Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βροχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βροχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Ουφ (της ανακούφισης)

Επιτέλους, οι «εφιαλτικές» μέρες της πόλης τελείωσαν. Ναι, ξέρω, κάπου το παρατραβώ περιγράφοντας με τόσο μελανά χρώματα την παραμονή μου εκεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι έφτασα πια να απεχθάνομαι στ’ αλήθεια τον τόπο που άλλοτε μου χάριζε ζωή. Είναι πολύ πιθανόν κάποτε να επιστρέψω στη Λευκωσία, αλλά προς το παρόν λέω να χαρώ όσο μπορώ περισσότερο αυτά τα λίγα, τα πολλά, που μου χαρίζει το χωριό. Να καλημερίζω καθημερινά το φιλαράκι πιο πάνω, να περιμένω τα μανταρίνια και τα λεμόνια να ωριμάσουν, να μελετώ τα σύννεφα και να μετρώ τα άστρα.
Υπολόγιζα ότι από χθες θα άρχιζα να γράφω το νέο βιβλίο αλλά οι καταστάσεις (βλέπε «επιθεώρηση αυτοκινήτου») δε μου το επέτρεψαν. Σπίτι επέστρεψα πολύ αργά το βράδυ, κοιμήθηκα λίγο, ξύπνησα με αστραπές και βροντές πολύ νωρίς το πρωί, οπότε για σήμερα συγγραφή δεν προβλέπεται.
Αλλά, εντάξει, αυτό δε με χαλάει και τόσο. Η ιστορία πήρε σιγά σιγά να γράφεται μέσα μου, οπότε είναι απλά θέμα χρόνου πότε θ’ αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά στην οθόνη. Τώρα, αν θα μου βγει ή όχι, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.
Προς το παρόν σας στέλνω βρόχινους χαιρετισμούς από τη φθινοπωρινή Κύπρο.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Δυο φωνές και μια σιωπή - 1

Επιτέλους, κάτι καινούριο!
Δεν ξέρω που ακριβώς θα με βγάλει αυτή η ιστορία, τους δρόμους που θα ακολουθήσει, αλλά εύχομαι τουλάχιστον να είναι ενδιαφέρουσα, τόσο για σας όσο και για μένα.
Ιδού, λοιπόν, το πρώτο κεφάλαιο από ένα -άγραφο ακόμη- μυθιστόρημα με τίτλο:
"Δυο φωνές και μια σιωπή"

Κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα και κοιτά έξω τη βροχή να πέφτει απαλά, σα σε χορογραφία, και νιώθει το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;» αναρωτιέται. «Πώς;» βροντοφωνάζει. Αλλά, η μοναξιά της, οι τοίχοι κι η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Δεν την περιμένει, άλλωστε. Την ξέρει. Την ξέρει πολύ καλά. Κι η απάντηση αυτή είναι που την σκοτώνει, που τη φέρνει κάθε μέρα, κάθε ώρα, όλο και πιο πολύ στο χείλος του γκρεμού, που την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει και τον κάτασπρο διάφανο καπνό από ένα τσιγάρο που έχει φτάσει στο τέλος του, που σε λίγο θ’ αναπαυθεί δίπλα-πάνω σε άλλα πολλά, στο τασάκι.
«Πρέπει να κάνω κάτι,» σκέφτεται, «αλλά τι;» Τι να κάνει; Αφού ο έλεγχος ξέφυγε απ’ τα χέρια της – απ’ τα χέρια τους. Όχι πώς τον είχαν ποτέ, όχι απόλυτα. Τη ζωή κανείς δεν την ελέγχει, πάντα τα δικά της κάνει, χαρίζοντας την ίδια ώρα στους δόλιους τους ανθρώπους ψευδαισθήσεις σιγουριάς και ασφάλειας. Να, σαν κι αυτές που είχε η Βασιλική. Όλα νόμιζε ότι θα πήγαιναν καλά, ότι αυτοί ποτέ δε θα την πάθαιναν όπως οι άλλοι, ότι ήταν γραμμένη στ’ αστέρια η ευτυχία τους. Κάποια φορά, μάλιστα, πλήρωσε αδρά κάποια περιπλανώμενη χειρομάντισσα για να της επιβεβαιώσει τις άκυρές της ψευδαισθήσεις. Κι εκείνη το έκανε. Της υποσχέθηκε μια υπέροχη ζωή, μα τα όνειρά της έμειναν ανεκπλήρωτα.
Και τώρα; Στέκεται σ’ ένα σταυροδρόμι και δεν ξέρει προς τα που να κινηθεί, που θα τη βγάλει ο δρόμος της. Κλείνεται ερμητικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και του μέσα της, κι αναπολεί ένα παρελθόν λειψό, ένα μέλλον που δε θα ανατείλει ποτέ.
Η βροχή πού και πού τη βγάζει απ’ τις σκέψεις της, αλλά όχι για πολύ. Ανοίγει τα μάτια και κοιτά προς τα έξω, προς τον κόσμο που εξακολουθεί πεισματικά να υπάρχει. Ακούει τις σταγόνες καθώς πέφτουν με δύναμη αναπηδώντας στο πλακόστρωτο, βλέπει τα πρώτα φώτα της νύχτας να τους ζωγραφίζουν πορτοκαλοκίτρινες σκιές. Ένα κορίτσι με όμορφο κόκκινο φουστάνι, βρεγμένο ως το κόκαλο, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σε κότσο και μ’ ένα μικρό σακίδιο στον ώμο, στέκεται κάτω από μια τέντα και σα να τουρτουρίζει. Την έπιασε εξ’ απροόπτου αυτή η φθινοπωρινή μπόρα. Για μια στιγμή σκέφτεται να την προσκαλέσει μέσα, στο σπίτι της, να στεγνώσει, να ζεσταθεί, αλλά δεν το κάνει. Τα προβλήματα των άλλων δεν την αφορούν. όχι πια! Εξάλλου είναι πολύ μικρά, πολύ ασήμαντα, μπροστά στα δικά της τα αιματοβαμμένα.
Η βροχή αγριεύει, το μέσα της θεριεύει. Που να ’ναι τώρα εκείνος; Που να ’ναι ο Αντρέας; Δε ρωτάει στ’ αλήθεια. Ξέρει. Ξέρει που είναι, αλλά να, τον χρειάζεται. Το κορμί της τον χρειάζεται. Η ψυχή της τον χρειάζεται. Μόνο εκείνος μπορεί και την ηρεμεί, μονάχα εκείνος την κάνει κι εκρήγνεται. Έχει τον τρόπο του.
Προτού τον γνωρίσει δεν πίστευε πώς θα μπορούσε ποτέ της να ερωτευτεί. Όλοι ίδιοι τής φαίνονταν οι άντρες, παιδιά της μαμάς, απλώς παιδιά, ανούσιοι. Αλλά όχι ο Αντρέας. Όχι εκείνος. Απ’ την πρώτη φορά που τον είδε, κατάλαβε. Ήταν διαφορετικός αυτός. Ήταν δυνατός. Αν τον κατακτούσε, αν τον έκανε δικό της, αυτός ποτέ δε θα της κλαιγόταν. Θα ήταν πάντα εκεί, πάντα δίπλα της, να τη στηρίζει.
Αλλά, τώρα δεν είναι. Τα ’φερε έτσι η ζωή η πλανεύτρα και τον έχασε. Τον έχασε δίχως να τον χάσει. Δεν την απογοήτευσε ποτέ. Δεν την εγκατέλειψε. Ήταν ο άντρας. ο άντρας της! Ποιος ξέρει; Ίσως όταν περάσει η φουρτούνα -κάνε θεέ μου να περάσει γρήγορα, μέσα της κρυφά παρακαλεί- γυρίσει πίσω κοντά της. Όχι ίσως, θα το κάνει αυτό, θα γυρίσει σίγουρα σ’ εκείνη. Φτάνει τα πράγματα να παν καλά. Φτάνει να μην πληρώσουν στον κόσμο ετούτο, σ’ αυτή τη ζωή, για τις αμαρτίες τους, φτάνει να ζήσει...


Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Απόσπασμα;

Κάθεται στο κρεβάτι και κοιτά έξω απ' το παράθυρο τη βροχή να πέφτει, το μέσα της να καταβρέχεται, να πλημμυρίζει. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" αναρωτιέται. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" βροντοφωνάζει. Αλλά, οι τοίχοι, η μοναξιά της, η βροχή, δεν της δίνουν καμία απάντηση. Ξεφυσάει! Τον καημό της ξεφυσάει. Πρέπει να κάνει κάτι, αλλά τι; Αφού ο έλεγχος έχει πια ξεφύγει για τα καλά απ' τα χέρια της - απ' τα χέρια τους. "Πώς φτάσαμε ως εδώ;" ρωτάει νοητικά τώρα εκείνον, που δεν είναι εκεί. "Πώς;" Η βροχή συνεχίζει να πέφτει...

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Το κορίτσι της βροχής

Της αρέσει η βροχή,

Τη λατρεύει όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο.

Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει

Κι αρχίζει να χύνει άπλετα τα δάκρυά του

Τότε νιώθει να ζει,

Να ζει αληθινά,

Νιώθει το κορμί και την ψυχή της να πλημμυρίζουν

Από μια γλύκα ανείπωτη.

Την εξαγνίζει, την ξανανιώνει η βροχή,

Την ξεπλένει από τις αρνήσεις και

Τις ενοχές της.

Κι η νυχτερινή βροχή είναι η καλύτερή της.

Τις ώρες τις σκοτεινές βγαίνει έξω στην αυλή

Και χορεύει γυμνή μαζί με τις σταγόνες,

Γίνεται ένα μαζί τους,

Και ταξιδεύουν παρέα προς τα έγκατα της γης,

Αφουγκράζονται τους παλμούς της,

Της χαρίζουν τους δικούς τους,

Τη δροσίζουν και την ευχαριστούν.

Και τότε...

Μόνο τότε, γυμνή μες στη βροχή κι ένα με τη γη, νιώθει ελεύθερη,

Ελεύθερη από τα δεσμά ετούτου του κόσμου,

Από τα πρέπει που την τυραννούν,

Που της κλέβουν τις φλογισμένες ανάσες,

Που της στερούν το δικαίωμα στη γύμνια,

Της ψυχής της τη γύμνια.

Είναι το κορίτσι της βροχής.