το πρόσωπό της τότε φωτίζονταν. Και τότε ασυναίσθητα χαμογελούσα κι εγώ. Και μετά σκοτείνιαζε. Κι από μακριά λυπόμουνα κι εγώ. Απλή παράνοια!
«Πού ταξιδεύεις εσύ;» Άκουσα τη φωνή του ξαφνικά στ’ αυτί μου, απαλά να με ξυπνάει, να με βγάζει από εκείνο το όνειρο, ή μάλλον την οπτασία, της μέρας.
Στεκόταν από πίσω μου. Του έδειξα με μια ελαφριά κλίση της κεφαλής και ένα βλέμμα, που ήταν αδύνατον να δει, τη γυναίκα. Ένιωσα το χαμόγελό του να μου τρυπά το κρανίο, όσο κουφό κι αν ακούγεται αυτό. Έσκυψε και πάλι στ’ αυτί μου.
«Η Μάριαν», ψιθύρισε. «Θα σας συστήσω αργότερα». Έγνεψα καταφατικά, με μια κρυφή ικανοποίηση, αφού η περιέργειά μου θα έβρισκε τη δικαίωσή της, καθώς εκείνος απομακρυνόταν. Πήγαινε από τον ένα μαθητή στον άλλο, κοιτούσε αυτά που έγραφαν και τους έλεγε κάτι χαμηλόφωνα. Τον έβλεπα να κάνει διορθώσεις και παρατηρήσεις, να μοιράζει υποσχέσεις και ζεστασιά. Του ταίριαζε πολύ ο ρόλος του δασκάλου. Είχε την απαραίτητη ηρεμία και ήξερε πώς να δείχνει κατανόηση. Και προφανώς έκανε ό,τι έκανε απλά και μόνο επειδή το αγαπούσε. Έτσι όπως τον παρατηρούσα, αδιάκριτα, έμοιαζε απόλυτα σοβαρός, αλλά έδειχνε κιόλας έτοιμος ανά πάσα στιγμή να γελάσει. Και γέλασε.
«Τελείωσα, ασπρουλιάρη», του είπε ένας μαύρος μεσήλικας άντρας, κουνώντας πέρα-δώθε ένα μάτσο άδετες σελίδες, και προκαλώντας τη γενική ευθυμία. Στη στιγμή όμως σοβάρεψαν όλοι και πάλι. Έσκυψαν στα τετράδιά τους και συνέχισαν να γράφουν. Μια έκθεση, μια ιστορία, ένα δοκίμιο, ένα στιγμιότυπο της μνήμης; Δεν έχω ιδέα. Ποτέ δεν έμαθα.
Απ’ ό,τι κατάλαβα όμως δεν ήταν και πολύ δύσκολα τα μαθήματα που δίδασκε. Μάθαινε στα παιδιά τα πρώτα τους γράμματα και τους βασικούς κανόνες της αριθμητικής, στους μετανάστες τις πρώτες τους βασικές λέξεις στη νέα γλώσσα, έδινε στους γηραιότερους μια καινούρια ευκαιρία στη ζωή. Τόσο απλά.
Μιάμιση ώρα περίπου κράτησε η παράσταση -ναι, έτσι ακριβώς φάνταζε στο βλέμμα μου- και πέρασε σαν τίποτα, σαν λίγα δευτερόλεπτα στην απεραντοσύνη του χρόνου. Μετά, άρχισε το σώου. Πήγε ένας ψηλός μαύρος άντρας, που θύμιζε πρωταγωνιστή γκανγκστερικής ταινίας, κάθισε στο πιάνο, σήκωσε τα μανίκια του και άρχισε να παίζει. Οι νότες ξεχύνονταν σε εξωφρενικούς ρυθμούς κάτω από τα χέρια του, δονώντας το χώρο πέρα ως πέρα, αναγκάζοντάς τους όλους να σηκωθούν και ν’ αρχίσουν να χορεύουν. Τα παιδιά, όπως ήταν φυσικό, το γλεντούσαν από όλους πιο πολύ. Έκαναν απίθανες φιγούρες και κωλότουμπες, φώναζαν και γελούσαν, ενώ οι μεγαλύτεροι απλά προσπαθούσαν ν’ ακολουθήσουν το ρυθμό. Η μουσική, σα γλώσσα του σώματος παγκόσμια, τους ένωνε. Στο άκουσμά της έσβηναν μεμιάς χώρες, πρόσωπα, αναστολές, συνήθειες, καταγωγές και χρώματα, όλοι και όλα γίνονταν ένα. Δεν άντεξα για πολύ, σύντομα μπήκα κι εγώ στον τρελό χορό. Γελούσα μαζί τους, στροβιλιζόμουν, χοροπηδούσα κι έπεφτα, ένιωθα κάθε στιγμή που περνούσε, όλο και πιο πολύ, την ευτυχία να ξεχειλίζει από μέσα μου, να με τυλίγει, και μαζί με μένα να τυλίγει κι όλους αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω μου, τα μέλη της άγνωστης οικογένειάς μου. Επιτέλους ζω, σκεφτόμουνα. Επιτέλους ζω, ξεφώνιζε όλο μου το είναι. Επιτέλους ζω!
Όσο για κείνον, όλη αυτή την ώρα στεκότανε σε μια γωνιά, με κοιτούσε και χαμογελούσε πλατιά, το πρόσωπό του φώτιζε μια ικανοποίηση, που δε θέλησε ούτε στιγμή να κρύψει. Ναι, μου φώναζαν τα μάτια του. Ναι, μου κραύγαζαν άηχα τα χείλη του. Ναι!
Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 2
Μέσα σε έξι μήνες είχα μεταμορφωθεί -εκείνος με μεταμόρφωσε- με έκανε κάποια άλλη. Ή, όπως εκείνος επέμενε, απλά έγινα αυτή που πάντα κατά βάθος ήθελα να είμαι: μια απλή νέα γυναίκα. Είχα άλλωστε μπουχτίσει με τους πάντες και τα πάντα. Είχα από καιρό βαρεθεί να είμαι σαν ένα παιχνίδι στα χέρια των γονιών μου και το τρόπαιο ανύπαρκτων ερώτων, το οποίο τους άρεσε να περιφέρουν από τη μια δεξίωση στην άλλη, από το ένα πάρτι στο επόμενο, και να το επιδεικνύουν.Τους ξένισε όλους εκείνη η ξαφνική αλλαγή, ακόμη κι εμένα την ίδια. Ποτέ δε θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό να κάνει κάτι τέτοιο: ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα ήξερε, να παρατήσει τα λούσα και τη δήθεν καλή ζωή, και να δοθεί με ψυχή και με σώμα σ’ ένα φτωχό φοιτητή, που στον κόσμο που ζούσε μέχρι τότε δε θα μπορούσε τίποτα να προσθέσει. Κι όμως, μου τα πρόσφερε όλα. Όλα όσα χρειαζόμουνα, όλα τα αληθινά, δίχως να μπορώ καν να τα ονοματίσω. Καθόταν με τις ώρες και με άκουγε και μου μιλούσε. Πάντα χαμογελούσε, εκτός όταν θυμόταν τους νεκρούς του γονείς, οπότε το βλέμμα του λίγο συννέφιαζε. Και πάντα είχε ένα καλό λόγο για μένα, προσπαθούσε να με βοηθήσει να ξεπεράσω τον εαυτό μου και τα δεσμά του πλούτου μου, να μου δώσει το κουράγιο ν’ αντικρίσω τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Χάρη σ’ αυτόν έμαθα να ζητώ όλο και πιο λίγα, ενώ οι εξίσου πλούσιες με μένα πρώην κολλητές μου συνέχιζαν να παραπονιούνται πως δεν είχαν αρκετά. Άλλαξε την οπτική μου ο Άντι, μου άνοιξε τα μάτια, με δίδαξε πώς να αγαπώ αληθινά, με έμαθε να κάνω έρωτα από την αρχή. Καθαγίασε τον έρωτα.
Όλα σε σένα τα χρωστώ, του ψιθυρίζω κάθε τόσο, τώρα που δεν είναι πια εδώ, και από μέσα μου πολύ τον ευχαριστώ. Και τότε μου φαίνεται ν’ ακούω τη φωνή του στο κεφάλι μου απαλά να με αποπαίρνει, να μου λέει ότι δε χρωστώ τίποτα και σε κανένα, εκτός… από εκείνους που με έχουν ανάγκη. Αχ ρε Άντι! Ίσως εξαιτίας του τώρα να ζω μια σχετικά δύσκολη και φτωχική ζωή, αλλά τουλάχιστον έχει επιτέλους κάποιο σκοπό, ξεχειλίζει ουσία.
Κάθε φόρα που τον σκέφτομαι δακρύζω, κι ας από τότε έχουν περάσει πολλά φεγγάρια, χρόνια, εποχές. Δακρύζω και μετά χαμογελώ. Πιο έντονα από καθετί άλλο στη σχέση μας, στην κοινή μας ζωή, θυμάμαι εκείνο το πρώτο ταξίδι στη γενέθλια πόλη του, τριακόσια πενήντα μίλια μακριά, μ’ ένα κόκκινο παλιό σεβρολέτ. Εμείς, ο ήλιος και τα σύννεφα του δειλινού, το φεγγάρι και τ’ αστέρια της πρωίμης νύχτας, ο ατέλειωτος δρόμος και στο ραδιόφωνο τραγούδια νέγρικα, τώρα πια και για μένα αγαπημένα. Σαν όνειρο. Σαν της ζωής τη μαγεία.
«Εδώ ξεκίνησαν όλα», μου είπε, σχεδόν με περηφάνια, όταν φτάσαμε σ’ εκείνο το μέρος, που έμοιαζε να είχε ξεφυτρώσει απ’ το τίποτα στη μέση του πουθενά – ένα απομεινάρι του χθες που έκλεινε το μάτι στο σήμερα. Ένας μακρύς φιδωτός δρόμος και διάφορα στενά δρομάκια έμοιαζε να είναι όλη κι όλη η πόλη. Το Σοβέτο, στη Βιρτζίνια. Τα μόνα κτήρια που ξεχώριζαν, τόσο για την αρχιτεκτονική τους όσο και επειδή δεν ήταν φτιαγμένα από ξύλο, ήταν το δημαρχιακό μέγαρο, στην κορυφή του οποίου κυμάτιζε η αστερόεσσα, και το εμπορικό κέντρο, που έμοιαζε μια μικρογραφία αυτών των μεγαλουπόλεων, χωρίς φυσικά τις υπερβολές των τελευταίων. Όπως θα αντιλαμβανόμουνα πολύ σύντομα η πόλη δεν ήτανε τόσο μικρή όσο φανταζόμουνα, καθώς τα όριά της επεκτείνονταν για μίλια και μίλια μακριά, προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπήρχαν εγκατεστημένες φάρμες εκτροφής ζώων, αλλά και παραγωγής γεωργικών προϊόντων. Σε μια ακριβώς απ’ αυτές τις φάρμες, τη μικρότερη ίσως, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άντι.
Το σπίτι δεν ήταν μικρό, αλλά ούτε και μεγάλο. Κτισμένο ολάκερο από ξύλο, όπως όλα τ’ άλλα, κάλυπτε ένα απόμερο, αλλά όχι ολότελα απομονωμένο κομμάτι γης, το οποίο περιέβαλλε ένας μεγάλος, όπως φαίνονταν, αλλά παραμελημένος στο πέρασμα του χρόνου κήπος.
«Σα να βρίσκομαι σε μια παλιά ταινία, ή μάλλον σε κάποια τηλεοπτική σειρά, στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», του είπα, αναθυμώμενη τα παιδικά μου χρόνια, κι εκείνος χαμογέλασε τη συμφωνία του.
Δε μας πήρε και πολύ να ξεφορτώσουμε τα μπαγκάζια μας και τα τρόφιμα που είχαμε αγοράσει από το εμπορικό της πόλης. Αμέσως μετά άρχισε να με ξεναγεί στα δωμάτια και να μου αφηγείται ιστορίες και αναμνήσεις από την εκεί ζωή του.
«Αυτό είναι το δωμάτιο των γονιών μου».
Μου άνοιξε την παλιά πόρτα για να μπω σ’ ένα χώρο που έμοιαζε ανέγγιχτος απ’ το χρόνο, που κάπου θύμιζε μια παλιά λιθογραφία. Μπήκα μέσα σιγοπατώντας, σχεδόν επιφυλακτικά, λες κι έκανα ένα βήμα στα μονοπάτια του χθες και δεν ήθελα με τίποτα να ξυπνήσω τα φαντάσματα που κοιμούνταν εκεί. Εκείνος με ακολούθησε σιωπηλός, στεγνός από εξηγήσεις, καθώς άρχιζα να περιεργάζομαι τα πάντα, ορατά και αόρατα, να προσπαθώ να δω το παρελθόν μέσα από τα γνωστικά του μάτια. Τους τοίχους στόλιζαν κεντήματα, παιδικές ζωγραφιές, παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες. Στάθηκα μπροστά σε μια απ’ αυτές και παρέμεινα να την κοιτώ για ώρα -με είχε μαγνητίσει- προσπαθώντας να μαντέψω τα μυστικά που μου έκρυβε – γιατί ναι, ήμουνα απόλυτα σίγουρη ότι αυτή είχε τη δική της ιστορία να πει, το δικό της κρυφό ν’ αποκαλύψει.
«Δε μου είπες ότι έχεις αδελφή», παρατήρησα τελικά μ’ ένα παράπονο.
«Δεν είναι αδελφή μου», απάντησε και πήγε και κάθισε στο παλιό ξύλινο διπλό κρεβάτι. Έσκυψε για λίγο το κεφάλι, το σήκωσε, κοίταξε το τοπίο της φύσης που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρο, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό, λίγο χαμογέλασε, και συνέχισε. «Η δική της είναι μία ακόμη πονεμένη ιστορία, απ’ αυτές που θα ακούσεις όπου σταθείς κι όπου βρεθείς σ’ αυτή την πόλη. Η μάνα της Σάρας πέθανε στη γέννα, μόνη και αβοήθητη, κι ο πατέρας της δέκα χρόνια μετά στα μεταλλεία. Δεν είχε άλλο κανένα στον κόσμο, κι έτσι η οικογένειά μου ανέλαβε την ευθύνη της, αφού οι δικοί μου ήταν πολύ καλοί φίλοι με τον μακαρίτη. Την υιοθέτησαν λοιπόν και την έκαναν κόρη τους, και την έκαναν αδελφή μου. Τότε δεν περνούσε από κανενός το μυαλό η ιδέα ότι σύντομα θ’ ακολουθούσε ο πατέρας μου το φίλο του στον κάτω κόσμο. Έτσι μείναμε πίσω εγώ, στα δεκαπέντε μου χρόνια, η κακόμοιρη η μάνα μου, που ήδη πάλευε απεγνωσμένα με την αρρώστια, και η μικρή, που έγινε τρεις φορές ορφανή και σύντομα θα γίνονταν και τέταρτη».
Η φωνή του μόλις και ακουγόταν. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Τον αγκάλιασα. Το κορμί του έμοιαζε σφιγμένο, λες και περνούσαν από μέσα εκεί τα κύματα του πόνου, ψάχνοντας εσπευσμένα κάποιο διέξοδο. Τα μάτια ωστόσο παρέμεναν στεγνά, κανένας λυγμός δεν του τάραζε το σώμα. Του χάιδεψα το μάγουλο, τον φίλησα στα μαλλιά. Έπρεπε να συνεχίσει να μου μιλά. Έπρεπε. Το χρωστούσε σε μένα, επειδή ήθελα να μάθω. Το χρωστούσε στον εαυτό του, αφού το είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει.
«Τη μεγάλωσες εσύ λοιπόν;»
«Εγώ και όλη η πόλη, λιγότερο ή περισσότερο. Οι φίλες της μάνας μου, οι συνάδελφοι του πατέρα μου, η κυρία Ρόντα – αυτήν σίγουρα θα τη γνωρίσεις. Αν είναι ένα πράγμα για το οποίο είμαι περήφανος για τούτη την πόλη, Χοπ, είναι οι άνθρωποί της. Εδώ η αλληλεγγύη αποτελεί τον κανόνα, όχι την εξαίρεση. Αν δε βοηθούσαν ο ένας τον άλλο, αν δεν του στέκονταν στα δύσκολα, θα είχε σίγουρα σβηστεί απ’ το χάρτη».
«Δηλαδή, σου έδιναν και λεφτά; Πώς τα έβγαζες πέρα;»
«Όχι, δε μου έδιναν λεφτά. Πού να τα έβρισκαν κι αυτοί; Πώς να τους περισσέψουν, σε μια πόλη γεμάτη χήρες και ορφανά; Απλά δούλευα, όπως πάντα, αλλά λίγο περισσότερο. Αυτά που έβγαζα όμως ποτέ δεν ήταν αρκετά -αφού πήγαινα και στο σχολείο, το οποίο δεν ήθελα με τίποτα να παρατήσω- έτσι έπρεπε να ψάχνω συνεχώς καινούριους τρόπους για να τα φέρνω βόλτα. Ευτυχώς η Σάρα δεν ήταν ποτέ ιδιότροπο παιδί, ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλωσε με στερήσεις και ορφανή, και βοηθούσε όσο μπορούσε. Δε θα ήταν υπερβολή να σου πω ότι ίσως αυτή ήταν η στερνή χαρά στη ζωή της μάνας μου. Πάντα τα κατάφερνε και την έκανε να χαμογελά, ακόμη και όταν ο πόνος της κατέτρωγε τα σωθικά, και στο τέλος της συμπεριφέρθηκε καλύτερα από κάθε κόρη. Λίγο προτού ξεψυχήσει παράτησε ακόμη και το σχολείο, στο οποίο ήταν η καλύτερη μαθήτρια, για να μη λείψει στιγμή απ’ το πλευρό της, για να μην την αφήσει να πεθάνει μόνη, όπως πέθανε κι η δική της μάνα. Καθόταν δίπλα της και της κρατούσε το χέρι όταν πέθανε. Εκείνη της έκλεισε τα μάτια. Πρώτη την έκλαψε και από τη μια μέρα στην άλλη μεταμορφώθηκε από ένα μικρό κορίτσι, σε μια ώριμη γυναίκα. Ήταν δώδεκα χρονών όταν συνέβηκε αυτό. Χρωστώ πολλά στη Σάρα…».
Συνεχίζεται
υ.γ. Θα ανεβάζω τα νέα κεφάλαια κάθε Δευτέρα και Πέμπτη
Τρίτη 22 Ιουνίου 2010
Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 1
Όλα άρχισαν απ’ τον καιρό που ήμουνα μικρή, μια στάλα στον ωκεανό της ανθρωπότητας, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα πεισματικά να μεγαλώσω. Έτσι απλά, πάντα σαν παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, την υψηλή μας τάχα κοινωνία, τις αναγκαίες λυκοφιλίες, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στους κύκλους μας, χαρίζοντάς μας παροδικές στιγμές ευχαρίστησης και γεμίζοντας τις τσέπες των έμπορων και τα ταμεία των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Τότε ακριβώς, που βούλιαζα ανατέλλοντας, ήταν που τον γνώρισα.Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού ήταν σα να μην ανήκε εκεί. Εκεί που ήμασταν εμείς δηλαδή. Σ’ εκείνο το μεγάλο πανεπιστήμιο όπου τα καλομαθημένα πλουσιόπαιδα ήταν η πλειοψηφία, κι αυτά που όριζαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτουνού, του μετεωρίτη στη δική μας πραγματικότητα, δεν ήτανε το χρήμα και οι αόρατοι γονείς-προστάτες που του άνοιξαν το δρόμο, αλλά η σκληρή δουλειά κι η θέληση για μάθηση, η αφοσίωση σ’ ένα όνειρο που απαιτούσε μεγάλες κι ατελείωτες θυσίες για να βγει αληθινό, οι σχεδόν απάνθρωπες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε, οι οποίες τον έκαναν περισσότερο άνθρωπο απ’ τον καθένα μας. Όπως θα μου έλεγε στο σύντομο μέλλον η λειψή υποτροφία που διέθετε δεν ήταν αρκετή για να τον κρατήσει εκεί, έτσι για να τα φέρει βόλτα έκανε δουλειές του ποδαριού εφτά μέρες τη βδομάδα – τρέχοντας ουσιαστικά απ’ τη σχολή στη δουλειά, κι απ’ τη δουλειά στη σχολή ξανά και ξανά, χωρίς καμία ανάσα. Κι όμως πάντα χαμογελούσε. Αυτό ακριβώς, το χαμόγελό του, ήταν που με προσέλκυσε σ’ εκείνον, που μ’ έκανε δίχως τύψεις κι ενοχές να ξεφύγω απ’ τη συνεχή πολιορκία και το δίχως τέλος μουρμουρητό των δήθεν φιλενάδων μου. Αλλά και το βλέμμα του. Ένα βλέμμα που έσταζε, κατά κάποιο παράξενο τρόπο, θλίψη και χαρά την ίδια ώρα, ειρωνεία και ζεστασιά, οργή και ευτυχία – ένα βλέμμα που έμοιαζε, όπως αποφάσισα, να είναι αποκλειστικά στραμμένο στο μέλλον. Αυτός ο άνθρωπος έχει ένα σκοπό στη ζωή του, θυμάμαι σκέφτηκα, την πρώτη φορά που τον πρόσεξα, και μελαγχόλησα. Ένα σκοπό που εγώ δεν είχα ποτέ, αφού το δικό μου μέλλον ήταν προ πολλού αποφασισμένο, ίσως από τότε που πήρα την πρώτη ανάσα μου στον αποστειρωμένο αέρα της κλινικής. Ένιωσα να τον ζηλεύω, έτσι στα ξαφνικά, δίχως να ξέρω τα τι και τα γιατί του, χωρίς να έχω ιδέα ακόμη για τα όσα περνούσε. Ίσως όλα στη ζωή μου να συνέβησαν τελικά βάσει σχεδίου, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: για να βρεθώ εκεί εκείνη τη στιγμή, για να τον δω, για να μου κινήσει την περιέργεια, για ν’ αναρωτηθώ επιτέλους για της δικής μου ζωής την ουσία.
Δεν του μίλησα εκείνη την ημέρα -έτσι όπως τον έβλεπα να κάθεται απέναντί μου στην καφετέρια και να διαβάζει, να σηκώνει το βλέμμα και να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο- αλλά ούτε και τις επόμενες. Τι να του έλεγα άλλωστε; Τίποτα! Δεν είχα τι να του πω, δεν ήξερα πώς να του μιλήσω. Εξάλλου, όσο κι αν συχνά-πυκνά σαχλαμάριζα με τ’ άλλα κορίτσια, γλυκές παρενέργειες της νιότης, ήμουν κατά βάθος ντροπαλή, δε θα τολμούσα ποτέ να τον πλησιάσω. Εκτός κι αν παίζαμε Αλήθεια ή Τόλμη. Τότε ίσως και να το έκανα. Δεν παίζαμε όμως έτσι, συνέχισα να τον παρατηρώ, προσπαθούσα να μαντέψω τι σκέφτεται, νοιαζόμουνα να μάθω ποιος είναι, δίχως ποτέ να δείξω ότι ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Αλλά, όπως είπα, ήταν διαφορετικός, ένας ξένος στον κόσμο μας, πώς θα μπορούσα εγώ να εισβάλω στο δικό του; Αν δεν έπαιρνε εκείνος την κατάσταση στα χέρια του, αν δε μου μιλούσε, ίσως να μην τον γνώριζα ποτέ, ίσως να παρέμενε ένα όνειρο της μέρας. Κι αν δεν τον γνώριζα ίσως κι εγώ τώρα να ήμουνα κάποια άλλη, ίσως να ταίριαζα απόλυτα στο καλούπι που είχαν φτιάξει για μένα. Ίσως, λέω.
«Γιατί είσαι πάντα τόσο λυπημένη;» με ρώτησε, ξαφνιάζοντάς με, βγάζοντάς με λες μέσα από ένα όνειρο. Αυτό πρέπει να συνέβηκε δυο βδομάδες μετά. Μετά από την ημέρα που τον πρωτοείδα. Καθόμουνα, όπως και τότε, μόνη σ’ ένα τραπέζι στην καφετερία του πανεπιστημίου και κοιτούσα ένα βιβλίο. Απλά το κοιτούσα, απόλυτα αφημένη και αφηρημένη, δεν το διάβαζα. Στην αρχή πήγα να θυμώσω -ποιος στο διάολο ήταν αυτός και ποιος του έδωσε το δικαίωμα να μου μιλήσει;- αλλά όταν σήκωσα το βλέμμα και τον είδα, άθελά μου χαμογέλασα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη φωνή του και μπορώ να πω ότι του ταίριαζε απόλυτα! Τα γκρίζα μάτια του συνέχισαν να με κοιτάνε ερωτηματικά, αλλά όχι πιεστικά, με μια κρυφή λες κατανόηση.
«Δεν ξέρω τι να σου πω», του απάντησα και του πρότεινα καθίσει, αφού ήμουνα σίγουρη ότι αν δεν το έκανα δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα να το ζητήσει ο ίδιος. Κάθισε αμίλητος και άρχισε να με παρατηρεί αδιάκριτα, ακριβώς άλλωστε όπως τον παρατηρούσα κι εγώ. Έμοιαζε λίγο με αγροτόπαιδο, ξέρετε, όπως ο Κλαρκ Κεντ παύλα Σούπερμαν στο Smallville: λίγο εύθραυστος, με μάτια υγρά και φωτεινά και μια μικρούλα ρυτίδα στο μέτωπο, ψηλός και πολύ γεροδεμένος. Φορούσε ένα κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι από το οποίο ξεπρόβαλλαν δύο μπράτσα δυνατά -που σίγουρα δεν ήταν κατασκευασμένα από τους ειδικούς σε κάποιο γυμναστήριο- αδιάψευστοι μάρτυρες μιας δύσκολης ζωής.
«Είμαι ο Άντι», μου συστήθηκε πρώτος.
«Είμαι η Χοπ και είμαι χόπλες», του απάντησα αποτολμώντας ένα αστείο, και χαμογελώντας σχεδόν με συστολή. Γέλασε λίγο. Αλλά αντί να με κάνει να χαλαρώσω το γέλιο του μ’ έκανε να νιώσω αμήχανα, και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Εκείνος όμως μάλλον μπορούσε -ίσως να ήταν το βλέμμα του, το οποίο ένιωθα να με διαπερνάει- και βιάστηκε να μου προσφέρει με μια ερώτηση φαινομενικά αδιάφορη, το διέξοδο που αναζητούσα.
«Τι σπουδάζεις;»
«Διοίκηση επιχειρήσεων. Εσύ;»
«Νομικά. Επιλογή της μαμάς ή του μπαμπά;» Σα να μου φάνηκε λίγο ειρωνική η φωνή του, αλλά το χαμόγελο που τη συνόδευε, κι εκείνα τα μάτια του που έμοιαζαν να στάζουν καλοσύνη, δε μου επέτρεψαν να του κακιώσω.
«Του μπαμπά». Χαμογέλασα σχεδόν ντροπιασμένη, σαν μικρό παιδί, ίσως και να κοκκίνισα κιόλας. Αλλά δεν άργησα να συνέλθω και να τον ρωτήσω: «Η δική σου;»
«Δική μου!»
«Απόλυτα;»
«Απόλυτα. Θέλω κάποια μέρα να το παίξω Ρομπέν των Πολυκατοικιών, αλλά χωρίς τις κλεψιές. Αν δε με καταπιεί το σύστημα δηλαδή. Όπως τόσους άλλους». Έμοιαζε να αυτοσαρκάζεται, αλλά όχι, σοβαρά μιλούσε. Το έβλεπα στα μάτια του που για λίγο σκοτείνιασαν. Εννοούσε αυτά που έλεγε, στο μυαλό μου δε χωρούσε αμφιβολία καμιά.
«Κι οι δικοί σου; Τι λένε αυτοί; Σίγουρα θα προτιμούν να σε δουν ένα πετυχημένο δικηγόρο σε μεγάλη εταιρεία παρά σαν ένα μοναχικό καβαλάρη». Του χαμογέλασα. Και το χαμόγελό μου αμέσως έσβησε.
«Πέθαναν. Ο πατέρας θάφτηκε κάτω από τα πετρώματα ενός μεταλλείου που κατέρρευσε στα Απαλάχια, ενώ η μάνα μου, πέθανε κι αυτή πολύ νέα, από καρκίνο». Τα είπε πολύ απλά αυτά, δίχως να κομπιάσει καθόλου, ίσως και με κάποιου είδους απάθεια. Ή είχε ήδη ξεπεράσει εντελώς τον πόνο, ή απλά ήθελε να τον κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ή, ίσως, να ήταν, στο τέλος της μέρας, πολύ καλός υποκριτής, οπότε κάποτε στο μέλλον θα γίνονταν ένας λαμπρός δικηγόρος.
Του είπα τις σκέψεις μου και γέλασε δυνατά, με την καρδιά του.
«Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι», παραδέχτηκε αμέσως μετά, «αλλά μάλλον δίκιο έχεις. Δεν είναι ότι δεν πονώ πια -πώς θα μπορούσα άλλωστε να σβήσω τελείως, από μέσα μου, τον πόνο της απώλειάς τους;- αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορείς να ξοδεύεις μια ζωή θρηνώντας για τα περασμένα. Εξάλλου το χρέος μου…».
Το χρέος του! Άφησε την πρόταση στη μέση -σαν ένα μυστικό που αρνιέται πεισματικά να βγει στο φως- να πλανιέται στον αέρα. Μια αμήχανη σιωπή ήρθε να πάρει τη θέση της, ανάμεσα στα κενά των σκέψεων και τις ανείπωτες λέξεις, αλλά δεν κράτησε για πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε, κάπως σκεφτικός και λυπημένος, για να φύγει λέγοντάς μου ότι είχε δουλειά, αλλά παράλληλα δίνοντάς μου μια υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε.
Τι παράξενος άνθρωπος, σκεφτόμουνα καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται. Στ’ αλήθεια, τι παράξενος! Αλλά μου έδωσε τόση χαρά, με την παρουσία του και μόνο, με τα χαρούμενα και θλιμμένα χαμόγελά του. Το αντιλήφθηκα με έκπληξη αυτό, με μια μικρή δυσκολία το ομολόγησα στον εμβρόντητο εαυτό μου. Ναι, χάρηκα που τον γνώρισα. Χάρηκα πολύ, που μίλησα μαζί του και τον άκουσα, έστω και για τόσο λίγο. Ήταν αλλιώς κι αλλιώτικος αυτός. Ήτανε… Δεν ήξερα τι ήτανε, αλλά θα το μάθαινα σιγά-σιγά, τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, αφού θα μ’ έπαιρνε απ’ το χέρι απαλά και -κάτω από τα απεγνωσμένα μάτια των γνωστών μου- θα μου έδειχνε μια άλλη όψη της ζωής. Εκείνη που τα κανάλια που έβλεπαν οι γονείς μου στην τηλεόραση ποτέ δε μας έδειχναν. Εκείνη που κρυβόταν πίσω από τις φωτεινές διαφημίσεις, τις μεγαλοπρεπείς βιτρίνες και τις πλατιές λεωφόρους της πόλης μας. Της κάθε πόλης.
Συνεχίζεται
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ
υ.γ. Χάθηκα τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν είχα και άλλη επιλογή. Τα γραπτά προηγούνται των μπλογκς και θα συνεχίσουν να το κάνουν μάλλον για πολύ καιρό ακόμη. Μου έχουν λείψει κάποιοι από τους φίλους και η επαφή εδώ μέσα, αλλά αυτά έχει η ζωή. Εύχομαι να είστε πάντα καλά.
Δευτέρα 10 Μαΐου 2010
Μεταλλαγμένα μυαλά

Το πιο κάτω το είχα γράψει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Είχα ξεχάσει σχεδόν την ύπαρξή του. Η τύχη ή η ατυχία το οδήγησε σήμερα, μέσα από τα στενά του ίντερνετ, στο δρόμο μου. Είναι λίγο κουφό, ή μάλλον πολύ, ωστόσο κατά κάποιο τρόπο παραμένει επίκαιρο.
Μεταλλαγμένα μυαλά
εκκωφαντικές σιωπές
το τηλέφωνο
οι ένοχοι στο οστεοφυλάκιο
χαμηλωμένα βλέμματα
κουρδισμένα απόβλητα
το χρονόμετρο το χρονόμετρο
δυο λεπτά για να ζήσουμε
αναισθησιογόνες κραυγές
παράλογα κυβικά
τρύπες του όζοντος
γύπες του όζοντος
γόπες ευτυχίας
φανατισμένοι ειρηνιστές
σάπιες αντιλήψεις
και η αγάπη του άνθρακα
τρέξε τρέξε σε κυνηγά
η ψυχή σου
κι ένα αστέρι πέφτει πέφτει
έπεσε
μα είναι μακρύς ο δρόμος
φυλές ξεφτίλας
απόψεις από σκορδόψωμο
ψιχάλες αντίληψης
απόκληροι του έρωτα
πτήση για την κόλαση
εκεί βαθιά στον ουρανό
καβουρδισμένες ταυτότητες
πλήθος από αυταπάτες
θάνατος της ζωής
προ του θανάτου
και το παιδί κλαίει για
το χαμένο του τόπι
ανάσα
μάτια ανοικτά που τίποτα
δε βλέπουν
μάτια κλειστά πολύ κλειστά
ακοή
φύλλα χλοής σε μαύρο χρώμα
το παράπονο του ανέμου
πικροθάλασσα δακρύων
αίσθηση
ερωτικό άγγιγμα
παράδεισος από ψέματα
πτώση
και η φωτιά καίει
στης μοναξιάς την εστία
προσοχή προσοχή
ο αγώνας αρχίζει
το μέλλον είναι εδώ
και το σκοτάδι
αδιαπέραστο
πίστη
γονάτισε ευλαβικά και
προσκύνα το κάτουρο
ανακούφιση
ημέρα της σωτηρίας
δικαιοσύνη
αδικία
και το δάκρυ αναβλύζει
από αστείρευτη πηγή
στείρων οφθαλμαπατών
φώναξε
το μαχαίρι το μαχαίρι
βαθιά στην πληγή
που δεν υπάρχει
άφθονο αίμα μολυσμένο
από κούφια πιστεύω
ένα δύο τρία…
βήματα καταστροφής
μιζέρια
μπλαβίς ήλιος
κιαρόσκουρη σελήνη
σκοτειναστεριά
άνοιξαν οι κρούνοι
του αθέλητου θέλω
σκύψε
η άλλη ζωή είναι εδώ
εσύ είσαι αλλού
ψευδαισθήσεις ελευθερίας
ανθρωπόμορφα τέρατα
κανίβαλοι
αστραπές σκοτίζουν το φως
βροντές ράβουν τη γη
κεραυνοί ζωντανεύουν τον πλανήτη
χιόνι από στάχτη
κοίτα
κάποτε ήταν η γη
πάει το τρένο
μην κλαις που πήρες λάθος
δώρο απλά δεν
ήξερες να παίξεις
μια φορά και ένα καιρό
και άλλα παραμύθια
που έγιναν εφιάλτες
το μεγάλο ΑΧ
μετά
εγένετω φως εκ φωτός
αλλά έσβησε ο πυρσός
πίσω
στο χρόνο πίσω
στο τότε που ήταν αλλιώς
αλλιώς
σκάσε
κάπνισε παρηγοριά
πιες λησμόνια
φάε τα σκατά
τα δικά σου σκατά
και δόξασε τον Κύριο
αμήν
αλλά όλα τώρα αρχίζουν
τώρα που είναι αργά
έκπληκτα βλέμματα
υπόνοια θλίψης
κατάλαβες
δεν κατάλαβες
πύρινη κόλαση δροσιάς
μιλάει στα χαμένα
ατιμία
ήχοι νεκρού τυμπάνου
πολεμιστές του σκότους
μαύρο αίμα
το πνεύμα της λίμνης
πέθανε νωρίς
έμεινε άνεργος ο χάρος
γεννιούνται όλοι νεκροί
ξωτικά
διασχίζουν τα άλλοτε δάση
για να συναντήσουν
τους άλλοτε ονειροδοσμένους
αλλοπαρμένους ανθρώπους
πεθαίνουν κι αυτά
θόρυβος
δε χάσαμε τίποτα
δεν είχαμε τίποτα
είμαστε ελεύθεροι
ελεύθεροι στο κλουβί μας
σιγή
άχρωμη καρδιά
στις όχθες της αχερουσίας
κυνηγάει μες στην ερημιά
νόημα ύπαρξης
απογοήτευση
οι ποιητές πήραν επίδομα ανεργίας
άσχετο
η συνέχεια
κάποτε ήταν ένα δάσος
κάποτε υπήρχανε ζώα
κάποτε κυλούσαν ποτάμια
κάποτε υπήρχανε ψάρια
κάποτε
νοσταλγώ
το χαμένο χαμόγελο
τα φλογισμένα μάτια
τις καυτές ανάσες
τα ανάλαφρα χάδια
τα παθιασμένα φιλιά
τα λάθη μου
μετά βγήκαν τα φίδια
πήραν ψυχές
έδωσαν χρήμα
κι ασφάλειες ζωής
στους νεκρούς
φχαριστώ δε θα πάρω
πήρα
πήρα και πήγα και
πέταξα τα δώρα τους
στο λάκο με τις υποσχέσεις
έλεος
τα τζιτζίκια δε λένε
πια το τραγούδι τους
τα πουλιά δε μας
χαρίζουν μελωδίες
κι ο πετεινός ξυπνάει
πια το βράδυ
ανατροπή
ό,τι δεν είναι γίνεται
και ό,τι ήταν όχι
αναπόφευκτη έλξη
προς τη φθορά
τάξη
νόμος
πειθαρχία
στ’ αλήθεια
αταξία
ανομία
απειθαρχία
κι ακόμη
διαφθορά
διαπλοκή
διακαής πόθος μου είναι
να ζήσω
κοτσάνα
ήταν κάποτε η μέρα
και άλλες αναμνήσεις
πόνος
ένα κοριτσάκι παίζει
με μια κούκλα δίχως χέρια
η φωτιά καίει τα
εναπομείναντα αποκαϊδια
ο λοχαγός εκτελεί το
φαντάρο που θέλησε να
λιποτακτήσει προς
τη συνείδησή του
οίκτο
κυρίες και κύριοι
ζούμε μια ιστορική στιγμή
το θάνατο της ιστορίας
ο καθένας είναι ό,τι λέει
ο καθένας λέει ό,τι θέλει
ο καθένας θέλει ό,τι δεν έχει
ο καθένας
ο κανένας
επιστροφή στη φύση
το νέο σύνθημα
πάμε θερμοκήπιο
αμάν
το καφέ αμάν
προσφέρει καφέδες σε χάπι
προσεχώς και σε προφυλακτικό
πλήξη
κατάργησαν τους πολέμους
οι νεκροί δεν πεθαίνουν
επανάληψη
για δες πως λάμπει ο ήλιος
σ’ αυτή την παλιά φωτογραφία
κλεμμένη στιγμή
θάμβος
ήταν ένα μικρό καράβι κι
άλλα ανθρωποφαγικά τραγούδια
το χρέος το χρέος
προς τη μαμά πατρίδα
και τον μπαμπαχρήμα
οδηγώ οδηγώ μες στο δάσος
όταν ο μπάτσος δεν είν’ εδώ
μπάτσε μπάτσε είσ’ εδώ
η κοκκινοσκουφιτσά έγινε
κοκκινοφωτίτσα
κόκκινη κλωστή δεμένη σε
διαφήμιση τυλιγμένη
έκτακτη επικαιρότητα
μείνετε μαζί μας για
να δείτε
πόσοι πέθαναν
πόσοι ακρωτηριάστηκαν
πόσα δάση κάηκαν
πόσες λίμνες ξεράθηκαν
πόσα ποτάμια στέρεψαν
πόσα πουλία και ζώα εξαφανίστηκαν
καλά να περνάτε
κίνδυνος
θα χαθεί το έθνος
γραφείο απολεσθέντων η μύγα
για δες καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα που τρώνε τα κλαριά
και πίνουν το χορτάρι
ανωρθώγραφως
τωτίς
ποτίς
χασής
γκρίζαραν τα όνειρα
τα πρόσωπα ντύθηκαν τη θλίψη
η μουσική έγινε άηχη
βάλτος
βγαίνουμε για βόλτα
στους υπονόμους με
τους λογιστές
υπολογιστές
ανθυπολογιστές
ληστές του κάρμα
τι κι αν όλα είναι ένα ψέμα
φτάνει που είμαστε ευτυχισμένοι
ευθυ-χεσμένοι
λέξεις
κλεμμένες από άλλες εποχές
ριγμένες τυχαία στο
όχι του χρόνου
άδεια σελίδα
έρημος από χιόνι
σε σεληνιακό τοπίο
τα άγρια μωρά άγρια καίγονται
μαμάάάάάάάά
η ηδονή έγινε οδύνη
η οδύνη πρέπει
το πρέπει θηλιά
η θηλιά στο λαιμό
που μας πνίγει και
μας παίρνει την
κάθε δανεικιά ανάσα
βαθιά αναπνοή
κιχ κιχ νέφος
αφουγκράσου
ένας ψίθυρος
κάποτ’ εδώ ήταν η ζωή
τώρα το πείραμά της
κλωνοποιηθείτε
ανοιγώ τις φτερούγες μου
πηδάω απ’ το παράθυρο
και πετάω
από το μηδέν προς το μηδέν
σύγκρουση
σύγκριση
με δυο λόγια άλλα λόγια
αλκοόλ
αφήνομαι στην αγκαλιά σου
γλυκιά αποχή απ’ το όχι μου
δήμιος του δεσμοφύλακα
της ελεύθερης σκέψης μου
το κλειδί
για να ανοίξουμε τις θύρες
της αντίληψης
για να μακελέψουμε
την ασφάλειά τους
για να κλέψουμε
τα χρώματα του ουρανού
που ’ναι από χρόνια στο μπαούλο τους
για να ανοίξουμε τις
σκουριασμένες καρδιές
… τέσσερα πέντε έξι
στη σειρά
όλα με το ίδιο πρόσωπο
τα ίδια ρούχα
τα ίδια εξαθλιωμένα βλέμματα
γίνε κι εσύ κάποιος άλλος
μπεεεεεεεεεεεε
ντόλι ντόλι τον καημό μου
τρέχω
πέφτω
σηκώνομαι
αντέχω
αδράχνω
τη μέρα
μα φεύγει
σα σφαίρα
κυρτό κάτοπτρο
κυρτές φάτσες
κυρτές ράτσες
κυράτσες
άσχετο δύο
σπασμένο γυαλί
η λογική μας
μας πάει στης
αβύσσου το αύριο
ζήτω ζητώ
για να ζήσω
αλλά
η στιγμή χάθηκε μαζί
με τη γυμνή γυναίκα
που έφαγε ένα μήλο
επειδή τα αχλάδια
ήταν άγουρα
ο παράδεισος χάθηκε
για ένα φρούτο εποχής
καθώς
ο άνθρωπος τολμούσε
να είναι ελεύθερος
στη μάσα
τώρα εξασκημένες μασέλες
τρώνε τα πάντα
όνειρα
συνειδήσεις
χαμό-γελά
τρούφες
και άλλα γλυκά
οι πανφάγοι γύρισαν
κι όλοι
τους γλύφουν τους κώλους
μπας και γιατρευτούν
οι αιμορρόιδες
και κείνοι τους χαρίζουν
γενναιόδωρα πορδές
σε βρόμικο κόσμο
βρόμικα ζούμε
σταθείτε
συνεχίστε
παιχνίδια της σκέψης
παιχνίδια αγγέλων
παιχνίδια πολέμου
σήψη
στο βατερλώ του κορμιού μου
αποσύνθεση
ο καλύτερος κόσμος
φαγητό για όλους
στέγη για όλους
μόρφωση για όλους
ευτυχία για όλους
είν’ εδώ
ξύπνησα
τι εφιάλτης κι αυτός
καίω
τα χαρτιά της μοίρας
ένα ένα
αφήνω το αύριο στους ειδικούς
διπλωματοθείτε
ποτέ μη λέτε τι σκέφτεστε
ποτέ μην κάνετε αυτά που θέλετε
ποτέ μη θέλετε ό,τι δεν πρέπει
ποτέ μην είστε εσείς
η πεμπτουσία της ευδαιμονίας
άγνοια
ο γέρος που κάθεται
στη γωνιά του δρόμου
ζητιανεύοντας αγάπη
αθλιότης
μας χαλά την εικόνα
σκοτώστε το ζωγράφο
φονιάδες των λαών
καλλιτέχνες
πανέμορφες θάλασσες
καθαροί ουρανοί
κρυστάλλινα ποτάμια
θεσπέσιες λίμνες
και άλλα ανέκδοτα
ο δρόμος περνά απ’ το μυαλό
ένα καλώδιο χάσκει ασύνδετο
στον τεχνικό στον τεχνικό
καλωδιωθείτε
η απώλεια μνήμης και ενέργειας
τιμωρείται
με διαγραφή από
το σωματείο
η καλή αγέλη
άρχοντά μου και θεέ
συγχώρεσέ με
πάρε κατσαβίδι
ουφ γλίτωσα
ακούω τα κοτσύφια
να τραγουδούν έξω
απ’ το παράθυρό μου
σε ζωντανή ηχογράφηση
απ’ τον περασμένο αιώνα
ειρωνία
κάνουμε ό,τι μισούμε
φρίκη
κάηκε το ψάρι που
φιλούσα σαν ανάμνηση
στο ψυγείο της
κρυογενετικής
τικ τακ τικ τακ
παρακαλώ ελάτε αργότερα
είμαι στο φορτιστή
πήρα τηλέφωνο στο φυτώριο
και παράγγειλα παιδί
δεν έχουν πολλές ποικιλίες
η μαμά έβαλε πέντε
διαφορετικά πιάτα με
χάπια στο τραπέζι για
το μεσημεριανό φαγητό
η γάτα είναι ακόμη στην πρίζα
μετά από το χθεσινό ατύχημα
τράκαρε με μια ιδέα
στον υπολογιστή
την καημενούλα
αρκετά
όχι δεν είναι αρκετά
τα πρόβατα να ακολουθήσουν
τον οδηγό με τη σημαιούλα
μπλέξαμε τα μπούτια μας
αλλαγή πορείας
τρέχουμε μέ’ σ’ ένα λαβύρινθο
όπου όλα μοιάζουν να είναι τα ίδια
καιόλαενώνονταισεένακαιάντεναβγεις
βλέπουμε ένα φωτάκι
το ακολουθάμε
μας οδηγά σ’ ένα άλλο φωτάκι
το οποίο ακολουθά
τους τελευταίους από μας
γύρω γύρω όλοι και
στη μέση η πανώλη
μοιάζει μάταιη τούτη η
περιπλάνηση στις ψευδαισθήσεις
αφού
όλοι ξέρουμε ότι
είμαστε κάπου αλλού
το λέω
πέφτει η σιωπή
σπάει το κεφάλι της
στην οροφή
σκουλήκια
αρχίζουν να ξεπροβάλλουν
απ’ τα κεφάλια μας
δεν τρομάζουμε
τα κουβαλάμε αιώνες τώρα
σκουλήκια της μη γνώσης
πρέπει να βγούμε
κινάω μπροστά
δεκάδες φωτοκόπια όντα
από πίσω μου
μα ο λαβύρινθος είναι
απέραντος
ο λαβύρινθος είναι
στο μυαλό μας
ο λαβύρινθος είναι
το μυαλό μας
η μόνη διέξοδος να
το αφήσουμε ελεύθερο
μιλάω και πάλι
με ακούνε
με σκυμένο το κεφάλι
κάτι λάμπει
για μια μονάχα στιγμή
στα μάτια τους
μα σβήνει αμέσως
σημάδια ζωής
κάθομαι
στη στάση του λωτού
που απ’ ό,τι διάβασα
παλιά ήταν λουλούδι
κλείνω τα μάτια
διώχνω τους ήχους
προσπαθώ να ξεχάσω
τις σκέψεις του σήμερα
να δω τον κόσμο
με την εσωτερική όραση
ένα φως αρχίζει να
αχνοφέγγει στο σκοτάδι
της μνήμης
ξαφνικά
φωνές ποδοβολητά
μας βρήκαν
κατάλαβαν τι προσπαθούμε
να κάνουμε
είναι αργά για να συνεχίσουμε
σηκωνόμαστε πάνω
καθώς φθάνουν οι
μπάτσοι του νου
είμαστε υπάκοοι
είμαστε υπήκοοι
μπεεεεεεεεε
και η ζωή συνεχίζεται
αφύπνιση
δεν μπόρεσα να δω
επειδή δεν ήξερα
τι ήθελα να δω
τρόμος
ξύπνησα και με είδα
να κοιμάμαι
αυτόφωτοι τοίχοι
με κλείνουν μέσα τους
σπασμοί
θέλω ν’ αφήσω στεντόρεια
βαρβαρική κραυγή
θέλω να ζήσω
ματαιότης ματαιοτήτων
τα πάντα ματαιότης
ένα κερί ένα κερί
μια ελπίδα
που σβήνει με ένα φύσημα
δώστε μου
μια ιδέα
κάτι για να πιστεύω
όχι
δώστε μου μαχαίρι
να με βγάλω
απ’ τη μιζέρια μου
ή καλύτερα βγάλτε με
απ’ την πρίζα
… εφτά, οκτώ, εννιά
ώρες μέρες χρόνια
περιμένω να βρω
σωτηρία
υπάρχω για τους αριθμούς
υπάρχω στους αριθμούς
υπάρχω άραγε
νόβα νόβα σούπερ νόβα
μανιτάρια από θειάφι
φύτρωσαν παντού
δε φοβάμαι τίποτα
είμαι ο φόβος
κοίτα
το παιδί με τα δύο κεφάλια
τα μαύρα βουνά
την κόκκινη θάλασσα
το πύρινο ποτάμι
το μόνιμα γκρίζο ουρανό
τι άλλο να με τρομάξει
αφού
όλα είναι τρόμος
όλα είναι θάνατος
κι εγώ
ένα απλό πιόνι
στη μεγάλη σκακιέρα
του σύμπαντος
όπου οι άλλοι κάνουν παιχνίδι
…δέκα δευτερόλεπτα πριν το τέλος
σας χαιρε-
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...




