Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

Φωτογραφία στην τσέπη ή Αντιπολεμικό

Είναι βαριά κι ανέλπιδα τραυματισμένος, κτυπημένος από μια αδέσποτη σφαίρα του απέναντι, του εχθρού. Ξαπλωμένος με χαλαρωμένα ανοικτά τα πόδια και σφιγμένο το στήθος στη λάσπη, περιμένει από στιγμή σε στιγμή τη βασανισμένη του ψυχή ν’ αφήσει πίσω της το κουτσουρεμένο σώμα και να ξεκινήσει το μακρινό ταξίδι για το άγνωστο.
Στο αριστερό, όλο και πιο αδύναμο χέρι του, κρατά μια όχι και τόσο παλιά, όχι και τόσο καινούρια φωτογραφία, την οποία κοιτά μ’ ένα βλέμμα ανεξίτηλα ραγισμένο, με μάτια που δακρύζουν και θολώνουν και γίνονται ρυάκια πυρκαγιάς, από τον πόνο και τις γλυκές αναμνήσεις.
Σύντομο, πολύ, αποδείχτηκε τελικά το πέρασμά του από ετούτη τη γη, μικρή η ζωή του σαν ένας λυγμός, ένα χαμόγελο χαράς κι ένα μεγάλο δάκρυ. Τίποτα δεν πρόλαβε να ζήσει, σκέφτεται πικρά, απολύτως τίποτα. Αλλά, όχι, όχι, ας μην παραπονιέται, κάτι έζησε κι αυτός. Κάτι! Πρόλαβε και γνώρισε τον έρωτας και την αγάπη, έγινε και πατέρας για ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Ένας πατέρας περήφανος, τσαλακωμένος, που λίγες ανάσες μετά θ’ αφήσει το παιδί του ορφανό.
Κοιτά τη φωτογραφία όλο και πιο έντονα, μ’ ένα βλέμμα που σιγά-σιγά θολώνει, σβήνει. Κοιτά την όμορφη αγαπημένη του, τον άγγελό του, και το νιογέννητο κορίτσι και χάνεται σε λαβύρινθους σιωπηλής απόγνωσης. Καταβρέχει τα πρόσωπά τους με τα δάκρυά του. Άδικη η ζωή, πουτάνα μεγάλη, δε θα τον αφήσει να ζήσει, δε θα του κάνει το χατίρι να δει το κοριτσάκι του να μεγαλώνει και να γίνεται μια ωραία γυναίκα, να παντρεύεται και να του χαρίζει το πρώτο εγγονάκι. Άδικη ζωή! Αλλά, απ’ την άλλη, τι φταίει η ζωή; Οι άνθρωποι φταίνε για όλα, τούτο δα το ξέρει πια πολύ καλά. Οι άνθρωποι, που πάντα ψάχνουν και βρίσκουν μια αιτία για να πολεμήσουν. Οι άνθρωποι, που ποτέ δεν είναι ικανοποιημένοι μ’ αυτά που έχουν και πάντα ζητάνε περισσότερα. Οι άνθρωποι, που πάνε σε τόπους μακρινούς και άγνωστους για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν, για να σπείρουν δυστυχία και να θερίσουν θρήνο, για ένα δήθεν καλύτερο αύριο, για λίγα δολάρια ακόμα.
Ο πόνος στο στήθος του γίνεται αβάστακτος. Το αίμα ζεστό, ρέει εδώ και ώρα χωρίς σταματημό, δε θ’ αργήσει καθόλου να στερέψει. Το μόνο που τώρα πια στ’ αλήθεια επιθυμεί, προτού αφήσει τη στερνή του την πνοή κι αποχαιρετήσει για πάντα τον ψεύτικο ετούτο κόσμο, είναι να κρατήσει για μία ακόμη φορά στην αγκαλιά του την αγαπημένη και για πρώτη φορά το παιδί του, που ποτέ του δεν είδε από κοντά, που ποτέ δεν άγγιξε.
Αχ, και να μπορούσε να γυρίσει τον κλέφτη χρόνο πίσω! Αχ, και να μπορούσε σαν από θαύμα, να σαν και κείνα που περιγράφουν οι φυλλάδες, να διορθώσει όλα του τα τραγικά τα λάθη. Αχ, και να μη γινόταν ποτέ πληρωμένος δολοφόνος στην υπηρεσία της πατρίδας, μιας οποιασδήποτε πατρίδας. Το μεγάλο Αχ!
Ο ουρανός μοιάζει να νιώθει τον πόνο του, βουρκώνει κι αυτός, και τα δάκρυά του δροσερά για μια στιγμή του αναζωογονούν τις αισθήσεις, τον κάνουν φευγαλέα ακόμη και να χαμογελάσει, καθώς γύρω του μαίνεται η μάχη. Σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό σα σε μια βουβή ευχαριστία, το κατεβάζει ξανά με μια τρυφερότητα ανείπωτη στη φωτογραφία. Χαϊδεύει με το δάχτυλο το προσωπάκι της κόρης του. Νιώθει τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Καθώς ξεψυχά η τελευταία εικόνα που υπάρχει στο μυαλό του είναι εκείνη του παιδιού του. Του αθώου παιδιού που δε θα γνωρίσει ποτέ πατέρα.
Αλλά, όπως και να ’χει διάολε, δεν απέτυχε τελείως, κάτι κατάφερε κι αυτός στη μίζερη μικρή ζωή του: να κάνει μια μητέρα χήρα, ένα παιδί ορφανό, μια πατρίδα περήφανη...

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Ιστορία μιας ζωής

Της πέθανε! Ο άντρας της, της ζωής το άλλο -το καλύτερο- μισό, πήγε και της πέθανε. Ο μοναδικός άντρας που γνώρισε στη μεγάλη, τη μακρόχρονη ζωή της. Ο άντρας που τη γνώρισε κορίτσι και που την έκανε γυναίκα. Πώς να ζήσει τώρα πια;
Εξήντα έξι ολόκληρα χρόνια έζησαν μαζί. Για εξήντα έξι χρόνια μοιράζονταν τις ίδιες χαρές, τα ίδια βάσανα, τις ίδιες γιορτές, τις ίδιες λαχτάρες, τις ίδιες λύπες κι αγωνίες. Ήταν στ’ αλήθεια ο ένας για τον άλλο ο καλύτερος φίλος, ο σύντροφος ο ιδανικός. Μαζί γέννησαν και μεγάλωσαν πέντε παιδιά κι έθαψαν δύο, κι απέκτησαν και μια ντουζίνα εγγόνια, που τους έκαναν πολύ-πολύ ευτυχισμένους. Πάντα μαζί ήτανε οι δυο τους, όλα μαζί τα κάνανε. τα σωστά τους και τα λάθη τους.
Όταν τον είδε για πρώτη φορά, όταν τον πρωτογνώρισε, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μ’ εκείνο τον άνθρωπο θα ζούσε τόσα πολλά, τόσα καλά, όμορφα και δύσκολα χρόνια. Σαν παράξενος και νεραϊδοπαρμένος φάνταζε στ’ αθώα, τότε, μάτια της ο Γιώτης. Ήταν ένας νέος όμορφος και γεροδεμένος, που έμοιαζε ανέμελος και του κεφιού πολύ. η αλήθεια είναι ότι ούτε και της μάνας της δεν της πολυγέμιζε το μάτι, αλλά ο κύρης της, άντρας βαρύς και λιγομίλητος, από εκείνους που δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους κι αντίρρηση καμία, επέμενε ότι μ’ αυτόνανε θα ευτυχήσει.
Έτσι, θέλοντας και μη, τον παντρεύτηκε. Και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά λέμε, έγινε ευτυχισμένη, καθώς έπαιρνε κέφι απ’ το κέφι του, ενέργεια απ’ την ενέργειά του, πάθος απ’ το πάθος του. Ο Γιώτης ένιωθε κι έδειχνε πάντα κεφάτος και γιομάτος ζωή, ποτέ μαγκούφης και λυπημένος, και άρχισε σιγά σιγά και η Μαριώ να μπαίνει στους ρυθμούς του. Κάθε μέρα που περνούσε έμοιαζε να μεγαλώνει κι η αγάπη της για κείνον, μέχρι που κάποτε έφτασε να τον λατρεύει. Ήτανε δουλευταράς και ντόμπρος, κι άνθρωπος καλός, από τους λίγους. Ένας χεροδύναμος μικρός θεός. Ο θεός του κρεβατιού, του σπιτιού και της ψυχής της.
Κάποια μέρα καλοκαιρινή, που η άσφαλτος της πόλης έζεχνε κι ο αγέρας έμοιαζε κάπου στις αναμνήσεις του χαμένος, της ομολόγησε ότι βαρέθηκε τη ζωή τους εκεί, σαν πολύ αγχωτική του φάνταζε, και τη ρώτησε αν θα συμφωνούσε να πάνε να ζήσουνε κάπου μακριά, σ’ ένα μικρό νησί. Μαζί σου και στα πέρατα του κόσμου, Γιώτη μου, αποκρίθηκε, κι έτσι ξεκίνησαν, εκείνοι κι ο πρώτος τους γιος ο Βαγγέλης, για τη νέα ζωή.
Βρήκαν ένα μικρό και εγκατελημμένο από χρόνια πολλά στη μοίρα του και στα στοιχεία της φύσης σπιτάκι, το επιδιόρθωσε ο Γιώτης κι εγκαταστάθηκαν. Δουλειές δεν υπήρχαν καθόλου εκεί, αφού ήταν ελάχιστοι οι κάτοικοι, και τότε τουρίστες δεν υπήρχαν, αλλά αυτό καθόλου δεν τους αποθάρρυνε. Ο Γιώτης πότε ψάρευε, πότε ασχολιόνταν με τις καλλιέργειες, έφτιαξαν κι ένα μικρό κήπο στη μεγάλη τους αυλή, και ζούσανε πολύ απλά κι ευτυχισμένοι. Όσο για τους νησιώτες στην αρχή τους υποδέχτηκαν λίγο ψυχρά, επιφυλακτικά, αλλά κι αυτούς δεν άργησαν πολύ να τους κερδίσουν η ζεστασιά, το κέφι, κι οι ανυπόκριτοι τρόποι των νιοφερμένων.
Εκεί ανάστησαν άλλα τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.
Όλα πήγαιναν καλά, η ζωή ένα όνειρο στο μικρό τους παράδεισο, μέχρι που ήρθε ο καταραμένος ο πόλεμος και τους χτύπησε την πόρτα. Δυο γιους έστειλαν στο μέτωπο, δεν επέστρεψε κανένας. Η Μαριώ θα τρελαινόταν απ’ τον καημό της, απ’ το φαρμάκι που την πότισε η ζωή, αν δεν είχε το Γιώτη και τ’ άλλα της παιδιά, με μισή καρδιά κι αυτά, να τη συμπαραστέκουν.
Το τέλος της βίας βρήκε την οικογένεια λυπημένη, λειψή, αλλά όσο ποτέ ενωμένη. Ο χρόνος γρήγορα πέρασε, σαν όλα – όπως τίποτα, τα παιδιά που τους απέμειναν μεγάλωσαν κι αυτά και φύγαν για την πόλη, για να σπουδάσουν και να βρουν την τύχη τους. Ο Γιώτης κι η Μαριώ εξακολούθησαν να ζουν μοναχοί, μαζί κι ευτυχισμένοι. Και δε βαριόνταν ποτέ, αφού είχαν ο ένας τον άλλο.
Έζησαν πολλούς γκρίζους κρύους χειμώνες και πολλά εκτυφλωτικά φωτεινά και ζεστά καλοκαίρια. Απέκτησαν εγγόνια, κι έφτασαν να νιώθουν στ’ αλήθεια περήφανοι, για τη φτωχή μα ολόλαμπρη ζωή τους.
Κάποιο απόμακρο πρωινό, στη δύση της ζωής τους, ξύπνησε η Μαριώ και βρήκε το Γιώτη δίπλα της, στο κρεβάτι, νεκρό. Στην αρχή νόμισε ότι την περιπαίζει, μια κι ο μπαγαπόντης έμοιαζε να χαμογελά. Ωστόσο, όντως είχε πεθάνει και σε λίγο έπιασε η κακόμοιρη το θρήνο: Όι, όι, Γιώτη μου, γιατί μου τόκανες αυτό;
Τον θάψανε την ίδια μέρα στου σπιτιού τους την πίσω την αυλή, αφού στο νησί δεν υπήρχε παπάς για να τον εψάλλει; Η Μαριώ τον ξεπροβόδισε με κλάμα γοερό όλη μέρα κι όλη νύχτα, μέχρι που το επόμενο πρωί ξεψύχησε κι εκείνη. Πήγε τον Γιώτη της να βρει!

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2007

Φωτογραφία στην τσέπη ή Αντιπολεμικό

Είναι βαριά τραυματισμένος, ξαπλωμένος στη λάσπη και περιμένει από στιγμή σε στιγμή την ψυχή του ν’ αφήσει το σώμα και να τον ταξιδέψει προς τ’ άγνωστο.
Στο χέρι του κρατά μια πρόσφατη φωτογραφία και την κοιτά με ραγισμένο βλέμμα, μάτια που δακρύζουν και θολώνουν απ’ τον πόνο και τις αναμνήσεις.
Σύντομο πολύ αποδεικνύεται το πέρασμά του απ’ αυτή τη γη, μικρή η ζωή του σαν ένας λυγμός, ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. Τίποτα δεν πρόλαβε να ζήσει, σκέφτεται, απολύτως τίποτα. Αλλά, όχι, όχι, ας μην παραπονιέται, κάτι έζησε. Πρόλαβε και γνώρισε τον έρωτα και την αγάπη, έγινε και πατέρας. Ένας πατέρας που λίγες ανάσες μετά θ’ αφήσει το παιδί του ορφανό.
Κοιτά τη φωτογραφία. Κοιτά την όμορφη αγαπημένη του και το νιογέννητο κορίτσι. Βρέχει τα πρόσωπά τους με τα δάκρυά του. Άδικη η ζωή, άδικη πολύ, δεν θα τον αφήσει να ζήσει. Αλλά, τι φταίει η ζωή; Οι άνθρωποι φταίνε. Οι άνθρωποι που πάντα ψάχνουν να ’βρουν μιαν αιτία για να πολεμήσουν. Οι άνθρωποι που πάνε σε τόπους μακρινούς για να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους, για ένα δήθεν καλύτερο μέλλον, για λίγα δολάρια ακόμη.
Ο πόνος στο στήθος γίνεται αβάστακτος. Το αίμα ζεστό ρέει ασταμάτητα. Το μόνο που επιθυμεί πριν να αφήσει την τελευταία του πνοή είναι να κρατήσει για μια ακόμη φορά στην αγκαλιά του την αγαπημένη, για πρώτη φορά το παιδί του που ποτέ δεν είδε, ποτέ δεν άγγιξε.
Αχ και να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω! Αχ και να μπορούσε σαν από θαύμα να διορθώσει όλα του τα λάθη! Αχ και να μη γινόταν ποτέ πληρωμένος δολοφόνος, στην υπηρεσία της πατρίδας, της όποιας πατρίδας!
Ο ουρανός βουρκώνει, τα δάκρυά του δροσερά για μια στιγμή του αναζωογονούν τις αισθήσεις, τον κάνουν ακόμη και να χαμογελάσει, καθώς γύρω του μαίνεται η μάχη. Κοιτά για άλλη μια φορά τη φωτογραφία με τρυφερότητα. Χαϊδεύει με το δάχτυλο το προσωπάκι της κόρης του. Νιώθει τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Καθώς ξεψυχά η τελευταία εικόνα που χαράζει το μυαλό του είναι εκείνη του παιδιού του. Του παιδιού που δε θα γνωρίσει ποτέ του πατέρα.Αλλά, όπως και να ’χει διάολε, κατάφερε κι αυτός κάτι στη μίζερη μικρή ζωή του: να κάνει μια γυναίκα χήρα, ένα παιδί ορφανό, μια πατρίδα περήφανη...

υ.γ. ένα μάλλον μέτριο κείμενο που ανέβασα για πρώτη φορά, πριν αρκετούς μήνες, στα Διηγήματά μου. Το ανεβάζω και εδώ μπας και νομίσει κανείς ότι είμαι καλός συγγραφέας και χάσω τη φήμη του μέτριου που πάντα με ακολουθεί...