Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογένεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Ιστορία μιας ζωής

Της πέθανε! Ο άντρας της, της ζωής το άλλο -το καλύτερο- μισό, πήγε και της πέθανε. Ο μοναδικός άντρας που γνώρισε στη μεγάλη, τη μακρόχρονη ζωή της. Ο άντρας που τη γνώρισε κορίτσι και που την έκανε γυναίκα. Πώς να ζήσει τώρα πια;
Εξήντα έξι ολόκληρα χρόνια έζησαν μαζί. Για εξήντα έξι χρόνια μοιράζονταν τις ίδιες χαρές, τα ίδια βάσανα, τις ίδιες γιορτές, τις ίδιες λαχτάρες, τις ίδιες λύπες κι αγωνίες. Ήταν στ’ αλήθεια ο ένας για τον άλλο ο καλύτερος φίλος, ο σύντροφος ο ιδανικός. Μαζί γέννησαν και μεγάλωσαν πέντε παιδιά κι έθαψαν δύο, κι απέκτησαν και μια ντουζίνα εγγόνια, που τους έκαναν πολύ-πολύ ευτυχισμένους. Πάντα μαζί ήτανε οι δυο τους, όλα μαζί τα κάνανε. τα σωστά τους και τα λάθη τους.
Όταν τον είδε για πρώτη φορά, όταν τον πρωτογνώρισε, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μ’ εκείνο τον άνθρωπο θα ζούσε τόσα πολλά, τόσα καλά, όμορφα και δύσκολα χρόνια. Σαν παράξενος και νεραϊδοπαρμένος φάνταζε στ’ αθώα, τότε, μάτια της ο Γιώτης. Ήταν ένας νέος όμορφος και γεροδεμένος, που έμοιαζε ανέμελος και του κεφιού πολύ. η αλήθεια είναι ότι ούτε και της μάνας της δεν της πολυγέμιζε το μάτι, αλλά ο κύρης της, άντρας βαρύς και λιγομίλητος, από εκείνους που δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους κι αντίρρηση καμία, επέμενε ότι μ’ αυτόνανε θα ευτυχήσει.
Έτσι, θέλοντας και μη, τον παντρεύτηκε. Και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά λέμε, έγινε ευτυχισμένη, καθώς έπαιρνε κέφι απ’ το κέφι του, ενέργεια απ’ την ενέργειά του, πάθος απ’ το πάθος του. Ο Γιώτης ένιωθε κι έδειχνε πάντα κεφάτος και γιομάτος ζωή, ποτέ μαγκούφης και λυπημένος, και άρχισε σιγά σιγά και η Μαριώ να μπαίνει στους ρυθμούς του. Κάθε μέρα που περνούσε έμοιαζε να μεγαλώνει κι η αγάπη της για κείνον, μέχρι που κάποτε έφτασε να τον λατρεύει. Ήτανε δουλευταράς και ντόμπρος, κι άνθρωπος καλός, από τους λίγους. Ένας χεροδύναμος μικρός θεός. Ο θεός του κρεβατιού, του σπιτιού και της ψυχής της.
Κάποια μέρα καλοκαιρινή, που η άσφαλτος της πόλης έζεχνε κι ο αγέρας έμοιαζε κάπου στις αναμνήσεις του χαμένος, της ομολόγησε ότι βαρέθηκε τη ζωή τους εκεί, σαν πολύ αγχωτική του φάνταζε, και τη ρώτησε αν θα συμφωνούσε να πάνε να ζήσουνε κάπου μακριά, σ’ ένα μικρό νησί. Μαζί σου και στα πέρατα του κόσμου, Γιώτη μου, αποκρίθηκε, κι έτσι ξεκίνησαν, εκείνοι κι ο πρώτος τους γιος ο Βαγγέλης, για τη νέα ζωή.
Βρήκαν ένα μικρό και εγκατελημμένο από χρόνια πολλά στη μοίρα του και στα στοιχεία της φύσης σπιτάκι, το επιδιόρθωσε ο Γιώτης κι εγκαταστάθηκαν. Δουλειές δεν υπήρχαν καθόλου εκεί, αφού ήταν ελάχιστοι οι κάτοικοι, και τότε τουρίστες δεν υπήρχαν, αλλά αυτό καθόλου δεν τους αποθάρρυνε. Ο Γιώτης πότε ψάρευε, πότε ασχολιόνταν με τις καλλιέργειες, έφτιαξαν κι ένα μικρό κήπο στη μεγάλη τους αυλή, και ζούσανε πολύ απλά κι ευτυχισμένοι. Όσο για τους νησιώτες στην αρχή τους υποδέχτηκαν λίγο ψυχρά, επιφυλακτικά, αλλά κι αυτούς δεν άργησαν πολύ να τους κερδίσουν η ζεστασιά, το κέφι, κι οι ανυπόκριτοι τρόποι των νιοφερμένων.
Εκεί ανάστησαν άλλα τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.
Όλα πήγαιναν καλά, η ζωή ένα όνειρο στο μικρό τους παράδεισο, μέχρι που ήρθε ο καταραμένος ο πόλεμος και τους χτύπησε την πόρτα. Δυο γιους έστειλαν στο μέτωπο, δεν επέστρεψε κανένας. Η Μαριώ θα τρελαινόταν απ’ τον καημό της, απ’ το φαρμάκι που την πότισε η ζωή, αν δεν είχε το Γιώτη και τ’ άλλα της παιδιά, με μισή καρδιά κι αυτά, να τη συμπαραστέκουν.
Το τέλος της βίας βρήκε την οικογένεια λυπημένη, λειψή, αλλά όσο ποτέ ενωμένη. Ο χρόνος γρήγορα πέρασε, σαν όλα – όπως τίποτα, τα παιδιά που τους απέμειναν μεγάλωσαν κι αυτά και φύγαν για την πόλη, για να σπουδάσουν και να βρουν την τύχη τους. Ο Γιώτης κι η Μαριώ εξακολούθησαν να ζουν μοναχοί, μαζί κι ευτυχισμένοι. Και δε βαριόνταν ποτέ, αφού είχαν ο ένας τον άλλο.
Έζησαν πολλούς γκρίζους κρύους χειμώνες και πολλά εκτυφλωτικά φωτεινά και ζεστά καλοκαίρια. Απέκτησαν εγγόνια, κι έφτασαν να νιώθουν στ’ αλήθεια περήφανοι, για τη φτωχή μα ολόλαμπρη ζωή τους.
Κάποιο απόμακρο πρωινό, στη δύση της ζωής τους, ξύπνησε η Μαριώ και βρήκε το Γιώτη δίπλα της, στο κρεβάτι, νεκρό. Στην αρχή νόμισε ότι την περιπαίζει, μια κι ο μπαγαπόντης έμοιαζε να χαμογελά. Ωστόσο, όντως είχε πεθάνει και σε λίγο έπιασε η κακόμοιρη το θρήνο: Όι, όι, Γιώτη μου, γιατί μου τόκανες αυτό;
Τον θάψανε την ίδια μέρα στου σπιτιού τους την πίσω την αυλή, αφού στο νησί δεν υπήρχε παπάς για να τον εψάλλει; Η Μαριώ τον ξεπροβόδισε με κλάμα γοερό όλη μέρα κι όλη νύχτα, μέχρι που το επόμενο πρωί ξεψύχησε κι εκείνη. Πήγε τον Γιώτη της να βρει!

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Το χαμόγελο

Τρελάθηκε από τον έρωτα. Έτσι απλά. Και όποιος τρελαίνεται απ’ τον έρωτα συνήθως τα ’χει ολότελα χαμένα, δεν ξέρει τι του γίνεται. Αλλά, αν τύχει κάποτε και συνέλθει από την τρέλα του, τότε μπορεί να γίνει επικίνδυνος - για τον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο για τους άλλους.

Ποια τον έκανε να χάσει τα μυαλά του; Κάποια που μέχρι χθες δε γνώριζε και που εισέβαλε ξαφνικά σα σίφουνας στη ζωή του, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Όχι, δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά με την πρώτη κουβέντα. Απ’ την ίδια εκείνη στιγμή που βρέθηκε μόνος μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε, το ήξερε πως οι δυο τους θα είχανε πολλά ακόμη να πούνε στο μέλλον, πολλά περισσότερα να ζήσουνε. Και δυστυχώς είχε δίκιο.

Εκείνος, όταν πρωτοσυναντήθηκαν, ήταν ένας τύπος κάπως μοναχικός, αλλά έτοιμος πάντα για νέες περιπέτειες. Εκείνη, ανοιχτό μυαλό αλλά καταπιεσμένο, υποδουλωμένο στα πρέπει μιας οικογένειας που δεν την καταλάβαινε, ζητούσε απεγνωσμένα μια σπίθα για ν’ ανάψει μέσα της της ζωής τη φλόγα. Εκείνος, έζησε πολλά στη ζωή του. Εκείνη, ένα μονάχα εφήμερο έρωτα, διέξοδο στα ψυχολογικά και σεξουαλικά της αδιέξοδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ήταν με τον άλλο, εκείνος μόνος. Ωστόσο, ένιωσαν αμέσως να τους δένει ένα υπόγειο κι αόρατο νήμα, το νήμα της τρέλας, της αληθινής ζωής.

«Θέλω να ζήσω... Θέλω να ζήσω...», επαναλάμβανε μονότονα η Στέλλα, προτού γίνει το άλλο, το καλύτερό του μισό. Κι εκείνος απλά αναρωτιόταν: «Μα, πώς είναι δυνατόν να μη ζει; Πώς;» Εκείνος έπαιρνε την κάθε μέρα όπως του ερχόταν, απολάμβανε κάθε χαρά και πίκρα της, αγκάλιαζε τη ζωή με τα πάνω και τα κάτω της μ’ όλης της ψυχής του το πάθος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γι’ αυτό αποφάσισε να τη βοηθήσει ν’ αλλάξει. Αλλά, αυτό συνέβηκε αφού παράτησε πρώτα τον έρωτα του τίποτά της.

Από εκείνη την ώρα, μέρα τη μέρα, κουβέντα την κουβέντα, άρχισαν να έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Είχαν τόσα πολλά κοινά άλλωστε. Άκουγαν τις ίδιες μουσικές, τους άρεσαν τα ίδια μέρη, ένιωθαν εκστατικά ευτυχισμένοι όταν ήταν μαζί. Τόσο ευτυχισμένοι μάλιστα, που ο Χρήστος -αυτό ήταν το όνομά του- άρχισε ν’ ανησυχεί. «Αποκλείεται να υπάρχει τόση τελειότητα,» σκεφτόταν, «Δεν μπορεί κανείς να είναι τόσο ευτυχισμένος. Δεν είναι λογικό...»

Η συνέχεια εδώ...