Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απολογισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απολογισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Μεταλλαγμένα μυαλά


Το πιο κάτω το είχα γράψει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Είχα ξεχάσει σχεδόν την ύπαρξή του. Η τύχη ή η ατυχία το οδήγησε σήμερα, μέσα από τα στενά του ίντερνετ, στο δρόμο μου. Είναι λίγο κουφό, ή μάλλον πολύ, ωστόσο κατά κάποιο τρόπο παραμένει επίκαιρο.

Μεταλλαγμένα μυαλά

εκκωφαντικές σιωπές

το τηλέφωνο

οι ένοχοι στο οστεοφυλάκιο

χαμηλωμένα βλέμματα

κουρδισμένα απόβλητα

το χρονόμετρο το χρονόμετρο

δυο λεπτά για να ζήσουμε

αναισθησιογόνες κραυγές

παράλογα κυβικά

τρύπες του όζοντος

γύπες του όζοντος

γόπες ευτυχίας

φανατισμένοι ειρηνιστές

σάπιες αντιλήψεις

και η αγάπη του άνθρακα

τρέξε τρέξε σε κυνηγά

η ψυχή σου

κι ένα αστέρι πέφτει πέφτει

έπεσε

μα είναι μακρύς ο δρόμος

φυλές ξεφτίλας

απόψεις από σκορδόψωμο

ψιχάλες αντίληψης

απόκληροι του έρωτα

πτήση για την κόλαση

εκεί βαθιά στον ουρανό

καβουρδισμένες ταυτότητες

πλήθος από αυταπάτες

θάνατος της ζωής

προ του θανάτου

και το παιδί κλαίει για

το χαμένο του τόπι

ανάσα

μάτια ανοικτά που τίποτα

δε βλέπουν

μάτια κλειστά πολύ κλειστά

ακοή

φύλλα χλοής σε μαύρο χρώμα

το παράπονο του ανέμου

πικροθάλασσα δακρύων

αίσθηση

ερωτικό άγγιγμα

παράδεισος από ψέματα

πτώση

και η φωτιά καίει

στης μοναξιάς την εστία

προσοχή προσοχή

ο αγώνας αρχίζει

το μέλλον είναι εδώ

και το σκοτάδι

αδιαπέραστο

πίστη

γονάτισε ευλαβικά και

προσκύνα το κάτουρο

ανακούφιση

ημέρα της σωτηρίας

δικαιοσύνη

αδικία

και το δάκρυ αναβλύζει

από αστείρευτη πηγή

στείρων οφθαλμαπατών

φώναξε

το μαχαίρι το μαχαίρι

βαθιά στην πληγή

που δεν υπάρχει

άφθονο αίμα μολυσμένο

από κούφια πιστεύω

ένα δύο τρία…

βήματα καταστροφής

μιζέρια

μπλαβίς ήλιος

κιαρόσκουρη σελήνη

σκοτειναστεριά

άνοιξαν οι κρούνοι

του αθέλητου θέλω

σκύψε

η άλλη ζωή είναι εδώ

εσύ είσαι αλλού

ψευδαισθήσεις ελευθερίας

ανθρωπόμορφα τέρατα

κανίβαλοι

αστραπές σκοτίζουν το φως

βροντές ράβουν τη γη

κεραυνοί ζωντανεύουν τον πλανήτη

χιόνι από στάχτη

κοίτα

κάποτε ήταν η γη

πάει το τρένο

μην κλαις που πήρες λάθος

δώρο απλά δεν

ήξερες να παίξεις

μια φορά και ένα καιρό

και άλλα παραμύθια

που έγιναν εφιάλτες

το μεγάλο ΑΧ

μετά

εγένετω φως εκ φωτός

αλλά έσβησε ο πυρσός

πίσω

στο χρόνο πίσω

στο τότε που ήταν αλλιώς

αλλιώς

σκάσε

κάπνισε παρηγοριά

πιες λησμόνια

φάε τα σκατά

τα δικά σου σκατά

και δόξασε τον Κύριο

αμήν

αλλά όλα τώρα αρχίζουν

τώρα που είναι αργά

έκπληκτα βλέμματα

υπόνοια θλίψης

κατάλαβες

δεν κατάλαβες

πύρινη κόλαση δροσιάς

μιλάει στα χαμένα

ατιμία

ήχοι νεκρού τυμπάνου

πολεμιστές του σκότους

μαύρο αίμα

το πνεύμα της λίμνης

πέθανε νωρίς

έμεινε άνεργος ο χάρος

γεννιούνται όλοι νεκροί

ξωτικά

διασχίζουν τα άλλοτε δάση

για να συναντήσουν

τους άλλοτε ονειροδοσμένους

αλλοπαρμένους ανθρώπους

πεθαίνουν κι αυτά

θόρυβος

δε χάσαμε τίποτα

δεν είχαμε τίποτα

είμαστε ελεύθεροι

ελεύθεροι στο κλουβί μας

σιγή

άχρωμη καρδιά

στις όχθες της αχερουσίας

κυνηγάει μες στην ερημιά

νόημα ύπαρξης

απογοήτευση

οι ποιητές πήραν επίδομα ανεργίας

άσχετο

η συνέχεια

κάποτε ήταν ένα δάσος

κάποτε υπήρχανε ζώα

κάποτε κυλούσαν ποτάμια

κάποτε υπήρχανε ψάρια

κάποτε

νοσταλγώ

το χαμένο χαμόγελο

τα φλογισμένα μάτια

τις καυτές ανάσες

τα ανάλαφρα χάδια

τα παθιασμένα φιλιά

τα λάθη μου

μετά βγήκαν τα φίδια

πήραν ψυχές

έδωσαν χρήμα

κι ασφάλειες ζωής

στους νεκρούς

φχαριστώ δε θα πάρω

πήρα

πήρα και πήγα και

πέταξα τα δώρα τους

στο λάκο με τις υποσχέσεις

έλεος

τα τζιτζίκια δε λένε

πια το τραγούδι τους

τα πουλιά δε μας

χαρίζουν μελωδίες

κι ο πετεινός ξυπνάει

πια το βράδυ

ανατροπή

ό,τι δεν είναι γίνεται

και ό,τι ήταν όχι

αναπόφευκτη έλξη

προς τη φθορά

τάξη

νόμος

πειθαρχία

στ’ αλήθεια

αταξία

ανομία

απειθαρχία

κι ακόμη

διαφθορά

διαπλοκή

διακαής πόθος μου είναι

να ζήσω

κοτσάνα

ήταν κάποτε η μέρα

και άλλες αναμνήσεις

πόνος

ένα κοριτσάκι παίζει

με μια κούκλα δίχως χέρια

η φωτιά καίει τα

εναπομείναντα αποκαϊδια

ο λοχαγός εκτελεί το

φαντάρο που θέλησε να

λιποτακτήσει προς

τη συνείδησή του

οίκτο

κυρίες και κύριοι

ζούμε μια ιστορική στιγμή

το θάνατο της ιστορίας

ο καθένας είναι ό,τι λέει

ο καθένας λέει ό,τι θέλει

ο καθένας θέλει ό,τι δεν έχει

ο καθένας

ο κανένας

επιστροφή στη φύση

το νέο σύνθημα

πάμε θερμοκήπιο

αμάν

το καφέ αμάν

προσφέρει καφέδες σε χάπι

προσεχώς και σε προφυλακτικό

πλήξη

κατάργησαν τους πολέμους

οι νεκροί δεν πεθαίνουν

επανάληψη

για δες πως λάμπει ο ήλιος

σ’ αυτή την παλιά φωτογραφία

κλεμμένη στιγμή

θάμβος

ήταν ένα μικρό καράβι κι

άλλα ανθρωποφαγικά τραγούδια

το χρέος το χρέος

προς τη μαμά πατρίδα

και τον μπαμπαχρήμα

οδηγώ οδηγώ μες στο δάσος

όταν ο μπάτσος δεν είν’ εδώ

μπάτσε μπάτσε είσ’ εδώ

η κοκκινοσκουφιτσά έγινε

κοκκινοφωτίτσα

κόκκινη κλωστή δεμένη σε

διαφήμιση τυλιγμένη

έκτακτη επικαιρότητα

μείνετε μαζί μας για

να δείτε

πόσοι πέθαναν

πόσοι ακρωτηριάστηκαν

πόσα δάση κάηκαν

πόσες λίμνες ξεράθηκαν

πόσα ποτάμια στέρεψαν

πόσα πουλία και ζώα εξαφανίστηκαν

καλά να περνάτε

κίνδυνος

θα χαθεί το έθνος

γραφείο απολεσθέντων η μύγα

για δες καιρό που διάλεξε

ο χάρος να με πάρει

τώρα που τρώνε τα κλαριά

και πίνουν το χορτάρι

ανωρθώγραφως

τωτίς
ποτίς

χασής

γκρίζαραν τα όνειρα

τα πρόσωπα ντύθηκαν τη θλίψη

η μουσική έγινε άηχη

βάλτος

βγαίνουμε για βόλτα

στους υπονόμους με

τους λογιστές

υπολογιστές

ανθυπολογιστές

ληστές του κάρμα

τι κι αν όλα είναι ένα ψέμα

φτάνει που είμαστε ευτυχισμένοι

ευθυ-χεσμένοι

λέξεις

κλεμμένες από άλλες εποχές

ριγμένες τυχαία στο

όχι του χρόνου

άδεια σελίδα

έρημος από χιόνι

σε σεληνιακό τοπίο

τα άγρια μωρά άγρια καίγονται

μαμάάάάάάάά

η ηδονή έγινε οδύνη

η οδύνη πρέπει

το πρέπει θηλιά

η θηλιά στο λαιμό

που μας πνίγει και

μας παίρνει την

κάθε δανεικιά ανάσα

βαθιά αναπνοή

κιχ κιχ νέφος

αφουγκράσου

ένας ψίθυρος

κάποτ’ εδώ ήταν η ζωή

τώρα το πείραμά της

κλωνοποιηθείτε

ανοιγώ τις φτερούγες μου

πηδάω απ’ το παράθυρο

και πετάω

από το μηδέν προς το μηδέν

σύγκρουση

σύγκριση

με δυο λόγια άλλα λόγια

αλκοόλ

αφήνομαι στην αγκαλιά σου

γλυκιά αποχή απ’ το όχι μου

δήμιος του δεσμοφύλακα

της ελεύθερης σκέψης μου

το κλειδί

για να ανοίξουμε τις θύρες

της αντίληψης

για να μακελέψουμε

την ασφάλειά τους

για να κλέψουμε

τα χρώματα του ουρανού

που ’ναι από χρόνια στο μπαούλο τους

για να ανοίξουμε τις

σκουριασμένες καρδιές

… τέσσερα πέντε έξι

στη σειρά

όλα με το ίδιο πρόσωπο

τα ίδια ρούχα

τα ίδια εξαθλιωμένα βλέμματα

γίνε κι εσύ κάποιος άλλος

μπεεεεεεεεεεεε

ντόλι ντόλι τον καημό μου

τρέχω

πέφτω

σηκώνομαι

αντέχω

αδράχνω

τη μέρα

μα φεύγει

σα σφαίρα

κυρτό κάτοπτρο

κυρτές φάτσες

κυρτές ράτσες

κυράτσες

άσχετο δύο

σπασμένο γυαλί

η λογική μας

μας πάει στης

αβύσσου το αύριο

ζήτω ζητώ

για να ζήσω

αλλά

η στιγμή χάθηκε μαζί

με τη γυμνή γυναίκα

που έφαγε ένα μήλο

επειδή τα αχλάδια

ήταν άγουρα

ο παράδεισος χάθηκε

για ένα φρούτο εποχής

καθώς

ο άνθρωπος τολμούσε

να είναι ελεύθερος

στη μάσα

τώρα εξασκημένες μασέλες

τρώνε τα πάντα

όνειρα

συνειδήσεις

χαμό-γελά

τρούφες

και άλλα γλυκά

οι πανφάγοι γύρισαν

κι όλοι

τους γλύφουν τους κώλους

μπας και γιατρευτούν

οι αιμορρόιδες

και κείνοι τους χαρίζουν

γενναιόδωρα πορδές

σε βρόμικο κόσμο

βρόμικα ζούμε

σταθείτε

συνεχίστε

παιχνίδια της σκέψης

παιχνίδια αγγέλων

παιχνίδια πολέμου

σήψη

στο βατερλώ του κορμιού μου

αποσύνθεση

ο καλύτερος κόσμος

φαγητό για όλους

στέγη για όλους

μόρφωση για όλους

ευτυχία για όλους

είν’ εδώ

ξύπνησα

τι εφιάλτης κι αυτός

καίω

τα χαρτιά της μοίρας

ένα ένα

αφήνω το αύριο στους ειδικούς

διπλωματοθείτε

ποτέ μη λέτε τι σκέφτεστε

ποτέ μην κάνετε αυτά που θέλετε

ποτέ μη θέλετε ό,τι δεν πρέπει

ποτέ μην είστε εσείς

η πεμπτουσία της ευδαιμονίας

άγνοια

ο γέρος που κάθεται

στη γωνιά του δρόμου

ζητιανεύοντας αγάπη

αθλιότης

μας χαλά την εικόνα

σκοτώστε το ζωγράφο

φονιάδες των λαών

καλλιτέχνες

πανέμορφες θάλασσες

καθαροί ουρανοί

κρυστάλλινα ποτάμια

θεσπέσιες λίμνες

και άλλα ανέκδοτα

ο δρόμος περνά απ’ το μυαλό

ένα καλώδιο χάσκει ασύνδετο

στον τεχνικό στον τεχνικό

καλωδιωθείτε

η απώλεια μνήμης και ενέργειας

τιμωρείται

με διαγραφή από

το σωματείο

η καλή αγέλη

άρχοντά μου και θεέ

συγχώρεσέ με

πάρε κατσαβίδι

ουφ γλίτωσα

ακούω τα κοτσύφια

να τραγουδούν έξω

απ’ το παράθυρό μου

σε ζωντανή ηχογράφηση

απ’ τον περασμένο αιώνα

ειρωνία

κάνουμε ό,τι μισούμε

φρίκη

κάηκε το ψάρι που

φιλούσα σαν ανάμνηση

στο ψυγείο της

κρυογενετικής

τικ τακ τικ τακ

παρακαλώ ελάτε αργότερα

είμαι στο φορτιστή

πήρα τηλέφωνο στο φυτώριο

και παράγγειλα παιδί

δεν έχουν πολλές ποικιλίες

η μαμά έβαλε πέντε

διαφορετικά πιάτα με

χάπια στο τραπέζι για

το μεσημεριανό φαγητό

η γάτα είναι ακόμη στην πρίζα

μετά από το χθεσινό ατύχημα

τράκαρε με μια ιδέα

στον υπολογιστή

την καημενούλα

αρκετά

όχι δεν είναι αρκετά

τα πρόβατα να ακολουθήσουν

τον οδηγό με τη σημαιούλα

μπλέξαμε τα μπούτια μας

αλλαγή πορείας

τρέχουμε μέ’ σ’ ένα λαβύρινθο

όπου όλα μοιάζουν να είναι τα ίδια

καιόλαενώνονταισεένακαιάντεναβγεις

βλέπουμε ένα φωτάκι

το ακολουθάμε

μας οδηγά σ’ ένα άλλο φωτάκι

το οποίο ακολουθά

τους τελευταίους από μας

γύρω γύρω όλοι και

στη μέση η πανώλη

μοιάζει μάταιη τούτη η

περιπλάνηση στις ψευδαισθήσεις

αφού

όλοι ξέρουμε ότι

είμαστε κάπου αλλού

το λέω

πέφτει η σιωπή

σπάει το κεφάλι της

στην οροφή

σκουλήκια

αρχίζουν να ξεπροβάλλουν

απ’ τα κεφάλια μας

δεν τρομάζουμε

τα κουβαλάμε αιώνες τώρα

σκουλήκια της μη γνώσης

πρέπει να βγούμε

κινάω μπροστά

δεκάδες φωτοκόπια όντα

από πίσω μου

μα ο λαβύρινθος είναι

απέραντος

ο λαβύρινθος είναι

στο μυαλό μας

ο λαβύρινθος είναι

το μυαλό μας

η μόνη διέξοδος να

το αφήσουμε ελεύθερο

μιλάω και πάλι

με ακούνε

με σκυμένο το κεφάλι

κάτι λάμπει

για μια μονάχα στιγμή

στα μάτια τους

μα σβήνει αμέσως

σημάδια ζωής

κάθομαι

στη στάση του λωτού

που απ’ ό,τι διάβασα

παλιά ήταν λουλούδι

κλείνω τα μάτια

διώχνω τους ήχους

προσπαθώ να ξεχάσω

τις σκέψεις του σήμερα

να δω τον κόσμο

με την εσωτερική όραση

ένα φως αρχίζει να

αχνοφέγγει στο σκοτάδι

της μνήμης

ξαφνικά

φωνές ποδοβολητά

μας βρήκαν

κατάλαβαν τι προσπαθούμε

να κάνουμε

είναι αργά για να συνεχίσουμε

σηκωνόμαστε πάνω

καθώς φθάνουν οι

μπάτσοι του νου

είμαστε υπάκοοι

είμαστε υπήκοοι

μπεεεεεεεεε

και η ζωή συνεχίζεται

αφύπνιση

δεν μπόρεσα να δω

επειδή δεν ήξερα

τι ήθελα να δω

τρόμος

ξύπνησα και με είδα

να κοιμάμαι

αυτόφωτοι τοίχοι

με κλείνουν μέσα τους

σπασμοί

θέλω ν’ αφήσω στεντόρεια

βαρβαρική κραυγή

θέλω να ζήσω

ματαιότης ματαιοτήτων

τα πάντα ματαιότης

ένα κερί ένα κερί

μια ελπίδα

που σβήνει με ένα φύσημα

δώστε μου

μια ιδέα

κάτι για να πιστεύω

όχι

δώστε μου μαχαίρι

να με βγάλω

απ’ τη μιζέρια μου

ή καλύτερα βγάλτε με

απ’ την πρίζα

… εφτά, οκτώ, εννιά

ώρες μέρες χρόνια

περιμένω να βρω

σωτηρία

υπάρχω για τους αριθμούς

υπάρχω στους αριθμούς

υπάρχω άραγε

νόβα νόβα σούπερ νόβα

μανιτάρια από θειάφι

φύτρωσαν παντού

δε φοβάμαι τίποτα

είμαι ο φόβος

κοίτα

το παιδί με τα δύο κεφάλια

τα μαύρα βουνά

την κόκκινη θάλασσα

το πύρινο ποτάμι

το μόνιμα γκρίζο ουρανό

τι άλλο να με τρομάξει

αφού

όλα είναι τρόμος

όλα είναι θάνατος

κι εγώ

ένα απλό πιόνι

στη μεγάλη σκακιέρα

του σύμπαντος

όπου οι άλλοι κάνουν παιχνίδι

…δέκα δευτερόλεπτα πριν το τέλος

σας χαιρε-


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...


Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Οι μέρες της σιωπής...

δεν περνάνε στην απραξία. Από τότε που ήρθα εδώ στην Τσιανγκ Μάι έγραψα πολύ, διόρθωσα πολύ, διάβασα πολύ κι από αύριο θα αρχίσω να γράφω και πάλι. Ανανέωσα επίσης τη σελίδα της Σώτης ενώ έφτιαξα και δύο νέα μπλογκς -τα οποία με την πρώτη ευκαιρία θα ανεβάσω και σαν "ιστοσελίδες"- για τις Μαργαρίτα Καραπάνου και Μπανάνα Γιοσιμότο. Και, όπως λένε, έτσι στα μουλωχτά, αναμένεται συνέχεια...

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ένας φανταστικός διάλογος...

...που μοιάζει όμως πολύ με πραγματικό
«Θα ήθελα μια φορά να μου πεις τι σκέφτεσαι και να μου πεις την αλήθεια. Κουράστηκα να προσπαθώ να μαντέψω τις σκέψεις σου, τα σωστά σου και τα λάθη σου,» της είπε σχεδόν παρατημένα.
«Μα, δεν ξέρω τι να σου πω,» απάντησε εκείνη. «Όλα μέσα μου είναι ανακατεμένα, ένα κουβάρι. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι. Δεν έχω ιδέα τι πιστεύω ή κι αν στ’ αλήθεια πιστεύω σε κάτι. Απλά είμαι. Κι αυτό που είμαι καθόλου δεν μου αρέσει.»
«Μετάνιωσες, λοιπόν;»
«Όχι, δεν μετάνιωσα. Μου έλεγε για χρόνια ψέματα κι εγώ αυτό δεν το έβλεπα. Ο χωρισμός μας ήταν σωστός, αλλά οι συνέπειες...»
«Οδυνηρές.»
«Ναι. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Νιώθω χαμένη.»
«Είναι που τον είχες συνηθίσει. Περισσότερο από συνήθεια παρά από αγάπη έμενες μαζί του.»
«Δίκιο έχεις. Έτσι είναι. Αλλά και πάλι...»
«Δεν έχει και πάλι. Διέψευσε τις προσδοκίες σου, γκρέμισε την ασφάλεια που ένιωθες μέσα σου όταν ήσουνα μαζί του.»
«Μα, ποτέ δεν ζήτησα την ασφάλεια. Δεν του ζήτησα ποτέ τίποτα. Απλά όταν άρχισε να μου την προσφέρει, την αποδέχτηκα. Αλλά ύστερα αυτή μετατράπηκε σε ανάγκη και...»
«Αν σου έλεγε την αλήθεια από την αρχή θα έσμιγες ποτέ μαζί του;»
«Μάλλον όχι, αλλά...»
«Δεν έχει αλλά. Λες ότι δε ζητούσες την ασφάλεια, κι όμως μόλις προέκυψε η ανασφάλεια τον παράτησες.»
«Για τα ψέματα που μου έλεγε τον παράτησα.»
«Ή, μήπως για τις αλήθειες που αρνιόσουνα πεισματικά να δεις;»
«Τώρα εσύ με ποιον είσαι; Μ’ εκείνον ή με μένα;»
«Και με τους δύο. Αλλά κι οι δύο φταίξατε.»
«Νόμιζα ότι εσύ θα μπορούσες να με καταλάβεις...»
«Μα, σε καταλαβαίνω. Γι’ αυτό σε ακούω, γι’ αυτό σου μιλώ. Απλά πρέπει να καταλάβεις κι εσύ τον εαυτό σου, ν’ αναλάβεις το μερίδιο ευθύνης που σου αναλογεί. Εύκολο πολύ κι ανέξοδο είναι να ρίχνεις σ’ εκείνον όλα τα κρίματα.»
«Γιατί δεν μου είπε την αλήθεια; Αυτό θέλω να μάθω.»
«Ποιος ξέρει; Ίσως φοβότανε ότι δεν θα την άντεχες. Και μάλλον δίκιο είχε.»
«Δίκιο...»
«Μην τον κατηγορείς για τα ψέματά του, για το καλό σας πίστευε ότι τα έλεγε. Το κρίμα του είναι ότι στην προσπάθειά του να μείνετε μαζί έγινε κάποιος άλλος, ενώ εσύ παρέμεινες η ίδια. Πάντα στο ίδιο τεντωμένο σκοινί βαδίζατε, αλλά παριστάνατε πως δεν το βλέπατε. Μέχρι που φτάσατε μέχρι εδώ...»
«Και γκρεμοτσακιστήκαμε.»
«Άνοιξη. Καιρός για μια νέα αρχή.»
«Μα, μου λείπει και...»
«Ζηλεύεις τη γυναίκα που ακόμη δεν είναι εκεί, μαζί του. Έτσι πάει το πράμα, κι ας ήσουνα εσύ που τον έδιωξες.»
«Δεν ξέρω τι κάνω.»
«Μην ψάχνεις την απάντηση, θα ’ρθει να σε βρει. Μην ψάχνεις το δρόμο, θα σου φανερωθεί. Απλά άσε το χθες στο χθες και ζήσε το σήμερα. Τα άλλα είναι περιττά».
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Σαν Αποχαιρετισμός

Και να που οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό και χάθηκαν σαν τίποτα, στο πουθενά, όπως όλα. Λες και ήταν μόλις χθες που έφτασα εδώ. Λες και το ξεμπλοκάρισμά μου και η συγγραφή της «Ερωτοδίνης» και η επανασυγγραφή της «Απολογίας της Μήδειας» δεν κράτησαν παρά δυο μόλις στιγμές, που τέλειωσαν πριν μία.
Σχεδόν θολές, σαν όνειρο, είναι τώρα οι αναμνήσεις από την Τσιανγκ Μάι. Νιώθω σάμπως για δώδεκα βδομάδες απλά καθόμουνα πάνω σ’ ένα σύννεφο και παρακολουθούσα το χρόνο να περνά. Κι όμως, κάθε άλλο παρά σπαταλημένος ήταν ο χρόνος αυτός. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, γνώρισα νέους ανθρώπους, έμαθα καινούρια κόλπα, έπεσα λίγο, σηκώθηκα πολύ, εκνευρίστηκα και χαμογέλασα, μίλησα λίγο, άκουσα πολύ.
Στην τελική χαρές μονάχα έζησα εδώ, πολλές μικρές-μικρές χαρές (και μία θλίψη, που μου ήρθε από μακριά), και τώρα ετοιμάζομαι για την επιστροφή σ’ ένα τόπο που απ’ της καρδιάς μου τα βάθη αγαπώ, σε μια ζωή που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω. Το μόνο που εύχομαι, καθώς ετοιμάζω για άλλη μία φορά τις αποσκευές μου, είναι να μπορέσω να κρατήσω την ορμή. Την ορμή που μ’ έσπρωξε σε πέντε βδομάδες να γράψω ένα βιβλίο, σε πέντε μέρες να ξαναγράψω ένα μονόλογο.
Θυμάμαι ακόμη, αν και αμυδρά, εκείνη τη μέρα που τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Ανταλλάζαμε απ’ το πρωί μηνύματα με τη θαλασσιά Μαρίνα και της έλεγα «σε τρεις μέρες τελειώνω το βιβλίο.» Κι εκείνη απορούσε: «Μα πώς μπορείς να ξέρεις;» Ήξερα, επειδή, έως εκείνη την ώρα, δούλευα σχεδόν με πρόγραμμα, έγραφα κατά μέσο όρο δυο χιλιάδες λέξεις καθημερινά. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι εκείνη την ημέρα θα είχα, αυτό που λένε, ρέντα και μέχρι το βράδυ θα έγραφα πεντέμισι χιλιάδες λέξεις, οδηγώντας έτσι, αβίαστα και με χαρά μεγάλη την ιστορία στο τέλος της. Κι ύστερα θα ένιωθα πολύ-πολύ ανακουφισμένος. Και μετά θ’ ακολουθούσε η αναπόφευκτη πτώση, αφού θα έχανα πια οριστικά κάποια απ’ τα φιλαράκια μου -της ζωής και της φαντασίας- με τα οποία ταξίδευα εδώ και εννιά χρόνια.
Αλλά κι εκείνη η πτώση δεν θα κρατούσε για πολύ καθώς, λίγες μέρες μετά θα ξανάπιανα στα χέρια μου την αγαπημένη Μήδεια, την ιστορία της οποίας θα αφηγούμουν και πάλι αιρετικά, κάνοντάς την ωστόσο λίγο πιο πλούσια, λίγο πιο ζωντανή.
Σαν τέλεψα και μ’ αυτή ήμουνα σίγουρος ότι τώρα πια θα ένιωθα απόλυτα άδειος, πώς δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με τίποτ’ άλλο, αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς, έτσι σύντομα θα πιάσω ξανά στα χέρια μου μια ιστορία παλιά κι αγαπημένη – μια ιστορία που ήταν αιχμάλωτη για καιρό πολύ κι ασφυκτιούσε, και θα της χαρίσω την ελευθερία της, θα τη βοηθήσω ν’ αναπνεύσει και πάλι, θα προσπαθήσω μέσα απ’ αυτή να δείξω την ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τον πόνο, τη δύναμη πίσω απ’ τη θλίψη, τη ζωή πίσω απ’ το θάνατο. Χθες το βράδυ έμαθα τα νέα, κι ένιωσα μεγαλύτερη χαρά απ’ αυτή που με πλημμύρισε όταν τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους, θα κλείσω όλους τους παλιούς λογαριασμούς.
Τελικά, παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υφίστανται, όλα πήγαν καλά. Η προηγούμενη χρονιά τέλειωσε όμορφα, η νέα άρχισε υπέροχα. Κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα έπονται.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, αγαπημένη μου... Τσιανγκ Μάι, σ’ αποχαιρετώ! Κάποια μέρα, σίγουρα, τα μονοπάτια μας θα συναντηθούνε και πάλι.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Μόνος Δημιουργείς

Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός, σκεφτόμουνα χθες το βράδυ, κι αυτό σκέφτομαι ακόμη. Πόσο γρήγορα περνά, πόσο όλα τ’ αλλάζει αφήνοντάς τα όμως τα ίδια. Όταν ήρθα εδώ είχα μπροστά μου τρεις μήνες, τώρα έχω τρεις βδομάδες. Από τότε: Α) Ξέσπασε μία ακόμη «επανάσταση» στην Μπανγκόκ και ανατράπηκε μία ακόμη κυβέρνηση. Β) Έγινε μία δολοφονία στην Αθήνα και «κάηκε» η πόλη. Γ) Άλλαξε ο χρόνος (στα χαρτιά) Δ) Έγινε μία ακόμη σφαγή στην Παλαιστίνη, και Ε) Ορκίστηκε ο νέος πλανητάρχης. Και τι άλλαξε; Για μας τους γκρινιάρηδες προνομιούχους, τους τυχερούς μέσα στη γενική κακοτυχία, τίποτα. «Η γη γυρίζει και μας συγυρίζει,» λέει μια απ’ τις ηρωίδες στην «Ερωτοδίνη» μου. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς κάνει. Μας φωνάζει ξανά και ξανά ότι το μόνο βέβαιο πράγμα στη ζωή είναι η αβεβαιότητα και γελά τρανταχτά όταν μας ακούει να κάνουμε σχέδια. «Ζήστε το τώρα,» μοιάζει να μας φωνάζει, αλλά μάταια, αφού εμείς ξεχάσαμε πια για τα καλά πώς ν’ ακούμε.
Όσο για μένα, προσωπικά, είναι η πρώτη φορά που ζω για να γράφω, κι αυτό με γεμίζει, κι αυτό με αδειάζει. Κι είναι η πρώτη φορά που δεν χάρηκα όσο θα ήθελα την πόλη μου, την Τσιανγκ Μάι, μα αυτό δεν με ταράζει. Εξάλλου την ξέρω από καιρό, την ένιωθα από πάντα, καθώς την περπάτησα σε χαρές και σε λύπες, με ήλιο και βροχή. Όταν φύγω θα μου λείψει, αυτό είναι σίγουρο αλλά, σαν να είναι πρόωρος αυτός ο απολογισμός. Άλλα ξεκίνησα να πω και τελικά άλλα είπα. Να, σαν τη ζωή είναι κι ετούτο το γραπτό, ακολουθεί τους δικούς του δρόμους, και στο τέλος-τέλος ίσως να μην έχει και λόγο ύπαρξης. Ένα πράγμα ήθελα μονάχα να γράψω, αυτό που αντιλήφθηκα τον τελευταίο ενάμισι χρόνο: Μόνος δημιουργείς! Όλα τ’ άλλα είναι τερτίπια των καιρών και της τύχης.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Απολογισμός

…Οι μέρες περνούσαν γρήγορα ή αργά, σαν όλα, σαν τίποτα. Λέγαμε λόγια του αέρα, στον αέρα. Φλερτάραμε με τα μάτια, καιγόμασταν με τις σιωπές. Ο ουρανός νωχελικά δάκρυζε, αλλά εμείς ακούγαμε ύμνο κι όχι θρήνο, το τραγούδι της λήθης. Καθόμασταν στο χαλί, μπροστά στο τζάκι και πίναμε Μπύρα της Αρκούδας, κι έπειτα σηκωνόμασταν και ξανακαθόμασταν και πίναμε ξανά την ίδια μπύρα. Οι φλόγες χόρευαν, τα μάτια έλαμπαν, η σιγή βασίλευε. Θυμόμασταν υποσυνείδητα, ζούσαμε υποσυνείδητα, το χρόνο που πέρασε, το χρόνο που περνούσε. Το βασίλειο της ακινησίας! Κι έπειτα, ζωή ξανά, πεταγόμασταν πάνω και χορεύαμε τραγούδια ανήκουστα, με θύμισες παγανιστικές, βγαίναμε έξω και ουρλιάζαμε στ’ αστέρια την απελπισία που δεν ήταν δική μας, μεθούσαμε από χαρά, χαρά που δεν ήταν εκεί. Ζούσαμε σα μέσα σ’ ένα όνειρο, ζούσαμε μέσα σε μια μέθη, ζούσαμε……Και μετά τα χρόνια πέρασαν, ξεχάσαμε τη λήθη μας και κινήσαμε για άλλους ουρανούς, όπου όλα ήταν «εντάξει», όλα «σωστά» και «καθώς πρέπει», όπου η ζωή ήταν παρωδία. Έτσι, αναπόφευκτα, κάποτε αρχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτά, να θυμόμαστε αυτά, που ζήσαμε, το όμορφα περασμένα, τις γεύσεις που απολαύσαμε, τους ρυθμούς και τις μουσικές που ρουφήξαμε, τα όμορφα παλιά της νεκρής μας νιότης, τότε που ήμασταν νεκροί, στα μάτια των άλλων νεκροί. Θέλαμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, αλλά ο χρόνος μας έχει στερήσει κάτι, τη δυνατότητα να ζούμε και να πεθαίνουμε κάθε μέρα……Από τότε θρηνούμε δίνοντας χρώματα στις αναμνήσεις. Από τότε ζητούμε σανίδες σωτηρίας. Από τότε, αναπολούμε το τότε…

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όπως έκανα παλιά-
και να σ’ ευχαριστήσω δημόσια για
όλα τα χαστούκια που μου έδωσες
και για τα άλλα που στο μέλλον
θα ευχόμουν να μου δώσεις.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να σου πω
-γραπτή παραδοχή-
ότι τώρα πια κάθομαι και οδυνηρά θρηνώ
για όλους εκείνους τους μεγάλους έρωτες
που άφησα μέσα μου να σβήσουν.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να θυμηθώ και να σου θυμίσω
όλα όσα ζήσαμε μαζί
κι όσα θελήσαμε να ζήσουμε
μα, υπεύθυνοι της καταδίκης μας,
δεν καταφέραμε ποτέ να πλησιάσουμε.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
απολογισμό του χάους της ύπαρξής μας
γιομάτο μ’ αλήθειες μεγάλες και πικρές
εικόνες όμορφες και στην ανάμνηση οδυνηρές
της κοινής μας πορείας ταφόπλακα
και αναγέννηση.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όλα να τα θυμηθώ και να τα ομολογήσω-
όχι ζητώντας τη συγχώρεση
ούτε ψάχνοντας τη λύτρωση
απλά γυρεύοντας το δρόμο εκείνο τον άγνωστο που
αμετάκλητα βγάζει προς το φως.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Σαν αποχαιρετισμός

Παράξενη πολύ ήταν ετούτη η μέρα. Λίγο λυπημένη, λίγο χαρούμενη, νοσταλγική και γιομάτη προσδοκία.
Ήτανε πέρυσι το καλοκαίρι που -εντελώς στα ξαφνικά και δίχως καμιά προεργασία- πήρα να γράφω ένα μυθιστόρημα «παράξενο», μια ερωτική ιστορία γιομάτη πόνο, ελπίδα, απογοητεύσεις και όνειρα. Το κείμενο μου έβγαινε αβίαστα, έρεε σα γάργαρο νερό και πλημμύριζε τις σελίδες, με ταξίδευε νοητικά σε ξένες ζωές και μου επέβαλλε να τις γνωρίσω, να τις διαβάσω, να γράψω την ιστορία τους.
Απόλαυσα πολύ εκείνο το ταξίδι, ξεδίψασα απ’ την κάθε στιγμή του, ένιωσα πιο πολύ δικό μου από καθετί άλλο το βιβλίο που προέκυψε απ’ αυτό, έγινα πολύ καλός φίλος με τους ήρωές του.
Και να που σήμερα έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού. Καθώς κρατώ στα χέρια μου το σελιδοποιημένο κείμενο, καθώς χαϊδεύω νοερά τις εικόνες και τα συναισθήματα που αναβλύζει, καθώς αντικρίζω για στερνή φορά τα πρόσωπα που δημιούργησα, μια γλυκιά μελαγχολία με τυλίγει -αυτή της απώλειας- και μια πικρή χαρά με γεμίζει – αυτή της επίτευξης ενός στόχου.
Τώρα νιώθω λίγο χαμένος. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ίσως να έφτασε η ώρα να σαλπάρω πια για τα καλά για θάλασσες ιστοριών άλλες, για τους ουρανούς κάποιων άλλων ψυχών.

Υ.γ. Ο «τελικός» τίτλος του βιβλίου είναι «Οι γυναίκες της συγνώμης» και θα κυκλοφορήσει στις 15 Νοεμβρίου από την Εμπειρία Εκδοτική

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

12 Ιουνίου 2008. Πρωί...

Αγαπητέ Κανένα,
Το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής έχει αρχίσει. Σου γράφω από το αεροδρόμιο της Τσιανγκ Μάι σ’ ένα από τα μαγαζιά του οποίου – σε μια καφετέρια για να ’μαι πιο συγκεκριμένος – υπάρχει ένας καταρράκτης. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, δεν είναι αυτό το πιο απίστευτο. Το απίστευτο είναι ότι οι τιμές είναι οι ίδιες με την πόλη, δηλαδή πολύ χαμηλές.
Τώρα, αφήνοντας πίσω το παρόν θέλω να επιστρέψω στο άμεσο παρελθόν. Σήμερα έβαλα τα ξυπνητήρια για τις εννιά το πρωί και ξύπνησα στις πέντε. Κι εγώ, ο αισιόδοξος, που χαιρόμουνα πώς θα ταξίδευα για μια φορά ξεκούραστος, έμεινα χάσκοντας. Όχι ακριβώς χάσκοντας δηλαδή, αλλά κάτι σα χάσκοντας. Αδύναμος και λίγος άκεφος καθώς ήμουνα δεν είχα όρεξη για να κάνω κάτι ουσιαστικό έτσι τόριξα στα μπλογκς και στο Facebook. Διάβασα και έπαιξα όσο μπορούσα κι η ώρα γρήγορα πέρασε.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε νυσταγμένη αναμονή. Και θα βρεθώ σ’ αυτή τη θέση τρεις ακόμη φορές αφού μόλις χθες το βράδυ αντιλήφθηκα ότι θα περάσω κι απ’ το αεροδρόμιο του Ντουμπάι, οπότε καταντά πλέον σιδηρόδρομος αυτή η διαδρομή: Τσιανγκ Μάι – Μπανγκόκ – Μπαχρέιν – Ντουμπάι – Λάρνακα – Λευκωσία. Είκοσι τρεις ώρες συνολικά υπολογίζω να διαρκέσει το ταξίδι, εκτός κι αν χάσω την τρίτη πτήση και ξεμείνω στο Μπαχρέιν (σημείωση: δυστυχώς δεν την έχασα).
Κατά τα άλλα, υγιαίνομε και ανυπομονούμε να βρεθούμε και πάλι στην μπαμπά πατρίδα, με τους 35 βαθμούς θερμοκρασία (χαμηλή για την εποχή είν’ η αλήθεια) και το 80% υγρασία – να στάζει ιδρώτα ο γονιός και του παιδιού να μην του δίνει.
Αυτά! Λέμεν τα...

Υ.γ. Η συνέχεια ύπνου θέλοντος και χρόνου επιτρέποντος, αύριο...