Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζευγάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζευγάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Αγαπημένη φωτογραφία - Συνοδευτικό τραγούδι



Χάλια ο τίτλος της ανάρτησης!
Όπως και νάχει, η Καθημερινή Σκηνή με προσκάλεσε σε παιχνίδι κι ανταποκρίθηκα.
Έπρεπε να αναρτήσω μία από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες συνοδευόμενη από το ανάλογο τραγούδι.
Δύσκολα μου έβαλε αλλά μετά από αρκετή σκέψη κατέληξα στα πιο πάνω.
Όσοι θέλετε "παίξτε" μαζί μας

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Ζωντανός

Πόσο παράξενη είναι η ζωή! Και πόσο παράξενοι είμαστε στ’ αλήθεια όλοι εμείς, οι άνθρωποι, που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ενώ στην ουσία ελάχιστα είναι εκείνα που δε μας διαφεύγουν – τακτικοί μαθητές της άγνοιας.

Πίστευε ότι είχε βάλει πια μια τάξη στη μέχρι τότε ασυνάρτητη και δίχως πυξίδα ζωή του, πώς είχε χαράξει πορεία. Όλα από τώρα και στο εξής θα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, θ’ ακολουθούσαν το νοητικό του σχεδιάγραμμα, τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε να ανατρέψει το ρου της προσωπικής του ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό πίστευε. Και μετά ξύπνησε.

Τη γνώριζε από καιρό πολλή, αλλά δεν την ήξερε, δεν ενδιαφερόταν να μάθει ποια ήταν. Την έβλεπε μόνο επιφανειακά, δε νοιαζόταν για το χαρακτήρα της, πίστευε πώς ήταν μία ακόμη γυναίκα που δεν είχε απολύτως τίποτα να πει. Ίσως να έφταιγε η διαφορά ηλικίας, ίσως οι νευρικές και ώρες-ώρες ακατανόητές της κινήσεις, ίσως και το ότι δεν κάθισε ποτέ να μιλήσει μαζί της στα σοβαρά. Όχι! Όχι, ψέματα λέω, η αιτία ήταν μία και μοναδική: η ξεροκεφαλιά του. Ή μάλλον δύο, αν προσθέσουμε και την τάση του να κρίνει με την πρώτη ματιά τους ανθρώπους, να τους βάζει σ’ ένα καλούπι, να τους κατηγοριοποιεί, δίχως να μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει τι πιθανόν κρύβεται πίσω από το καλά σχεδιασμένο τους περιτύλιγμα.
Όπως και νάχει, ο χρόνος κι η μοίρα έφεραν τα πράγματα έτσι, ώστε να τη δει για πρώτη φορά όπως πραγματικά ήταν, ακριβώς σ’ ένα από τα πιο σημαντικά σταυροδρόμια της ζωής του, με αποτέλεσμα να έρθουν όλα τούμπα. οι βεβαιότητες να καταρρεύσουν, τα πιστεύω του όλα να ανατραπούν.
Τι ήταν εκείνο, το τόσο συνταρακτικό γεγονός, που την έκανε έτσι ξαφνικά να φαντάζει ελκυστική κι ενδιαφέρουσα στο ελιτιστικό του βλέμμα; Απλά, τον εμπιστεύτηκε. Δεν ήξερε πώς, δεν ήξερε γιατί, αλλά τον εμπιστεύτηκε. Μια μεθυσμένη και υγρή βραδιά του Αυγούστου, κάθισε και του είπε όλα της τα μυστικά, ξεγύμνωσε την ψυχή της μπρος στα μάτια του. Όχι, δε μιλούσε το ποτό, δεν είχε τη δύναμη, εκείνη μιλούσε, από καρδιάς, κι ελευθέρωνε ένα χείμαρρο πόνου, ανασφάλειας και αγωνίας, που κρατούσε μέσα της -όπως έδειχνε- από πολλή καιρό, να ξεχυθεί με προορισμό τα δικά του αυτιά, τη δική του ψυχή που μέχρι εκείνη, τη μοναδική στιγμή, την περιφρονούσε. Τον άφησε σιωπηλό, αποσβολωμένο, χαμένο στον ψεύτικο κόσμο των βεβαιοτήτων του, να την κοιτά και να απορεί, ανίκανο να πιστέψει ότι άδειασε τα σώψυχά της σε κείνον, το μικρό, τον υποκριτή, τον ανάξιο.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να τη νιώθει όλο και πιο κοντά του, δίπλα του, μέσα του, να διαφεντεύει τους ήχους και τις σιωπές του. Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να τη σκέφτεται και να χαμογελά μ’ ελπίδα, τα μοναχικά πρωινά και τις ανέραστες νύχτες του. Που θα με βγάλει αυτό, άραγε; ρωτούσε απεγνωσμένα τον εαυτό του. Η αλήθεια είναι ότι βαθιά μέσα του δεν ήθελε να τον βγάλει πουθενά. Ήθελε να συνεχίσει να ζει για λίγο ακόμη καιρό την ίδια μίζερη κι ανέραστη ζωή, τη δίχως χαρές, αρώματα και όνειρα, και μετά να προχωρήσει με τα σχέδιά του. Όσο για κείνη, μόνο εμπόδιο θα μπορούσε να του σταθεί, ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
Αλλά, τη σκεφτόταν, τη σκεφτόταν όλο και πιο πολύ, κι έτσι, ασυναίσθητα, πήρε να πέφτει σιγά-σιγά στην παγίδα του έρωτα, ν’ αφήνει τις άμυνές του να υποχωρούν, τα τείχη της περιχαρακωμένης του ύπαρξης να γκρεμίζονται, την καθημερινότητά του ν’ αλλάζει, ν’ αποκτάει χρώματα. Το γκρίζο άρχισε να υποχωρεί, η μοναξιά πήρε να μένει ασυγχώρητα μόνη, μέρα με τη μέρα χαμογελούσε όλο και πιο πολύ, κι ένιωθε να τον πλημμυρίζει ένα νέο συναίσθημα ζωής.
Εκείνη, άργησε πολύ ν’ αντιληφθεί ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έβλεπε τις αλλαγές πάνω του, χαιρόταν γι’ αυτόν, αλλά δεν της πέρασε ούτε στιγμή απ’ το μυαλό η ιδέα ότι οφείλονταν στην ίδια. Της άρεσε πάντως πολύ ο καινούριος του εαυτός, αυτός ο ξένος που πήρε να γίνεται γνωστός κι αγαπητός -ο πρόσχαρος, ο τρυφερός, ο ευγενικός- και κάποτε, όχι πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά, άρχισε κι εκείνη να τον ερωτεύεται.
Για αρκετό καιρό, ωστόσο, δε συνέβηκε τίποτα μεταξύ τους. Απλά άρχισαν να βγαίνουν πιο συχνά οι δυο τους, μόνοι ή και με παρέα, να μιλούν όλο και πιο πολύ -για ώρες ατέλειωτες- στο τηλέφωνο, να κτίζουν μια όμορφη ζεστή σχέση -βασισμένη στις κοινές αλήθειες και τις σιωπές τους- που άφηνε υποσχέσεις για το μέλλον. Όσο για τα μεγάλα του σχέδια, αυτά είχαν μπει πια για τα καλά στην κατάψυξη.
Ήταν μια δροσερή βραδιά προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, στην αυλή μιας μπυραρίας, όταν κατάφερε επιτέλους να της εκφράσει τον παραζαλισμένο του έρωτα. Εκείνη ένιωσε ευχάριστα έκπληκτη, κρυφά πολύ ευτυχισμένη, το μέσα και το έξω της ολόκληρα χαμογελούσαν, αλλά πάντοτε -λόγω μιας μίζερης συνήθειας- καχύποπτη, ήθελε να τον ρωτήσει για πράματα και θάματα, να τον ανακρίνει κανονικά μέχρι να σιγουρευτεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Προτού, όμως, προλάβει καν ν’ ανοίξει το στόμα της για να κάνει την ερώτηση, μία ερώτηση ζωτική –θέλοντας να μάθει το μεγάλο Γιατί- έσπευσε, μαντεύοντας την σκέψη της, να της απαντήσει προκαταβολικά.
Με κάνεις και νιώθω ζωντανός! της είπε.
Χαμογέλασαν. Η νύχτα προμηνυόταν μικρή, τέλεια και ατελείωτη.

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 11

Απόψε βγήκε για ένα -λέμε τώρα- ποτό μόνη. Για να περιφέρει τη θλίψη της, ν’ αλλάξει παραστάσεις, να περισυλλέξει τις σκέψεις της, για να ψάξει να βρει το φως στο σκοτάδι των άλλων φυλών, των διαφορετικών, της νύχτας.
Είναι ντυμένη προκλητικά. με ρούχα που αναδεικνύουν μαεστρικά κάθε γραμμή και καμπύλη του καλοδιατηρημένου, αλλά όχι και τόσο νεανικού της πια κορμιού. κι είναι βαμμένη λιτά, θέλοντας να τονίσει την ομορφιά του -αμέτρητες φορές ξεπλυμένου με δάκρυα- προσώπου της. Το μοβ και το μαύρο της πάνε πολύ.
Κάθεται νωχελικά σ’ ένα σκαμπό, στη μπάρα ενός κάπως υπερβολικού προφίλ μπαρ, με το ένα πόδι σταυρωμένο πάνω απ’ τ’ άλλο, πίνει ένα κοκτέιλ και παρατηρεί σχεδόν αδιάφορα το καλοντυμένο πλήθος. Να ένα μέρος που ποτέ δε θα ερχόταν εκείνος, σκέφτεται η Βασιλική, ο ναός των σύγχρονων ευνούχων!
Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων μ’ αυτούς τους ανθρώπους; Τι απέγιναν οι άντρες; Είναι εκεί μόνη, είναι όμορφη και με τον τρόπο της φωνάζει διαθέσιμη, αλλά κανείς δεν τολμά να την πλησιάσει. Λες να διαβάζουν στα μάτια της τον πόνο; Λες, κάπως, να τους τρομάζει; Λες... να μην ανήκει εκεί; Να μην ανήκει! Εκεί!
Θέλοντας και μη, κι αφού δεν της παρουσιάζεται και κάνα διέξοδο κάνει και πάλι βουτιά στο μέσα της. στο τότε. Στο τότε που τον γνώρισε. Θυμάται ακόμη τα πάντα με μια ανεξήγητη διαύγεια. Τα ρούχα που φορούσε, τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά, τον τρόπο που την κοιτούσε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που την αντίκρισε. πώς πήρε αμέσως να τη γδύνει με το βλέμμα. Θυμάται το πώς ένιωσε μια έλξη ακαταμάχητη για κείνον. Θυμάται πόσο της προκάλεσαν την περιέργεια οι τρόποι του. Θυμάται πόσο τον ήθελε. εκεί, εκείνη την ώρα και για πάντα. Και θυμάται ακόμη πώς ένιωσε όταν έμαθε ότι ήταν παντρεμένος, ότι ανήκε σε κάποια άλλη. Όχι, δε λυπήθηκε, δεν απογοητεύτηκε. πείσμωσε. Πείσμωσε και είπε θα τον κάνω δικό μου. Και τον έκανε. Σιγά να μην της ξέφευγε! Ήταν... Ήταν τόσο διαφορετικός εκείνος. μύριζε άντρας. Όχι σαν κι ετούτα δω τα παιδαρέλια, τα κάθε ηλικίας και τα καθωσπρέπει, που την περιτριγυρίζουν δίχως να την πλησιάζουν.
Σηκώνει το βλέμμα απ’ το πολύχρωμο ποτό, απ’ το γκρίζο μέσα της. Προσπαθεί ν’ ακούσει τους στίχους του τραγουδιού που παίζει, αλλά είναι αδύνατο, οι φωνές των απόντων τους υπερκαλύπτουν. Θέλει να σηκωθεί να φύγει, να πάει κάπου αλλού, αλλά δε θα το κάνει. Θα μείνει εκεί και θα μεθύσει. Και μετά θα βγει έξω στο δρόμο και θα πάρει τρεκλίζοντας ένα ταξί για το σπίτι της, για τη φυλακή της. Κι εκεί θα πέσει στο κρεβάτι της ξερή, σαν το κούτσουρο που είναι. Κι ύστερα από δυο-τρεις ώρες θα ξυπνήσει διψασμένη απ’ το πιοτό, αφυδατωμένη απ’ την απουσία του. Έτσι ακριβώς θα κάνει. Έτσι ακριβώς θα γίνει.
«Ένα σφηνάκι βότκα!» διατάζει τον μπάρμαν, που στέκεται σχεδόν συνέχεια δίπλα της.
«Κερασμένο!» ακούει μια βαθιά φωνή να προστάζει από πίσω.
Γυρίζει το κορμί, στρέφει το βλέμμα. Αντικρίζει ένα ψηλό πολύ και καλοντυμένο μεσήλικα με μαύρα μαλλιά, που πήραν να γκριζάρουν, και μάτια μελισσιά που στάζουν αυτοπεποίθηση. Αυτοπεποίθηση, όχι αλαζονεία.
«Σ’ ευχαριστώ!» του λέει. Τον περιμένει να πάει να καθίσει δίπλα της, αλλά δεν το κάνει. Τον προσκαλεί με το βλέμμα. Δέχεται.
«Μου φάνηκε ότι ήθελες να είσαι μόνη, να σε αφήσουν στην ησυχία σου.»
«Αν το ήθελα αυτό δε θα ’βγαινα. Αλλά κι εδώ που ήρθα, πάλι μόνη ήμουνα. Μέχρι τώρα.»
Προσπάθησε να του χαρίσει ένα από εκείνα τα παλιά τα ζεστά της τα χαμόγελα, μα δεν τα κατάφερε, της βγήκε ψεύτικο, γι’ αυτό και το απέσυρε βιαστικά. Το έκρυψε στο σφηνάκι με τη βότκα.
«Εσύ; Μόνος;» τον ρώτησε λίγο μετά για σπάσει την αμηχανία. τη δική της αμηχανία.
«Εδώ, ναι! Στη ζωή...» Της έδειξε το καταραμένο το δαχτυλίδι.
«Και που είναι το καλύτερο ή το χειρότερο μισό σου;» κατάφερε να ρωτήσει με μια πινελιά ειρωνείας στη φωνή, κάνοντάς τον να χαμογελάσει.
«Τριγυρνά στας Ευρώπας!» απάντησ’ εκείνος μ’ ένα παλιομοδίτικο τρόπο. Κοίταξαν ο ένας -για μια στιγμή διερευνητικά- τον άλλο και ξέσπασαν σ’ ακράτητα γέλια.
«Το χρειαζόμουν αυτό!» κατάφερε να μιλήσει πρώτη εκείνη. «Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που γέλασα.»
«Κι εγώ. Αλλά, τι να κάνει κανείς; Έτσι είν’ η ζωή. Μακάρι να γελούσαμε όλοι πιο πολύ κι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος.»
«Στην υγειά σου, γεροφιλόσοφε!» αποκρίθηκ’ εκείνη τσουγκρίζοντας το ποτήρι της με το δικό του, που ήταν ως τη μέση γιομάτο με ουίσκι και πάγο.
«Και γέρος και φιλόσοφος. Δίκιο έχεις και για τα δύο. Αν κι η γυναίκα μου μάλλον μόνο με το πρώτο συμφωνεί. Αυτή χαϊδευτικά μ’ αποκαλεί, γέρο-ξεκούτη!»
Πήραν να γελάνε και πάλι. Της άρεσε! Της άρεσε πολύ, εκ πρώτης όψεως, αυτός ο άγνωστος, ο παράξενος άνθρωπος. Ίσως επειδή ήταν ο πρώτος άντρας που δέησε να την πλησιάσει, ίσως επειδή έμοιαζε κάπου να την καταλαβαίνει, ίσως κι επειδή τίποτα δε ρωτούσε, καθόλου δεν την τυραγνούσε μ’ ερωτήσεις ανούσιες, που θα της χαλούσαν τη στιγμή και θα της έκλεβαν το σχεδόν ξεχασμένο στο πέρασμα του χρόνου κέφι. Τελικά θα αποδεικνυόταν μεγάλη ετούτη η νύχτα. πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα περίμενε ποτέ η Βασιλική, και δε θα ήταν λουσμένη όπως πάντοτε, τώρα τελευταία, στη μέθη και τη θλίψη, αλλά στη μέθη και την προσδοκία.

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Ιστορία μιας ζωής

Της πέθανε! Ο άντρας της, της ζωής το άλλο -το καλύτερο- μισό, πήγε και της πέθανε. Ο μοναδικός άντρας που γνώρισε στη μεγάλη, τη μακρόχρονη ζωή της. Ο άντρας που τη γνώρισε κορίτσι και που την έκανε γυναίκα. Πώς να ζήσει τώρα πια;
Εξήντα έξι ολόκληρα χρόνια έζησαν μαζί. Για εξήντα έξι χρόνια μοιράζονταν τις ίδιες χαρές, τα ίδια βάσανα, τις ίδιες γιορτές, τις ίδιες λαχτάρες, τις ίδιες λύπες κι αγωνίες. Ήταν στ’ αλήθεια ο ένας για τον άλλο ο καλύτερος φίλος, ο σύντροφος ο ιδανικός. Μαζί γέννησαν και μεγάλωσαν πέντε παιδιά κι έθαψαν δύο, κι απέκτησαν και μια ντουζίνα εγγόνια, που τους έκαναν πολύ-πολύ ευτυχισμένους. Πάντα μαζί ήτανε οι δυο τους, όλα μαζί τα κάνανε. τα σωστά τους και τα λάθη τους.
Όταν τον είδε για πρώτη φορά, όταν τον πρωτογνώρισε, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μ’ εκείνο τον άνθρωπο θα ζούσε τόσα πολλά, τόσα καλά, όμορφα και δύσκολα χρόνια. Σαν παράξενος και νεραϊδοπαρμένος φάνταζε στ’ αθώα, τότε, μάτια της ο Γιώτης. Ήταν ένας νέος όμορφος και γεροδεμένος, που έμοιαζε ανέμελος και του κεφιού πολύ. η αλήθεια είναι ότι ούτε και της μάνας της δεν της πολυγέμιζε το μάτι, αλλά ο κύρης της, άντρας βαρύς και λιγομίλητος, από εκείνους που δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους κι αντίρρηση καμία, επέμενε ότι μ’ αυτόνανε θα ευτυχήσει.
Έτσι, θέλοντας και μη, τον παντρεύτηκε. Και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά λέμε, έγινε ευτυχισμένη, καθώς έπαιρνε κέφι απ’ το κέφι του, ενέργεια απ’ την ενέργειά του, πάθος απ’ το πάθος του. Ο Γιώτης ένιωθε κι έδειχνε πάντα κεφάτος και γιομάτος ζωή, ποτέ μαγκούφης και λυπημένος, και άρχισε σιγά σιγά και η Μαριώ να μπαίνει στους ρυθμούς του. Κάθε μέρα που περνούσε έμοιαζε να μεγαλώνει κι η αγάπη της για κείνον, μέχρι που κάποτε έφτασε να τον λατρεύει. Ήτανε δουλευταράς και ντόμπρος, κι άνθρωπος καλός, από τους λίγους. Ένας χεροδύναμος μικρός θεός. Ο θεός του κρεβατιού, του σπιτιού και της ψυχής της.
Κάποια μέρα καλοκαιρινή, που η άσφαλτος της πόλης έζεχνε κι ο αγέρας έμοιαζε κάπου στις αναμνήσεις του χαμένος, της ομολόγησε ότι βαρέθηκε τη ζωή τους εκεί, σαν πολύ αγχωτική του φάνταζε, και τη ρώτησε αν θα συμφωνούσε να πάνε να ζήσουνε κάπου μακριά, σ’ ένα μικρό νησί. Μαζί σου και στα πέρατα του κόσμου, Γιώτη μου, αποκρίθηκε, κι έτσι ξεκίνησαν, εκείνοι κι ο πρώτος τους γιος ο Βαγγέλης, για τη νέα ζωή.
Βρήκαν ένα μικρό και εγκατελημμένο από χρόνια πολλά στη μοίρα του και στα στοιχεία της φύσης σπιτάκι, το επιδιόρθωσε ο Γιώτης κι εγκαταστάθηκαν. Δουλειές δεν υπήρχαν καθόλου εκεί, αφού ήταν ελάχιστοι οι κάτοικοι, και τότε τουρίστες δεν υπήρχαν, αλλά αυτό καθόλου δεν τους αποθάρρυνε. Ο Γιώτης πότε ψάρευε, πότε ασχολιόνταν με τις καλλιέργειες, έφτιαξαν κι ένα μικρό κήπο στη μεγάλη τους αυλή, και ζούσανε πολύ απλά κι ευτυχισμένοι. Όσο για τους νησιώτες στην αρχή τους υποδέχτηκαν λίγο ψυχρά, επιφυλακτικά, αλλά κι αυτούς δεν άργησαν πολύ να τους κερδίσουν η ζεστασιά, το κέφι, κι οι ανυπόκριτοι τρόποι των νιοφερμένων.
Εκεί ανάστησαν άλλα τέσσερα παιδιά, δυο γιους και δυο κόρες.
Όλα πήγαιναν καλά, η ζωή ένα όνειρο στο μικρό τους παράδεισο, μέχρι που ήρθε ο καταραμένος ο πόλεμος και τους χτύπησε την πόρτα. Δυο γιους έστειλαν στο μέτωπο, δεν επέστρεψε κανένας. Η Μαριώ θα τρελαινόταν απ’ τον καημό της, απ’ το φαρμάκι που την πότισε η ζωή, αν δεν είχε το Γιώτη και τ’ άλλα της παιδιά, με μισή καρδιά κι αυτά, να τη συμπαραστέκουν.
Το τέλος της βίας βρήκε την οικογένεια λυπημένη, λειψή, αλλά όσο ποτέ ενωμένη. Ο χρόνος γρήγορα πέρασε, σαν όλα – όπως τίποτα, τα παιδιά που τους απέμειναν μεγάλωσαν κι αυτά και φύγαν για την πόλη, για να σπουδάσουν και να βρουν την τύχη τους. Ο Γιώτης κι η Μαριώ εξακολούθησαν να ζουν μοναχοί, μαζί κι ευτυχισμένοι. Και δε βαριόνταν ποτέ, αφού είχαν ο ένας τον άλλο.
Έζησαν πολλούς γκρίζους κρύους χειμώνες και πολλά εκτυφλωτικά φωτεινά και ζεστά καλοκαίρια. Απέκτησαν εγγόνια, κι έφτασαν να νιώθουν στ’ αλήθεια περήφανοι, για τη φτωχή μα ολόλαμπρη ζωή τους.
Κάποιο απόμακρο πρωινό, στη δύση της ζωής τους, ξύπνησε η Μαριώ και βρήκε το Γιώτη δίπλα της, στο κρεβάτι, νεκρό. Στην αρχή νόμισε ότι την περιπαίζει, μια κι ο μπαγαπόντης έμοιαζε να χαμογελά. Ωστόσο, όντως είχε πεθάνει και σε λίγο έπιασε η κακόμοιρη το θρήνο: Όι, όι, Γιώτη μου, γιατί μου τόκανες αυτό;
Τον θάψανε την ίδια μέρα στου σπιτιού τους την πίσω την αυλή, αφού στο νησί δεν υπήρχε παπάς για να τον εψάλλει; Η Μαριώ τον ξεπροβόδισε με κλάμα γοερό όλη μέρα κι όλη νύχτα, μέχρι που το επόμενο πρωί ξεψύχησε κι εκείνη. Πήγε τον Γιώτη της να βρει!