Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Η δημιουργία του κόσμου
Περπατώντας γοργά και ακούραστα είχε φτάσει μέχρι το βράδυ στις όχθες μιας λίμνης στα σύνορα του Ινδουστάν, νιώθοντας την πείνα και τη δίψα να τον τσιγκλάνε. Έτσι, έσκυψε δίπλα από τη λίμνη και βουτώντας το κεφάλι του σ’ αυτή, τη μισοάδειασε από το νερό με μια μόνο γουλιά. Μεγάλη δίψα, λέμε. Με το υπόλοιπο νερό έφτιαξε χυλό, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποσότητα από το αλεύρι του. Μ’ αυτά κι αυτά ικανοποίησε και την πείνα του, κι έτσι πήγε ευχαριστημένος για ύπνο.
Τώρα, ένας ελέφαντας συνήθιζε να πηγαίνει και να πίνει νερό κάθε πρωί σ’ αυτή τη λίμνη. Αλλά όταν έφτασε εκεί την επόμενη μέρα πρωί πρωί τη βρήκε αποξηραμένη. «Τι να κάνω;» αναρωτήθηκε, «δεν υπάρχει άλλο νερό πουθενά, σε μια αχτίνα χιλίων μιλίων…» Ξεκίνησε να φύγει προβληματισμένος και γεμάτος απογοήτευση όταν το μάτι του έπεσε πάνω στον παλαιστή, που κοιμόταν του καλού καιρού στις όχθες της λίμνης. Ατσίδας όπως ήταν, κατάλαβε αμέσως από το μέγεθος του κορμιού του άντρα, ότι αυτός ήταν που ήπιε όλο το νερό. Έτσι, έτρεξε οργισμένος, κουνώντας σαν φτερούγες σχεδόν τα τεράστια αυτιά του, και τον πάτησε με δύναμη πάνω στο κεφάλι. Αλλά ο παλαιστής, άλλαξε μοναχά πλευρό και του είπε: «Όχι τόσο απαλά. Ο πονοκέφαλος δεν θα μου περάσει με τόσο απαλά χτυπήματα στο κεφάλι. Αν θες να συνθλίψεις το κεφάλι μου, βάλε περισσότερη δύναμη».
Ο ελέφαντας πισωπάτησε οργισμένος όταν είδε ότι τα βίαια χτυπήματά του δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τότε σκέφτηκε: «Θα διδάξω ένα μάθημα σ’ αυτόν τον άγριο. Θα τον φάω». (Άσχετα από το γεγονός ότι οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι). Προτού προλάβει όμως να το κάνει αυτό, ο παλαιστής που σηκώθηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του, τον άρπαξε σαν παιχνιδάκι από την μέση και, τυλίγοντάς τον στην τεράστια κουβέρτα του, τον έριξε πάνω τους ώμους του και κίνησε για την Ινδία, που για κάποιον του δικού του μεγέθους δεν ήταν παρά λίγο πιο κάτω.
Έκανε λοιπόν λίγες μόνο δρασκελιές και βρέθηκε, έτσι απλά, στο σπίτι του αντιπάλου του. «Ραστούμ, Ινδέ, έλα έξω βρε συ. Έλα έξω και ρίξε με κάτω», του φώναξε.
«Δεν είναι στο σπίτι», αποκρίθηκε η γυναίκα του ινδού ντροπαλά. «Πήγε να φέρει καυσόξυλα από τη ζούγκλα»
«Καλά. Θα τον περιμένω τότε. Αλλά σε παρακαλώ δέξου αυτό το δώρο που έφερα για κείνον». Προτού καν αποσώσει την κουβέντα του πέταξε τον μπόγο με τον ελέφαντα πάνω από τον τοίχο του λασπόσπιτου, μέσα στην αυλή.
«Ω μητέρα, μητερούλα μου», ξεφώνισε η γυναίκα του άλλου παλαιστή, «κοίτα τι έκανε αυτός ο ξεδιάντροπος αντίπαλος του γιου σου: πέταξε μια νυφίτσα μέσα στο σπίτι μας».
«Έγνοια σου, παιδί μου», απάντησε η ηλικιωμένη, «έγνοια σου. Ο γιος μου θα γυρίσει σύντομα και θα του μάθει καλύτερους τρόπους αυτού του άξεστου. Εσύ απλά βάλε μια παγίδα και πιάσε τη νυφίτσα. Θα την πετάξουμε στα σκουπίδια».
Ο πέρσης, που τα άκουσε όλ’ αυτά, σκέφτηκε: Αν το τεράστιο σώμα του ελέφαντα φαντάζει σαν νυφίτσα στα μάτια της γυναίκας του ινδού, τότε αναρωτιέμαι πόσο μικρός θα μοιάζω εγώ. Ωστόσο δεν ήταν δειλός, έτσι ξεκίνησε αμέσως και πήγε ν’ αναζητήσει τον αντίπαλό του στη ζούγκλα. Δεν έκανε, όπως θα περίμενε κανείς, παρά λίγα μόλις βήματα προτού συναντήσει τον ινδό να επιστρέφει στο σπίτι του, με χίλια φορτία καυσόξυλων πάνω στο κεφάλι. Να στ’ αλήθεια ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτηκε εκείνος και του είπε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη, ρε φίλε; Έφτασε μέχρι και τα μέρη μου η φήμη σου και ήρθα για να παλέψω μαζί σου. Τι λες; Δέχεσαι;»
«Σε καλωσορίζω με όλη μου την καρδιά», απάντησε ο άλλος άντρας. «Θα παλέψω μετά χαράς μαζί σου. Αλλά, ας δώσουμε τον αγώνα μας στο αμφιθέατρο της πόλης, μπροστά στο κοινό, αφού η πάλη δεν έχει καμία αξία χωρίς τους θεατές και τα χειροκροτήματα».
«Δυστυχώς βιάζομαι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’ αυτό έλα, ας παλέψουμε εδώ και τώρα. Κι αν θες κοινό, κοίτα εκεί, να μια ψηλή γριά που κόβει βόλτες. Θα πάω και θα την παρακαλέσω να παρακολουθήσει τον αγώνα». Φώναξε λοιπόν στη γριά: «Μητέρα! Ω, μητέρα! Μπορείς να σταματήσεις για λίγο και να έρθεις να δεις την πάλη μας;»
«Δεν μπορώ, γιε μου, δεν προλαβαίνω», απάντησε η γυναίκα, «αφού η άτιμη η κόρη μου έκλεψε τις καμήλες μου και τρέχω για να την πιάσω. Αλλά, αν θέλετε να έρθετε και να παλέψετε μέσα στην παλάμη μου, είμαι πρόθυμη να κρίνω τον αγώνα καθώς θα προχωρώ».
Μη έχοντας άλλη επιλογή οι παλαιστές πήδηξαν στη δεξιά παλάμη του χεριού της γριάς και άρχισαν τον αγώνα τους, καθώς αυτή διάσχιζε με ταχύτητα μεγάλη, ψηλά βουνά και πλατιές πεδιάδες.
Όταν η κόρη της γυναίκας τη διέκρινε από απόσταση μεγάλη να τρέχει προς το μέρος της, με δυο σπουδαίους πολεμιστές μάλιστα να προσπαθούν ν’ ανατρέψουν ο ένας τον άλλο μέσα στην παλάμη της, τρομοκρατήθηκε. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους ήταν στρατιώτες, που έφερε η μητέρα της για να τη συλλάβουν. Όταν την πλησίασαν όμως πολύ, είδε ότι δεν ήταν παρά δυο απλοί παλαιστές, έτσι γράπωσε κι εκείνους και τη μητέρα της και τους έκλεισε μέσα σ’ ένα μεγάλο μπόγο, μαζί με τις εκατόν εξήντα καμήλες που έκλεψε. Μετά, τοποθετώντας χωρίς κανένα κόπο, τον μπόγο στο κεφάλι της, συνέχισε το δρόμο της.
Προτού προχωρήσει και πολύ ωστόσο, μια από τις καμήλες ένιωσε μάλλον να πεινά και, βγάζοντας το κεφάλι της έξω από τον μπόγο, άρχισε να κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Η γυναίκα για να την κάνει να σιωπήσει, ξερίζωσε δυο δέντρα και της τα έβαλε στο στόμα για να φάει.
Ο γεωργός όμως, που ήταν δικό του το χωράφι, κήρυξε γενικό συναγερμό φωνάζοντας: «Κλέφτης. Κλέφτης. Σταματήστε τον κλέφτη».
Στη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, δεν άρεσε όλο αυτός ο σαματάς. Έτσι, έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον μπόγο της ρίχνοντας μέσα τον γεωργό, το χωράφι του, το βόδι, το αλέτρι και το άλογό του. Αφού ξεμπέρδεψε μ’ αυτά άρχισε να τρέχει. Σύντομα έφτασε σε μια πόλη και ένιωσε την πείνα μέσα της να φουντώνει. Έτσι, περιμάζεψε πρώτα ένα φουρνάρικο για να χορτάσει, και μετά, έτσι για πλάκα πήρε στα χέρια της ολόκληρη την πόλη και την έριξε κι αυτή μέσα στον μπόγο. Και συνέχισε το δρόμο της.
Τελικά έφτασε σ’ ένα χωράφι, όπου είδε να μεγαλώνει ένα τεράστιο, ακόμη και για το δικό της μέγεθος καρπούζι. Μια και ήταν διψασμένη, το έσπασε στα δύο και έφαγε στο πι και φι το μεδούλι του. Ύστερα, έβαλε τον μπόγο της μέσα στη φλούδα, και φτιάχνοντας ένα πρόχειρο μαξιλάρι, ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
Καθώς κοιμόταν όμως άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού με βία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια μεγάλη πλημμύρα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα νερά παρέσυραν ορμητικά την καρπουζόφλουδα, μέχρι που έφτασε στην όχθη της θάλασσας. Τότε το πάνω μέρος της φλούδας άνοιξε, κι από μέσα βγήκαν η γριά, η κόρη της, οι παλαιστές, οι καμήλες, τα δέντρα, ο γεωργός, το βόδι, το αλέτρι, το άλογο, ο φούρναρης, και όλα τα άλλα πράγματα και πλάσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στο περίπου δηλαδή, δημιουργήθηκε ο κόσμος που όλοι μας τώρα γνωρίζουμε.
Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Τρίτη 31 Μαΐου 2011
Ράντα και Κρίσνα
Όλες οι νέες γυναίκες της ευλογημένης εκείνης γης παρακαλούσαν μέσα τους βαθιά να γίνουν οι αγαπημένες του. Όταν του κρατούσαν συντροφιά είχαν τα μαλλιά τους στεφανωμένα με ευωδιαστό γιασεμί, τους λαιμούς τους στολισμένους με τους κίτρινους ανθούς της κασίας, και στα χέρια τους κρατούσαν γλυκούς λωτούς, που μέσα στην απόλυτα λευκή τους άνθιση έμοιαζαν αθώοι, όπως κι οι ευγενικές τους οι καρδιές, οι οποίες ξεχείλιζαν από αγάπη.
Τη Ράντα, μια χαριτωμένη υπηρέτρια, επέλεξε τελικά για νύφη του ο Κρίσνα. Η πίστη της σ’ αυτόν ήταν τόσο βαθιά λέει, που μπορούσε να τη δει, όπως κάποιος άλλος θα μπορούσε να νιώσει το άρωμα ενός λουλουδιού απλά κοιτώνας τη γύρη του. Την παντρεύτηκε λοιπόν και την πήρε να ζήσει μαζί του σ’ ένα όμορφο παλάτι, όπου οι ταράτσες ήταν στρωμένες με μαγευτικά κρύσταλλα και περικυκλωμένες από γαλήνιες λίμνες που αντανακλούσαν τα αστέρια.
Κάποια μέρα μια γριά γυναίκα, ζαρωμένη και κατάκοπη, πήγε και χτύπησε την πόρτα του παλατιού του Κρίσνα. Με το που μπήκε μέσα ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να πιάσει δουλειά εκεί, μια και ήταν πεινασμένη και φτωχή και δεν είχε που αλλού να πάει. Η καλόψυχη Ράντα τη λυπήθηκε. Της έδωσε λοιπόν ρούχα και φαγητό και την προσέλαβε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνο που δεν ήξερε η καημένη η κοπέλα είναι ότι η γριά στην πραγματικότητα ήταν μια μάγισσα, που μπορούσε ν’ αλλάζει μορφή, κι η οποία καθηλώθηκε από την ομορφιά του Κρίσνα, κι αποφάσισε να πάρει τη θέση της σαν γυναίκα του.
Πέρασαν λίγες μέρες, στη διάρκεια των οποίων η γριά απέκτησε πολύ καλή γνώση των τρόπων και των συνηθειών του παλατιού. Και έτσι σκέφτηκε ότι είχε φτάσει πια η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της. Είχε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τη Ράντα θα τη σκότωνε ο ίδιος ο Κρίσνα. Πήγε λοιπόν και έσφαξε μια κατσίκα και τη νύχτα μπήκε κρυφά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κοπέλα και έβαψε το πρόσωπό της με το αίμα του ζώου. Μετά κάθισε και περίμενε μέχρι να ξημερώσει. Με το που βγήκε το πρώτο φως της μέρας πήγε και βρήκε τον Κρίσνα και τον προσκάλεσε να πάει μαζί της για να δει, ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν στην πραγματικότητα ένας δαίμονας, ο οποίος έτρωγε τους ανθρώπους και τα ζώα ενώ ήταν ακόμη ζωντανά. Ο Κρίσνα, βλέποντας το αίμα στο πρόσωπο της Ράντα, πίστεψε στ’ αλήθεια ότι είχε όντως παντρευτεί ένα δαίμονα και, τραβώντας το σπαθί του, τη σκότωσε και την έκοψε κομματάκια, τα οποία έθαψε στο πυκνό δάσος.
Η ψυχή της κοπέλας όμως ήταν καθαρή και καθαγιασμένη σαν ένα ναό, έτσι, μετά το φονικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγαλοπρεπές παλάτι (ναι, ακριβώς όπως στα παραμύθια). Τα χέρια και τα πόδια της έγιναν επιβλητικές κολώνες, σμιλεμένες από το καλύτερο μάρμαρο. Το κεφάλι της έγινε ένας εκπληκτικός τρούλος, πάνω στον οποίο οι μαύρες της κοτσίδες, οι στεφανωμένες με λουλούδια, χάραζαν την πορεία τους σαν όμορφα αναρριχητικά, ενώ το υπόλοιπο διαμελισμένο της κορμί μετατράπηκε σε μια λίμνη από καθάριο κρυστάλλινο νέκταρ, όπου ολάκερος ο ναός αναπαυόταν. Και τα μάτια της μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ζευγάρι περιστέρια, τα οποία κάθονταν στη βεράντα εκείνου του φανταστικού κτηρίου μέσα στην ερημιά, γουργουρίζοντας απαλά όλη μέρα.
Ο Κρίσνα, κάποια φορά, πήγε στο δάσος για κυνήγι, κι έχοντας απομακρυνθεί απ’ τους συντρόφους του, χάθηκε ανάμεσα στην πυκνή και μπερδεμένη βλάστηση που τον περιτριγύριζε. Καθώς έπεφτε το βράδυ συνέχισε την περιπλάνησή του μέχρι που, με μεγάλη του έκπληξη, είδε ένα πανέμορφο ναό να αναδύεται μέσα από την ομίχλη του κατά τα άλλα έρημου εκείνου τόπου. Του άρεσε τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναπαυτεί εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Έδεσε λοιπόν το άλογό του σ’ ένα δέντρο, του έδωσε καμπόσο σανό για να φάει, και μάζεψε κι ο ίδιος αρκετά φρούτα με τα οποία δείπνησε. Μέτα πήγε και ξάπλωσε κάτω από τη βεράντα του ναού για να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε όμως καλά καλά να κλείσει τα μάτια του όταν ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του. Ανοίγοντας τα μάτια είδε δύο ευγενικά περιστέρια να έρχονται και να κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο πολύ κοντά του, και να πιάνουν κουβέντα:
«Αυτός είναι ο άκαρδος άντρας που έκοψε τη γυναίκα του κομματάκια», άκουσε το αρσενικό περιστέρι να λέει, «απλά και μόνο επειδή μια κακιά μάγισσα πήγε και του είπε ένα ψέμα».
«Ναι, αλλά δεν μπορεί να βρει τη γυναίκα του ξανά;» ρώτησε το θηλυκό. «Απλά ήταν εύπιστος. Τον εξαπάτησαν, κι έτσι το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό του».
«Δίκιο έχεις, δεν φταίει μόνο αυτός», απάντησε το αρσενικό. «Πράγματι εξαπατήθηκε. Και ίσως να μπορεί να βρει τη γυναίκα του, αλλά δεν ξέρει πως».
«Πες μου λοιπόν. Πώς μπορεί να τη βρει;» ρώτησε απαιτητικά το θηλυκό, μ’ ένα ύφος που έσταζε ευσπλαχνία.
«Καλά, θα σου πω», αποκρίθηκε το αρσενικό. «Η γυναίκα του και η συντροφιά της έρχονται για μπάνιο στη λίμνη με το νέκταρ τα μεσάνυχτα. Αυτή φοράει ένα κατακόκκινο σάρι, ενώ οι υπηρέτριές της φοράνε ρόμπες στο χρώμα του κρόκου. Αν πάει και κλέψει τα ρούχα τους και αρχίσει να τις πειράζει, η γυναίκα του θα καταλάβει από τα παιχνιδιάρικά του κόλπα ότι είναι ο άντρας της και θα επιστρέψει κοντά του ξανά».
Ο Κρίσνα άκουσε προσεκτικά κάθε λέξη που είπε το αρσενικό. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένος εκεί, υπολογίζοντας ανήσυχα και ανυπόμονα το χρόνο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους τα μεσάνυχτα. Τότε πήγε και κρύφτηκε πίσω από τις πύλες του ναού, και όντως πολύ σύντομα είδε τη Ράντα με τις υπηρέτριές της να έρχονται, γελώντας δυνατά και λέγοντας τραγούδια. Μόλις έφτασαν στη λίμνη με το νέκταρ, ξέδεσαν τις ζώνες τους, έβγαλαν τα σάρι τους και πετώντας τα ανέμελα στο έδαφος, βούτηξαν στα γαληνεμένα νερά. Ο έρωτας ξύπνησε τον πόθο στα σωθικά του Κρίσνα, ο οποίος πήγε σιγοπατώντας στις όχθες της λίμνης, μάζεψε βιαστικά τις ρόμπες και στη συνέχεια σκαρφάλωσε μαζί τους σ’ ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Τότε έβγαλε τον αυλό του και άρχισε να παίζει και με τις μελωδίες του κατάφερε να γοητεύσει τις καρδιές των γυναικών που τον κοιτούσαν έκπληκτες, με θαυμασμό αλλά και με ντροπή. Δεν άργησαν ν’ αναγνωρίσουν τον Κρίσνα, τον αγαπημένο τους.
Με ενωμένα τα χέρια σε μια ικεσία και τα μάτια χαμηλωμένα από τη ντροπή, με δειλά χαμόγελα στα χείλη, άρχισαν να τον εκλιπαρούν: «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, τα οποία κρέμασες στα κλαδιά του δέντρου, αγαπημένε!»
Αυτός, αντί να τις εισακούσει, τους πέταξε τρυφερά κλαδάκια και συνέχισε να τις πειράζει, παίζοντας στον αυλό του ακατανόητους μικρούς σκοπούς.
«Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, αγαπημένε, και θα σου χαρίσουμε την αγάπη μας», ξεφώνισαν όταν κατάλαβαν ότι είχε όρεξη για παιχνίδια.
«Ένα φιλί από κάθε υπηρέτρια είναι τα λύτρα που ζητώ, ενώ τη Ράντα τη θέλω για να την παντρευτώ και πάλι», τους απάντησε τραγουδιστά.
Οι ζώνες των γυναικών κουδούνιζαν καθώς χόρευαν, και τα χέρια τους δεν κουράζονταν να επιδίδονται στα παιχνίδια της αγάπης, καθώς η μια μετά την άλλη στη διάρκεια της φεγγαρολουσμένης νύχτας, άρχισαν να πληρώνουν τα λύτρα του ενός φιλιού στον Κύριό τους, προτού τον δουν να παντρεύεται με τη Ράντα για μία ακόμη φορά.
Ένα ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Το λιοντάρι και η γίδα
Κάποια καλή μέρα, ή μάλλον σούρουπο ήταν, καθώς επέστρεφαν στα λημέρια τους, ένα μέλος του κοπαδιού, μια πολύ γριά γίδα, κουράστηκε και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Ωστόσο έμεινε πίσω πολύ και σε λίγο άρχισε να νυχτώνει. Μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, αποφάσισε να ξοδέψει τη νύχτα σε μια σπηλιά που εντόπισε λίγο πιο κάτω. Φανταστείτε, όμως, την έκπληξή της όταν, μπαίνοντας μέσα, είδε να κάθεται πέρα στο βάθος της ένα λιοντάρι. Ένιωσε να τη ζώνει ο τρόμος, αν μπορούσε θα τα έκανε πάνω της, και στάθηκε για λίγο ακίνητη, παγωμένη. Αλλά ύστερα, επιστρατεύοντας όλο το θάρρος και τη λογική της, άρχισε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. Αν προσπαθήσω να τρέξω, σκέφτηκε, το λιοντάρι σίγουρα θα με πιάσει και θα με κατασπαράξει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως και να τη βγάλω καθαρή.
Έτσι, άρχισε να περπατά με άνεση, με αναίδεια σχεδόν, προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι βλέποντάς την δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Την κοιτούσε και την ξανακοιτούσε απορημένος, μέχρι που το πλησίασε πολύ. Δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε σε τίποτα στη συμπεριφορά με τα άλλα μέλη της φυλής της. Οι άλλες όταν τον έβλεπαν γίνονταν καπνός αλλά αυτή… Τελικά σκέφτηκε ότι δεν ήταν γίδα, δεν θα μπορούσε να είναι, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν είδε ποτέ ξανά.
«Ποια είσαι γριά μου;» τη ρώτησε ευγενικά.
«Είμαι η βασίλισσα των γιδιών», απάντησε. «Λατρεύω τον θεό Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, εικοσιπέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους εικοσιπέντε ελέφαντες και τώρα βγήκα στη γύρα για να βρω τα λιοντάρια».
Το λιοντάρι αναστατώθηκε πολύ ακούγοντας αυτά τα λόγια, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Ωστόσο, πιστεύοντας απόλυτα ότι αυτή όντως πήγε εκεί για να το καταβροχθίσει, γλίστρησε αμέσως έξω από τη σπηλιά λέγοντας ότι ήθελε να πάει να νιφτεί στο ποτάμι.
Καθώς έσπευδε να απομακρυνθεί συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας τον βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, θέλησε να μάθει τι συμβαίνει.
Το λιοντάρι του περιέγραψε με λίγα λόγια τα καθέκαστα, για τη συνάντησή του δηλαδή μ’ ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά δεν φέρει κανένα απολύτως ίχνος απ’ τη δειλία της τελευταίας, αλλά αντίθετα είναι πολύ γενναία και, σχεδόν, τρομακτική.
Το τσακάλι ήταν ατσίδας και κατάλαβε αμέσως ότι εκείνο που προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση ήταν μια δυστυχής γριά γίδα. Προσπάθησε λοιπόν να πείσει το λιοντάρι γι’ αυτό, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία δεν ήτανε παρά ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, για να σώσει το τομάρι του.
«Άντε αδελφέ», είπε στο λιοντάρι, «πάρε κουράγιο απ’ τα λόγια μου, σκέψου την τιμή σου και γιγάντωσε το θάρρος σου, κι έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά. Θα δεις ότι έχω δίκιο και μετά θα απολαύσεις ένα εξαίσιο γεύμα, καταβροχθίζοντας αυτή την υποκρίτρια».
Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή του κι έτσι επέστρεψαν μαζί στη σπηλιά.
Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι πίσω απ’ αυτή την απρόσμενη εξέλιξη κρυβόταν το τσακάλι που το συνόδευε. Ωστόσο δεν έχασε ούτε την πόζα, αλλά ούτε και το θάρρος της. Περπάτησε με ύφος σχεδόν βασιλικό προς το μέρος τους και υιοθετώντας μια αξιοπρεπή και αφ’ υψηλού στάση, είπε στο τσακάλι:
«Μ’ αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σε έστειλα να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, κι εσύ μου έφερες μόνο ένα; Βρε τεμπέλη. Βρε αχαΐρευτε. Θα σε γδάρω ζωντανό γι’ αυτή σου την αμέλεια!»
Ακούγοντας αυτά τα λόγια το λιοντάρι οργίστηκε πολύ, αφού σκέφτηκε ότι το τσακάλι που του το έπαιζε ντε και καλά φίλος, τον πρόδωσε, έτσι ρίχτηκε πάνω του και άρχισε να το κατασπαράζει. Ήταν μάλιστα τόσο εκνευρισμένος, αλλά και τόσο αφοσιωμένος την ίδια ώρα στο γεύμα του, που δεν πρόσεξε ότι η γίδα κατάφερε να ξεγλιστρήσει αθόρυβα έξω από τη σπηλιά και να εξαφανιστεί, γλιτώνοντας έτσι απ’ τα σαγόνια του.
Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 6 Μαΐου 2011
Γαλανή & Λεύκιος. Δωρεάν eBook
Μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα μέσα απ’ αυτές τις αφηγήσεις, και ταξιδεύουν τον αναγνώστη προς όνειρα ανείπωτα και παραδείσιους τόπους. Του μιλάνε γι’ αυτά που ίσως κι ο ίδιος σκέφτηκε, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει.
Από το οπισθόφυλλο.
Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν το πυρετικό καλοκαίρι του 2002 και κυκλοφόρησαν σε μια κακοτυπωμένη έκδοση το χειμώνα του 2003, στην οποία δε θέλησα να κάνω καμία διόρθωση ή αλλαγή. Σκέφτηκα πολλές φορές ότι έπρεπε να καθίσω να τις ξαναγράψω, να τους δώσω νέα πνοή, αλλά κάτι το ότι άρεσαν σε όσους τις διάβασαν όπως ακριβώς είναι, κάτι οι νέες ιστορίες που ζητούσαν την προσοχή μου, κάτι το ότι… βαριόμουνα, ποτέ δεν το έκανα. Αν και προσπάθησα. Κάθισα και ξανάγραψα τρεις από αυτές, αλλά δε θέλησα να τις βάλω στη θέση των πρωτότυπων σ’ αυτή την ηλεκτρονική έκδοση. Αντίθετα, αφαίρεσα μια ιστορία που ένιωσα ότι δε συμβάδιζε με το πνεύμα του βιβλίου.
Τώρα, εννιά χρόνια μετά τη συγγραφή, αυτές οι ιστορίες που θυμίζουν πολύ παραμύθια, εξακολουθούν να είναι από τις αγαπημένες μου. Η τρελή του χωριού, Ο γέρος που σκέφτεται, Το στοιχειωμένο σπίτι, η Σάριτα, Το Τάμα, Ο αληθινός, Το αίμα της Ερατώς, Η Λουτσία και τα μάτια της (Για τα μάτια της Λουτσίας), Το τίμημα, Το μυστικό του παππού, Το χωριό φάντασμα και η Γαλανή και (ο) Λεύκιος, έχουν χαράξει βαθιά τους δρόμους τους μέσα μου. Κι οι ήρωές τους είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Επειδή δεν είναι σε τίποτα συνηθισμένοι. Γιατί τολμούν. Επειδή ερωτεύονται παράφορα. Και διότι κυνηγούν τα όνειρά τους.
Κατεβάστε το βιβλίο δωρεάν από εδώ
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008
Ο Ψαράς
Κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν άνθρωπος της γης, αγρότης, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του παράτησε τα κτήματα κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, στο νερό, στην ανοικτή θάλασσα, μπορούσε, λέει, να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε αυγή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, ψάχνοντας την ουσία, τη δική του ουσία. Καθόταν για ώρες πολλές μες στη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τις σκέψεις του, με τους δαίμονές του, με την ευτυχία και τη δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν, τότε που γνώρισε την αγαπημένη, τότε που και οι δυο θαρρούσαν πως θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Πόσο ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην άγνοια και τη λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την αγάπη τους, και τίποτα άλλο δε χρειάζονταν.
Τα χρόνια όμως πέρασαν αφήνοντας πίσω τα σημάδια τους και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η θάλασσα, θα μπορούσε να το απαλύνει. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε, γι’ αυτό και τη λάτρεψε.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, ξόδευε μες στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, θυμίζοντάς του αυτά που έζησαν και τα άλλα που δεν πρόλαβαν, παραπονούμενος για την εγκατάλειψή του. «Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα, έφυγες και μ’ άφηκες!» Αλλά, τι του ’φταιγε κι αυτή η καημένη; ο χάρος δεν σκέφτεται μοναξιές κι αγάπες προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές ευχότανε η ζωή του να ήταν σαν ένα παλιό παραμύθι. στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν, λοιπόν, η ζωή του τέτοια, παραμυθένια, ώστε να μπορούσε κι αυτός να πουλήσει την ψυχή στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, για να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, αυτήν που έφυγε παίρνοντας μαζί της τη ζωή του. Αλλά, ξέρει, ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης ψυχής του το σκίρτημα. «Κάνε υπομονή, καρδιά μου,» ψιθυρίζει, «κάνε υπομονή και σύντομα θα ’ρθω να σε βρω!»
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει, έτσι ξανά και ξανά κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό...
υ.γ. το μπλογκ απέκτησε αγγλόφωνο αδελφάκι...
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008
Η μέρα που θα τολμούσε
Κάθεται στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του επιτακτικά την κάθε μια απ’ τις πολλές μικρές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται όλα τα αν και τις πιθανές ανατροπές. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη.
Ανυπομονεί, πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Θα κάνει το όνειρο πράξη. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Και θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμό αντί οφθαλμού. Θα σκοτώσει μια πόρνη, για διαγράψει από μέσα του το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της στο μακρινό παρελθόν. Θα της χαράξει αμείλικτα το σώμα. Θα το χαρακώσει με αίμα. Θα την εξευτελίσει. Και ύστερα θα τη σκοτώσει. Αυτό είναι το σχέδιό του. Κι απόψε, χάρη σ’ αυτό, θα γίνει ένας μικρός μισερός θεός...
Η συνέχεια στα Διηγήματα
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008
Η Ζωή
Η συνέχεια στα Διηγήματα
Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008
Του Αγίου Βαλεντίνου
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και μοναδικό σ’ ένα ερωτευμένο, άγνωστό του, ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε απ’ το πρωί στους δρόμους σ’ αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το χάριζε σ’ όποιον κι όποιον.
Η συνέχεια στα Διηγήματα
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008
Όταν προδόθηκες

εκείνη που όλοι αποκαλούσαν του
θανάτου και που μόνο εγώ ο
δόλιος τόλμησα να αποκαλέσω
του ονείρου.
Κι εκείνη τη νυχτιά μιλήσαμε
δίχως ν’ ανταλλάξουμε μια λέξη
αφού όλα είχαν μέσα από τα βλέμματά
μας ειπωθεί.
Σε κοίταζα με αληθινή προσήλωση
και σε είδα να φεύγεις για αλλού
για κάπου μακριά από κείνο που
μέχρι χθες θεωρούσες ευτυχία.
Κατάλαβες κάπως αργά πως η ζωή
δεν είναι για να σπαταλιέται για
τα πολλά κι ασήμαντα και
θέλησες να βρεις διέξοδο μέσα
απ’ τη φλόγα των ματιών σου.
Σε ένιωσα αλλά δε μίλησα μα
σαν προδόθηκες δεν άντεξα και
γέλασα με την καρδιά μου…
Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008
Το κορίτσι της βροχής
Της αρέσει η βροχή,
Τη λατρεύει όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο.
Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει
Κι αρχίζει να χύνει άπλετα τα δάκρυά του
Τότε νιώθει να ζει,
Να ζει αληθινά,
Νιώθει το κορμί και την ψυχή της να πλημμυρίζουν
Από μια γλύκα ανείπωτη.
Την εξαγνίζει, την ξανανιώνει η βροχή,
Την ξεπλένει από τις αρνήσεις και
Τις ενοχές της.
Κι η νυχτερινή βροχή είναι η καλύτερή της.
Τις ώρες τις σκοτεινές βγαίνει έξω στην αυλή
Και χορεύει γυμνή μαζί με τις σταγόνες,
Γίνεται ένα μαζί τους,
Και ταξιδεύουν παρέα προς τα έγκατα της γης,
Αφουγκράζονται τους παλμούς της,
Της χαρίζουν τους δικούς τους,
Τη δροσίζουν και την ευχαριστούν.
Και τότε...
Μόνο τότε, γυμνή μες στη βροχή κι ένα με τη γη, νιώθει ελεύθερη,
Ελεύθερη από τα δεσμά ετούτου του κόσμου,
Από τα πρέπει που την τυραννούν,
Που της κλέβουν τις φλογισμένες ανάσες,
Που της στερούν το δικαίωμα στη γύμνια,
Της ψυχής της τη γύμνια.
Είναι το κορίτσι της βροχής.


