Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εγκατάλειψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εγκατάλειψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Της ψυχής μονόλογος

Δεν θυμάμαι αν τον έχω ανέβασει εδώ ξανά αυτόν τον γραμμένο πριν από εφτά χρόνια μικρό μονόλογο, αλλά όταν τον βρήκα τυχαία στ' αρχείο μου πριν λίγο, δεν αντιστάθηκα καθόλου στον πειρασμό να τον αναρτήσω.
Κάθομαι εδώ μοναχός
με φίλο και παρηγοριά μου το ποτό
και κοιτώ ένα νυχτερινό ουρανό
χωρίς αστέρια.
Μαζί με σένα απ’ τη ζωή μου
χάθηκαν κι αυτά
όπως και κάθε τι το όμορφο
αφού ο ομορφιά συνδέθηκε στην ψυχή μου
με την παρουσία σου
μια ψυχή που έχει μείνει λειψή.
Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε
θα με άγγιζε ο πόνος
αλλά έπεσα τόσο έξω.
Τώρα παραδέρνω σα βαρκούλα
σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εσύ ήσουν και είσαι το λιμάνι μου
το μόνο που δεν είσαι πια εδώ
και νιώθω να γίνομαι θλιβερός ναυαγός
στ’ αχνάρια της θύμησής σου.
Προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου
από κάθε σκέψη αλλά
εσύ τριγυρίζεις κει μέσα σαν ένας στρόβιλος
στρόβιλος που παρασύρει τα πάντα
στο πέρασμά του και μ’ αφήνει κουρέλι.
Κι εγώ, ο πάντα χαμογελαστός
και αισιόδοξος, έχω τώρα αφεθεί
σε μια ανείπωτη θλίψη.
Νιώθω σαν ένας ζωντανός νεκρός
που ψάχνει ένα ψίχουλο ζωής
για να τολμήσει να δει ξανά
τον κόσμο αυτό κατάμματα.
Για μια ακόμη φορά δεν ζω
απλά επιβιώνω περιμένοντας εκείνη την ώρα
αν είναι να ’ρθει
που θα ’μαστε και πάλι μαζί
δυο ψυχές σε ένα ονειρόκοσμο.
Δεν ξέρω τι έφταιξε
δεν ξέρω αν έφταιξα σε κάτι
αλλά, εκείνο που ξέρω είναι ότι
είσαι η ψυχούλα μου και χωρίς
εσένα τα χρώματα χάνονται οι μουσικές
σταματούν και τα λόγια χάνουν
το νόημά τους.
Ετούτος ο πόνος που μου κεντά τώρα
τις αισθήσεις το δάκρυ που δε λέει
να τρέξει αλλά που κάποτε θα γίνει χείμμαρος
και θα με πνίξει, να, ετούτα δω μου λένε
ότι είμαι άνθρωπος και αγαπώ
και σαν άνθρωπος πονώ
μου λένε να μην το βάλω κάτω
να χαμογελάσω και πάλι…
Τα χαμόγελά μου όμως ήταν όλα για σένα
ήσουνα ο λόγος που υπήρχα
που ανέπνεα που δημιουργούσα.
Τώρα ο κόσμος σα να ’χει πια σταματήσει
για με να γυρίζει κι η έμπνευση χάθηκε.
Δε θέλω να γράφω αν δεν είσαι η μούσα μου
δε θέλω να ακούω μουσικές αν δεν τις ακούς μαζί μου
δε θέλω να χαμογελώ αν δεν είναι για σένα
δε θέλω να ονειρεύομαι αν δεν είμαι δίπλα σου
δε θέλω να αντικρύζω την ομορφιά μονάχος μου
δε θέλω…
Εκείνο που θέλω είναι να γίνουμε και πάλι ένα
όπως πάντοτε ήμασταν χωρίς
καν να γνωριζόμαστε
θέλω να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας
να γίνουμε ο ένας το δεύτερο φτερό του αλλουνού
και να πετάξουμε στους ουρανούς της
ομορφιάς που μόνο εμείς ξέρουμε
να δούμε τον ήλιο κατάμματα και αψηφόντας
κάθε εμπόδιο να ανυψωθούμε πέρα
από το νοητό τούτο κόσμο που μόνο
σαν Ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
να χαραξούμε το σημάδι μας στην άμμο
του χρόνου να ζήσουμε την κάθε μέρα
σαν να ’ναι η τελευταία.
Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον, εκείνο που ξέρω όμως είναι
ότι στο μέλλον που αρχίζει τούτη δα τη στιγμή
θέλω να ’μαι μαζί σου για να
μοιραστούμε κάθε λύπη και χαρά
για να ανακαλύψουμε την απόλυτη ουσία
της κοινής μας ψυχής…
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙ

Αντί απαντήσεων στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης:
Πάνε λίγες μέρες που τον εγκατέλειψε
-εγκατάλειψη, λέξη σκληρή, μα αναγκαία-
Και είναι ήδη στα πάνω της.
Κι εκείνος στα πάνω του θα ’ναι,
Είναι σίγουρη γι’ αυτό.
Ήταν σίγουρη απ’ τη στιγμή που αποφάσισε να φύγει,
Αφού τον ήξερε καλά,
Πολύ καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του.
Αν του έλεγε την αλήθεια,
Αν του έλεγε πως έφευγε επειδή απλά δεν τον άντεχε,
Σίγουρα θα τον έπιαναν τ’ αυτοκτονικά του,
Θα έπεφτε σε κατάθλιψη βαριά και ανεπίτρεπτη.
Ενώ τώρα...
Ενώ τώρα θα την έχει ξεπεράσει ήδη,
Κι ας υποστήριζε ότι την αγαπούσε πιότερο
Απ’ την ψυχή του στην ίδια.
«Ποιος ξέρει που περιπλανιέται τώρα
και ποια αναζητά;» αναρωτιέται.
Στους διαδρόμους της ζωής ή στα σοκάκια
Του διαδικτύου άραγε;
Όχι πως έχει σημασία – όχι πια.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έφυγε και σώθηκε,
Κι εκείνος θα την ξεχάσει,
Όπως και όλες τις γυναίκες που άλλοτε διαλαλούσε
Πως αγάπησε με αιώνια, με ακατάλυτη αγάπη.
Τώρα αυτή θα ζήσει μέσα στις αλήθειες της,
Και θ’ αφήσει εκείνον να συνεχίσει να πορεύεται
Μέσα στα ψέματά του...

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής

Για μια ακόμη φορά έφτασ’ η ώρα να φύγει.
Αλλά να, δεν ξέρει πως να του το πει.
Μοιράστηκαν πολλά οι δυο τους,
Όμορφα λόγια, απέραντες σιωπές,
Τσακωμούς αμίλητους και κρυφές μαχαιριές.
Το τέλος, ωστόσο, όλο και πιο πολύ πλησιάζει,
Το νιώθει σαν ανάσα στ’ αυτί της,
Σα φωτιά της καίει τα σωθικά.
Δεν μπορεί να του πει την αλήθεια,
Όχι, δεν μπορεί,
Αφού είναι σκληρή και θα τον πληγώσει.
Δε θα του πει ότι τον βαρέθηκε,
Ότι βαρέθηκε αυτόν και την αιώνια γκρίνια του,
Πως δεν αντέχει πια να τον ακούει να λέει
Πόση δουλειά έχει
Και να τον βλέπει
Να μην κάνει απολύτως τίποτα.
Όχι, τίποτα σκληρό δε θα του πει,
Άκαρδα λόγια δε θα ξεφύγουν απ’ τα χείλη της.
Απλά θα επικαλεστεί την ανάγκη της για απομόνωση,
Θα πει ότι πρέπει να μείνει μόνη
Για να μπορέσει να εμπνευστεί και να δημιουργήσει ξανά,
Θα αφήσει να εννοηθεί ότι κάποια μέρα
Ίσως να επιστρέψει και πάλι κοντά του,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά πως δε θα το κάνει.
Δε θα είναι δύσκολος αυτός ο χωρισμός,
Εύκολος θα είναι για την ίδια πολύ,
Κι ευπρόσδεκτος σαν ευλογία.
Θα είναι σα να πετά, επιτέλους, από πάνω της τ’ αόρατα δεσμά
Ενός αδιέξοδου έρωτα και ν’ ανοίγει φτερά
Για τους παραμυθένιους ουρανούς των ονείρων της.
Ναι, πρέπει να τον αφήσει
Για να ζήσει.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Ανάξια

«Ποτέ σου μη με πάρεις για δεδομένο!»
Αυτό μονάχα της είπε σαν προειδοποίηση
Σαν προτροπή
Εκείνος κάποιο βράδυ, μα δεν τον άκουσε,
Συνέχισε να κάνει τα δικά της.
Να τον αγαπά αφ’ υψηλού,
Να θεωρεί ότι τον είχε για πάντα αιχμαλωτίσει
Στης ομορφιάς της το μαγικό πέπλο.
Κι όμως...
Κι όμως να που της έφυγε.
Να που κίνησε γι’ αλλού και την άφησε μόνη.
Για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά στη ζωή της, μόνη.
Τώρα, κάθεται σκεφτική και λυπημένη σ’ ένα εστιατόριο,
Μα δεν τρώει, μονάχα πίνει,
Κι αναρωτιέται για της ζωής της τα γιατί,
Για την εγωμανή της τύφλα,
Που δεν την άφησε να δει, ν’ ακούσει τις αλήθειες του.
Ω, πόσο σίγουρη ήταν για τον εαυτό της!
Πόσο σίγουρη ήταν ότι το κορμί ήταν αρκετό,
Για να τον κρατήσει μόνιμο πιστό και λατρευτή της.
Πόσο έξω έπεσε!
Και τώρα πόσο χαμηλά...
Ωστόσο, καλά να πάθει, σκέφτεται,
Καλά να πάθει, μήπως και μάθει.
Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο δα πολύ αμφιβάλλει,
Καθώς είναι όμορφη, όμορφη πολύ,
Και σίγουρα κάποιος θα βρεθεί σύντομα να την αγαπήσει και πάλι.
Όχι! Όχι, όπως εκείνος, αλλά τουλάχιστον
Όπως η ίδια θέλει,
Τυφλά,
Χωρίς να της αξίζει.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 17

Προσπάθησε να κοιμηθεί χωρίς να πιει ψες, παίρνοντας μοναχά το μαγικό μοβ χαπάκι. Μα, δεν κοιμήθηκε. Τουλάχιστον όχι κανονικά. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου για ώρες πολλές περιπλανιότανε, βλέποντας εικόνες παράξενες, πολύχρωμες, απ’ τη φαντασία καλά καμωμένες, κι ακούγοντας λόγια περίεργα, λέξεις άγνωστες, μια αφήγηση που έφτανε λες στ’ αυτιά της από κόσμους άλλους, παραμυθένιους, αλλοτινούς. Τρίπαρε για τα καλά η Βασιλική, δίχως να το περιμένει. Όχι από το χαπάκι. Ίσως... Ίσως να φταίει ότι για πρώτη φορά το πήρε χωρίς να βάλει στο στόμα της πριν σταγόνα αλκοόλ. Ίσως γι’ αυτό. Η αλήθεια, όμως, είναι πώς πολύ της άρεσε η όλη φάση, το παράδοξο σκηνικό. Θα ήθελε κάποτε να το επαναλάβει, αλλά όχι σύντομα, και όχι για πολλή καιρό. Προτιμά τον ύπνο το βαρύ, τον λυτρωτικό, εκείνον που μόνο ο συνδυασμός των δύο ουσιών μπορεί να της χαρίσει.
Σήμερα, είναι σα ρομπότ. Παραπαίει όρθια μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, αλλά δε νιώθει κι άσχημα. Οι σκέψεις της κι οι αισθήσεις της μοιάζουν ναρκωμένες. Λες και ντύθηκε με τ’ αδιάβροχο της αδιαφορίας και τίποτα δεν μπορεί να την αγγίξει. Κοιτάει τη Δανάη, που για μια ακόμη φορά κάθεται απέναντί της και ξεφυλλίζει τα περιοδικά ένα-ένα κοιτώντας τις φωτογραφίες. Μοναχά τις κοιτάει, δεν τις βλέπει. Κι αυτή χαμένη στο μέσα της είναι. Το μόνο που αυτηνής ο πόνος της μοιάζει κάπου αληθινός, όχι σαν της Βασιλικής, που πονάει -βαθιά μέσα της το παραδέχεται- για τον πληγωμένο της εγωισμό. Θέλει να γελάσει η τελευταία. Θέλει να γελάσει σκληρά, άκαρδα, να περιγελάσει τη φίλη της και να την στείλει στον αγύριστο. Τι θέλει και της κουβαλιέται εκεί όλη μέρα; Λες και δεν έχει αρκετά προβλήματα από μόνη της η δόλια και πρέπει να φορτώνεται κι εκείνα των άλλων. Τι να κάνει με δαύτηνε; Πρέπει να την ξεφορτωθεί με κάποιο τρόπο. Δεν έχει όρεξη για κλάψες σήμερα.
«Ήπιες το αμίλητο νερό, Δανάη!»
«Δεν έχω όρεξη για κουβέντα...»
«Γιατί ήρθες τότε;»
«Επειδή δεν είχα που αλλού να πάω.»
Τι να της πει τώρα της μουρλής; Δεν μπορεί να της ζητήσει να της αδειάσει τη γωνιά. Όχι στα ίσια. Στο κάτω-κάτω της γραφής είναι φίλη της, η μοναδική που έχει, κι ας μην τη συμπαθεί και ιδιαίτερα.
«Αχ!» αφήνει ένα αναστεναγμό να της ξεφύγει θεατρικά απ’ τα στήθια.
«Τι έχεις;»
«Μπα τίποτα. Μια ζαλάδα. Θα μου περάσει. Εσύ, κοιμάσαι καθόλου;»
«Λίγο. Όπως κι εσύ υποθέτω.»
«Α, όχι. Εγώ, μ’ εξαίρεση χθες το βράδυ, κοιμάμαι καλά. Μάλλον όχι καλά, βαριά. Πέφτω σε λήθαργο.»
«Εγώ δεν μπορώ να πάρω υπνωτικό. Δε θα ξυπνάω με τίποτα μετά. Εξάλλου δεν πιστεύω ότι τα χάπια ή το αλκοόλ μπορούν να λύσουν τα προβλήματά μου...»
«Θέλεις κάτι να μου πεις, Δανάη;»
«Α, όχι. μη με παρεξηγείς, για μένα μιλάω. Ο καθένας αντιμετωπίζει τα πράγματα με το δικό του τρόπο. Δε θέλω να σε κρίνω.»
«Μα, αυτή είναι η δουλειά σου σα φίλης,» αποκρίθηκε μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα και φανερά εκνευρισμένη η Βασιλική, «οφείλεις να με κρίνεις. Κάνε το λοιπόν!»
«Δεν ξέρω τι να σου πω. Τι σ’ έπιασε σήμερα; Γιατί με κοιτάς μ’ αυτό το βλέμμα; Με τρομάζεις.»
«Κρίνε με, μαλακισμένη. Κρίνε με. Μόνο αυτό σου λέω,» απάντησ’ εκείνη μ’ οργισμένο ύφος. «Κρίνε με ή συμβούλευσέ με ή βγάλε το σκασμό επιτέλους!»
Έμειν’ άφωνη η Δανάη. Δεν ξέρει τι να κάνει. Να μιλήσει; Να σιωπήσει; Ή να σηκωθεί να φύγει; Κοιτάει τη Βασιλική βαθιά μες στα μάτια. Ψεύτικη της φαίνεται η οργή της, μια πόζα. Μάλλον να με ξεφορτωθεί θέλει, αποφασίζει. Αλλά, αν είν’ έτσι γιατί δεν της το ζητάει στα ίσια; Για ποιο λόγο της φωνάζει και την προκαλεί;
«Εντάξει, καλή μου. Το πήρα το μήνυμα σου, το διάβασα, θα φύγω. Δε θέλω να σου γίνομαι βάρος, κι ας λες ότι είσαι φίλη μου. Κι αφού ζητάς και την κριτική μου, άρπα την κι αυτή: σταμάτα πια μαλακισμένη το πιοτό. Το πιοτό δεν είναι λύτρωση. δικαιολογία είναι. Αν πονάς, όσο λες -και θέλω να ξέρεις ότι δε σε πιστεύω- ζήσε τον πόνο σου με το μυαλό καθαρό, με το μέτωπο ψηλά, μ’ αξιοπρέπεια και άει παράτα μας. Αν με χρειαστείς ξέρεις που να με βρεις, αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρη κατά πόσο θα είμαι εκεί.»
Είπε κι ελάλησε οργισμένη η Δανάη, σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της κι έφυγε μ’ ορμή, βιαστικά, πριν να μετανιώσει. Άφησε τη Βασιλική εμβρόντητη ν’ ακολουθεί με τα μάτια τα βήματά της, να τη βλέπει να βγαίνει έξω και ν’ ακούει την εξώπορτα να κλείνει με πάταγο. Δεν το περίμενε αυτό. Από που της ήρθε; Πρέπει να τρέξει, να την προλάβει, ν’ απολογηθεί, να ζητήσει τη συγχώρεσή της. Πρέπει! Αλλά, δε θα το κάνει. Το εγώ της δε θα την αφήσει. Τώρα είσαι απόλυτα μόνη, όπως ακριβώς ήθελες, λέει στον εαυτό της και προσπαθεί να χαμογελάσει. Δεν της βγαίνει όμως. Μόνο ένα σκοτάδι αποπνικτικό, απόλυτο, και κοφτές ανάσες, βασανιστικές, προβάλλουν από μέσα της και την τυλίγουν ολόκληρη. Είμαι κακός άνθρωπος, τελικά; αναρωτιέται φωναχτά.
Σηκώνεται βαριεστημένα απ’ την πολυθρόνα και πηγαίνει, σαν το ερείπιο μιας ξάγρυπνης νύχτας που είναι, στον καθρέφτη. Παρατηρεί το είδωλό της. Είμαι κακός άνθρωπος; μοιάζει να τον ρωτάει.
Τα μάτια φωνάζουν τις απορίες τους, κι η σιωπή τις απαντά μία-μία και με τη σειρά.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 8

Μεθάει όμορφα, χαριτωμένα, γαλήνια, χαμογελαστά. Και μαζί της μεθάει κι η Δανάη. Όχι για συμπαράσταση, όχι, κάθε άλλο. μεθάει επειδή το ’χει ανάγκη, επειδή -έτσι στα ξαφνικά- έμεινε κι εκείνη μόνη.
«Πώς τα καταφέραμε έτσι, Βασιλική;»
«Με μαεστρία πολλή!»
«Τουλάχιστον ο δικός σου έχει μια δικαιολογία σοβαρή, ενώ ο δικός μου... Άστα να πάνε.»
«Ακριβώς. Άστα να πάνε. Αλλά, εσύ ήσουν πιο τυχερή απ’ την αφεντιά μου, έβλεπες τα σημάδια, το περίμενες, ενώ εμένα μου ’ρθε απ’ το πουθενά...»
«Τα έβλεπα, αλλά δεν ήθελα να τα πιστέψω, Βασιλική!»
«Κι ύστερα μου λες εμένα...»
«Ναι. Δίκιο έχεις. Δάσκαλε που δίδασκες...»
«Πάντως δεν περίμενα να σε πάρει τόσο από κάτω. Όχι εσένα.»
«Α, δεν είμαι και τόσο άσκημα. Πιότερο ξαφνιασμένη είμαι και λίγο χαμένη. Είναι τα χρόνια που περνάνε. Είναι η μοναξιά που τώρα πια δεν αντέχεται.»
«Είναι και τα...»
«Ξέρεις τι θέλω να κάνω; Να χτυπήσω κάποιον. Να τον χτυπήσω τώρα, αμέσως, άγρια. Πριν μου περάσει. Πριν το ποτό με ηρεμήσει και πάλι. Θέλω...»
«Κτυπά εμένα, λοιπόν. Δε θα πονέσω. Καθόλου! Τίποτα πια δε μου προκαλεί πόνο.»
«Μη λες μαλακίες. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.»
«Φυσικά και καταλαβαίνω. Αλλά και πώς καταλαβαίνω τι έγινε; Ξαναφτιάχνουν τα πράγματα; Δεν ξαναφτιάχνουνε...»
Κάπου χαμένη στο μέσα της είναι τώρα κι η Δανάη, αντίγραφο -όχι και τόσο πιστό- της φίλης της, που μέχρι χθες παρηγορούσε. που παρηγορεί ακόμη. Η μοναξιά που την περιμένει τη φοβίζει, αλλά θα ρίξει γροθιές μαζί της, θα την πολεμήσει, δεν είναι αδύναμη σαν κι εκείνη αυτή. Θα ξαναπιάσει την πόρνη τη ζωή απ’ τα κέρατα, όσο έχει ακόμη καιρό.
Κάθεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη Βασιλική. Την παρατηρεί και την παρατηρεί. Δύο ανώμαλα προσγειωμένες ψυχές, δυο λαβωμένοι απ’ τη ζωή άγγελοι. Ψάχνει το είδωλό της στον καθρέφτη των ματιών που την κοιτάνε και βλέπει κάποια άλλη. μια ξένη, κάποια παραχαράκτη. Της αρέσει πολύ η παραμορφωμένη εικόνα που αντικρίζει μέσα εκεί. Χαμογελά.
«Ίσως όλα να έγιναν για το καλό!» λέει στην εμβρόντητη Βασιλική, που ξαφνικά νιώθει την ανάγκη να την αρπάξει απ’ το λαιμό και να την πνίξει.
«Ε, μα εσύ δεν υποφέρεσαι!» προσπαθεί να στραγγίξει μέσα απ’ τις λέξεις την οργή της. «Πριν μια στιγμή μου κλαιγόσουν και τώρα λες...» Δεν ξέρει τι άλλο να της πει. Αυτή η γυναίκα έχει μια μοναδική ικανότητα να τη φέρνει, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, στα όριά της. Εκτός κι αν...
«Δε μου λες: στ’ αλήθεια χώρισες ή μου παίζεις θέατρο;»
«Χώρισα, καλή μου, χώρισα. Απλά, όσο κι αν πονώ, δεν μπορώ να ξοδεύομαι άλλο πια σε κλαψούρες. Ο χρόνος τρέχει. Πρέπει να προλάβω...»
«Μα, έλεγες ότι τον αγαπούσες σα τη ζωή σου τον Μένιο.»
«Τον αγαπούσα σαν τη ζωή μου, όταν ήμουν μαζί του. Τώρα που με παράτησε, δεν έμεινε κάτι ν’ αγαπώ.»
«Κι έτσι απλά, θα προχωρήσεις;»
«Όχι. Όχι, έτσι απλά. Θα μαδήσω σιγά-σιγά σαν ψόφιο κοτόπουλο το δέρμα του πόνου, μέχρι να το καθαρίσω απόλυτα και μετά, όπου με βγάλει ο δρόμος. Εξάλλου αν δεν πονούσα, δε θα μεθούσα. Με ξέρεις...»
«Σε ξέρω; Δεν ξέρω!»
Πήραν να γελάνε. Να γελάνε με τα χάλια και τις προοπτικές τους, να γλεντούν ακαριαία κι αλκοολικά τις ομοιότητες και τις διαφορές τους.
«Μακάρι να ’μουν σαν και σένα, Δανάη!»
«Δηλαδή, άκαρδη σκύλα, όπως με αποκαλούν οι πρώην μου;»
«Άκαρδη σκύλα, με μεγάλη ψυχή και πολλή κουράγιο.»
«Δεν είναι που έχω κουράγιο, είναι που είμαι κυνική. Δε μ’ αρέσει να κλαίω για χαμένους έρωτες. τουλάχιστον όχι για πολύ.»
«Κι εγώ που κλαίω τι κατάλαβα;»
«Έλα ντε. Τι; Ακόμη στο σκοτάδι βρίσκεσαι.»
«Πάντα εκεί. Πιστός φρουρός κι αναζητητής.»
«Αναζητητής; Μην το ψάχνεις το σκοτάδι, είναι μέσα σου.»
«Το ξέρω. Μοναχά αυτό μου ανήκει...»
Πάντα, ό,τι και να κάνουν, ό,τι και να πουν, στα ίδια και στα ίδια καταλήγουν: στα χαμηλωμένα βλέμματα, στις απειλητικές σιωπές, στις αναμνήσεις.
«Θυμάσαι, Δανάη; Θυμάσαι τι μας έλεγε εκείνη η μουρλή, η φιλόλογός μας;»
«Όχι. Τι;»
«Δεν υπάρχει λόγος να περπατάς μ’ ομπρέλα στη βροχή. Τι ζημιά να σου κάνει αυτή; Η δόλια η ζωή είναι που θα κάνει μούσκεμα τα όνειρά σου!»
«Ω, ναι, θυμάμαι. Κι εμείς την κοροϊδεύαμε. Πού να ξέραμε!»
Νιώθει παράξενα πολύ η Δανάη. Δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Πονάει και χαίρεται, κι ανυπομονεί, κι αγωνιά. Όλα μέσα της ένα κουβάρι. Πιότερο μοιάζει να λυπάται για τη φίλη της, παρά για τη δική της απώλεια. Ίσως ο τρόπος που αντιμετωπίζει την κατάστασή της η Βασιλική, να ελαττώνει στα μάτια της το μέγεθος του προσωπικού της μικρού δράματος. Και ίσως θα ήταν καλύτερα για την ίδια να μη βρισκόταν τώρα εκεί, μαζί της. αλλά δεν είχε που αλλού να πάει, κάποιον άλλο για να πει τον πόνο της. Είναι το ποτό ή η κουβέντα που την έκανε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να νιώσει καλύτερα; Δεν ξέρει. Δεν ενδιαφέρεται να μάθει. Το μόνο που τη νοιάζει είναι το τώρα. το γλυκά μεθυστικό τώρα. Αφήνει, επιτέλους, τα δάκρυα ρυάκια να τρέξουν απ’ τα μάτια της, να χαράξουν πικρά μονοπάτια στα μάγουλα και να βρέξουν ανακούφιση στο στήθος της. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτεται, αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να χαμογελάσει. Όλα θα πάνε καλά, επειδή έτσι πρέπει. Επειδή η ίδια θα τα κάνει να πάνε. Για την ίδια. Για τη φίλη της δεν ξέρει. Γι’ αυτή δεν μπορεί να μιλήσει. Το μόνο που μπορεί είναι να την αγκαλιάσει σφικτά και να ρουφήξει, για μια ακόμη φορά, τις αφόρητες μυρουδιές απ’ το μεθυσμένο χνώτο της, που μάλλον τώρα δε θα διαφέρει και πολύ απ’ το δικό της.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 5

«Σαν κουνούπι, που σου πίνει σιγά-σιγά, γουλιά-γουλιά το αίμα είν’ ο χρόνος...»
«Σαν κουνούπι!»
Κάθονται η Βασιλική και η Δανάη, κάθονται και πάλι και συζητάνε, και της ζωής τα καμώματα τα φιλοσοφούνε. Ο ήλιος σήμερα λάμπει αφόρητα, λες και θέλει να τους φωνάξει το ζήτω της ύπαρξης, αλλά αυτές κλεισμένες στη βιτρίνα μιας κεντρικής και πολύ μοδάτης καφετέριας δε μοιάζουν ν’ ακούνε το κάλεσμά του. Παρατηρούνε μόνο πού και πού τους περαστικούς, προσπαθούνε ν’ ανακαλύψουν και σ’ αυτούς, τους εμφανώς ανυποψίαστους, τα σημάδια του πόνου, της δυστυχίας.
«Τελικά, κανείς δεν είναι καλά, Δανάη!»
«Μην προβάλλεις τη θλίψη σου στους άλλους, καλή μου. Όλα είναι σχετικά...»
«...και άσχετα.»
«Και άσχετα!»
Κοιτά προσεχτικά τη φίλη της. Όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο ραγισμένη της φαίνεται η Βασιλική. Λες κι έχει χάσει τη θέλησή της για ζωή. Κι όμως, ακόμη είναι νέα κι όμορφη πολύ. Τη νιώθει. Νιώθει το σαράκι που της τρώει σάρκα και ψυχή. Τη νιώθει, αλλά δεν την καταλαβαίνει. Καθόλου! Ή, μάλλον, σχεδόν καθόλου. Δεν καταλαβαίνει πια το κόλλημά της μ’ αυτόν τον άνθρωπο. τον Αντρέα. Εντάξει, είναι ελκυστικός, καταφερτζής, πολύ καλός με τα λόγια, αλλά... Αλλά, πρέπει να τον ξεχάσει.
«Μη φοβάσαι,» μου έλεγε, «τίποτα δε θα πάει καλά!» και γελούσε. «Ήταν προφήτης, μα δεν τον ήξερε,» τη βγάζει εκείνη απ’ τις σκέψεις της.
«Κι εσύ το ήξερες ότι κάποτε θα ερχόταν το τέλος, αλλά δεν ήθελες να το παραδεχτείς.»
«Δε μου αρέσει να μαντεύω δεινά. Προτιμώ να τα ζω από πρώτο χέρι.»
«Μα, τόσο σε μισείς πια;»
«Δεν είναι ότι με μισώ, Δανάη. Είναι ότι απλά... απλά, άλλοτε δούλευα σκληρά για να ζήσω, τώρα για να πεθάνω.»
«Για έναν άντρα;»
«Για μένα.»
«Για να σωθείς απ’ τον εαυτό σου.»
«Για να σώσω τους άλλους από μένα.»
«Είσαι υπέροχο πλάσμα, Βασιλική, γιατί δεν ανοίγεις επιτέλους τα μάτια για να το δεις, όπως το βλέπουν οι άλλοι, για να το παραδεχτείς;»
«Μα, θαρρώ, ετούτη είναι η πρώτη στ’ αλήθεια φορά που έχω τα μάτια ορθάνοιχτα, τα μέσα και τα έξω. Τώρα τα βλέπω όλα. Τώρα βλέπω την αλήθεια.»
«Και ποια αλήθεια είν’ αυτή, παρακαλώ;»
«Ότι το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω τώρα πια είναι να μην ελπίζω...»
«Α, εδώ θα τα χαλάσουμε. Αλλιώς μου τα ’λεγες παλιά.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν.»
«Δεν είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν, είναι οι καταστάσεις. Οι άνθρωποι απλά, λίγο ή πολύ, προσαρμόζονται.»
«Ε, λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να προσαρμοστώ.»
«Δεν προσπαθείς καν. Το πήρες απόφαση ότι θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου μες στη δυστυχία και άντε να σου βγάλει κανείς αυτή την ιδέα απ’ το μυαλό...»
«Δεν καταλαβαίνεις...»
«Καταλαβαίνω. Και πολύ καλά μάλιστα. Και μου φαίνεται ότι σου αρέσει πολύ ετούτο το βούρκο της αυτολύπησης, όπου έχεις βουλιάξει. Την έχεις δει, ξαφνικά, μοιραία γυναίκα. Για...»
«Το πώς την έχω δει, το τι κάνω και τι σκέφτομαι, δε σε αφορά. Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω στη ζωή μου...»
«Μα, ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Το πρόβλημα δεν είναι το τι κάνεις ή δεν κάνεις στην ζωή σου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν κάνεις απολύτως τίποτα,» ύψωσε τη φωνή της λογικής, η απηυδισμένη Δανάη.
Η Βασιλική δεν απαντάει. Σκύβει μονάχα το κεφάλι και παίρνει να παρατηρεί τις γραμμές των χεριών της, τα οδοντοφαγωμένα της νύχια. Τα δάκρυα προσπαθούν να βρουν την έξοδο για τους καλά χαραγμένους δρόμους του προσώπου της, αλλά τα εμποδίζει πεισματικά. Δεν της αρέσει να κλαίει μπροστά σε ξένους ανθρώπους, κι ας γίνεται θέαμα συζητώντας μεγαλόφωνα τα προβλήματά της.
Νιώθει ένα χέρι ν’ αγγίζει το αριστερό δικό της, να το πιάνει, να το σφίγγει με ζεστασιά, με αγάπη. Σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει εκείνο, το επίσης λυπημένο μα καθόλου παραδομένο, της Δανάης.
«Κράτα. Κράτα γερά και θα το ξεπεράσεις κι αυτό,» της ψιθυρίζει η φίλη της.
Θα το ξεπεράσει; Πώς; Αφού από τη ζωή της έχουν εξαφανιστεί όλες οι χαρές, έχουν χαθεί όλα τα χρώματα. Πάντα είναι λυπημένη, πάντα αναστατωμένη, το μέσα της μια τρικυμία μεγάλη, η καρδιά της μια βαρυσυννεφιά, η ψυχή της το θανατερό τρίγωνο των Βερμούδων. Τώρα πια, καθημερινά, παίρνει χάπια για να κοιμηθεί, πίνει αλκοόλ για να ηρεμήσει. χάπια και αλκοόλ για να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
«Έχω γίνει άπιστος Θωμάς, Δανάη. Βλέπω τη ζωή, τη μυρίζω, την αγγίζω, μα την απαρνιέμαι.»
«Η σωτηρία ποτέ δεν είναι μακριά...»
«Μα, ούτε και κοντά είναι...»
«Δεν την ψάχνεις.»
«Για να μην απογοητευτώ σαν δεν την βρω!»
Σκοτάδι! Ένα τεράστιο πέπλο ψυχικού σκότους καλύπτει και τις δυο τους. Η μια προσπαθεί να το σηκώσει, κι η άλλη γαντζώνεται πεισματικά απ’ αυτό, φοβάται μην την πληγώσει το φως.
Ήταν από πάντοτε φίλες η Δανάη με τη Βασιλική, αλλά πρώτη φορά της οδηγήσε της κοινής τους ζωής ο δρόμος σ’ ένα τέτοιο, αδιέξοδο σταυροδρόμι. Θα κρατήσει η φιλία τους, θ’ αντέξει τους κραδασμούς, ή θα διαλυθεί κι αυτή σαν ένα σύννεφο στο ορμητικό πέρασμα του αγέρα των καιρών.
«Για ό,τι χρειαστείς είμ’ εδώ, Βασιλική!»
«Το ξέρω. Το μόνο που δεν μπορείς να μου τον φέρεις πίσω.»
«Κανείς δεν μπορεί. Μόνο ο ίδιος. Και είμαι σίγουρη ότι αυτή την ώρα υποφέρει πιότερο απ’ τον καθένα.»
«Ναι, ναι, υποφέρει. Σίγουρα. Αλλά, αυτό δεν κάνει τον πόνο μου ελαφρύτερο, την απουσία του λιγότερο οδυνηρή.»
«Δε χάθηκαν όλα ακόμη.»
«Έχεις δίκιο, δε χάθηκαν. Αλλά... Αλλά, απλά νιώθω... Προαισθάνομαι... Ω, δεν ξέρω τι νιώθω. Κατασκευάζω τα προαισθήματά μου και τα ντύνω στα μαύρα. Τρελάθηκα, κι έχω βαλθεί να τρελάνω κι όλους γύρω μου. Πάμε να φύγουμε.»
Σηκώνεται απότομα κι αποφασιστικά απ’ τη φτιαγμένη από μπαμπού καρέκλα της, πηγαίνει στο ταμείο, πληρώνει το λογαριασμό και βγαίνει φουριόζα στους δρόμους της πόλης, με τη φίλη της να την ακολουθεί κατά πόδας. να τρέχει ξοπίσω της, με σώμα και ψυχή, προσπαθώντας ν’ ανακόψει τη φρενήρη πορεία της προς -ποιος ξέρει;- ίσως μια κάποια άλλη πτώση.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος

Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία χρόνια. Ήτανε σίγουρη όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ότι αυτός, ο Πέτρος, θα ήταν ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε μια μεγάλη οικογένεια, πως μαζί του θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ήρθε να τις διαλύσει τ’ όνειρο, να τη βγάλει απ’ τις ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει, να καταλάβει απ’ την αρχή ποιος πραγματικά είναι;
«Ήσουν ηλίθια, μικρή!» κακίζει τον εαυτό της και χαμογελά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στη θλίψη της. Και τώρα; Τώρα όλα θα τελειώσουν. Όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα, πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος πια απέχει μια ανάσα.
Κι όμως κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ψυχή. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Πρέπει να τον αποχωριστεί προτού να είναι αργά.
Δεν αντέχει άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει άλλη μοναξιά.
«Θα μου λείψεις, αγάπη μου!» του ψιθυρίζει απαλά κι απλώνει το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. «Θα μου λείψεις...»

Η συνέχεια στα Διηγήματα