Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνάντηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνάντηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ο Αγαπειρήνης

«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της ξανά και ξανά η Ζήνα, μα οι απαντήσεις δεν της δίνονται. Ποιος να της απαντήσει, άλλωστε; Και να της πει τι; Αφού όλα από εκείνη εξαρτιόνταν, έστω και για λίγο, και τα θαλάσσωσε. Και τώρα, σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα, τη χώρα της, είναι μέρα και νύχτα μοναχή κι αναμετριέται με τα φαντάσματά της, με τα αν, τα τι και τα γιατί της.
Τον γνώρισε στη Σόφια. Ήταν περαστική από κει -καθοδόν για ένα συνέδριο σε κάποια άλλη πόλη της Βουλγαρίας, τη Βάρνα-. και σαν τέτοια δεν ήξερε πως να ξοδέψει το χρόνο της. Έτσι, άρχισε να τριγυρνά από δω κι από κει, να κοιτά τους ανθρώπους και τις βιτρίνες, να παρατηρεί τις παραστάσεις ενός άλλου κόσμου, τόσο παρόμοιου, αλλά διαφορετικού από το δικό της.
Η βόλτα μεγάλη, οι ώρες πολλές, στο τέλος-τέλος ένιωσε να κουράζεται και κάθισε σ’ ένα παγκάκι στην άκρη ενός λίγο παραμελημένου, αλλά ντυμένου όσο έπαιρνε στο πράσινο πάρκου, για να ξαποστάσει και να σκοτώσει λίγο χρόνο ακόμα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν άκουσε κάποιον να της μιλά στα βουλγάρικα και να της δείχνει το παγκάκι.
«Μιλάς αγγλικά;» τον ρώτησε.
«Ναι,» απάντησε με τη χαρακτηριστική σλαβική προφορά. «Ρωτούσα αν μπορώ να καθίσω εδώ.»
«Ελεύθερα,» του απάντησε κι εκείνος κάθισε μεμιάς, πλατιά χαμογελώντας.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Ω, έπρεπε να το καταλάβω. Όμορφη σαν ελληνίδα είσαι.»
Εκείνη απλά χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα. Δεν ήξερε τι να του πει άλλωστε, αφού δεν ήτανε μαθημένη στα κομπλιμέντα. Τον ρώτησε μονάχα τι κάνει στη ζωή του.
«Φοιτητής είμαι,» αποκρίθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας στο πουθενά. Μια αίσθηση οικείας αμηχανίας έμοιαζε να διατρέχει τον αέρα. Τελικά, αφού αντιλήφθηκε ότι αν δε μιλούσε ο ίδιος εκείνη δε θα μπορούσε να συνεχίσει την κουβέντα τους, πλάκωσε τις ερωτήσεις.
«Κι εσύ;»
«Κι εγώ τι; Α, ναι, όχι. Όχι, δεν είμαι φοιτήτρια. Τέλειωσα...»
«Είσαι εδώ για διακοπές;»
«Για δουλειά. Ή μάλλον όχι ακριβώς για δουλειά, αλλά για ένα σεμινάριο.»
«Τι σεμινάριο;»
«Παιδαγωγικής. Εσύ; Τι σπουδάζεις;»
«Δεν ξέρω!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια ερωτηματικά και μετά πήρε να γελάει. Δεν ξέρει, σκεφτόταν, δεν ξέρει λέει, και δώσ’ του γέλιο. Το χρειαζόταν αυτό, πολύ, αφού μετά από μια απόλυτα μηχανική και μοναχική μέρα, το γέλιο ήτανε το καλύτερο γιατρικό, ο τέλειος, ο ιδανικός αποφορτιστής.
«Έλα τώρα, πες μου την αλήθεια,» απαίτησε, όταν κατάφερε λίγο να συνέλθει.
«Βασικά κάτι σαν ψυχολόγος προσπαθώ να γίνω, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνω. Η πολλή θεωρία με κάνει και νυστάζω.»
«Εγώ πάντα νυστάζω,» επισήμαν’ εκείνη μ’ ένα φευγαλέο χαμόγελο. Αλήθεια ήταν!
«Έχεις χρόνο για μια βόλτα;»
«Ναι. Φυσικά. Έτσι κι αλλιώς βαρέθηκα να κάθομ’ εδώ.»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να περιπλανιόνται στους δειλινούς δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό. Περπατούσαν αργά, μιλούσαν σιγά, ανακάλυπταν και αποκάλυπταν τα κοινά και τις διαφορές τους. Έμοιαζαν να μοιάζουν πολύ. Όσο πολύ μοιάζουν δηλαδή δυο άγνωστοι άνθρωποι που δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ, εκτός κι αν η μοίρα αποφασίσει αλλιώς.
Καθώς ο ήλιος έπεφτε και το φεγγάρι πήρε να ξεμυτίζει ανάμεσα από δέντρα ψηλά και πολυκατοικίες παλιές, του είπε ότι ήταν πια καιρός να επιστρέψει στο πανδοχείο που έμενε, αφού την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ξεκινήσει για τη Βάρνα.
Προσφέρθηκε αμέσως να τη συνοδέψει εκεί, όπως κι έγινε. Και σαν της ζήτησε να περάσει μέσα μαζί της δεν του αρνήθηκε, αφού τον ήθελε εκεί. Της άρεσε η παρέα του, της άρεσε πολύ, αλλά δεν ήταν πρόθυμη ν’ αποζητήσει τίποτα περισσότερο απ’ δαύτηνε.
Έτσι, πήγαν στο δωμάτιό της, κάθισαν κατάχαμα, κι ακουμπισμένοι στο κρεβάτι πήραν να μοιράζονται δυο-τρεις μπύρες, λόγια και σιωπές. Καλά περνούσαν, μα εκείνη ένιωθε όλο και πιο πολύ εξαντλημένη και στο τέλος-τέλος του είπε ότι λυπόταν, αλλά έπρεπε να φύγει. Αυτό δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μονάχα την παρακάλεσε να του δανείσει το κινητό της για να κάνει μια κλήση. Τελειώνοντας, σηκώθηκε από χάμω και βοήθησε κι εκείνη να σηκωθεί, την αγκάλιασε για μια στιγμή και τη φίλησε στο μάγουλο, λέγοντας:
«Όταν γυρίσεις από τη Βάρνα, αν έχεις καιρό, ψάξε με.»
«Θα το κάνω,» απάντησε αβέβαια εκείνη, τον συνόδευσε έξω και την τελευταία στιγμή βιάστηκε να τον ρωτήσει:
«Έι, ποιο είναι το όνομά σου;»
«Λιουμπομίρ! Σημαίνει αγάπη και ειρήνη,» απάντησε πλατιά χαμογελώντας.
«Ο Αγαπειρήνης, λοιπόν!» ψιθύρισε με θαυμασμό εκείνη.
«Κι εσύ είσαι η...»
«Ζήνα.»
«Δεν της μοιάζεις. Εσύ είσαι πιο όμορφη.»
«Πιο όμορφη;»
Έμεινε να τον κοιτά για λίγο απορημένη, αλλά ύστερα θυμήθηκε, κατάλαβε, πήρε να γελάει. Τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί στον αέρα.
Πέντε μέρες ξόδεψε στη Βάρνα, κι έτσι ακριβώς τις ένιωσε, σαν ξοδεμένο χρόνο δηλαδή. Τίποτα δεν είχε να της πει εκείνο το συνέδριο, τίποτα να της χαρίσει. Από τη μια πλήξη στην άλλη ταξίδευε όσο ήταν εκεί.
Έτσι, με το που επέστρεψε στη Σόφια, όπου δε θα μπορούσε να μείνει περισσότερο από μισή όλη κι όλη μέρα -από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ- ήταν αποφασισμένη όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο να συναντήσει τον Αγαπηρείνη, εκείνον που την έκανε και χαμογελούσε.
Να τον συναντήσει, αλλά πώς; Αφού εκείνος δεν είχε κινητό τηλέφωνο. Αφού δεν είχε τα στοιχεία του. Αφού... Αλλά, θυμήθηκε! Θυμήθηκε ότι είχε κάνει κλήση από το κινητό της σε κάποιο φίλο του. Ο αριθμός υπήρχε ακόμη στη μνήμη. Έστειλε ένα μήνυμα στο φίλο του. Έγραφε ότι θα τον περίμενε σε μια ώρα εκεί που είχαν πρωτογνωριστεί.
Πήγε, λοιπόν, στο πάρκο, κάθισε και τον περίμενε. Για μια ώρα και άλλη μία και μισή. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ο Αγαπηρείνης της, κι εκείνη, με βαριά καρδιά σηκώθηκε κι έφυγε, αφού σύντομα έπρεπε να κινήσει για το αεροδρόμιο.
«Δεν ήτανε της μοίρας μας γραφτό,» σκεφτότανε με μια δόση απογοήτευσης και λίγο λυπημένη καθώς έφτανε στο πανδοχείο.
Εκεί, έκανε ένα ντους, ντύθηκε όπως-όπως, όπως πάντα, και κατέβηκε στην είσοδο για να πάρει το λεωφορείο που θα την οδηγούσε όσο πιο πολύ γινόταν μακριά του, και μετά το αεροπλάνο που θα την πετούσε ακόμη μακρύτερα.
Αλλά, με το που βγήκε έξω τον είδε. Στεκόταν εκεί αναψοκοκκινισμένος, με κομμένη την ανάσα, φανερά εξαντλημένος αφού έτρεχε, έτρεχε για να την προλάβει. Και την πρόλαβε. Την πρόλαβε για να τη δει και να της πει αντίο.
Αγκαλιάστηκαν. Αντάλλαξαν ένα φιλί ανάλαφρο σαν υπόσχεση αόριστη και τις διευθύνσεις των ηλεκτρονικών τους ταχυδρομείων και αποχαιρετίστηκαν.
Δάκρυα μικρά, λειψά, σαν τις δυνάμεις της, άρχισαν να χαράζουν πορείες στα μάγουλα και να σκιαγραφούν απορίες στα μάτια της, καθώς το λεωφορείο έβαζε μπρος κι έπαιρνε να κινείται με ταχύτητα γοργή κι αβίαστη, ανάμεσα στα γκρίζα κτήρια και τις φτωχικές μα φωτεινές αναμνήσεις της πόλης. Τώρα πια ταξίδευε αμετάκλητα μακριά του.
«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της η Ζήνα, μα απάντηση δεν περιμένει καμιά.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 18

Νιώθει ακόμη τη μυρωδιά του, την αύρα του, να περιπλανιέται στο χώρο. Να της γεμίζει τα στήθια αμυχές, το μυαλό αναμνήσεις. Της λείπει. Της λείπει ο άτιμος, πολύ. Θέλει να τον δει, θέλει να του μιλήσει και να τον ακούσει. Ποτέ δε μιλούσαν ιδιαίτερα οι δυο τους, όχι μεταξύ τους δηλαδή, κι ίσως αυτό να ήταν που οδήγησε στην αποξένωση και στην απομάκρυνση, στη θανατερή μοναξιά, στα τετελεσμένα. Δε σκότωσα τη σχέση μας. Την άφησα ν’ αυτοκτονήσει στα χέρια του, σκέφτεται.
Τον αγαπάει τον Αντρέα. τον αγαπάει ακόμη. Αλλά να, δεν ξέρει -μετά απ’ όλα αυτά που συνέβησαν- αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί του και πάλι. Πρέπει να βρούνε ένα νέο κοινό σημείο επαφής – ένα λόγο, ένα άτομο, που θα μπορέσει να τους φέρει και πάλι κοντά. Δεν είναι όλα χαμένα, όχι ακόμη. Όχι όσο αναπνέει το παιδί της, όχι όσο έχει δίπλα της εκείνη τη γυναίκα-φως που ήρθε για να τη βγάλει απ’ τη σκοτοδίνη των ενοχών, την αδελφή της.
Ναι, είναι μαζί της σήμερα η Μαίρη, εκεί, στο νοσοκομείο. Κάθεται σιωπηλή σε μια γωνιά δίπλα απ’ το παράθυρο και διαβάζει ένα βιβλίο. Τόσο γαλήνια! Ναι, τη ζηλεύει, κι ας υποστηρίζει πώς είναι κι εκείνη μόνη. Εκείνη είναι μόνη επειδή είναι μία και μοναδική, η ίδια για τον ακριβώς αντίθετο λόγο.
«Όπως σου είπα: Όλα θα πάνε καλά. Τώρα που είμαι εδώ, νιώθω περισσότερο σίγουρη από ποτέ!»
Σηκώνει το κεφάλι απ’ τη θέα του γιου της, την κοιτά με αγάπη, της γνέφει σχεδόν με πίστη, καταφατικά. Όλα θα πάνε καλά!
Κάποιος μπαίνει στο θάλαμο. Γυρνά το βλέμμα της προς τα κει. Αναστατώνεται. Παγώνει. Εκείνος! Ο Αντρέας. Τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ; Τον κοιτάει σιωπηλά, άφοβα, άφωνα. Πόσο έχει αλλάξει! Μοιάζει να έχει καταρρεύσει. Έγινε κουρέλι, ολόκληρος ένας πόνος, που περιφέρεται σα φάντασμα στους διαδρόμους της ζωής. Πάει να πει κάτι, να του μιλήσει, μα δεν μπορεί. Δε βγαίνουνε τα λόγια. Δεν ξέρει και πώς ν’ αντιδράσει.
«Γεια σου, Αντρέα!»
Σπάει η Μαίρη τη σιωπή. Εκείνος λίγος ταράζεται. Δεν την είδε. Τώρα νιώθει περισσότερο άβολα. Νιώθει χαμένος. Σα να στέκεται μπροστά από κατήγορο και δικαστή και προσπαθεί κάπως να δικαιολογήσει τις πράξεις του, μα δεν του βγαίνουν τα λόγια. εφιάλτη του θυμίζει η σκηνή. Έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο θέλει να ξεφύγει, μα δεν μπορεί. Ένα εφιάλτη βαρύ, που όσο κι αν φωνάζει κανείς βοήθεια η φωνή του δεν μπορεί να ακουστεί.
«Έλα, κάθισε. Θα σας αφήσω μόνους.»
Μεταφέρει την καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι του παιδιού η Μαίρη, φιλά στο μάγουλο την αδελφή της και καθώς κατευθύνεται προς τα έξω αγγίζει τον Αντρέα φιλικά, σχεδόν με στοργή στον ώμο, δίχως ωστόσο να πει λέξη. Τους εγκαταλείπει στην αμηχανία και τις σιωπές τους.
Για λίγη ώρα απλά στέκεται εκεί και κοιτάει ο Αντρέας. εκείνη και το παιδί τους. Νιώθει ότι ήταν λάθος του που πήγε εκεί τέτοια ώρα. Αλλά, λάθος ή σωστό, το έκανε ήδη. Δεν μπορεί να δειλιάσει. Δεν μπορεί να υποχωρήσει. Όχι τώρα. Πλησιάζει αργά, δισταχτικά, προς το κρεβάτι. Κάθεται δίπλα στην Αναστασία. Δε μιλά. Φοβάται. Φοβάται μήπως και μυρίσει το πιοτό στο χνώτο του. Έκανες το πρώτο βήμα. Κάνε και το δεύτερο, μοιάζει να προστάζει τον εαυτό του, όμως εκείνος δε δείχνει πρόθυμος να υπακούσει.
Όσο για την Αναστασία κι αυτή χαμένα τα ’χει. Δεν τολμά να τον κοιτάξει. Δεν τολμά να του μιλήσει. Δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, έτσι ντύνεται πατόκορφα με τα ρούχα της απάθειας για να επιβιώσει. για να επιβιώσει απ’ αυτό το αναπάντεχο συναπάντημα. Όλα λάθος τα κάνεις, Αντρέα, όλα τη λάθος ώρα, θέλει να του πει. Αν ερχόταν λίγο πιο νωρίς ή λίγο πιο αργά, ίσως τα πράγματα να ήταν κάπως καλύτερα. Ωστόσο, αναρωτιέται τι ήταν εκείνο που τον έκανε να έρθει εδώ. Τι; Ποιος; Αφού εκείνος ο ίδιος της είχε απαγορεύσει να επιδιώξει να τον συναντήσει. Τώρα γιατί ήρθε;
Δε θα πάρει καμία απάντηση στο ερώτημά της -όχι ετούτη τη φορά- αφού έτσι ξαφνικά όπως ήρθε, αποφάσισε να φύγει ο Αντρέας. Σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα, χάιδεψε αμίλητα το πρόσωπο το παιδιού, της έπιασε για μια στιγμή φευγαλέα το χέρι κι απομακρύνθηκε.
Μια στιγμή αργότερα μπήκε στο δωμάτιο η Μαίρη.
«Λοιπόν;» Μπήκε αμέσως στο θέμα.
«Λοιπόν τι;»
«Τι έγινε;»
«Απολύτως τίποτα! Κάθισε, σιώπησε, έφυγε...»
«Έχει τα χάλια του.»
«Είναι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.»
«Τον λυπάσαι;»
«Δεν ξέρω. Μάλλον όχι. Ή ίσως ναι. Τον λυπάμαι, αλλά όχι πολύ. Τον αγαπώ, αλλά όχι και τόσο. Ω, δεν ξέρω τι λέω!»
«Σε καταλαβαίνω. Μια ζωή περάσατε μαζί, κι αυτό ποτέ μην το ξεχνάς. Πάντως δε μου φάνηκε οργισμένος, όπως τον περίμενα, αλλά μάλλον καταπονημένος, ηττημένος. Το πήρε πολύ βαρύτερα από σένα αυτό που συνέβηκε.»
«Είναι που εγώ άδειασα κι αδειάζω καθημερινά τον κουβά του πόνου, ενώ εκείνος μάλλον τα κρατάει όλα μέσα του.»
«Δεν έχει φίλους;»
«Ένα και μοναδικό. Κι εκείνος είναι φονιάς. Ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισε ποτέ στη ζωή μου, αλλά φονιάς. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει. Και δεν ξέρω κι αν ο δικός μου θα ήθελε να τον ακούσει. Πάντα ξεροκέφαλος ήταν ο Αντρέας, πάντα το δικό του έκανε. ποτέ δεν άκουγε κανένα.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν, Αναστασία μου, ειδικά όταν τους το επιβάλλουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι περιστάσεις. Τώρα, όσο κι αν τον πληγώνει, όσο κι αν τον καταθλίβει αυτό, πρέπει να ξεχάσει τον εγωισμό του. Πρέπει ν’ αρχίσει να σκέφτεται τους άλλους, εσάς, εσένα και τον Αλέξη, περισσότερο απ’ τον εαυτό του.»
«Δεν είναι κακός άνθρωπος, χαμένος είναι.»
«Δεν είπα ότι είναι κακός. Είπα ότι πρέπει να διορθώσει τα λάθη του. Κανένας δεν είναι αλάνθαστος, αυτό το είπαμε χιλιάδες φορές, αλλά πού και πού πρέπει να τολμάμε ν’ αλλάζουμε τα πάντα, να γυρίζουμε τον κόσμο ανάποδα, για να κάνουμε τα λάθη μας σωστά. Το να βλέπεις την αλήθεια δεν είναι αρκετό, πρέπει να την καταλαβαίνεις κιόλας, κι αυτό, προς το παρόν, ο Αντρέας δε φαίνεται να το κάνει. Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, αδελφούλα μου, είναι η αδιαφορία. Η δική του αδιαφορία για σένα και το παιδί σας ήταν που έφερε την καταστροφή...»
Άφησε τα λόγια της να πλανιόνται για λίγο στον αποπνικτικό αγέρα του θαλάμου η Μαίρη, να γεμίζουν τις σιωπές, σηκώνοντας σκόνη, ψάχνοντας στόχο. Είδε τα ματιά της αδελφής της να φωτίζονται και να σκοτεινιάζουν, ν’ αναπολούν και ν’ απορούν, προτού μιλήσει και πάλι, πριν βάλει μία ακόμη πινελιά στο σουρεαλιστικό σκηνικό της μέρας.
«Θυμάσαι, Αναστασία; Θυμάσαι πώς ήσουνα κάποτε; Θυμάσαι πόσο όμορφα σχέδια, πόσο πολύχρωμα όνειρα έκανες; Πάρε, λοιπόν, εκείνον τον κόσμο τον ιδανικό, το χαρούμενο που άλλοτε έκτιζες μέσα σου και οδήγησέ τον προς τα έξω. κάνε τον μ’ ένα χτύπημα των δαχτύλων να εμφανιστεί, να γίνει ζωή.»
«Τα όνειρα, Μαίρη... Τα όνειρα! Εκείνος με δίδαξε να ονειρεύομαι, ξέρεις και με δίδαξε καλά. Για να μ’ αφήσει, όμως, σαν πέρασε ο χρόνος μετεξεταστέα!»
«Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ αλλάξεις πορεία...»
«Μα ποιος ξέρει στ’ αλήθεια ποιος είναι ο σωστός δρόμος; Ποιος μπορεί στα σίγουρα να πει που οδηγεί;»
«Αν δεν αρχίσεις να περπατάς, δε θα το μάθεις ποτέ!»
«Αν δεν αρχίσω να περπατώ θα μείνω εδώ, που είναι η θέση μου...»
«Η θέση σου είναι εκεί έξω. Εκεί έξω που θα βγεις σύντομα πολύ, κρατώντας σφικτά το χέρι του Αλέξη.»
Άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει βιαστικά απ’ τα μάτια της η Αναστασία. Άπλωσε τα χέρια κι αγκάλιασε την αδελφή της. Την αγκάλιασε για τις σκληρές κι ανώδυνες αλήθειες της, για τη σιγουριά της, επειδή ήταν εκεί, επειδή της θύμιζε ποια ήταν η ίδια και ποια θα μπορούσε να γίνει. Δεν της είπε ευχαριστώ, τίποτα δεν της είπε. Μόνο την κράτησε έτσι για ώρα πολλή, μεταδίδοντας σώμα με σώμα την ευγνωμοσύνη της. Όσο υπάρχουν τέτοιες ψυχές, μπορώ κι εγώ η δόλια να ονειρεύομαι μια καλύτερη μέρα, σκέφτηκε, μα δε μίλησε, για να μη μολύνει με λέξεις τη μαγεία της στιγμής.

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 11

Απόψε βγήκε για ένα -λέμε τώρα- ποτό μόνη. Για να περιφέρει τη θλίψη της, ν’ αλλάξει παραστάσεις, να περισυλλέξει τις σκέψεις της, για να ψάξει να βρει το φως στο σκοτάδι των άλλων φυλών, των διαφορετικών, της νύχτας.
Είναι ντυμένη προκλητικά. με ρούχα που αναδεικνύουν μαεστρικά κάθε γραμμή και καμπύλη του καλοδιατηρημένου, αλλά όχι και τόσο νεανικού της πια κορμιού. κι είναι βαμμένη λιτά, θέλοντας να τονίσει την ομορφιά του -αμέτρητες φορές ξεπλυμένου με δάκρυα- προσώπου της. Το μοβ και το μαύρο της πάνε πολύ.
Κάθεται νωχελικά σ’ ένα σκαμπό, στη μπάρα ενός κάπως υπερβολικού προφίλ μπαρ, με το ένα πόδι σταυρωμένο πάνω απ’ τ’ άλλο, πίνει ένα κοκτέιλ και παρατηρεί σχεδόν αδιάφορα το καλοντυμένο πλήθος. Να ένα μέρος που ποτέ δε θα ερχόταν εκείνος, σκέφτεται η Βασιλική, ο ναός των σύγχρονων ευνούχων!
Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων μ’ αυτούς τους ανθρώπους; Τι απέγιναν οι άντρες; Είναι εκεί μόνη, είναι όμορφη και με τον τρόπο της φωνάζει διαθέσιμη, αλλά κανείς δεν τολμά να την πλησιάσει. Λες να διαβάζουν στα μάτια της τον πόνο; Λες, κάπως, να τους τρομάζει; Λες... να μην ανήκει εκεί; Να μην ανήκει! Εκεί!
Θέλοντας και μη, κι αφού δεν της παρουσιάζεται και κάνα διέξοδο κάνει και πάλι βουτιά στο μέσα της. στο τότε. Στο τότε που τον γνώρισε. Θυμάται ακόμη τα πάντα με μια ανεξήγητη διαύγεια. Τα ρούχα που φορούσε, τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά, τον τρόπο που την κοιτούσε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που την αντίκρισε. πώς πήρε αμέσως να τη γδύνει με το βλέμμα. Θυμάται το πώς ένιωσε μια έλξη ακαταμάχητη για κείνον. Θυμάται πόσο της προκάλεσαν την περιέργεια οι τρόποι του. Θυμάται πόσο τον ήθελε. εκεί, εκείνη την ώρα και για πάντα. Και θυμάται ακόμη πώς ένιωσε όταν έμαθε ότι ήταν παντρεμένος, ότι ανήκε σε κάποια άλλη. Όχι, δε λυπήθηκε, δεν απογοητεύτηκε. πείσμωσε. Πείσμωσε και είπε θα τον κάνω δικό μου. Και τον έκανε. Σιγά να μην της ξέφευγε! Ήταν... Ήταν τόσο διαφορετικός εκείνος. μύριζε άντρας. Όχι σαν κι ετούτα δω τα παιδαρέλια, τα κάθε ηλικίας και τα καθωσπρέπει, που την περιτριγυρίζουν δίχως να την πλησιάζουν.
Σηκώνει το βλέμμα απ’ το πολύχρωμο ποτό, απ’ το γκρίζο μέσα της. Προσπαθεί ν’ ακούσει τους στίχους του τραγουδιού που παίζει, αλλά είναι αδύνατο, οι φωνές των απόντων τους υπερκαλύπτουν. Θέλει να σηκωθεί να φύγει, να πάει κάπου αλλού, αλλά δε θα το κάνει. Θα μείνει εκεί και θα μεθύσει. Και μετά θα βγει έξω στο δρόμο και θα πάρει τρεκλίζοντας ένα ταξί για το σπίτι της, για τη φυλακή της. Κι εκεί θα πέσει στο κρεβάτι της ξερή, σαν το κούτσουρο που είναι. Κι ύστερα από δυο-τρεις ώρες θα ξυπνήσει διψασμένη απ’ το πιοτό, αφυδατωμένη απ’ την απουσία του. Έτσι ακριβώς θα κάνει. Έτσι ακριβώς θα γίνει.
«Ένα σφηνάκι βότκα!» διατάζει τον μπάρμαν, που στέκεται σχεδόν συνέχεια δίπλα της.
«Κερασμένο!» ακούει μια βαθιά φωνή να προστάζει από πίσω.
Γυρίζει το κορμί, στρέφει το βλέμμα. Αντικρίζει ένα ψηλό πολύ και καλοντυμένο μεσήλικα με μαύρα μαλλιά, που πήραν να γκριζάρουν, και μάτια μελισσιά που στάζουν αυτοπεποίθηση. Αυτοπεποίθηση, όχι αλαζονεία.
«Σ’ ευχαριστώ!» του λέει. Τον περιμένει να πάει να καθίσει δίπλα της, αλλά δεν το κάνει. Τον προσκαλεί με το βλέμμα. Δέχεται.
«Μου φάνηκε ότι ήθελες να είσαι μόνη, να σε αφήσουν στην ησυχία σου.»
«Αν το ήθελα αυτό δε θα ’βγαινα. Αλλά κι εδώ που ήρθα, πάλι μόνη ήμουνα. Μέχρι τώρα.»
Προσπάθησε να του χαρίσει ένα από εκείνα τα παλιά τα ζεστά της τα χαμόγελα, μα δεν τα κατάφερε, της βγήκε ψεύτικο, γι’ αυτό και το απέσυρε βιαστικά. Το έκρυψε στο σφηνάκι με τη βότκα.
«Εσύ; Μόνος;» τον ρώτησε λίγο μετά για σπάσει την αμηχανία. τη δική της αμηχανία.
«Εδώ, ναι! Στη ζωή...» Της έδειξε το καταραμένο το δαχτυλίδι.
«Και που είναι το καλύτερο ή το χειρότερο μισό σου;» κατάφερε να ρωτήσει με μια πινελιά ειρωνείας στη φωνή, κάνοντάς τον να χαμογελάσει.
«Τριγυρνά στας Ευρώπας!» απάντησ’ εκείνος μ’ ένα παλιομοδίτικο τρόπο. Κοίταξαν ο ένας -για μια στιγμή διερευνητικά- τον άλλο και ξέσπασαν σ’ ακράτητα γέλια.
«Το χρειαζόμουν αυτό!» κατάφερε να μιλήσει πρώτη εκείνη. «Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που γέλασα.»
«Κι εγώ. Αλλά, τι να κάνει κανείς; Έτσι είν’ η ζωή. Μακάρι να γελούσαμε όλοι πιο πολύ κι ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος.»
«Στην υγειά σου, γεροφιλόσοφε!» αποκρίθηκ’ εκείνη τσουγκρίζοντας το ποτήρι της με το δικό του, που ήταν ως τη μέση γιομάτο με ουίσκι και πάγο.
«Και γέρος και φιλόσοφος. Δίκιο έχεις και για τα δύο. Αν κι η γυναίκα μου μάλλον μόνο με το πρώτο συμφωνεί. Αυτή χαϊδευτικά μ’ αποκαλεί, γέρο-ξεκούτη!»
Πήραν να γελάνε και πάλι. Της άρεσε! Της άρεσε πολύ, εκ πρώτης όψεως, αυτός ο άγνωστος, ο παράξενος άνθρωπος. Ίσως επειδή ήταν ο πρώτος άντρας που δέησε να την πλησιάσει, ίσως επειδή έμοιαζε κάπου να την καταλαβαίνει, ίσως κι επειδή τίποτα δε ρωτούσε, καθόλου δεν την τυραγνούσε μ’ ερωτήσεις ανούσιες, που θα της χαλούσαν τη στιγμή και θα της έκλεβαν το σχεδόν ξεχασμένο στο πέρασμα του χρόνου κέφι. Τελικά θα αποδεικνυόταν μεγάλη ετούτη η νύχτα. πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα περίμενε ποτέ η Βασιλική, και δε θα ήταν λουσμένη όπως πάντοτε, τώρα τελευταία, στη μέθη και τη θλίψη, αλλά στη μέθη και την προσδοκία.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

Η Σώτη στο FNAC

Πήρα την πιο πάνω πρόσκληση από τη Σώτη Τριανταφύλλου και την "αναμεταδίδω".
Κάντε διπλό κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τις πληροφορίες, μια και εδώ δεν διακρίνονται καθαρά.