Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόκομμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόκομμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Αντιφάσεις

Άκουσα κάποιον να λέει «Έχω ένα όνειρο»
κι είδα μια σφαίρα να κόβει το όνειρο στα δύο.
Άκουσα κάποιον να τραγουδά «Δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη»
κι είδα μια σφαίρα να βάφει την ειρήνη με αίμα.
Άκουσα κάποιον να διδάσκει «Αγαπάτε αλλήλους»
κι είδα φίλους να σκοτώνουνε φίλους.
Άκουσα κάποιον να παραληρεί «Ειρήνη αδελφοί»
κι είδα σταυροφόρους να φονεύουν γι’ αυτήν.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα μια μάνα να κλαίει
είδα ένα παιδί να πεθαίνει
άκουσα κάποιον να προσεύχεται
είδα κάποιον να αμαρταίνει
άκουσα ν’ αλυχτούν τα σκυλιά του πολέμου
είδα τα χείλια τους να στάζουνε αίμα
άκουσα μια κατάρα
είδα την πραγματοποίησή της
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά
Άκουσα να μιλούν για την πατρίδα
είδα να πεθαίνουν για την πατρίδα.
Άκουσα να κηρύττουν για τη θρησκεία
είδα να σκοτώνουν για τη θρησκεία.
Άκουσα να μιλούν για το δίκιο
είδα να πασχίζουν για το άδικο.
Άκουσα να μιλούν για το Θεό
είδα να σφάζουν γι’ αυτόν το Θεό.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα ένα ύμνο
είδα ένα θρήνο
άκουσα ένα τραγούδι
είδα ένα μοιρολόι
άκουσα μια ψυχή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Της ζωής της αποκόμματα

Οι τυφώνες της σκέψης της την παρασύρουν από το ένα μέρος στο άλλο,
από τη μια θλίψη στην επόμενη,
από το ένα λειψό χαμόγελο σ’ αυτό που το ακολουθεί,
το ακόμη φτωχότερο.
Θα πάρει και πάλι στα χέρια της τους θησαυρούς που της έστειλε
και θα βαλθεί να διαβάζει ξανά και ξανά την κάθε ματωμένη σελίδα τους.
Θ’ αφήσει για μια ακόμη φορά τον εαυτό της ελεύθερο
να κλάψει όπως δεν έκλαψε ποτέ,
και μέσα από εκείνους να νιώσει ότι ποτέ δεν ένιωσε.
Θα ψάξει να βρει ανάμεσα στις γραμμές
τις διακριτικές τους ανάσες,
να αφουγκραστεί ξανά τους ερωτικούς τους ψίθυρους.
Θα νιώσει τη ζήλια να φουντώνει μέσα της και πάλι
σαν άγριο κύμα,
και να σβήνει σαν απόηχος μιας γαληνεμένης θάλασσας
σε κάποια μυστική ακρογιαλιά.
Θα κλέψει δίχως ενοχές τις ζωές τους
και θα τις αφομοιώσει, θα τις κάνει δικές της.
Κι έτσι θα βρεθεί στην κάμαρά τους τη μικρή,
και θ’ αντικρίσει μέσα από τα δικά τους μάτια
το θάνατο και τον έρωτα.
Θα γίνει, για όσο κρατήσει η ανάγνωση, κάποια άλλη.
κάποια που είναι γυναίκα και παιδί,
πηλός και δημιουργός,
ένα πλάσμα αλλόκοτο που ξεχειλίζει από αισθήσεις,
κάποιων άλλων ψυχών η αλήθεια, το όνειρο και η ζωή.
Θα χωθεί και θα χαθεί μέσα στη φλόγα τους.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όπως έκανα παλιά-
και να σ’ ευχαριστήσω δημόσια για
όλα τα χαστούκια που μου έδωσες
και για τα άλλα που στο μέλλον
θα ευχόμουν να μου δώσεις.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να σου πω
-γραπτή παραδοχή-
ότι τώρα πια κάθομαι και οδυνηρά θρηνώ
για όλους εκείνους τους μεγάλους έρωτες
που άφησα μέσα μου να σβήσουν.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
για να θυμηθώ και να σου θυμίσω
όλα όσα ζήσαμε μαζί
κι όσα θελήσαμε να ζήσουμε
μα, υπεύθυνοι της καταδίκης μας,
δεν καταφέραμε ποτέ να πλησιάσουμε.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
απολογισμό του χάους της ύπαρξής μας
γιομάτο μ’ αλήθειες μεγάλες και πικρές
εικόνες όμορφες και στην ανάμνηση οδυνηρές
της κοινής μας πορείας ταφόπλακα
και αναγέννηση.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα
-όλα να τα θυμηθώ και να τα ομολογήσω-
όχι ζητώντας τη συγχώρεση
ούτε ψάχνοντας τη λύτρωση
απλά γυρεύοντας το δρόμο εκείνο τον άγνωστο που
αμετάκλητα βγάζει προς το φως.
Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα...

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Desperado

«Ποιος είσαι;» με ρώτησε.
«Αυτός που λέει το τραγούδι...»
«Και τι κάνεις εδώ;»
«Δεν ξέρω. Ίσως ένα διάλειμμα στη μάχη μου με τους ανεμόμυλους, ίσως και να προσπαθώ ν’ αλλάξω ζωή.»
«Δε σ’ αρέσει η ζωή σου;»
«Κάποτε μ’ άρεσε. Τώρα πια δεν ξέρω...»
«Γιατί αυτό;»
«Νιώθω κουρασμένος.»
«Νιώθεις ότι όλα είναι μάταια;»
«Προβλεπόμενα και συνηθισμένα.»
«Τι σου λείπει;»
«Εσύ τι λες;» Έμεινε για λίγο σιωπηλή, διαβάζοντας τα μάτια μου. Χαμογελάσε και πάλι.
«Και μένα,» μου είπε.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Ανάξια

«Ποτέ σου μη με πάρεις για δεδομένο!»
Αυτό μονάχα της είπε σαν προειδοποίηση
Σαν προτροπή
Εκείνος κάποιο βράδυ, μα δεν τον άκουσε,
Συνέχισε να κάνει τα δικά της.
Να τον αγαπά αφ’ υψηλού,
Να θεωρεί ότι τον είχε για πάντα αιχμαλωτίσει
Στης ομορφιάς της το μαγικό πέπλο.
Κι όμως...
Κι όμως να που της έφυγε.
Να που κίνησε γι’ αλλού και την άφησε μόνη.
Για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά στη ζωή της, μόνη.
Τώρα, κάθεται σκεφτική και λυπημένη σ’ ένα εστιατόριο,
Μα δεν τρώει, μονάχα πίνει,
Κι αναρωτιέται για της ζωής της τα γιατί,
Για την εγωμανή της τύφλα,
Που δεν την άφησε να δει, ν’ ακούσει τις αλήθειες του.
Ω, πόσο σίγουρη ήταν για τον εαυτό της!
Πόσο σίγουρη ήταν ότι το κορμί ήταν αρκετό,
Για να τον κρατήσει μόνιμο πιστό και λατρευτή της.
Πόσο έξω έπεσε!
Και τώρα πόσο χαμηλά...
Ωστόσο, καλά να πάθει, σκέφτεται,
Καλά να πάθει, μήπως και μάθει.
Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο δα πολύ αμφιβάλλει,
Καθώς είναι όμορφη, όμορφη πολύ,
Και σίγουρα κάποιος θα βρεθεί σύντομα να την αγαπήσει και πάλι.
Όχι! Όχι, όπως εκείνος, αλλά τουλάχιστον
Όπως η ίδια θέλει,
Τυφλά,
Χωρίς να της αξίζει.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

Το Λευκό και το Μαύρο

«Μου αρέσει το μαύρο πολύ,» μου είπε. «Αλλά όχι επειδή μιλά για την ψυχή μου ή στην ψυχή μου, ή κουραφέξαλα,» βιάστηκε να προσθέσει. «Απλά όταν φορώ μαύρα νιώθω ωραία, νιώθω πιο πολύ ο εαυτός μου...»

«Μην είσαι κι εσύ χήρα, όπως η Πολυδούρη;» τόλμησα να τη ρωτήσω. «Χήρα στο από μέσα σου!»

«Όχι, όχι, μαλακίες λες, αγαπώ τη ζωή.»

«Αλλά;»

Σιωπή. Αναρωτιέται κατά πόσο θέλει να μου μιλήσει ή όχι. Ή τουλάχιστον αυτό θέλει να πιστεύει το υπερφίαλο εγώ μου.

«Δε θα σου κάνω το χατίρι...» λέει μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα.

«Το χατίρι;»

«Να σου μιλήσω από καρδιάς. Πάλι θα με εκνευρίσεις και θα τσακωθούμε!»

«Σου υπόσχομαι ότι δε θα το έκανα ποτέ αυτό...»

«Θα το έκανες χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις, κι αυτό είναι τόσο εκνευριστικό...»

«Ω, πόσο καλά με ξέρεις!»

«Είσαι το λευκό κι είμαι το μαύρο...»

«...φως μες στο σκοτάδι μου!»

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

Η Κ.

Τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια, πριν από μια ζωή, και από την αρχή ήξερα πως αυτή ήταν η Μία, η μοναδική.
Και δεν έκανα λάθος.
Η Κ. είναι κοντά μου από τότε. Με συντροφεύει, πηγαίνει παντού μαζί μου, με ενθαρρύνει, με παρηγορεί.
Χωρίς αυτήν οι μέρες μου θα ήταν αλλιώτικες, δίχως χρώματα κι αρώματα, άγευστες και μονότονες.
Εκείνη τους δίνει ζωή, σ’ εκείνη χρωστώ τα πάντα.
Αν κάποιος μου έλεγε ότι κάποτε θα ερχότανε μια μέρα που θα χωρίζαμε, θα τον έβγαζα τρελό, θα τον καταδίκαζα στο πυρ της επίγειας κόλασης.
Όχι, εγώ ποτέ δε θα παρατούσα την Κ., την αγάπη μου, αλλά ούτε κι εκείνη θα με παρατούσε ποτέ. Πάντα θα ήταν εκεί για μένα και πάντα θα ήμουν εκεί για κείνη.
Ήταν η έμπνευσή μου.
Ναι, αυτό υποστήριζα, κι ας ήξερα καλύτερα.
Ήξερα καλύτερα αφού τίποτα δεν κρατά στη ζωή μου για πάντα: συνήθειες αλλάζουν, σπίτια αλλάζω, άνθρωποι πάνε κι έρχονται.
Τίποτα! Τίποτα δεν κρατά.
Και να που τώρα έφτασε η μέρα ν’ αποχαιρετήσω την Κ. μου.
Το μόνο που δε θα τρέξουν δάκρια απ’ τα μάτια,
δε θα ακουστεί κανένας σπαραγμός.
Όσα ζήσαμε μαζί ήταν υπέροχα αλλά είναι καιρός πια να πάμε γι’ άλλα.
Πάντα θα κρατώ στην ψυχή μου μια ξεχωριστή γωνιά για την παλιά αγαπημένη.
Πάντα θα τη θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία.
Και πάντα θα την αγαπώ, της το είπα αυτό:
«Κ. καρδούλα μου, πάντα θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ.
Πάντα θα είσαι η Μία, η μοναδική για μένα.
Πάντα θα είσαι η... Καφεΐνη μου».

Πάει μια βδομάδα που έκοψα τον καφέ και δυσλειτουργώ. Λες και το μυαλό δεν μπορεί να πάρει μπρος δίχως μια γερή δόση καφεΐνης. Τα στερητικά σύνδρομα καραδοκούν.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η Θαλασσινή

Στεκόταν στην παλιά αποβάθρα
και κοιτούσε προς του ήλιου την ανατολή.
Το πρωινό αγιάζι της χάιδευε το πρόσωπο
τα κύματα που έσπαζαν μελωδικά κάτω
από τα πόδια της τής ξυπνούσαν τις αισθήσεις.
Στη ζωή της όλη ίσως να μην αγάπησε
τίποτ’ άλλο περισσότερο απ’ τη θάλασσα,
“μάνα” την αποκαλούσε.
Την κοιτούσε για ώρες μέρες χρόνια
και σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να
γεννηθεί ψάρι για να είναι συνέχεια μέσα της
πουλί για να την κοιτά από ψηλά.
Ρομαντική; Ναι, ήταν! Σε μια εποχή
που οι λέξεις είχαν χάσει τη σημασία τους
που οι άνθρωποι έχασαν τα χρώματα
εκείνη επέμενε να κοιτά το απέραντο γαλάζιο
να πιάνει τους αλμυρούς σφιγμούς του
να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει
να διασχίζει θάλασσες ονείρων
ουρανούς αισθημάτων
ανάσες ελευθερίας!