Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Της μοναξιάς

Να κάθεται εκεί, μονάχη μες στην παρέα των έξι και ν’ αναρωτιέται:«Τι γυρεύω εγώ εδώ;»Οι γύρω της σκιές, οι φωνές απόηχοι, η μοναξιά του πλήθους να την πνίγει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να διαβάζει.Όλοι να μιλάνε, εκείνη να ακούει.Ίσως να ζει μέσα στο κεφάλι της, οι άλλοι, όμως, είναι υδροκέφαλοι.Όχι, δεν το λέει εκείνη αυτό, εγώ το λέω.Στο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη η καλοσύνη,αυτή ντε, που θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου,στη μοχθηρία του κόσμου.Κάτι σκιάζει της που και που το βλέμμα,κι άλλοτε ανοίγει διάπλατα τα μάτια,λες κι αντικρίζει ένα θαύμα.Χαμένη στο αλλού, κι όμως εδώ,συνένοχη στης καθημέρας την αφόρητη πλήξη.«Αχ, και νάταν όλα αλλιώς,» σκέφτεται.«Αχ, και νάμουν αλλιώς».Αλλά, δεν είναι. Κι έτσι βιώνει κι αυτή τους μικρούς της θανάτους,αναπολώντας μια μελλοντική ζωή.Ο ήλιος έξω λάμπει, μέσα της σκοτεινιάζει.Χαμογελά.Πικρά!Ίσως αύριο όλα να είν’ αλλιώτικα.Ίσως να είναι καλύτερα.Ίσως…
υ.γ. Παλιό το κείμενο αλλά εικόνες και σκέψεις σαν κι αυτές δεν αλλάζουν ποτέ

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 18

Νιώθει ακόμη τη μυρωδιά του, την αύρα του, να περιπλανιέται στο χώρο. Να της γεμίζει τα στήθια αμυχές, το μυαλό αναμνήσεις. Της λείπει. Της λείπει ο άτιμος, πολύ. Θέλει να τον δει, θέλει να του μιλήσει και να τον ακούσει. Ποτέ δε μιλούσαν ιδιαίτερα οι δυο τους, όχι μεταξύ τους δηλαδή, κι ίσως αυτό να ήταν που οδήγησε στην αποξένωση και στην απομάκρυνση, στη θανατερή μοναξιά, στα τετελεσμένα. Δε σκότωσα τη σχέση μας. Την άφησα ν’ αυτοκτονήσει στα χέρια του, σκέφτεται.
Τον αγαπάει τον Αντρέα. τον αγαπάει ακόμη. Αλλά να, δεν ξέρει -μετά απ’ όλα αυτά που συνέβησαν- αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί του και πάλι. Πρέπει να βρούνε ένα νέο κοινό σημείο επαφής – ένα λόγο, ένα άτομο, που θα μπορέσει να τους φέρει και πάλι κοντά. Δεν είναι όλα χαμένα, όχι ακόμη. Όχι όσο αναπνέει το παιδί της, όχι όσο έχει δίπλα της εκείνη τη γυναίκα-φως που ήρθε για να τη βγάλει απ’ τη σκοτοδίνη των ενοχών, την αδελφή της.
Ναι, είναι μαζί της σήμερα η Μαίρη, εκεί, στο νοσοκομείο. Κάθεται σιωπηλή σε μια γωνιά δίπλα απ’ το παράθυρο και διαβάζει ένα βιβλίο. Τόσο γαλήνια! Ναι, τη ζηλεύει, κι ας υποστηρίζει πώς είναι κι εκείνη μόνη. Εκείνη είναι μόνη επειδή είναι μία και μοναδική, η ίδια για τον ακριβώς αντίθετο λόγο.
«Όπως σου είπα: Όλα θα πάνε καλά. Τώρα που είμαι εδώ, νιώθω περισσότερο σίγουρη από ποτέ!»
Σηκώνει το κεφάλι απ’ τη θέα του γιου της, την κοιτά με αγάπη, της γνέφει σχεδόν με πίστη, καταφατικά. Όλα θα πάνε καλά!
Κάποιος μπαίνει στο θάλαμο. Γυρνά το βλέμμα της προς τα κει. Αναστατώνεται. Παγώνει. Εκείνος! Ο Αντρέας. Τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ; Τον κοιτάει σιωπηλά, άφοβα, άφωνα. Πόσο έχει αλλάξει! Μοιάζει να έχει καταρρεύσει. Έγινε κουρέλι, ολόκληρος ένας πόνος, που περιφέρεται σα φάντασμα στους διαδρόμους της ζωής. Πάει να πει κάτι, να του μιλήσει, μα δεν μπορεί. Δε βγαίνουνε τα λόγια. Δεν ξέρει και πώς ν’ αντιδράσει.
«Γεια σου, Αντρέα!»
Σπάει η Μαίρη τη σιωπή. Εκείνος λίγος ταράζεται. Δεν την είδε. Τώρα νιώθει περισσότερο άβολα. Νιώθει χαμένος. Σα να στέκεται μπροστά από κατήγορο και δικαστή και προσπαθεί κάπως να δικαιολογήσει τις πράξεις του, μα δεν του βγαίνουν τα λόγια. εφιάλτη του θυμίζει η σκηνή. Έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο θέλει να ξεφύγει, μα δεν μπορεί. Ένα εφιάλτη βαρύ, που όσο κι αν φωνάζει κανείς βοήθεια η φωνή του δεν μπορεί να ακουστεί.
«Έλα, κάθισε. Θα σας αφήσω μόνους.»
Μεταφέρει την καρέκλα της δίπλα στο κρεβάτι του παιδιού η Μαίρη, φιλά στο μάγουλο την αδελφή της και καθώς κατευθύνεται προς τα έξω αγγίζει τον Αντρέα φιλικά, σχεδόν με στοργή στον ώμο, δίχως ωστόσο να πει λέξη. Τους εγκαταλείπει στην αμηχανία και τις σιωπές τους.
Για λίγη ώρα απλά στέκεται εκεί και κοιτάει ο Αντρέας. εκείνη και το παιδί τους. Νιώθει ότι ήταν λάθος του που πήγε εκεί τέτοια ώρα. Αλλά, λάθος ή σωστό, το έκανε ήδη. Δεν μπορεί να δειλιάσει. Δεν μπορεί να υποχωρήσει. Όχι τώρα. Πλησιάζει αργά, δισταχτικά, προς το κρεβάτι. Κάθεται δίπλα στην Αναστασία. Δε μιλά. Φοβάται. Φοβάται μήπως και μυρίσει το πιοτό στο χνώτο του. Έκανες το πρώτο βήμα. Κάνε και το δεύτερο, μοιάζει να προστάζει τον εαυτό του, όμως εκείνος δε δείχνει πρόθυμος να υπακούσει.
Όσο για την Αναστασία κι αυτή χαμένα τα ’χει. Δεν τολμά να τον κοιτάξει. Δεν τολμά να του μιλήσει. Δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, έτσι ντύνεται πατόκορφα με τα ρούχα της απάθειας για να επιβιώσει. για να επιβιώσει απ’ αυτό το αναπάντεχο συναπάντημα. Όλα λάθος τα κάνεις, Αντρέα, όλα τη λάθος ώρα, θέλει να του πει. Αν ερχόταν λίγο πιο νωρίς ή λίγο πιο αργά, ίσως τα πράγματα να ήταν κάπως καλύτερα. Ωστόσο, αναρωτιέται τι ήταν εκείνο που τον έκανε να έρθει εδώ. Τι; Ποιος; Αφού εκείνος ο ίδιος της είχε απαγορεύσει να επιδιώξει να τον συναντήσει. Τώρα γιατί ήρθε;
Δε θα πάρει καμία απάντηση στο ερώτημά της -όχι ετούτη τη φορά- αφού έτσι ξαφνικά όπως ήρθε, αποφάσισε να φύγει ο Αντρέας. Σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα, χάιδεψε αμίλητα το πρόσωπο το παιδιού, της έπιασε για μια στιγμή φευγαλέα το χέρι κι απομακρύνθηκε.
Μια στιγμή αργότερα μπήκε στο δωμάτιο η Μαίρη.
«Λοιπόν;» Μπήκε αμέσως στο θέμα.
«Λοιπόν τι;»
«Τι έγινε;»
«Απολύτως τίποτα! Κάθισε, σιώπησε, έφυγε...»
«Έχει τα χάλια του.»
«Είναι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.»
«Τον λυπάσαι;»
«Δεν ξέρω. Μάλλον όχι. Ή ίσως ναι. Τον λυπάμαι, αλλά όχι πολύ. Τον αγαπώ, αλλά όχι και τόσο. Ω, δεν ξέρω τι λέω!»
«Σε καταλαβαίνω. Μια ζωή περάσατε μαζί, κι αυτό ποτέ μην το ξεχνάς. Πάντως δε μου φάνηκε οργισμένος, όπως τον περίμενα, αλλά μάλλον καταπονημένος, ηττημένος. Το πήρε πολύ βαρύτερα από σένα αυτό που συνέβηκε.»
«Είναι που εγώ άδειασα κι αδειάζω καθημερινά τον κουβά του πόνου, ενώ εκείνος μάλλον τα κρατάει όλα μέσα του.»
«Δεν έχει φίλους;»
«Ένα και μοναδικό. Κι εκείνος είναι φονιάς. Ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισε ποτέ στη ζωή μου, αλλά φονιάς. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει. Και δεν ξέρω κι αν ο δικός μου θα ήθελε να τον ακούσει. Πάντα ξεροκέφαλος ήταν ο Αντρέας, πάντα το δικό του έκανε. ποτέ δεν άκουγε κανένα.»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν, Αναστασία μου, ειδικά όταν τους το επιβάλλουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι περιστάσεις. Τώρα, όσο κι αν τον πληγώνει, όσο κι αν τον καταθλίβει αυτό, πρέπει να ξεχάσει τον εγωισμό του. Πρέπει ν’ αρχίσει να σκέφτεται τους άλλους, εσάς, εσένα και τον Αλέξη, περισσότερο απ’ τον εαυτό του.»
«Δεν είναι κακός άνθρωπος, χαμένος είναι.»
«Δεν είπα ότι είναι κακός. Είπα ότι πρέπει να διορθώσει τα λάθη του. Κανένας δεν είναι αλάνθαστος, αυτό το είπαμε χιλιάδες φορές, αλλά πού και πού πρέπει να τολμάμε ν’ αλλάζουμε τα πάντα, να γυρίζουμε τον κόσμο ανάποδα, για να κάνουμε τα λάθη μας σωστά. Το να βλέπεις την αλήθεια δεν είναι αρκετό, πρέπει να την καταλαβαίνεις κιόλας, κι αυτό, προς το παρόν, ο Αντρέας δε φαίνεται να το κάνει. Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, αδελφούλα μου, είναι η αδιαφορία. Η δική του αδιαφορία για σένα και το παιδί σας ήταν που έφερε την καταστροφή...»
Άφησε τα λόγια της να πλανιόνται για λίγο στον αποπνικτικό αγέρα του θαλάμου η Μαίρη, να γεμίζουν τις σιωπές, σηκώνοντας σκόνη, ψάχνοντας στόχο. Είδε τα ματιά της αδελφής της να φωτίζονται και να σκοτεινιάζουν, ν’ αναπολούν και ν’ απορούν, προτού μιλήσει και πάλι, πριν βάλει μία ακόμη πινελιά στο σουρεαλιστικό σκηνικό της μέρας.
«Θυμάσαι, Αναστασία; Θυμάσαι πώς ήσουνα κάποτε; Θυμάσαι πόσο όμορφα σχέδια, πόσο πολύχρωμα όνειρα έκανες; Πάρε, λοιπόν, εκείνον τον κόσμο τον ιδανικό, το χαρούμενο που άλλοτε έκτιζες μέσα σου και οδήγησέ τον προς τα έξω. κάνε τον μ’ ένα χτύπημα των δαχτύλων να εμφανιστεί, να γίνει ζωή.»
«Τα όνειρα, Μαίρη... Τα όνειρα! Εκείνος με δίδαξε να ονειρεύομαι, ξέρεις και με δίδαξε καλά. Για να μ’ αφήσει, όμως, σαν πέρασε ο χρόνος μετεξεταστέα!»
«Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ αλλάξεις πορεία...»
«Μα ποιος ξέρει στ’ αλήθεια ποιος είναι ο σωστός δρόμος; Ποιος μπορεί στα σίγουρα να πει που οδηγεί;»
«Αν δεν αρχίσεις να περπατάς, δε θα το μάθεις ποτέ!»
«Αν δεν αρχίσω να περπατώ θα μείνω εδώ, που είναι η θέση μου...»
«Η θέση σου είναι εκεί έξω. Εκεί έξω που θα βγεις σύντομα πολύ, κρατώντας σφικτά το χέρι του Αλέξη.»
Άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει βιαστικά απ’ τα μάτια της η Αναστασία. Άπλωσε τα χέρια κι αγκάλιασε την αδελφή της. Την αγκάλιασε για τις σκληρές κι ανώδυνες αλήθειες της, για τη σιγουριά της, επειδή ήταν εκεί, επειδή της θύμιζε ποια ήταν η ίδια και ποια θα μπορούσε να γίνει. Δεν της είπε ευχαριστώ, τίποτα δεν της είπε. Μόνο την κράτησε έτσι για ώρα πολλή, μεταδίδοντας σώμα με σώμα την ευγνωμοσύνη της. Όσο υπάρχουν τέτοιες ψυχές, μπορώ κι εγώ η δόλια να ονειρεύομαι μια καλύτερη μέρα, σκέφτηκε, μα δε μίλησε, για να μη μολύνει με λέξεις τη μαγεία της στιγμής.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 9

Μακρύς και δύσκολος κι ανηφορικός πολύ ήταν ο δρόμος που περπάτησε βήμα το βήμα, λεπτό το λεπτό, μέχρι να φτάσει ως εδώ. ώσπου να φτάσει στο κατώφλι της χαράς και να το προσπεράσει, για να κινήσει ολοταχώς για το ξωπόρτι της απώλειας. Θα ζήσω για πάντα, φώναζε κάποτε ο τρελός, μα, απ’ ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν περίμενε ότι θα έβλεπε άλλους δίπλα του να πεθαίνουν.
Κάθεται δίπλα από ένα κρεβάτι, σε κάποιον θάλαμο αφόρητα παραμελημένου και φαινομενικά ξεχασμένου απ’ το χρόνο, νοσοκομείου. Βλέπει σωλήνες και σωληνάκια να εισβάλλουν στο στόμα και τα χέρια ενός κορμιού αγαπημένου, ένα καρδιογράφο να καταγράφει τις κινήσεις του μέσα του και ραγίζει. Θέλει ν’ αφήσει να ξεφύγει απ’ τα στήθια του μια σπαρακτική κραυγή, μια βλαστήμια, μια προσευχή-απειλή, για ν’ αδειάσει, να ξαλαφρώσει, αλλά κρατά γερά τα λουριά του εαυτού του, δεν τον αφήνει να ξεφύγει απ’ τον έλεγχο.
Σα να κρατά συντροφιά στο γέρο άρχοντα, το θάνατο, έτσι νιώθει. Η απόλυτη σιγή του χώρου τον τρομάζει, τον καθησυχάζει, τον αφυπνίζει και την αφηνιασμένη του ψυχή πολύ ταλαιπωρεί. Θέλει να πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα νικήσει η χαρά, η ζωή, αλλά δεν μπορεί. όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να δει τον κόσμο φωτεινό, το μέλλον μ’ αισιοδοξία.
Στον τοίχο βλέπει μια εικόνα του Χριστού, παλιά πολύ, από χαρτί λεπτό και ξεβαμμένο. Λες; Λες να προσευχηθεί σ’ Εκείνον για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια; Αλλά, όχι. Όχι! Αν όλα στον κόσμο Του ήταν σωστά και καθώς πρέπει καμωμένα, ποτέ δε θα συνέβαινε αυτό που του συμβαίνει, ποτέ δε θα έπεφτε στο βάραθρο, ποτέ του δε θα γνώριζε τέτοιο πόνο. Εκτός κι αν πληρώνει τις αμαρτίες του, όπως λένε κι οι παπάδες. Αλλά, αν είν’ έτσι, εκείνοι γιατί δεν πληρώνουν τις δικές τους;
Σηκώνεται απ’ την καρέκλα. Περπατά όσο πιο αθόρυβα μπορεί πάνω κάτω μέσα στο θάλαμο. Αφουγκράζεται τις ανάσες των άλλων ασθενών, που λες και μετά βίας αφήνουν τα στήθια τους. Πηγαίνει στο παράθυρο, αλλά τι θέα ν’ απολαύσει; Γκρίζες πολυκατοικίες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα -κολλημένα σχεδόν το ένα πάνω το άλλο- στα πεζοδρόμια, ένα ξερό χωράφι αφημένο στη μοίρα του, δυο-τρία δέντρα, που κατά τύχη μάλλον ξέφυγαν απ’ το τσεκούρι του πολιτισμού, και τα φώτα της νύχτας. Ψάχνει τον ουρανό, αλλά δεν τον βρίσκει. Αλλά και να τον έβρισκε, τ’ αστέρια θ’ απουσίαζαν. θα ’ταν αλλού, όπως και το φως που άλλοτε έλουζε τη ζωή του. Κάνει να κατευθυνθεί προς τα έξω, για να βρει κάποια γωνιά ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, αλλά αμέσως μετανιώνει. Δεν το κάνει η ψυχή του. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής του στο κρεβάτι του πόνου μοναχό του, μόνο και μόνο επειδή θέλει να ρίξει στο πηγάδι του μέσα του λίγες ακόμη ανάσες θάνατο.
Ξεφυσάει άηχα, ενοχικά, και επιστρέφει στη θέση του. Κάθεται και παίρνει να χαϊδεύει απαλά, νωχελικά, με στοργή ανείπωτη τα μαλλιά και το πρόσωπο, την αγγελική μορφή που έχει μπροστά του. Θα γίνεις καλά, ψιθυρίζει. Θα γίνεις καλά. Καλύτερα κι από πρώτα. Αλλά, δεν ακούγεται και τόσο σίγουρος, όχι και τόσο πειστικός. ούτε ακόμη και στον εαυτό μου. Α, ρε Αντρέα! Ποιος να στο ’λεγε!
Αποτραβάει το χέρι, το αφήνει να πέσει παρατημένο στο πλευρό της καρέκλας. Χαλαρώνει το κορμί. Κλείνει τα μάτια. Δε θα κοιμηθεί, το ξέρει. Αλλά να, και μια ψευδαίσθηση ύπνου του κάνει, είναι αρκετή. για να τον κάνει για λίγο να ξεφύγει απ’ τους δαίμονές του, για να ξεχαστεί.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 1

Επιτέλους, κάτι καινούριο!
Δεν ξέρω που ακριβώς θα με βγάλει αυτή η ιστορία, τους δρόμους που θα ακολουθήσει, αλλά εύχομαι τουλάχιστον να είναι ενδιαφέρουσα, τόσο για σας όσο και για μένα.
Ιδού, λοιπόν, το πρώτο κεφάλαιο από ένα -άγραφο ακόμη- μυθιστόρημα με τίτλο:
"Δυο φωνές και μια σιωπή"

Κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα και κοιτά έξω τη βροχή να πέφτει απαλά, σα σε χορογραφία, και νιώθει το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;» αναρωτιέται. «Πώς;» βροντοφωνάζει. Αλλά, η μοναξιά της, οι τοίχοι κι η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Δεν την περιμένει, άλλωστε. Την ξέρει. Την ξέρει πολύ καλά. Κι η απάντηση αυτή είναι που την σκοτώνει, που τη φέρνει κάθε μέρα, κάθε ώρα, όλο και πιο πολύ στο χείλος του γκρεμού, που την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει και τον κάτασπρο διάφανο καπνό από ένα τσιγάρο που έχει φτάσει στο τέλος του, που σε λίγο θ’ αναπαυθεί δίπλα-πάνω σε άλλα πολλά, στο τασάκι.
«Πρέπει να κάνω κάτι,» σκέφτεται, «αλλά τι;» Τι να κάνει; Αφού ο έλεγχος ξέφυγε απ’ τα χέρια της – απ’ τα χέρια τους. Όχι πώς τον είχαν ποτέ, όχι απόλυτα. Τη ζωή κανείς δεν την ελέγχει, πάντα τα δικά της κάνει, χαρίζοντας την ίδια ώρα στους δόλιους τους ανθρώπους ψευδαισθήσεις σιγουριάς και ασφάλειας. Να, σαν κι αυτές που είχε η Βασιλική. Όλα νόμιζε ότι θα πήγαιναν καλά, ότι αυτοί ποτέ δε θα την πάθαιναν όπως οι άλλοι, ότι ήταν γραμμένη στ’ αστέρια η ευτυχία τους. Κάποια φορά, μάλιστα, πλήρωσε αδρά κάποια περιπλανώμενη χειρομάντισσα για να της επιβεβαιώσει τις άκυρές της ψευδαισθήσεις. Κι εκείνη το έκανε. Της υποσχέθηκε μια υπέροχη ζωή, μα τα όνειρά της έμειναν ανεκπλήρωτα.
Και τώρα; Στέκεται σ’ ένα σταυροδρόμι και δεν ξέρει προς τα που να κινηθεί, που θα τη βγάλει ο δρόμος της. Κλείνεται ερμητικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και του μέσα της, κι αναπολεί ένα παρελθόν λειψό, ένα μέλλον που δε θα ανατείλει ποτέ.
Η βροχή πού και πού τη βγάζει απ’ τις σκέψεις της, αλλά όχι για πολύ. Ανοίγει τα μάτια και κοιτά προς τα έξω, προς τον κόσμο που εξακολουθεί πεισματικά να υπάρχει. Ακούει τις σταγόνες καθώς πέφτουν με δύναμη αναπηδώντας στο πλακόστρωτο, βλέπει τα πρώτα φώτα της νύχτας να τους ζωγραφίζουν πορτοκαλοκίτρινες σκιές. Ένα κορίτσι με όμορφο κόκκινο φουστάνι, βρεγμένο ως το κόκαλο, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σε κότσο και μ’ ένα μικρό σακίδιο στον ώμο, στέκεται κάτω από μια τέντα και σα να τουρτουρίζει. Την έπιασε εξ’ απροόπτου αυτή η φθινοπωρινή μπόρα. Για μια στιγμή σκέφτεται να την προσκαλέσει μέσα, στο σπίτι της, να στεγνώσει, να ζεσταθεί, αλλά δεν το κάνει. Τα προβλήματα των άλλων δεν την αφορούν. όχι πια! Εξάλλου είναι πολύ μικρά, πολύ ασήμαντα, μπροστά στα δικά της τα αιματοβαμμένα.
Η βροχή αγριεύει, το μέσα της θεριεύει. Που να ’ναι τώρα εκείνος; Που να ’ναι ο Αντρέας; Δε ρωτάει στ’ αλήθεια. Ξέρει. Ξέρει που είναι, αλλά να, τον χρειάζεται. Το κορμί της τον χρειάζεται. Η ψυχή της τον χρειάζεται. Μόνο εκείνος μπορεί και την ηρεμεί, μονάχα εκείνος την κάνει κι εκρήγνεται. Έχει τον τρόπο του.
Προτού τον γνωρίσει δεν πίστευε πώς θα μπορούσε ποτέ της να ερωτευτεί. Όλοι ίδιοι τής φαίνονταν οι άντρες, παιδιά της μαμάς, απλώς παιδιά, ανούσιοι. Αλλά όχι ο Αντρέας. Όχι εκείνος. Απ’ την πρώτη φορά που τον είδε, κατάλαβε. Ήταν διαφορετικός αυτός. Ήταν δυνατός. Αν τον κατακτούσε, αν τον έκανε δικό της, αυτός ποτέ δε θα της κλαιγόταν. Θα ήταν πάντα εκεί, πάντα δίπλα της, να τη στηρίζει.
Αλλά, τώρα δεν είναι. Τα ’φερε έτσι η ζωή η πλανεύτρα και τον έχασε. Τον έχασε δίχως να τον χάσει. Δεν την απογοήτευσε ποτέ. Δεν την εγκατέλειψε. Ήταν ο άντρας. ο άντρας της! Ποιος ξέρει; Ίσως όταν περάσει η φουρτούνα -κάνε θεέ μου να περάσει γρήγορα, μέσα της κρυφά παρακαλεί- γυρίσει πίσω κοντά της. Όχι ίσως, θα το κάνει αυτό, θα γυρίσει σίγουρα σ’ εκείνη. Φτάνει τα πράγματα να παν καλά. Φτάνει να μην πληρώσουν στον κόσμο ετούτο, σ’ αυτή τη ζωή, για τις αμαρτίες τους, φτάνει να ζήσει...