Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εγκλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εγκλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Το Τέλος

Η καθιερωμένη της Κυριακής Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία:

Κάθεται δίπλα του -ήσυχα, σιωπηλά- στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο σκεφτικά, πολύ λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία όμορφα και άσχημα χρόνια. Όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ένιωσε για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σίγουρη ότι ο Πέτρος ήταν, ή τουλάχιστον θα γινόταν, ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε, πολύ σύντομα, μια μεγάλη οικογένεια, πώς μαζί του θα ξόδευε πολλά χρόνια υπέροχα και θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ο μέγας κατεργάρης, ήρθε για να της διαλύσει τ’ όνειρο, για να την ξυπνήσει στη σκληρή πραγματικότητα, να τη λυτρώσει απ’ τις μάταιες ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει από την αρχή, να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι;
Ήσουν ηλίθια, μικρή! κακίζει τον σπαραγμένο της εαυτό και χαμογελά πλατιά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στο δόλια θλίψη της. Και τώρα τι; Τι θα κάνει; Ξέρει... Ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει. Τώρα όλα θα τελειώσουν. Κάλλιο αργά παρά αργότερα, όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα -αν μπορούσε ν’ αποκαλέσει κανείς έρωτα αυτό που συνέβηκε- πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος, το οριστικό, απέχει πια μια μονάχα ανάσα.
Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το νιο σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ευαίσθητη ψυχή. Τον αγαπά για όλα εκείνα που της χάρισε τις πρώτες μέρες του έρωτά τους, του χρωστά το ξύπνημα του κορμιού της, την εισαγωγή του σ’ ένα νέο υπέροχο κόσμο, γιομάτο αισθήσεις και παραβατικότητα. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Τον αγαπά αλλά δεν πρέπει να τον ξαναδεί. Δεν αντέχει πια άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει μέσα στην τραχιά του αγκαλιά άλλη μοναξιά.
Θα μου λείψεις, αγάπη μου! του ψιθυρίζει απαλά και απλώνει με μια ανήσυχη κίνηση το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Θα μου λείψεις, αλλά πρέπει να φύγω...
Θυμάται για λίγο τα παλιά, τότε που τον γνώρισε. Θυμάται πόσο καλός ήταν με τα λόγια ο Πέτρος, πώς την έριξε μόνο μιλώντας, πώς την ανέβασε ξανά και ξανά στους εφτά ουρανούς μέσα από λέξεις κάλπικες, μα τόσο ωραίες, που της χάιδευαν τ’ αυτιά, που της έκλειναν τα μάτια. Θυμάται ακόμη την πρώτη εκείνη φορά που τα κορμιά τους πήραν να γνωρίζουν το ένα το άλλο στο κρεβάτι, την αψεγάδιαστη γλύκα του έρωτά τους. Θυμάται όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες στιγμές που χρωμάτιζαν άλλοτε την κοινή τους ζωή.
Γιατί τ’ άφησες όλ’ αυτά να χαθούν; τον ρωτά δειλά, σιωπηλά. Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις τόσο και να μου κάνεις τη ζωή μαρτύριο; Μα, άλλαξε στ’ αλήθεια; Για τούτο δα δεν είναι καθόλου σίγουρη. Μάλλον πάντοτε έτσι ήταν, ένα άθλιο κάθαρμα, ένα τομάρι, ο αγαπημένος της, απλά αυτή δεν το έβλεπε. Ήταν ένα κάθαρμα που κάθε τόσο την χτυπούσε άγρια, που συχνά πυκνά την έπαιρνε με τη βία, που την απειλούσε κάθε ώρα και στιγμή, κάθε που την έβλεπε, πώς αν τολμούσε να τον παρατήσει θα τη σκότωνε – έτσι απλά, θα τη σκότωνε. Ναι, ήταν ικανός να το κάνει, δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό η Αλεξία, έτσι δεν τον εγκατέλειψε, έμεινε μαζί του πονώντας, έμεινε μαζί του όσο μπορούσε, σαν ένα άψυχο αντικείμενο, σαν κάποιο ανθρώπινο κουρέλι. Αλλά... Αλλά, τώρα πια έφτασε στα όριά της και τα ξεπέρασε. Ράγισε. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος, σε όλα, εδώ και τώρα – προτού δειλιάσει, προτού αλλάξει για μια ακόμη φορά γνώμη και μείνει κλεισμένη, φυλακισμένη, στα κάτεργα που της έκτισε κάποια μέρα απόμακρη και θολή, σαν ανάμνηση σκουριασμένη, ο έρωτας.
Αχ, ρε Πέτρο. Αχ... Αναστενάζει βαθιά, με παραίτηση. Την πήρε πια την απόφασή της, αυτή τη φορά δε θα κάνει πίσω. Δεν μπορεί να κάνει πίσω. Πρέπει να ζήσω, σκέφτεται. Τον παρατηρεί φευγαλέα. Τα μαύρα του μαλλιά, τα καλοξυρισμένα μάγουλα, τα κλειστά του μάτια που τον ταξιδεύουν σε κάποιους μακρινούς κόσμους ονειρικούς ή και στο πουθενά. Αφουγκράζεται την ανάσα του. Σκύβει και τον φιλά ανάλαφρα στο μέτωπο. Σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και ντύνεται με μια νωχελική αποφασιστικότητα. Μαζεύει όπως όπως τα πράγματά της και τα χώνει σε μια μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Μια ανομολόγητη πίκρα σκιάζει τα μάτια και τα χείλη της, το πρόσωπό της μοιάζει σχεδόν άχρωμο, παγωμένο. Ωστόσο είναι όμορφη. Ναι, είναι όμορφη και νέα πολύ. Μπορεί να σβήσει με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν, μπορεί να αγκαλιάσει και πάλι τη ζωή, να γνωρίσει ίσως την ευτυχία. Προσπαθεί να χαμογελάσει μια σταλιά, να δώσει στον εαυτό της κουράγιο, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Σφίγγει τα δόντια. Σφίγγει τις γροθιές. Επιβάλλεται στον εαυτό της. Πλησιάζει ξανά στο κρεβάτι κι αρχίζει να ψάχνει τα ρούχα του που είναι πεταμένα στο πάτωμα. Βγάζει από τη θήκη το υπηρεσιακό του ρεβόλβερ και το οπλίζει απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Κοντοστέκεται αναποφάσιστη, σκεφτική, αλλά όχι για πολύ. Ακουμπά απαλά το όπλο στον κρόταφό του και τον πυροβολεί. Ο ήχος, τα αίματα, την τρομάζουν, την πανικοβάλλουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα συνέρχεται. Το τέλος! μονολογεί ανακουφισμένα και παίρνει να γελά, σχεδόν υστερικά. Και μετά, τον κοιτά για τελευταία φορά. Αν δεν ήταν το αίμα και το σπλάτερ σκηνικό θα νόμιζε κανείς πώς κοιμάται. Μα, όντως κοιμάται, για πάντα. Κρύβει το όπλο στην τσάντα και βγαίνει με βήματα αποφασιστικά έξω στο φως, στη ζωή, στον ήλιο που για τόσο καιρό λαχταρούσε, αλλά δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει. Υπέροχη μέρα. Υπέροχη. Όλη η φύση μοιάζει να γιορτάζει. Στ’ αυτιά της φτάνει η ηχώ των λουσμένων στο ασήμι κυμάτων και το τραγούδι των γλάρων.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Αθώα

Μία ακόμη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία.

Είμαι αθώα, τους λέει. Είμαι αθώα, τους εκλιπαρεί. αλλά εκείνοι που να ακούσουν και πώς να την πιστέψουν; Την κλείσανε μέσα σ’ ένα ασφυκτικά μικρό κελί, εδώ και τρεις ατελείωτες μέρες, σα βασική ύποπτη για τη δολοφονία του άντρα της. Κι ας μην τον σκότωσε αυτή. Κι ας μην έχουνε κανένα απολύτως στοιχείο εναντίον της. Κάνετε λάθος -υποστηρίζει με δάκρυα στα υπέροχα πράσινά της μάτια- μεγάλο λάθος, εγώ ποτέ δε θα σκότωνα τον άντρα μου. ποτέ! Τον αγαπούσα. Τον αγαπούσα με όλη μου την ψυχή. Μόνο αυτόν είχα. Κανέναν άλλο. Γιατί; Γιατί μου το κάνετε αυτό; Σας τ’ ορκίζομαι σ’ ό,τι όσιο κι ιερό έχω, δεν τον σκότωσα...
Η αλήθεια είναι πώς ούτε κι οι αστυνομικοί δείχνουν τόσο σίγουροι για την ενοχή της. Κάποιοι την πιστεύουν, κάποιοι όχι, κάποιοι τη λυπούνται, κάποιοι χαίρονται για την κατάντια της, αλλά αρέσει σε όλους, αφού είναι πανέμορφη, βγαλμένη λες από κάποια τηλεοπτική διαφήμιση. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω της, αλλά δεν έχουν κάποιο σοβαρό στοιχείο που να αποδεικνύει ή έστω να υποδεικνύει ότι αυτή ευθύνεται για το φονικό. Δεν έχουν καν μια υποψία για κάποιο πιθανό κίνητρο. Δεν είχε να ωφεληθεί σε τίποτα από το θάνατό του. Έτσι κι αλλιώς η περιουσία ήταν όλη δικιά της, ενώ και όλοι οι γνωστοί και φίλοι του ζευγαριού έλεγαν πώς περνούσε πολύ καλά με τον άντρα της. Ωστόσο, δεν έχει άλλοθι. Υποστηρίζει ότι κοιμόταν βαθιά στην κρεβατοκάμαρά της όταν άκουσε τον πυροβολισμό και ξύπνησε τρομαγμένη. Μέχρι να πάει κάτω, φοβισμένη καθώς ήταν, λέει, ο δολοφόνος είχε ήδη φύγει. Έψαξαν να βρουν αν παραβιάστηκε κάποιο παράθυρο ή πόρτα, αλλά όχι, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε, πράγμα που σημαίνει ότι: είτε το ίδιο το θύμα έμπασε στο σπίτι εκείνον που θα γινόταν ο δήμιός του, και άρα τον γνώριζε, είτε ο δολοφόνος βρισκόταν ήδη εκεί όταν αυτός επέστρεψε απ’ τη δουλειά, αργά το βράδυ, και τον περίμενε. Μπερδεμένη κατάσταση.
Τόσο μπερδεμένη που παρά τα παρακάλια και τις ικεσίες της την κράτησαν στο κελί για πέντε ακόμη μέρες. Κι ο εισαγγελέας θα ζητούσε απ’ το δικαστή να την κρατήσουν ακόμη περισσότερες, αν δε χαμογελούσε για κείνη επιτέλους η τύχη. Ένας γείτονας πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία και ανέφερε ότι φροντίζοντας τον κήπο του νωρίς ετούτο το πρωί, ανακάλυψε πεταμένο κάτω από κάτι θάμνους, ένα περίστροφο. Ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς έσπευσε για να το περισυλλέξει και για να κάνει τις αναγκαίες, σε κάθε παρόμοια περίσταση, ερωτήσεις στον άντρα. Ευτυχώς δεν είχε αγγίξει καθόλου το όπλο κι έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να αλλοιωθούν τα τυχόν δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο βαλλιστικός έλεγχος που ακολούθησε έδειξε ότι αυτό ήταν όντως το όπλο του ειδεχθούς εκείνου εγκλήματος, αλλά τα δαχτυλικά αποτυπώματα που βρήκαν πάνω σ’ αυτό δεν αντιστοιχούσαν σ’ εκείνα της ύποπτης, ενώ κι εκείνα του ανθρώπου που το βρήκε βγήκαν επίσης αρνητικά. Έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ, την άφησαν ελεύθερη χωρίς να ασκήσουν εναντίον της καμία απολύτως ποινική δίωξη. Κι εκείνη, παρ’ όλο τον πόνο της, παρ’ όλο το δράμα που βίωσε, βρήκε το κουράγιο να τους ευχαριστήσει που έκαναν σωστά τη δουλειά τους, με αποτέλεσμα να αρθούν στα μάτια των φίλων της και της κοινωνίας οι υποψίες που τη βάραιναν.
Τώρα, κάθεται στο σαλόνι του γείτονά της και κλαίει, σπαρακτικά, λυτρωτικά, με λυγμούς. Κλαίει και τον ευχαριστεί από τα βάθη της ματωμένης της καρδιάς που την έσωσε, που την έβγαλε απ’ τον εφιάλτη. Εκείνος την κοιτά ήρεμα, μ’ ένα χαμόγελο πλατύ σαν ιστορία στα χείλη, μα δε μιλάει. Αλλά να, σα να την τρώει με τα μάτια, σα να γδύνει απαλά το καλοσχηματισμένο της σώμα και να το κλείνει στην αγκαλιά του, σα να της κάνει έρωτα μέσα στη σιωπή κι από απόσταση.
Είναι αργά πολύ το βράδυ. Μόλις έκανε ένα μπάνιο και νιώθει και πάλι όμορφη, ποθητή, ξανανιωμένη. Κοιτά το πρόσωπό της στο μεγάλο καθρέφτη, μελετά προσεκτικά τις γραμμές του γυμνού της κορμιού. Είσαι ωραία, ομολογεί στο εγώ της και χαμογελά αυτάρεσκα, τινάζοντας με μια ξαφνική κίνηση τον κόκκινο χείμαρρο των μαλλιών της προς τα πίσω.Θυμάται τον εαυτό της στη φυλακή και τις ανακρίσεις απ’ τους ηλίθιους τους αστυνομικούς και παίρνει να γελά δυνατά, ασυγκράτητα. Δεν είπα ψέματα στους μπάτσους! Είναι περήφανη για τον εαυτό της. Δεν τους είπα ψέματα. Δεν σκότωσα εγώ τον άντρα μου. Πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Όχι, δεν τον σκότωσε, δεν είχε τη δύναμη, το κουράγιο, απλά προσέλαβε κάποιον άλλο να το κάνει γι’ αυτήν. Αποφάσισε να τον βγάλει απ’ τη μέση επειδή τον βαρέθηκε πολύ, επειδή δε χαιρόταν πια τη ζωή της μαζί του, επειδή δεν απολάμβανε τον έρωτα μαζί του, κι επειδή τόξερε, τόξερε πολύ καλά ότι εκείνος δε θα δεχόταν ποτέ να χωρίσουν. Εκτός κι αν του έδινε τη μισή της περιουσία. Χα, σιγά να μην το έκανε. Από δω και μπρος όλα θ’ αλλάξουν, όλα θα γίνουν πιο καλά, διαφορετικά, θ’ αρχίσω επιτέλους να ζω, διαβεβαιώνει τον εαυτό της. Ναι, έτσι ακριβώς θα γίνει, θ’ αρχίσει να γλεντάει λαίμαργα τη ζωή, αφού θα έχει πλέον το ελεύθερο να χαρεί αμέτρητες στιγμές πόθου και ατελεύτητης λαγνείας στην αγκαλιά του γλυκού της, του μοναδικού εραστή. Εκείνου με τον οποίο σχεδίασε αριστοτεχνικά τη δολοφονία. Του άντρα με το θεϊκό κορμί και τα υγρά μελένια μάτια. Του γείτονά της!


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Το Χαμόγελο

Μια και δεν μπορώ να γράψω τίποτα καινούριο σας δίνω μια νέα, κάπως εμπλουτισμένη έκδοση, μιας εγκληματικής ιστορίας που πρωτοδημοσιεύθηκε -αν θυμάμαι καλά- στο περιοδικό "να ένα μήλο"

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.
Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.
Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της τής ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.
Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω..., επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς; Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε εκείνη πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.
Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα, σκεφτόταν, Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...
Και όντως δεν ήταν, αφού παρόλη τη φαινομενική τους ευτυχία, τα πράγματα δεν ήταν στ’ αλήθεια ρόδινα στη σχέση τους. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί όσο θα ήθελαν, να μοιράζονται όσο συχνά ποθούσαν τις στιγμές μαγείας που τους αναλογούσαν, αφού οι γονείς της Στέλλας παρακολουθούσαν με άγρυπνο μάτι την κάθε της κίνηση. Ελάχιστες φορές την άφηναν να ξενυχτήσει, κι εκείνες με το μάτι στο ρολόι. Έτσι, οι στιγμές της ευδαιμονίας της, της ευδαιμονίας τους, ήταν ελάχιστες, λειψές, σχεδόν κλεμμένες. Ζούσαν τον πόθο, το πάθος, τον πόνο του έρωτα, αλλά ουσιαστικά δεν ζούσαν! Κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Φύγε απ’ το σπίτι σου, να ζήσουμε μαζί, της πρότεινε ο Χρήστος, αλλά εκείνη αρνήθηκε, κατηγορηματικά. Φοβόταν τους γονιούς της. Φοβόταν ν’ αφήσει τη φυλακή της! Όχι, δεν πρέπει να γίνει έτσι. Όχι έτσι... επέμενε ξανά και ξανά. Και πώς πρέπει να γίνει; Τη ζωή αν δεν τη ζεις, απλά φεύγει και χάνεται – κι αυτό κι οι δυο τους το γνώριζαν πολύ καλά.
Ο χρόνος θα έδινε -όπως πάντα- τη λύση, καθώς όσο περνούσε τόσο φούντωνε ο έρωτάς τους, τόσο πυρακτώνονταν τα κορμιά απ’ τον πόθο. Δεν μπορούσαν πια να ζούνε χώρια, να μη μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, δεν άντεχε ο ένας την απουσία του άλλου. Τότε, ακριβώς τότε, ήταν που του πρότεινε η Στέλλα να επισημοποιήσουνε τη σχέση τους. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ’ναι για πάντα μαζί. Κι εκείνος, ο δηλωμένος εργένης, ο φανατικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, απλά δέχτηκε την πρότασή της. Κι ας το μέσα του κραύγαζε Όχι. Κι ας το ένστικτό του τον προειδοποιούσε. Ο έρωτας του είχε κλείσει τα μάτια. Ακόμη και τη φίλη του, την καλύτερή του φίλη, δε θέλησε να την ακούσει όταν του είπε ότι η Στέλλα στο πρόσωπό του δε συνάντησε τον έρωτα, αλλά ένα σωσίβιο, ένα κλειδί που θα άνοιγε τις πόρτες του χρυσού της κλουβιού. Αλλά ούτε και τον Κώστα, τον παιδικό του φίλο δεν τον αφουγκράστηκε, κι ας πέρασαν μαζί τόσα πολλά. Ο Κώστας δεν τη συμπαθούσε καθόλου τη Στέλλα, αφού πίστευε πως είχε άσχημη επίδραση πάνω του, πως τον χαλούσε, τον μετάλλαζε σε κάποιον άλλο. Το πάθος σου θα γίνει το μεγάλο λάθος σου! του έλεγε πικρά χαμογελώντας.
Παρόλες, λοιπόν, τις αντιδράσεις των φίλων, παρόλες τις προειδοποιήσεις του είναι του, σύντομα βρέθηκαν αρραβωνιασμένοι και σιγά σιγά τα πράγματα πήραν να αλλάζουν. Απέκτησαν μια ελευθερία κουτσή, μισή, που δε στηριζόταν σχεδόν καθόλου στα δικά τους πόδια, παρά σ’ εκείνα των γονιών της. Εξάλλου, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι ζούσαν τότε. Ο Χρήστος ήταν αποφασισμένος να κάνει το καθετί, να υπομείνει το καθετί για κείνη, να δουλέψει σκληρά για να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της, για να της δώσει τη δυνατότητα να κάνει το κάθε της όνειρο πραγματικότητα.
Κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή, παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο δικό τους σπίτι. Και τότε ήρθε η σκληρή πραγματικότητα να τους χτυπήσει, ή μάλλον να χτυπήσει εκείνου, την πόρτα. Από την πρώτη κιόλας εκείνη ημέρα, αργά αλλά σταθερά, η Στέλλα άρχισε ν’ αλλάζει, να μεταμορφώνεται. Δεν ήθελε πια να είναι εκείνο το κορίτσι που αγάπησε ο Χρήστος, ήθελε να είναι κάποια άλλη – μια καθώς πρέπει γυναίκα, που θα ζει μια καθώς πρέπει ζωή, κάνοντας καθώς πρέπει πράγματα. Στις αρχές εκείνος σκέφτηκε πως ήταν μια κρίση και θα της περνούσε, αλλά δεν.
Την είδε να πετάει τα σκισμένα τζιν και τα μακό μπλουζάκια και να τ’ αντικαθιστά με καθώς πρέπει μπλουζόφουστες, να παρατάει τη ροκ μουσική και να το ρίχνει στα λαϊκά, να θέλει να αλλάξει παρέες, να μισά πια τα ξενύχτια, και σαν επιστέγασμα όλων αυτών να ξεχνά όλα της τα όνειρα για μακρινά ταξίδια σε απέραντους ουρανούς και γαλάζιες θάλασσες.
Ο Χρήστος δεν μπορούσε, δεν ήθελε να πιστέψει αυτά που συνέβαιναν. Την αγαπούσε, αλλά τον έκανε και πονούσε. Ωστόσο, ήταν η ψυχούλα του, της καρδιάς του το άλλο μισό, ήταν σίγουρος πως δε θα τον απογοήτευε. Όλα θα άλλαζαν και πάλι, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Αλλά, δεν άλλαξαν, τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο, αφού σύντομα η ζωή τους κατάντησε μια απ’ τα ίδια. Μια συνεχόμενη επανάληψη, διακοπτόμενη από μερικές μονάχα εκλάμψεις, όπως κάποιες εκδρομές στα βουνά και σε παραθαλάσσιες πόλεις. Της άρεσε, λέει, να ταξιδεύει με τ’ αυτοκίνητο, της άρεσε η ταχύτητα, της άρεσε η αίσθηση του κινδύνου όταν οδηγούσε με τέρμα τα γκάζια. Πάλι καλά που σ’ αρέσει και κάτι, μονολογούσε από μέσα του ο Χρήστος, που άλλοτε ήταν ένα γελαστό παιδί, που κανείς δεν μπορούσε να το κάνει να εκνευριστεί, αλλά που τώρα όλο και πιο σπάνια χαμογελούσε, καθώς του φτώχαινε η ζωή. Δεν είναι αυτά που ήθελα. Δεν είναι αυτά που ονειρευόμουνα! μάλωνε συχνά πυκνά τον εαυτό του, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε να κάνει και κάτι για ν’ αλλάξει την κατάσταση. Ένιωθε παγιδευμένος σε μια φάκα που είχε ο ίδιος περίτεχνα στήσει.
Ο χρόνος περνούσε αμείλικτος απομακρύνοντας όλο και περισσότερο τον ένα απ’ τον άλλο. Ο άλλοτε μεγάλος τους έρωτας, ο γάμος τους, είχε καταντήσει μια απλή συμβίωση. Σύντομες συναντήσεις στο τραπέζι το μεσημέρι, ελάχιστα περάσματα από κάποιες παραλίες, κάποιες σπάνιες νυχτερινές έξοδοι. Το χαμόγελο είχε σβήσει πια για τα καλά απ’ το πρόσωπο κι απ’ τη ζωή του Χρήστου. Μόνο όταν έπινε, κι έπινε όλο και πιο πολύ, χαμογελούσε, αλλά κι εκείνα το χαμόγελα ήταν πικρά, για τη ζήση που τον προσπερνούσε σφυρίζοντας αδιάφορα, για τα όνειρα που σβήνονταν από το χάρτη της.
Όλα έμοιαζαν να καταρρέουν, να καταρρέουν οριστικά, να γκρεμίζονται με πάταγο μες στην ψυχή του, όταν η Στέλλα έμεινε έγκυος. Εκείνος ήταν σίγουρος πως κι αυτήν ακόμη την εγκυμοσύνη την είχε προγραμματίσει. Είχε καταλάβει προφανώς ότι εκείνος θα έφευγε και μάλλον δεν ήθελε να χάσει την ασφάλειά της, αφού στο τέλος-τέλος μόνο αυτή μετρούσε για κείνη.
Και γεννήθηκε η Σόνια. Και το χαμόγελο άνθισε και πάλι στο σπιτικό τους, αλλά όχι για πολύ, αφού η κυρά είχε άλλα σχέδια. Έτσι, με το που γέννησε και φρόντισε για λίγο το κοριτσάκι, θεώρησε ότι είχε κάνει το καθήκον της και προσέλαβε μια αλλοδαπή οικιακή βιηθό για να το προσέχει. Δεν ήθελε να χάσει καθόλου χρόνο στον μακρύ κι επίμονό της αγώνα για μια καλύτερη θέση στην κοινωνία. Δούλευε, τότε, σε μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία όπου, ως συνήθως, ο ένας προσπαθούσε -με τρόπους καλούς κι ευγένεια περισσή- να βγάλει το μάτι του άλλου, κι αυτή δε θα τους έκανε το χατίρι. Γι’ αυτό και η Σόνια πέρασε κατ’ ευθείαν από το κορμί της Στέλλας στο περιθώριο της ζωής της.
Αντίθετα μ’ εκείνη, ο Χρήστος αγάπησε με πάθος την κόρη του, αφού αυτή με τη γέννησή της ξύπνησε και πάλι μέσα του την ελπίδα, την προσμονή για μια καλύτερη μέρα. Ωστόσο, όσο μεγάλωνε η αγάπη του για το κορίτσι, τόσο θέριευε το μίσος του για τη μητέρα του. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά! μονολογούσε, κι όταν συναντούσε τον φίλο του τον Κώστα επέμενε: Θα τη σκοτώσω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα τη σκοτώσω! Κι εκείνος τον άκουγε σιωπηλός. Τι να του πει άλλωστε; Τον είχε προειδοποιήσει χρόνια πριν. Αλλά, η αλήθεια είναι πως φοβόταν. Φοβόταν πως ο φίλος του θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Το διάβαζε στο βλέμμα του. Τα μάτια του έσταζαν μίσος και τρέλα. Θα την σκότωνε. Και μετά τι; Τι θα γινόταν η Σόνια; Πώς θα άντεχε εκείνος ακόμη να ζει;
Μαύρο, άσπρο και πάλι μαύρο πήγαινε η ζωή του Χρήστου, μέχρι που ένα καλοκαίρι, τρία χρόνια μετά, η Στέλλα του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν για διακοπές σε κάποιο ορεινό θέρετρο, που ήταν απ’ ό,τι φαίνεται πολύ της μόδας, αφού όλο γι’ αυτό της μιλούσαν οι συνάδελφοί της, κι εκεί θα πηγαίναν όλοι. Δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, όπου και να πήγαιναν για κείνον ήταν το ίδιο. Φτάνει που θα είχε μαζί τη μικρή, την κορούλα του.
Έτσι κι έγινε, λοιπόν. Πήγαν στο περιβόητο θέρετρο. Και κάθε πρωί, ενώ εκείνη ακόμη κοιμόταν, αυτός έπαιρνε το κορίτσι και πήγαιναν για μακρινές βόλτες στο δάσος ή στα γύρω μικρά βουνοχωριά, που ήταν στ’ αλήθεια όμορφα, σαν παραμύθι. Απ’ τις πρώτες κιόλας ημέρες, πατέρας και κόρη απέκτησαν φίλους στη γύρω περιοχή. Όλοι θαύμαζαν τη χαριτωμένη ομορφιά της μικρής, αλλά χαίρονταν και την καλή καρδιά και τους ανυπόκριτους τρόπους του πατέρα. Όσο για τη Στέλλα, εκείνη ήταν στον κόσμο της. Κοιμόταν σχεδόν μέχρι το μεσημέρι, μετά τιμούσε την οικογένεια με την παρουσία της στο γεύμα σε κάποια καλή ταβέρνα, το απόγευμα μια βόλτα ή τηλεόραση και τη νύχτα, αναγκαστική έξοδος, για να δούνε οι συνάδελφοι ότι ναι, βγαίνει.
Ο Χρήστος δεν την ακολουθούσε στις νυχτερινές της εξόδους, αφού προτιμούσε να ξοδεύει τα βράδια του με τη μικρή, μιλώντας της, διαβάζοντάς της παραμύθια, τραγουδώντας της μέχρι να κοιμηθεί. Αν ήθελε μπορούσε κι εκείνος να βγει, αφού ήταν μαζί τους και η αναγκαία βοηθός, αλλά δεν το έκανε. Δυο-τρεις μόνο φορές εγκατέλειψε το προσκεφάλι της Σόνιας, κι αυτές αφού είχε ήδη παραδοθεί στου ύπνου την αγκάλη, για να βγει με κάποιους απ’ τους νέους του φίλους, για να πάνε σ’ ένα ήσυχο ταβερνάκι και να πιούνε κρασάκι βαρελίσιο, μακριά απ’ τα φώτα και τις φωνές των εκδρομέων.
Δύο βράδια πριν την αναχώρησή τους η Στέλλα του είπε ότι την επόμενη μέρα θα ήθελε να σκαρφαλώσουν ένα μονοπάτι ψηλά στα βουνά, για να πάνε να δούνε τον πανέμορφο καταρράκτη που υπήρχε εκεί, σύμφωνα με τους άσπονδους φίλους της. Ο Χρήστος δεν είπε όχι. Δεν είχε λόγο να το κάνει άλλωστε, αφού οι περίπατοι στη φύση ήταν πάντοτε μια από τις πλέον αγαπημένες του ασχολίες. Όταν ξημέρωσε το άλλο πρωί, ωστόσο, λίγο έλειψε να τη χτυπήσει απ’ τα νεύρα του, καθώς την είδε να φοράει τακούνια για ν’ ανέβει στο βουνό. Επειδή θα είμαστε στην ερημιά δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε καθώς πρέπει, πήγε να δικαιολογηθεί εκείνη. Έχεις δίκιο! σάρκασ’ αυτός. Μ’ αυτά κι αυτά ξεκίνησαν για το μακρινό τους περίπατο.
Τρεις αμίλητες ώρες κράτησε η διαδρομή αφού η κυρία, λόγω τακουνιού, δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα. Ωστόσο ο Χρήστος δεν γκρίνιαζε. Κάθε άλλο. Κάπου ένιωθε χαρούμενος, καθώς άφηνε το μυαλό του ελεύθερο, γαλήνιο, να ρουφάει εικόνες απ’ το μεγαλείο της φύσης, και με της φαντασίας του τα μάτια έπαιρνε να ταξιδεύει μακριά, στους κόσμους που πάντοτε ονειρευόταν. Όταν έφτασαν σιγά-σιγά στο τέλος της ανηφορικής και κουραστικής εκείνης πορείας αντίκρισαν ένα μαγευτικό θέαμα. Βρίσκονταν πάνω από ένα δίδυμο καταρράκτη που από το ύψος των είκοσι-είκοσι πέντε μέτρων, έριχνε τα νερά του με ορμή σε μια λιμνούλα, όπου θα μπορούσε άνετα να κολυμπήσει κανείς. Καθώς κοιτούσαν σιωπηλοί το μοναδικό εκείνο θέαμα, καθώς τα μάτια του Χρήστου παραδίδονταν ονειροπόλα στα παγωμένα νερά, η Στέλλα γλίστρησε, κι έπεσε στο κενό.
Εκείνος, βλέποντας την πτώση της, έτρεξε αλαφιασμένος προς τα κάτω, προς τη λιμνούλα, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τη βιασύνη του να χάσει το βηματισμό του και να χαθεί. Αλλά, κάτι τέτοιο δε συνέβηκε. Έφτασε ασφαλής στον προορισμό του κι ανέσυρε αμέσως τη Στέλλα απ’ τα παγωμένα νερά για να εξακριβώσει απλά και μόνο ότι ήταν ήδη νεκρή. Πρέπει να χτύπησε το κεφάλι της στα βράχια, καθώς ένα ρυάκι από αίμα πήρε να της λούζει τα μαλλιά και να της χαρακώνει τα μαγούλα. Ο Χρήστος προσπάθησε να τηλεφωνήσει απ’ το κινητό του για βοήθεια, αλλά δεν υπήρχε σήμα. Έτσι, αφήνοντάς την ξαπλωμένη εκεί, σ’ ένα βράχο, πήρε να σκαρφαλώνει μ’ αργόσυρτα βήματα το μονοπάτι που θα τον έπαιρνε στην κορυφή του καταρράκτη. Σαν έφτασε εκεί, έπιασε σήμα και τηλεφώνησε σ’ ένα από τους φίλους του στο χωριό και του είπε τι είχε συμβεί.
Η βοήθεια έφτασε δυο ώρες μετά. Οι άντρες που έσπευσαν εκεί, τον βρήκαν ένα ψυχικό ράκος, να κλαίει με λυγμούς πάνω απ’ το σώμα της γυναίκας που είχε κάποτε τόσο πολύ αγαπήσει. Τύλιξαν με περισσή προσοχή το άψυχο κορμί σ’ ένα σεντόνι και το μετέφεραν στο χωριό, αλλά όχι στο σπίτι που νοίκιαζαν, καθώς ο Χρήστος δεν ήθελε να δει η Σόνια του, τόσο μικρή, το πρόσωπό του θανάτου. Το πήγαν στο σπίτι ενός φίλου του μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο να το παραλάβει και να ξεμπερδέψουν και με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας. Θα υπήρχαν ανακρίσεις, δε γινόταν διαφορετικά, αν και κανείς δεν είχε την απόλυτη αμφιβολία ότι επρόκειτο για ατύχημα. Αχ, κι αυτή η δόλια τι τόθελε ν’ ανέβει με τα τακούνια στο βουνό; αναρωτιόντουσαν όλοι φωναχτά, για να προσθέσουν από μέσα τους, Τι ψώνιο, θεέ μου!
Με τις ανακρίσεις της Αστυνομίας, τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων και το αλκοόλ, έτσι κύλησε το υπόλοιπο της ημέρας. Έπινε για να μην καταρρεύσει ο Χρήστος, κι έπινε πολύ, κι ας τόξερε πως το κρασί είναι ο χειρότερος παρηγορητής για τις ώρες της θλίψης. Ήταν πολύ αργά το βράδυ όταν κίνησε, τρεκλίζοντας, για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί κατευθύνθηκε αμέσως προς το δωμάτιο όπου κοιμόταν η μικρή. Κάθισε για ώρα πολλή δίπλα της, παρατηρώντας το αγγελικό της προσωπάκι, χαϊδεύοντας τα τρυφερά της μαγουλάκια, φιλώντας την στα μαλλιά.
Τελικά, πήγε για ύπνο. Προτού, όμως, αφεθεί για τα καλά στην αγκαλιά του Μορφέα είδε, λέει, μια εικόνα να αποκτά ζωή στο μυαλό του, μια εικόνα πρόσφατη: Τη Στέλλα να στέκεται πάνω απ’ τον καταρράκτη, μια στιγμή μόλις πριν την σπρώξει ο ίδιος προς το θάνατό της, προς τη σωτηρία του!
Αν τον παρατηρούσε κανείς εκείνη τη νύχτα καθώς κοιμόταν, θα έπαιρνε όρκο πως κάποια στιγμή είδε να σχηματίζεται στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο.


Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Η Μαίρη

Μία ακόμη αναμετάδοση από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου

Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις. Ως πότε θα συνέχιζε να είναι αλύτρωτη, μοναχή, σαν έρημη χώρα, δίχως έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο ακόμη θα ανεχόταν εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ μέχρι το άλλο πρωί για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους λιγοστούς, άλλωστε, υποψήφιους εραστές μέσα απ’ τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει πολύ καλά αυτό. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία αμέσως κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικα μεγάλα λόγια και γλυκά, επειδή δεν μπορεί να μιλά όπως το μαλακισμένο που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν των κραγιόν τα χρώματα, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ τη σκύλα -ναι, έτσι την αποκαλεί στα κρυφά κι από μέσα της- τη ζηλεύει και την απεχθάνεται, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Είναι μια γυναίκα ψυχρή, χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για κάτι εξαιρετικό, τον εαυτούλη της. Να, αυτές τις μέρες τα έχει με δύο άντρες και ποιος ξέρει με πόσους άλλους παίζει – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού τον κλέψει κι αυτόν, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Όχι στ’ αλήθεια. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος εαυτός της δεν την άφησε να τον προσεγγίσει όπως έπρεπε, να του τα ρίξει, με αποτέλεσμα -μάλλον γρήγορα παρά αργά- να πέσει κι αυτός στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, να φυλακιστεί στη λάγνα σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλος πόνος, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια. Τέρμα οι δικαιολογίες...
Πρέπει ν’ αλλάξει, εδώ και τώρα, και ν’ αλλάξει ριζικά, προτού να είναι ανεπίτρεπτα αργά. Αν δεν το κάνει η ζωή της θα συνεχίσει να παραδέρνει στις ίδιες αδιέξοδες τροχιές, κι αυτό καθόλου δεν το θέλει. Πώς, όμως; Πώς ν’ αλλάξει; Δεν ξέρει τον τρόπο. Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να σκεφτεί, ό,τι και να πει, όσο κι αν προσπαθήσει, νιώθει πάντοτε να βρίσκεται στη σκιά της μεγάλης αδελφής, ένα αποπαίδι. Μία φορά... μία μονάχα φορά έκανε έρωτα στα είκοσι δύο χρόνια της ζωής της, κι εκείνη ήταν άχρωμη, άοσμη, λειψή. Λίγο χάρηκε τη θεία επαφή, μια και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ακόμη θυμάται, ακόμη νιώθει το ρίγος που διαπέρασε τότε το είναι της όλο, που έσεισε το αλάτρευτο κορμί της συθέμελα.
Είναι τρελό! Είναι τρελό, σκέφτεται, το πως της λείπει τόσο πολύ, τόσο οδυνηρά, κάτι που ουσιαστικά ποτέ δε γνώρισε. Αλλά, κι εδώ φυσικά, βάζει το χεράκι της, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή, η αγαπητή της αδελφούλα, που δε χάνει καμία ευκαιρία για να της μιλήσει λεπτομερώς για τις συνευρέσεις της, να της αφηγηθεί ξεδιάντροπα το καθετί. Είναι χυδαία, την απορρίπτει μέσα της με μια δόση πικρόχολης ζήλιας κι απ’ έξω της μ’ ένα μορφασμό. Είναι χυδαία, αλλά τουλάχιστον εκείνη ζει σε κάθε έκφανσή της τη ζωή, την απολαμβάνει – σε αντίθεση με την ίδια που επιβιώνει με την προσδοκία της.
Δακρύζει πάλι. Κλαίει πολύ. Με αναφιλητά αθόρυβα, καταπιεσμένα. Ποτίζει με πίκρα χρόνων και φρέσκια οφθαλμαλμύρα το μαξιλάρι της. Ως εδώ, Καίτη. Φτάνει. Αρκετά! απευθύνεται νοητικά στην αδελφή της. Δε σε αντέχω πια. Δεν αντέχω πια να με σκοτώνεις απαλά με λόγια ψεύτικα τρυφερά και με χαμόγελο. Δεν αντέχω να βλέπω πια εκείνα τα μεγάλα σου τα δόλια μάτια. Είσαι το κρίμα μου. Η κατάρα μου. Έτσι τη νιώθει, έτσι την σκέφτεται την αδελφή της, σα μια κατάρα ή ένα δαίμονα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι όπως τα φέρνει συνήθως η βλαμμένη η τύχη, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, για να ξεγλιστρήσει απ’ τα πλοκάμια της και να λυτρωθεί απ’ αυτή, είναι να πάρει στα χέρια της τον απεχθή ρόλο του εξορκιστή. Κι αυτό πρέπει να το κάνει σύντομα, αν θέλει να προλάβει να ζήσει και να χαρεί το μετά.
Κάθεται στο σαλόνι μόνη, μοναχή και κουρασμένη και την περιμένει. Είναι Σάββατο βράδυ και θα επιστρέψει, ως συνήθως, αργά. Αν επιστρέψει, δηλαδή. Πίνει λίγο κρασί κόκκινο, βαρελίσιο, που της βάφει πιο βαθιά κόκκινη τη γλώσσα, κι αφήνει το χρόνο να κυλήσει αβίαστα, ακολουθώντας τους δρόμους της σιωπής. Το καφέ των ματιών της έχει πια στεγνώσει και το πρόσωπό της μοιάζει άχρωμο, παγωμένο, ντυμένο λες με τη μάσκα του θανάτου.
Κάποτε ακούει τα κλειδιά της Καίτης στην πόρτα κι αναπηδάει ξαφνιασμένη. Κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Νωρίς γύρισε! Τη βλέπει να μπαίνει στο σπίτι αργόσυρτα, φτωχή από ζωντάνια και δυνάμεις, καταπονημένη. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι όπως συνήθως. Σε τίποτα δε θυμίζει τον εαυτό της. Δε χαμογελά αυτάρεσκα με μάτια που λάμπουν. Μάλλον λυπημένη, χαμένη σ’ ένα ολότελα δικό της κόσμο, μοιάζει.
Τη ρωτάει τι συμβαίνει, πιότερο από περιέργεια παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Ο Νίκος με παράτησε, απαντάει εκείνη και δε δείχνει ικανή να πιστέψει τα λόγια που μόλις βγήκαν απ’ τα χείλη της.
Την παράτησε; Μα, την Καίτη δεν την παρατάει ποτέ, κανείς. Αυτή τους παρατάει. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Ή μάλλον καταρρίφθηκε ένας ακόμη μύθος!
Τον μαλάκα! Τον μαλάκα! φωνάζει κι οδύρεται, τον βρίζει και πέφτει άτσαλα, σαν ένα κούτσουρο βαρύ όπως το παρελθόν, στον καναπέ. Οι λυγμοί της φαντάζουν σα μια μικρή παραφωνία στη σιγαλιά της νύχτας.
Όσο για τη Μαίρη, αυτή θέλει να χαμογελάσει, να χαμογελάσει πλατιά, ευτυχισμένα, να ξεσπάσει σε γέλια άγρια λυτρωτικά μετά από πολλή καιρό, αλλά δεν το κάνει. Την παίρνει τρυφερά, σχεδόν μητρικά, στην αγκαλιά της. Της χαϊδεύει φευγαλέα τα αφόρητα μαλακά μαύρα ίσια της μαλλιά. Προσπαθεί δίχως λόγια αχρείαστα να την παρηγορήσει. Κι εκείνη, μετά από λίγο ανασηκώνεται, σκουπίζει στο μανίκι της τα δάκρυα, της μιλάει: Βάλε και σε μένα λίγο κρασάκι για να πιω, αδελφούλα, την παρακαλεί.
Της χαμογελά η Μαίρη. Της χαμογελά άδολα, γνωστικά, ζεστά, με μάτια που ξάφνου λούζονται στο φως. Σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα και δύο μόλις λεπτά αργότερα επιστρέφει μ’ ένα ποτήρι κρασί. Της το δίνει λέγοντας πώς ό,τι είναι θα περάσει. Στα σίγουρα θα περάσει, προσθέτει από μέσα της.
Εκείνο το ποτό, το θεϊκό γλυκόπιοτο κρασί, ήταν το τελευταίο που ήπιε στη ζωή της, η Καίτη. Τη βρήκανε νεκρή το άλλο κιόλας πρωί στο δωμάτιό της. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, που πραγματοποίησε την ίδια εκείνη μέρα τη νεκροψία, ο θάνατός της προήλθε από δηλητηρίαση, αφού στον οργανισμό της ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα στρυχνίνης. Δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο, βρήκαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή την παράτησε ο άντρας που αγαπούσε. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν ότι όντως επρόκειτο για αυτοκτονία και η αστυνομία αποφάσισε να μη διερευνήσει περισσότερο την υπόθεση.
Έκλαψε πολύ. Έκλαψε πολύ και πικρά για το χαμό της αδελφής της, η Μαίρη. Ναι, τις χώριζαν πολλά, ναι, τη ζήλευε, αλλά βαθιά μέσα της την αγαπούσε ακόμη, την αγαπούσε την ηλίθια, κι ας της έκανε την καρδιά μαύρη όσο ζούσε, κι ας την πλήγωνε βαθιά, κι ας της έκλεβε τη μία μετά την άλλη όλες τις χαρές της.
Όταν, ωστόσο, οι νεκροί φεύγουν, οι ζωντανοί μένουν και η ζωή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζεται. Ο χρόνος, ο γητευτής, κι η απουσία της Καίτης την άλλαξαν πολύ, την έκαναν πιο δυνατή, πιο αποφασισμένη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στη χαρά και την ευτυχία – ένα νέο άνθρωπο. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο και κυνήγησε σα θήραμα τον Νίκο της και τούτη τη φορά τον κατέκτησε. Κι αυτός έγινε ο εραστής που πάντα αναζητούσε. Έμαθε επιτέλους να μιλά σωστά, κοινωνικά, και να φλερτάρει. Κι απέκτησε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση, αφού αντιλήφθηκε -κάλλιο αργά, παρά ποτέ- πόσο όμορφη είναι. Λυτρώθηκε!
Τώρα, τη σκέφτεται συχνά την αδελφή της, όπου κι αν αρμενίζει εκείνη, με λίγη πίκρα κι ένα μικρό παράπονο – επειδή όσο ήταν εκείνη ζωντανή δεν άφηνε την ίδια να ζήσει. Κι ακόμη θυμάται. Θυμάται τις τελευταίες της στιγμές. Θυμάται το στερνό της το βλέμμα, το γιομάτο απορία και ψήγματα τρόμου, προτού ξεψυχήσει. Τη σκότωσε την Καίτη, τη σκότωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τη σκότωσε για να ζήσει. Για να συνεχίσει να ζει. Εκείνη έβαλε τη στρυχνίνη στο ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε, εκείνη τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για τον τελευταίο της ύπνο, εκείνη ανέσυρε μέσα από τα συρτάρια της απύθμενης μνήμης της ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που η αδελφή της κάποια μέρα της ομολόγησε πώς είχε γράψει παλιά, το οποίο έψαξε και βρήκε σ’ ένα τετράδιο ξεχασμένο.
Ναι, τη σκότωσε. Αλλά, δεν το μετάνιωσε. Καθόλου. Ούτε στιγμή. Κι ας το ξέρει πως είναι βαρύ το τίμημα που η ψυχή της θα κληθεί να πληρώσει. Ας ζήσω τον παράδεισο εδώ, κι ας πάω στην κόλαση μετά, σκέφτεται -μ’ ένα χαμόγελο μυστικό κι ένα δάκρυ- καθώς κλείνει στην αγκαλιά της τον αγαπημένο, καθώς του χαϊδεύει το γυμνό κορμί κι εκείνος την αρπάζει με λαχτάρα και πόθο μεγάλο και τη φέρνει από πάνω του. Καθώς γίνονται για μία ακόμη φορά ένα.


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Η Μαίρη

Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις; Ως πότε θα συνέχιζε να είναι μοναχή, χωρίς έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο θα άντεχε εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά συνέχεια για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους εραστές μέσα από τα χέρια της;

Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει καλά. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να μιλά όπως το μαλακισμένο, που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν τα κραγιόν, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.

Τη ζηλεύει πολύ, τη ζηλεύει και την απεχθάνεται. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για τον εαυτό της. Να, αυτές τις μέρες τα ’χει με δύο – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού της τον κλέψει, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος ο εαυτούλης της δεν την άφησε να του τα ρίξει, όχι όπως πρέπει, κι έτσι εκείνος δεν άργησε να πέσει στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, στη σαγήνη του πορνιδίου.

Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλο πόνο, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια.

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος

Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία χρόνια. Ήτανε σίγουρη όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ότι αυτός, ο Πέτρος, θα ήταν ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε μια μεγάλη οικογένεια, πως μαζί του θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ήρθε να τις διαλύσει τ’ όνειρο, να τη βγάλει απ’ τις ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει, να καταλάβει απ’ την αρχή ποιος πραγματικά είναι;
«Ήσουν ηλίθια, μικρή!» κακίζει τον εαυτό της και χαμογελά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στη θλίψη της. Και τώρα; Τώρα όλα θα τελειώσουν. Όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα, πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος πια απέχει μια ανάσα.
Κι όμως κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ψυχή. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Πρέπει να τον αποχωριστεί προτού να είναι αργά.
Δεν αντέχει άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει άλλη μοναξιά.
«Θα μου λείψεις, αγάπη μου!» του ψιθυρίζει απαλά κι απλώνει το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. «Θα μου λείψεις...»

Η συνέχεια στα Διηγήματα