Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζευγάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζευγάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος

Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία χρόνια. Ήτανε σίγουρη όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ότι αυτός, ο Πέτρος, θα ήταν ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε μια μεγάλη οικογένεια, πως μαζί του θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ήρθε να τις διαλύσει τ’ όνειρο, να τη βγάλει απ’ τις ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει, να καταλάβει απ’ την αρχή ποιος πραγματικά είναι;
«Ήσουν ηλίθια, μικρή!» κακίζει τον εαυτό της και χαμογελά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στη θλίψη της. Και τώρα; Τώρα όλα θα τελειώσουν. Όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα, πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος πια απέχει μια ανάσα.
Κι όμως κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ψυχή. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Πρέπει να τον αποχωριστεί προτού να είναι αργά.
Δεν αντέχει άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει άλλη μοναξιά.
«Θα μου λείψεις, αγάπη μου!» του ψιθυρίζει απαλά κι απλώνει το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. «Θα μου λείψεις...»

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Το χαμόγελο

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.

Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.

Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της της ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.

«Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω...», επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: «Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς;» Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.

Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. «Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα,» σκεφτόταν, «Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...»

Η συνέχεια εδώ...